Anda di halaman 1dari 24

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΔΡΑ UNESCO
για την Εκπαίδευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα,
τη Δημοκρατία και την Ειρήνη

UNESCO - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑN ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΕΙΡΗΝΗΣ

ΔΙΑΤΜΗΜΑΤΙΚΟ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ


ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τίτλος μαθήματος: "Σύγχρονα Παγκόσμια Προβλήματα


και η Ευθύνη του Επιστήμονα:
διεπιστημονικές προσεγγίσεις"

Εισηγήτρια του Προγράμματος Οργάνωση και συντονισμός του Προγράμματος:


στο Α.Π.Θ., 1993-1994:
Αγγελική Πιτσελά, Αναπλ. Καθηγήτρια Α.Π.Θ.
Δήμητρα Παπαδοπούλου, Αναστασία Κεσίδου, Επίκ. Καθηγήτρια Α.Π.Θ.
Ομότ. Καθηγήτρια Α.Π.Θ. Αφροδίτη Μπάκα, Επίκ. Καθηγήτρια Α.Π.Θ.
Επιτροπή Διεύθυνσης της Έδρας UNESCO/Α.Π.Θ.

Η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στη νομολογία


του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
για τους πρόσφυγες

Άννα Μαρία Κώνστα


Λέκτορας,
Νομική Σχολή,
Α.Π.Θ.
29/03/2017

Θεσσαλονίκη, Α.Π.Θ.
Εαρινό Εξάμηνο 2017
Η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
στη νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ για τους πρόσφυγες
Άννα-Μαρία Κώνστα
Λέκτορας Νομικής ΑΠΘ

Α. Η έννοια της ανθρώπινη αξιοπρέπειας

Η έννοια της αξιοπρέπειας έχει μακρά ιστορία που εκτείνεται από


την αρχαιότητα έως τις μέρες μας. Η ιδέα αυτή έχει τις ρίζες της στην
ελληνική και στη ρωμαϊκή παράδοση, στη φιλοσοφία των Στωικών και
του Αριστοτέλη, και είναι κεντρική σε πολλούς πολιτισμούς σε όλο το
κόσμο, σε Ανατολή και Δύση, καθώς και στα θεολογικά κείμενα του
Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού και του Ισλάμ.
Στη Δυτική σκέψη, η ρωμαϊκή έννοια της dignitas hominis
συνδεόταν με τίτλο ευγενείας και με μία ανώτερη ιεραρχικά θέση στην
κοινωνία1. Έτσι, ο διορισμός σε διακεκριμένη επίσημη θέση στην Αρχαία
Ρώμη συνεπάγονταν dignitas (τιμή) σε σχέση με το πρόσωπο που
διορίζονταν σε αυτήν2. Παρόμοια, ο αγγλικός Χάρτης των Δικαιωμάτων
του 1689 αναφέρεται στην «Αξιοπρέπεια του Στέμματος και του
Βασιλέα»3. Όμως, ο Κικέρων αναφερόταν στην dignitas ως
χαρακτηριστικό το οποίο είναι εγγενές των ανθρώπινων όντων,

1
Δεληγιάννη-Δημητράκου, Χ., Ουσιαστική Ισότητα και Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια,
Τιμητικός Τόμος Σπ. Β. Βρέλλη, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014, σελ. 206-207, Barroso,
L.R., Here, There, and Everywhere: Human Dignity in Contemporary Law and in the
Transnational Discourse, 35 International and Comparative Law Review, 2008, σελ.
334-335.
2
McCrudden, C. Human Dignity and Judicial Interpretation of Human Rights, The
European Journal of International Law, vol. 19, n. 4, 2008, σελ. 657.
3
Crown and Royal Dignity στην αγγλική γλώσσα. Βλ. McCrudden, C. Human
Dignity and Judicial Interpretation of Human Rights, The European Journal of
International Law, vol. 19, n. 4, 2008, σελ. 657.
1
συνδέεται με τη λογική και είναι το κύριο χαρακτηριστικό το οποίο
διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα ζώα4.
Η αντίληψη του Κικέρωνα περί αξιοπρέπειας σε συνδυασμό με την
Ιουδαιο-χριστιανική παράδοση επηρέασαν την Καθολική Εκκλησία κατά
τον Μεσαίωνα, η οποία συνέδεσε την αξιοπρέπεια με την ιδέα ότι ο
Άνθρωπος πλάστηκε κατ’εικόνα του Θεού και, συνεπώς, ο Άνθρωπος
ξεχωρίζει από τα άλλα είδη5. Το 1486, ο Picco de la Mirandola ανέπτυξε
στο έργο του "Λόγος περί της Αξιοπρέπειας του Ανθρώπου"6 την ιδέα ότι
η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι η ικανότητα του ανθρώπου να επιλέγει να
είναι αυτό που επιθυμεί και ότι η ικανότητα αυτή είναι ένα δώρο του
Θεού προς τον άνθρωπο7.
Όμως, η σύγχρονη αντίληψη περί ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η
οποία είναι αποσυνδεδεμένη από θρησκευτικά στοιχεία, έχει τις ρίζες της
κατά κύριο λόγο στον Διαφωτισμό ο οποίος έφερε μια κουλτούρα
ατομικών δικαιωμάτων, φιλελευθερισμού, ισότητας, ανεξιθρησκίας και
ανάπτυξης της επιστήμης μέσω της λογικής8.
Με τη γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και
του Πολίτη (1789), οι λεγόμενες dignités που αρχικά ήταν αντιληπτές ως
προνόμια μόνον των αριστοκρατών επεκτάθηκαν σε κάθε πολίτη:

4
Κικέρων, Μ. Τ., Περί Καθηκόντων, μτφ. Λ. Π. Οικονόμου, Αντ. Σάκκουλας, 1997.
5
Arieli, Y., On the Necessary and Sufficient Conditions for the Emergence of the
Dignity of Man and His Rights, in Kretzmer and Klein, The Concept of Human
Dignity in Human Rights Discourse, 2002, σελ. 1-9.
6
Pico della Mirandola, Λόγος περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, μτφ. Φ.
Αμπατζοπούλου, Άγρα 2014.
7
Arieli, Y., On the Necessary and Sufficient Conditions for the Emergence of the
Dignity of Man and His Rights, in Kretzmer and Klein, The Concept of Human
Dignity in Human Rights Discourse, 2002, σελ. 10.
8
Barroso, L.R., Here, There, and Everywhere: Human Dignity in Contemporary Law
and in theTransnational Discourse, 35 International and Comparative Law Review,
2008, σελ. 336, McCrudden, C. Human Dignity and Judicial Interpretation of Human
Rights, The European Journal of International Law, vol. 19, n. 4, 2008, σελ. 659-660,
Misztal, B., The Idea of Dignity: Its Modern Significance, 16 (1), European Journal
of Social Theory, 2012. σελ. 102.
2
Το Άρθρο 6 της Διακήρυξης αναφέρει: «Εφόσον όλοι οι πολίτες
είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, μπορούν όλοι να μετέχουν εξ ίσου και στα
δημόσια αξιώματα, στις θέσεις και τις υπηρεσίες ανάλογα με τις
ικανότητές τους και χωρίς καμία άλλη διάκριση παρά αυτήν που πηγάζει
από την αρετή τους και το ταλέντο τους».
Επίσης, η Mary Wollstonecraft τόσο στο έργο της "Vindication of
the Rights of Man" («Διεκδίκηση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου»,
1790), όσο και στο "Vindication of the Rights of Women" («Διεκδίκηση
των Δικαιωμάτων των Γυναικών, 1796), χρησιμοποίησε την έννοια της
ανθρώπινης αξιοπρέπειας για να περιγράψει την κατάλληλη κατάσταση
των γυναικών και των ανδρών στο πολιτικό σύστημα που προτιμούσε
(McCrudden 2008, 660). Η αξιοπρέπεια συνδέονταν πιο στενά με τον
ρεπουμπλικανισμό του τέλους του 18ου αιώνα και του 19ου αιώνα, στη
Γαλλία. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου δίνονταν
περισσότερη έμφαση στην έννοια της ελευθερίας, η φιλοσοφία του Jean-
Jacques Rousseau επηρέασε περισσότερο τις χώρες της ηπειρωτικής
Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες υιοθέτησαν μια πιο
κοινοτιστική προσέγγιση σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όντας
περισσότερο αφοσιωμένες στην σημασία της ισότητας και της
αδελφοσύνης (αλληλεγγύης) παρά σε αυτήν της ελευθερίας (Carozza,
Human Rights Quarterly, 2003, 300).
Η αυτονομία του Ανθρώπου ως κεντρική υπαρξιακή διεκδίκηση
του μοντερνισμού από τον Kant συνδέθηκε με την ιδέα ότι
μεταχειριζόμαστε τους ανθρώπους με αξιοπρέπεια όταν τους θεωρούμε
ως αυτόνομα όντα που είναι σε θέση να επιλέξουν την μοίρα τους. Κάθε
άνθρωπος κατά τον Kant διαθέτει μια αντικειμενική αξία η οποία
επιβάλλει να τον σέβονται ως αυτοσκοπό και όχι ως μέσο για την
ικανοποίηση άλλων σκοπών. Έτσι, η ανθρώπινη αξία δεν μπορεί να είναι
ανταλλακτική και εμπορεύσιμη, δεν μπορεί αποτιμηθεί σε χρήμα, αλλά

3
είναι εγγενής και απορρέει από την ανθρώπινη φύση, είναι δηλαδή
έμφυτη.
Επιπρόσθετα, στην Ευρώπη, η έννοια της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας ήταν στενά συνδεδεμένη με την κατάργηση της δουλείας.
Ένα από τα διατάγματα της Γαλλικής Δημοκρατίας η οποία ιδρύθηκε ως
αποτέλεσμα της Επανάστασης του 1848 κατάργησε τη δουλεία ως
«προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» (Διάταγμα της 27ης Απριλίου
1848, προοίμιο). Επίσης, η ιδέα της "αξιοπρέπειας της εργασίας"
υπερίσχυε στο αναπτυσσόμενο εργατικό κίνημα στην Ευρώπη και στην
σοσιαλιστική σκέψη της εποχής η οποία προσπαθούσε να κινητοποιήσει
την εργατική τάξη και διεκδικούσε την παροχή της κοινωνικής πρόνοιας
από το κράτος (McCrudden 2008, 661). Όμως, ο Karl Marx,, το 1847,
κατήγγειλε την χρήση της «αξιοπρέπειας» ως «καταφυγίου από την
ιστορία στην ηθική», ενώ ο Friedrich Nietzsche, το 1872, καταφέρονταν
κατά των ιδεών της ‘αξιοπρέπειας ενός ανθρώπου’ και της ‘αξιοπρέπειας
της εργασίας’, θεωρώντας τις ως έννοιες που χαρακτηρίζουν έναν μάλλον
άχρηστο συναισθηματικό εξισωτισμό.
Πέραν αυτών των ιστορικών, θρησκευτικών και φιλοσοφικών
οροσήμων, το ιστορικό γεγονός το οποίο συνέβαλε κατά μείζονα λόγο
στην σύγχρονη αντίληψη περί ανθρώπινης αξιοπρέπειας ήταν ο Β’
Παγκόσμιος Πόλεμος. Έκτοτε, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια γίνεται
αντιληπτή ως αντίδραση απέναντι στις φρικαλεότητες του
εθνικοσοσιαλισμού και του ναζισμού στην Ευρώπη, δηλαδή, του
Ολοκαυτώματος.
Η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ενσωματώθηκε, μετά τον
Β' ΠΠ, σε ποικίλες διεθνείς συμβάσεις και έγγραφα περί ανθρωπίνων
δικαιωμάτων, όπως η Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, καθώς
και σε πολλά εθνικά Συντάγματα. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως έννοια-

4
κλειδί στο πλαίσιο του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, στις ΗΠΑ,
την δεκαετία του 1960, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην ρητορική
των κινημάτων κατά των διακρίσεων βάσει της φυλής και του φύλου.
Πρόσφατα, η χρήση της έννοιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
επεκτάθηκε σε άλλους τομείς των διακρίσεων, όπως η ρητορική του
μίσους, η ηλικία και η αναπηρία, καθώς και σε άλλους τομείς του
νομικού και του πολιτικού λόγου όπως η βιοηθική, η θανατική ποινή ή η
άμβλωση. Η έννοια χρησιμοποιείται επίσης σήμερα ως ηθική βάση για
την αντιμετώπιση παγκόσμιων προβλημάτων όπως η μόλυνση του
περιβάλλοντος, η φτώχεια ή η μετανάστευση.

Β. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η νομολογία του ΕΔΔΑ και


του ΔΕΕ

Στην υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (2011), το ΕΔΔΑ


έκρινε ότι η Ελλάδα και το Βέλγιο παραβίασαν τρία άρθρα της
Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το
δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 2), την απαγόρευση της απάνθρωπης και
εξευτελιστικής μεταχείρισης (άρθρο 3) και το δικαίωμα σε πραγματική
προσφυγή (άρθρο 13). Στην συγκεκριμένη υπόθεση, ο προσφεύγων,
Αφγανός υπήκοος εισήλθε στην ΕΕ μέσω Ελλάδας και ταξίδεψε στο
Βέλγιο όπου υπέβαλε αίτηση ασύλου. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια του
κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ» της ΕΕ, σύμφωνα με τον οποίο το πρώτο
κράτος μέλος της ΕΕ όπου εισέρχεται ο αιτών άσυλο φέρει την ευθύνη
παροχής του ασύλου, η βελγική κυβέρνηση έστειλε τον προσφεύγοντα
πίσω στην Ελλάδα, ο οποίος και οδηγήθηκε αμέσως σε κέντρο κράτησης.
Ο Αφγανός υπήκοος προσέφυγε στο ΕΔΔΑ προβάλλοντας ότι το Βέλγιο
τον είχε εκθέσει σε κίνδυνο στέλνοντάς τον στην Ελλάδα όπου
βρισκόταν αντιμέτωπος με άθλιες συνθήκες κράτησης και απέλαση. Το

5
ΕΔΔΑ, κρίνοντας υπέρ του Αφγανού πολίτη, επέβαλε πρόστιμο 6.000 €
στην Ελλάδα και 30.000 € στο Βέλγιο. Έκρινε ότι μια απάνθρωπη
μεταχείριση είναι εξευτελιστική «αν ταπεινώνει ή εξευτελίζει ένα
άτομο, εάν δείχνει έλλειψη σεβασμού για την ανθρώπινη αξιοπρέπειά
του ή ακόμα την μειώνει…»
Στην υπόθεση Sharifi κ.ά. κατά Ιταλίας και Ελλάδας (2015) με
παρόμοια πραγματικά περιστατικά, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Ελλάδα είχε
παραβιάσει το άρθρο 13 (δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή) σε
συνδυασμό με το άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής
μεταχείρισης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
και επανέλαβε ότι το σύστημα Δουβλίνο ΙΙ πρέπει να εφαρμόζεται με
τρόπο συμβατό με τη Σύμβαση: καμιά μορφή συλλογικών και
αδιακρίτων επαναπροωθήσεων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί έχοντας ως
αναφορά αυτό το σύστημα. Το δε Κράτος το οποίο προχωρούσε στην
επαναπροώθηση έπρεπε να διασφαλίζει ότι η χώρα προορισμού παρείχε
ικανές εγγυήσεις κατά την εφαρμογή της πολιτικής ασύλου ώστε να
αποφευχθεί η απομάκρυνση του σχετικού ατόμου προς την χώρα
καταγωγής του χωρίς αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζει.
Στο μεταξύ, στις 18 Ιανουαρίου 2011, η Ελλάδα, σε μια
προσπάθεια να αντιμετωπίσει την τεράστια εισροή αιτούντων άσυλο
κατά τα τελευταία έτη αλλά και τα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα
όπως και αυτά σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα που ανέκυψαν,
υιοθέτησε έναν νέο νόμο περί Δημιουργίας Νέας Υπηρεσίας Ασύλου και
Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, ούτως ώστε να εναρμονίσει τη νομοθεσία
της με την Οδηγία 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και τις
διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως
διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών.
Ο νόμος αυτός αφαίρεσε τη διαδικασία ασύλου από τις
αρμοδιότητες της αστυνομίας και την ανέθεσε σε μια νέα, ανεξάρτητη

6
αρχή, η οποία ονομάζεται Υπηρεσία Ασύλου και υπάγεται στο
Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Η νεοσυσταθείσα αυτή υπηρεσία
φέρει την ευθύνη της εφαρμογής των διαδικασιών ασύλου και άλλων
μορφών διεθνούς προστασίας αλλοδαπών και απάτριδων ατόμων. Ο
νόμος θεσπίζει επίσης μια νέα υπηρεσία η οποία είναι επιφορτισμένη με
την εξέταση των προσφυγών κατά της απόρριψης αιτήσεων ασύλου από
την Υπηρεσία Ασύλου.
Στο πλαίσιο της ΕΕ, η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
κατέχει εξέχουσα θέση στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της
ΕΕ. Το προοίμιο του Χάρτη αναφέρει ότι: «Η Ένωση, έχοντας επίγνωση
της πνευματικής και ηθικής κληρονομιάς της, εδράζεται στις αδιαίρετες
και οικουμενικές αξίες της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, της ελευθερίας,
της ισότητας και της αλληλεγγύης (…)». Το Κεφάλαιο 1ο του Χάρτη
είναι επίσης αφιερωμένο στην αξιοπρέπεια. Το άρθρο 1 του Χάρτη
ορίζει: «Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Πρέπει να είναι
σεβαστή και να προστατεύεται.» Στον Χάρτη, όχι μόνον η ανθρώπινη
αξιοπρέπεια είναι θεμελιώδες δικαίωμα αλλά αποτελεί και την βάση
όλων των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Λόγω του απαραβίαστού της,
κανένα από τα δικαιώματα που θεσπίζονται στον Χάρτη δεν μπορεί να
χρησιμοποιηθεί με σκοπό την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός άλλου
ατόμου.
Η Ελλάδα έχει επίσης καταδικασθεί από το Δικαστήριο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της υπόθεσης NS (C-411/10). Η
υπόθεση αυτή αφορούσε έναν Αφγανό υπήκοο ο οποίος έφθασε στο
Ηνωμένο Βασίλειο μέσω της Ελλάδας. Στη συνέχεια, τέθηκε στη
διαδικασία Δουβλίνο ΙΙ και το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσε απόφαση
μεταφοράς του προς την Ελλάδα. Το ΔΕΕ έκρινε ότι: το άρθρο 4 του
Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το
οποίο απαγορεύει τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη και εξευτελιστική

7
μεταχείριση ή ποινή, έχει την έννοια ότι απόκειται στα κράτη μέλη,
περιλαμβανομένων και των εθνικών δικαστηρίων, να μη μεταφέρουν
αιτούντα άσυλο προς το «υπεύθυνο κράτος μέλος», κατά την έννοια του
κανονισμού 343/2003, οσάκις είναι αδύνατο να αγνοούν ότι οι
συστημικές πλημμέλειες όσον αφορά τη διαδικασία χορήγησης ασύλου
και τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο στο κράτος μέλος αυτό
αποτελούν σοβαρούς και αποδεδειγμένους λόγους που να πείθουν ότι ο
αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή
εξευτελιστική μεταχείριση.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο αναδιατυπωμένος κανονισμός
604/2013 - Δουβλίνο ΙΙΙ, ενσωμάτωσε την διατύπωση της απόφασης
στην υπόθεση NS, στο αναδιατυπωμένο άρθρο 3(2).
Οι αιτούντες άσυλο σε χώρες της ΕΕ πρέπει να αποδεικνύουν ότι
αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο δίωξης στη χώρα τους, επειδή ανήκουν σε
ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 10 παρ. 1δ
της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την
αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των
απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς
προστασίας για άλλους λόγους, και μάλιστα κατά τρόπο ευλογοφανή,
χωρίς λογικά κενά και ασυνέπειες. Ότι ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα
δύναται να είναι μια ομάδα της οποίας τα μέλη έχουν ως κοινό
χαρακτηριστικό το σεξουαλικό προσανατολισμό, διευκρινίστηκε από το
ΔΕΕ ήδη με την απόφασή του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις X, Y και
Z. Στην απόφαση του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις A, B, και C το
ΔΕΕ διευκρίνισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εθνικές αρχές
μπορούν να αξιολογούν την αξιοπιστία των αιτούντων άσυλο ως προς το
σεξουαλικό προσανατολισμό τους.
Όσον αφορά, τη δυνατότητα των εθνικών αρχών να κρίνουν
παραδεκτή, όπως πρότειναν ορισμένοι αιτούντες άσυλο, την τέλεση

8
ομοφυλοφιλικών πράξεων, όπως την ενδεχόμενη υποβολή τους σε
«τεστ» προκειμένου να αποδείξουν την ομοφυλοφιλία τους ή ακόμη
την οικειοθελή εκ μέρους τους προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων
όπως είναι οι βιντεοσκοπημένες λήψεις των ερωτικών τους
συνευρέσεων, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, πλην του ότι τα εν
λόγω στοιχεία δεν έχουν κατ’ ανάγκη αποδεικτική αξία,
ενδέχεται περαιτέρω να συνεπάγονται και προσβολή της
ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο σεβασμός της οποίας κατοχυρώνεται από
τον Χάρτη. Όπως δέχθηκε το ΔΕΕ, θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα,
όπως π.χ. αυτό στην τιμή, την αξιοπρέπεια, την ιδιωτικότητα, αποκλείουν
τη διερεύνηση της σεξουαλικότητας με οποιοδήποτε τρόπο, που ούτως ή
άλλως είναι δυσαπόδεικτη. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν αντιθέτως να
διαλευκάνουν αν ο αιτών απειλείται με δίωξη στη χώρα προέλευσής του.
Πριν περίπου ένα χρόνο, αίτημα Σύρου πρόσφυγα στη Λέσβο για
διεθνή προστασία απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό από την Υπηρεσία
Ασύλου και σε δεύτερο βαθμό από την Επιτροπή Προσφύγων, η οποία
έκρινε ανεπαρκείς τους ισχυρισμούς του ότι η Τουρκία δεν είναι γι αυτόν
ένας ασφαλής προορισμός λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού.
Ο άνδρας είναι τεχνικός με εξειδίκευση στις εξορύξεις ορυκτών πόρων
και θεωρεί ότι αν σταλεί πίσω στην πατρίδα του κινδυνεύει να εκτελεστεί
αν δεν συνεργαστεί με το ISIS στις πετρελαιοπηγές που βρίσκονται υπό
την κατοχή του. Η επιτροπή προσφύγων αμφισβήτησε στο σύνολό τους
όλους τους ισχυρισμούς του πρόσφυγα, τόσο για τους κινδύνους που
διατρέχει λόγω του ISIS στην Τουρκία, όσο και για το εάν όντως είναι
ομοφυλόφιλος. Ειδικότερα όμως για το ζήτημα των σεξουαλικών
προτιμήσεων δεν μπορεί να υπάρξει τρόπος απόδειξης του ισχυρισμού ο
οποίος να μην προσβάλει τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανθρώπινη
αξιοπρέπεια και συνεπώς θα πρέπει να γίνει αποδεκτός χωρίς την
διαδικασία της τεκμηρίωσης.

9
Για την περίπτωση του Σύρου πρόσφυγα υπεβλήθη ήδη αίτηση
προσωρινών μέτρων για αναστολή εκτέλεσης της απέλασής του ενωπίων
του ΕΔΔΑ, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή. Θα ακολουθήσει, όμως, σε
δεύτερο χρόνο, η τακτική εκδίκαση της υπόθεσής του. Η προσφυγή του
στο ΕΔΔΑ αμφισβητεί ουσιαστικά ολόκληρη την συμφωνία Ευρωπαϊκής
Ενωσης - Τουρκίας, η οποία στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι η γειτονική
χώρα είναι ασφαλής προορισμός για τους πρόσφυγες.

Γ. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το νομικό πλαίσιο στο


ελληνικό δίκαιο σε σχέση με το ρατσισμό

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ελληνικού Συντάγματος ορίζει ότι:


«O σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν
την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.»
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, μπορεί επίσης να διαβαστεί σε
συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του Συντάγματος το οποίο
ορίζει ότι: «Kαθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την
προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και
πολιτική ζωή της Xώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των
άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.»
Σύμφωνα με το άρθρο 110, παράγραφος 1, του Συντάγματος
αποκλείεται η δυνατότητα τροποποίησης τόσο του άρθρου 2,
παράγραφος 1, όσο και του άρθρου 5, παράγραφος 1. Συνεπώς, το άρθρο
περί της αξίας του ανθρώπου κατέχει εξέχουσα θέση στο ελληνικό
Σύνταγμα. Είναι απαραβίαστο. Καθιερώνει την θετική για το Κράτος
υποχρέωση και θεωρείται ως απόλυτο δικαίωμα (Τσεβρένης 40επ.). Η
ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως έννοια παρουσιάζεται πρώτη φορά στο άρθρο
7, παράγραφος 2, του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι: «Tα
βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση

10
ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται, όπως νόμος ορίζει.» Τόσο
η θεωρία όσο και η νομολογία δέχονται ότι η αξία του ανθρώπου και η
ανθρώπινη αξιοπρέπεια, από νομικής απόψεως, σημαίνουν το ίδιο
πράγμα (Τσεβρένης 42).
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 5,
παράγραφος 1, καθιερώνει το απαραβίαστο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
όχι μόνον για τους Έλληνες πολίτες αλλά για όλα τα πρόσωπα,
συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών.
Στην απόφασή του αρ. 111/1995, το στρατιωτικό πρωτοδικείο της
Λάρισας αναφέρεται στο έγκλημα της προσβολής της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με τον ελληνικό Ποινικό
Κώδικα, άρθρο 137A, παράγραφος 3. Σε αυτήν την περίπτωση, τέσσερις
Έλληνες στρατιώτες είχαν ασκήσει σωματική βία κατά Αλβανών
παράνομων μεταναστών οι οποίοι είχαν συλληφθεί και επρόκειτο να
απελαθούν. Οι μετανάστες υπέστησαν τα ακόλουθα: αφού τους υπέβαλαν
σε υποχρεωτικό κούρεμα, οι τρεις στρατιώτες τους περιέλουσαν με
βερνίκι και πετρέλαιο και τους κλώτσησαν. Το στρατοδικείο, το οποίο
έκρινε ενόχους και τους τρεις στρατιώτες, αναφέρθηκε επίσης στην
ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως συνταγματικής αξίας η οποία συμβάλλει στην
εξειδίκευση του περιεχομένου της σχετικής ποινικής διάταξης (δηλ., του
άρθρου 137A, παράγραφος 3, του Ποινικού Κώδικα). Σύμφωνα με την
απόφαση του δικαστηρίου, η προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
αποτελεί όχι μόνο προσβολή προς το άτομο αλλά και προς την πολιτεία η
οποία, ούσα δημοκρατική, αισθάνεται προσβεβλημένη με την
«διαστροφή της εξουσίας όταν διαπράττει απάνθρωπες πράξεις που
βάλλουν κατά και εκμηδενίζουν την ανθρώπινη αξία» (Τσεβρένης 59).
Το ελληνικό κράτος, πριν ακόμη γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής
Ένωσης το 1981, είχε θεσπίσει ένα νομικό πλαίσιο σχετικά με την

11
ρατσιστική διάκριση με μια σειρά διατάξεων, αρχής γενομένης από το
ελληνικό Σύνταγμα. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του Συντάγματος ορίζει:
«Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την
απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς
διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών
πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει
το διεθνές δίκαιο.»
Ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας (νόμος κύρωσης 1492/1950 όπως
τροποποιήθηκε από τον νόμο 3719/2008) ορίζει στο άρθρο 79:
“(...) Η τέλεση εγκλήματος από μίσος προκαλούμενο λόγω της εθνικής
καταγωγής, της φυλής ή της θρησκείας ή σεξουαλικού προσανατολισμού
(του παθόντος) συνιστά επιβαρυντική περίσταση (..)». Έτσι, το έγκλημα
μίσους είναι ίσο με «επιβαρυντική περίσταση» στα πλαίσια οιουδήποτε
εγκλήματος και δεν θεωρείται ως ξεχωριστό έγκλημα.
Ο σεξουαλικός προσανατολισμός προστέθηκε ως λόγος μετά την
τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα του 2008, ενώ μια πιο πρόσφατη
τροποποίηση (βάσει του άρθρου 66 του νόμου 4139/2013) πρόσθεσε την
«ταυτότητα φύλου» ως ξεχωριστό λόγο διάκρισης. Είναι η πρώτη φορά
στην ιστορία του ελληνικού νομικού συστήματος που τα διαφυλικά
άτομα αναγνωρίζονται από τη νομοθεσία ως ξεχωριστή κατηγορία.
Αποτελούσαν ένα «μη θέμα» ως προς το ελληνικό νομικό σύστημα
καθώς δεν ήταν ξεκάθαρο αν έπρεπε να καλύπτονται από τη νομοθεσία
που απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή
λόγω φύλου (Χατζόπουλος 2010, 5)9.

9
Και, αυτό, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αλλαγή φύλου εφαρμόζεται στην
Ελλάδα. Μετά την επιτυχημένη επέμβαση αλλαγής φύλου, το άτομο έχει το δικαίωμα
να αλλάξει το όνομά του και μπορεί να συνάψει γάμο (μετεγχειρητικά) με άτομο του
άλλου φύλου.

12
Αντίθετα, το προεδρικό διάταγμα 132/2012 του Υπουργείου
Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, το οποίο προβλέπει τη
δημιουργία ειδικών τμημάτων και γραφείων επιφορτισμένων με την
αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας, προστατεύει τα άτομα που γίνονται
θύματα μόνον λόγω της φυλής, της εθνοτικής καταγωγής ή της
θρησκείας τους και δεν περιλαμβάνει λόγους διάκρισης όπως ο
σεξουαλικός προσανατολισμός ή η ταυτότητα φύλου. Σύμφωνα με την
νομοθεσία της ΕΕ, όμως, όπως θα δούμε παρακάτω, οιαδήποτε
νομοθετική πρωτοβουλία έχει ως στόχο την αντιμετώπιση του
εγκλήματος μίσους πρέπει να περιλαμβάνει τα άτομα που γίνονται
στόχος λόγω διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού και
ταυτότητας φύλου.
Περαιτέρω, ο Ν. 927/1979 τιμωρεί, στο άρθρο 1, παράγραφος 1,
οιαδήποτε δημόσια, προφορική ή δια του τύπου προτροπή σε διάκριση,
μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων που προσδιορίζονται με
βάση τη φυλή, την εθνική καταγωγή ή τη θρησκεία τους. Το άρθρο 1,
παράγραφος 2, απαγορεύει την συγκρότηση ή την συμμετοχή σε
οργανώσεις οι οποίες οργανώνουν προπαγάνδα και δράσεις που έχουν ως
στόχο την φυλετική διάκριση, ενώ το άρθρο 2 τιμωρεί την δημόσια
έκφραση προσβλητικών ιδεών. Το άρθρο 3 απαγορεύει την άρνηση, κατά
την άσκηση επαγγέλματος, πώλησης προϊόντος ή προμήθειας υπηρεσίας
για φυλετικούς λόγους. Όμως, ο νόμος του 1979 θεωρεί έγκλημα μόνο
την ρητορική μίσους που βασίζεται στην φυλή, στην εθνικότητα και (από
την εισαγωγή τροποποίησης το 1984) στην θρησκεία. Ο σεξουαλικός
προσανατολισμός δεν περιλαμβάνεται στους λόγους για τους οποίους η
ρητορική μίσους απαγορεύεται, συνεπώς, δεν προστατεύονται
κατάλληλα από τον νόμο τα ΛΟΑΤ άτομα (Χατζόπουλος 2010, 5).
Επιπλέον, σύμφωνα με τον νόμο του 1979 όπως τροποποιήθηκε
από το άρθρο 7,2, του Ν. 2910/2001, ο εισαγγελέας μπορεί

13
αυτεπαγγέλτως να απαγγείλει κατηγορίες κατά ρητορικής μίσους. Πριν
από την τροποποίηση αυτή, το θύμα έπρεπε να υποβάλει μήνυση για να
απαγγελθούν κατηγορίες. Ακόμη κι αυτή η ουσιώδης αλλαγή, όμως, δεν
άλλαξε το γεγονός ότι ούτε μια δημοσιευμένη απόφαση, είτε
καταδικαστική είτε απαλλακτική, δεν εφάρμοσε τον Ν. 927/1979, για
περίοδο τριάντα ετών (Α. Χουλιάρας 2011, 41). Η κατάσταση αυτή
άλλαξε μόνο το 2010, όταν η πρώτη ευρέως γνωστή εφαρμογή του νόμου
από τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια των Αθηνών
κατέληξαν σε απαλλακτική απόφαση και η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του
Αρείου Πάγου (ΑΠ, απόφαση 3/2010 η οποία δημοσιεύθηκε στην
Ποινική Δικαιοσύνη 2010, σελ. 533). Η υπόθεση αυτή ενέπλεκε τον
πολιτικό Κωνσταντίνο Πλεύρη, συγγραφέα ενός έντονα αντισημιτικού
βιβλίου. Αρχικά καταδικάστηκε για ρητορική μίσους από το
Πρωτοδικείο, το 2007, και απαλλάχθηκε από το Εφετείο, το 2009. Το
Ανώτατο Δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος επιβεβαίωσε την απόφαση του
Εφετείου το 2010.
Η Ελλάδα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1981, όφειλε
να προσαρμόσει το νομικό της πλαίσιο στο υπάρχον σχετικό πλαίσιο της
ΕΕ περί του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Πράξεις και διακρίσεις
ρατσιστικής, ξενοφοβικής, αντισημιτικής, ισλαμοφοβικής, ομοφοβικής
φύσης και εναντίον των Ρομά συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα στην ΕΕ,
ενώ ομιλίες και προγράμματα που διαδίδουν το μίσος και την μη ανοχή
προωθούνται από ακραίους ηγέτες των οποίων τα κόμματα έχουν
κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ (Bell
2008, 2002).
Έτσι, η ΕΕ υιοθέτησε μια σειρά κειμένων με στόχο την
καταπολέμηση τέτοιων πράξεων και διακρίσεων, υπό τη μορφή της
Οδηγίας 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου (οδηγία για τις φυλετικές
διακρίσεις), της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου (ίση μεταχείριση

14
στην απασχόληση) και της Απόφασης-πλαίσιο 2008/913/JHA του
Συμβουλίου, για τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Στις 28 Νοεμβρίου
2008, μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις, υιοθετήθηκε εν τέλει η
απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την
καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκφράσεων ρατσισμού και
ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου. Η απόφαση υποχρεώνει τα κράτη
μέλη της ΕΕ να εξασφαλίσουν ότι τιμωρούνται οι ακόλουθες εκ
προθέσεως πράξεις:
 Η δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους που στρέφεται κατά
ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας που προσδιορίζεται
βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των
γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής
καταγωγής,
 Η τέλεση πράξης που αναφέρεται παραπάνω, με δημόσια
διάδοση ή διανομή φυλλαδίων, εικόνων ή άλλου υλικού,
 Η δημόσια επιδοκιμασία, η άρνηση ή η χονδροειδής
υποτίμηση της σοβαρότητας όσον αφορά εγκλήματα
γενοκτονίας, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και
εγκλήματα πολέμου (…) όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται
κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος
στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας, και
 Η δημόσια επιδοκιμασία, η άρνηση ή η χονδροειδής
υποτίμηση της σοβαρότητας εγκλημάτων τα οποία ορίζονται
στο άρθρο 6 του Καταστατικού του Διεθνούς
Στρατοδικείου, δηλαδή, εγκλημάτων κατά της ειρήνης και
της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου.
Η πρόταση της Επιτροπής του 2008 περί Οδηγίας του Συμβουλίου
για την ίση μεταχείριση πέρα από την σφαίρα της απασχόλησης (οδηγία
ισότητας) (SEC2008 2180 και SEC2008 2181) δεν έχει ακόμη υιοθετηθεί
15
από το Συμβούλιο λόγω της αμετακίνητης αντίθεσης ορισμένων κρατών
μελών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επανειλημμένως ζητήσει από
την Επιτροπή, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη μάχη
κατά του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, του αντισημιτισμού, της
θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, του αντι-αθιγγανισμού, της ομοφοβίας και
της τρανσφοβίας διασφαλίζοντας την πλήρη εφαρμογή των οδηγιών, την
υιοθέτηση της οδηγίας ισότητας και αναθεωρώντας την απόφαση-
πλαίσιο για τον ρατσισμό και την ξενοφοβία ούτως ώστε να διευρυνθεί
το πεδίο εφαρμογής της και να ενισχυθούν οι διατάξεις και η
αποτελεσματικότητά της10.
Η Οδηγία 2000/43/ΕΚ για την φυλετική ισότητα προστατεύει κατά
των διακρίσεων βάσει της φυλετικής ή της εθνοτικής καταγωγής. Οι όροι
αυτοί είναι διφορούμενοι και μπορούν να καλύπτουν διαστάσεις όπως η
γλώσσα, οι πρόγονοι και το χρώμα του δέρματος. Περαιτέρω, υπάρχει
συζήτηση ως προς την χρήση του όρου «φυλετικός». Πράγματι, η ίδια η
οδηγία αντιμετωπίζει το θέμα αυτό ορίζοντας ότι η ΕΕ «απορρίπτει
θεωρίες που προσπαθούν να καθορίσουν την ύπαρξη χωριστών
ανθρώπινων φυλών». Η χρήση του όρου «φυλετική καταγωγή» στην
παρούσα οδηγία δεν συνεπάγεται την αποδοχή τέτοιων θεωριών. Όμως, η
συμπερίληψη του όρου «φυλή» μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια
νομιμοποίηση της φυλετικής κατηγοριοποίησης. Μια αναφορά σε
«εθνοτικό δεσμό» ή «εθνοτική ή εθνική καταγωγή» θα μπορούσε να
συναντήσει μεγαλύτερη συναίνεση.
Ένα άλλο πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί μέσα από την
διάκριση λόγω θρησκείας, η οποία εμπίπτει στην Οδηγία για την ισότητα
στην απασχόληση (2000/78/ΕΚ). Το πεδίο της Οδηγίας για την φυλετική

10
Βλ. σχετικά, το Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Μαρτίου 2013
περί ενίσχυσης της καταπολέμησης του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και των
εγκλημάτων μίσους (2013/2543(RSP).

16
ισότητα είναι ευρύτερο από αυτό της οδηγίας για την ισότητα στην
απασχόληση. Έτσι, το να λαμβάνεται υπόψη η διάκριση λόγω θρησκείας
στα πλαίσια της Οδηγίας για την ισότητα στην απασχόληση θα παρείχε
ευρύτερη προστασία στα θύματα τέτοιων διακρίσεων. Σύμφωνα με το
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στο
Στρασβούργο, η θρησκεία και η εθνότητα είναι πολύ δύσκολο να
διαχωριστούν: “η εθνότητα ανάγεται στην ιδέα κοινωνικών ομάδων που
έχουν κοινή εθνικότητα, φυλετικούς δεσμούς (tribal affiliation),
θρησκευτική πίστη, κοινή γλώσσα ή κοινή πολιτιστική και παραδοσιακή
καταγωγή και παρελθόν” (Timishev κατά Ρωσίας, Υπόθεση αρ.
55762/00, 55974/00, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2005). Μπορεί να
αναμένεται ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιλέγει μια
παρόμοια λύση, ειδικότερα επειδή είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει
διάκριση μεταξύ εθνότητας και θρησκείας, καθώς η πρώτη συνδέεται με
ποικίλα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Έτσι, η φυλετική διάκριση και η
διάκριση λόγω θρησκείας συμπίπτουν όταν μια συγκεκριμένη ομάδα έχει
επίσης κοινή εθνοτική καταγωγή (Davies, 2013: 144).
Ένα άτομο ενδέχεται επίσης να είναι θύμα διάκρισης λόγω φυλής
ή λόγω εθνικότητας. Οι πολίτες της ΕΕ απολαμβάνουν πλήρη
δικαιώματα μη διάκρισης λόγω εθνικότητας ενώ οι πολίτες τρίτων χωρών
δεν καλύπτονται από το άρθρο 18 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ
(ΣΛΕΕ) η οποία απαγορεύει την διάκριση λόγω εθνικότητας «στα
πλαίσια του πεδίου εφαρμογής των συνθηκών». Όμως, το άρθρο 19
ΣΛΕΕ επιτρέπει στα κράτη μέλη να νομοθετούν στον τομέα της μη
διάκρισης και λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής και έχει
χρησιμεύσει ως νομική βάση και για τις δυο οδηγίες κατά των
διακρίσεων του έτους 2000. Το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων της ΕΕ ενισχύει την διάκριση αυτή. Το άρθρο 21,
παράγραφος 1, του Χάρτη περιλαμβάνει απαγόρευση της διάκρισης που

17
είναι ευρύτερη από αυτήν που προβλέπει το άρθρο 19 ΣΛΕΕ, αλλά το
άρθρο 21, παράγραφος 2, διαχωρίζει την εθνικότητα ως λόγο και ορίζει
ότι καλύπτεται «από το πεδίο εφαρμογής των Συνθηκών και με
επιφύλαξη οιωνδήποτε ειδικών διατάξεων.» Συνεπώς, βάσει της
Συνθήκης και του Χάρτη της ΕΕ, οι πολίτες της ΕΕ απολαμβάνουν
πρόσθετα δικαιώματα που δεν είναι διαθέσιμα στους πολίτες τρίτων
χωρών ούτε, φυσικά, στους μετανάστες (Davies, 2013: 144).
Στην Ελλάδα, όμως, έλειπε μια καθαρά αντιρατσιστική νομοθεσία.
Τον Δεκέμβριο του 2011, συντάχθηκε ένα νομοσχέδιο περί
«Καταπολέμησης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας» το οποίο θα
ενσωμάτωνε στην ελληνική νομοθεσία την απόφαση-πλαίσιο
2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου για την καταπολέμηση ορισμένων
μορφών και εκφράσεων του ρατσισμού και της ξενοφοβίας μέσω του
ποινικού δικαίου (Χουλιάρας 2011). Όμως, το νομοσχέδιο δεν εισήχθη
προς ψηφοφορία στην ολομέλεια του Ελληνικού Κοινοβουλίου για
περισσότερο από ένα χρόνο. Εισήχθη τελικά για ψηφοφορία τέλη
Μαρτίου 2013. Το νομοσχέδιο προέβλεπε για πρώτη φορά το έγκλημα
μίσους και ρητορικής μίσους ως διακριτά εγκλήματα και περιλάμβανε
τον σεξουαλικό προσανατολισμό ως διακριτό λόγο διάκρισης.
Το ζήτημα της αντιρατσιστικής νομοθεσίας τέθηκε ξανά και ο
νόμος εισήχθη εκ νέου στο Κοινοβούλιο. Το άρθρο 2 του νομοσχεδίου
προέβλεπε κυρώσεις για όσους δημόσια επιδοκιμάζουν ή υποβιβάζουν
την σοβαρότητα των εγκλημάτων των Ναζί, όπως το Ολοκαύτωμα των
Εβραίων και άλλες γενοκτονίες που έχουν αναγνωριστεί από το Ελληνικό
Κοινοβούλιο και από τελεσίδικη απόφαση ελληνικού ή διεθνούς
δικαστηρίου. Όμως, μετά από αντιδράσεις εντός των κομμάτων της τότε
συγκυβέρνησης, οι γενοκτονίες των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και των
Αρμενίων από τους Τούρκους δεν περιλήφθηκαν στο νομοσχέδιο. Η
παράλειψη αυτή οδήγησε στην αντίδραση ορισμένων βουλευτών του

18
κυβερνώντος κόμματος και, για τρίτη φορά, αναβλήθηκε η υιοθέτηση
του νόμου.
Η έλλειψη κατάλληλης αντιρατσιστικής νομοθεσίας στην Ελλάδα,
σε συνδυασμό με τις απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες που
επικρατούσαν στα κέντρα κράτησης των μεταναστών και η αδιαφορία
του κράτους ως προς την μοίρα των αιτούντων άσυλο, αποτέλεσε επί
πολλά χρόνια μια ευθεία παραβίαση του δικαιώματος στην ανθρώπινη
αξιοπρέπεια και της συνεπαγόμενης υποχρέωσης του κράτους να την
προστατεύει και να την σέβεται, όπως απορρέει από το άρθρο 2,
παράγραφος 1, του ελληνικού Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 1
του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Τον Σεπτέμβριο του 2014, ο Ν. 4285/2014 για την αντιμετώπιση
ορισμένων μορφών και εκφράσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας
ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων. Ο νόμος πρόσθετε επίσης την
ταυτότητα φύλου μαζί με τον σεξουαλικού προσανατολισμό στους
προστατευμένους λόγους κατά της ρητορικής μίσους και των
εγκλημάτων μίσους. Εισήγαγε επίσης μια τροποποίηση της παλαιότερης
νομοθεσίας, προσθέτοντας την ταυτότητα φύλου στον κατάλογο των
προστατευμένων λόγων στην διάταξη περί επιβαρυντικών περιστάσεων
του Ποινικού Κώδικα. Η τροποποίηση απαγορεύει επίσης την αναστολή
της ποινής σε περιπτώσεις όπου το κίνητρο της προκατάληψης
αποδεικνύεται ως επιβαρυντική περίσταση.
Έτσι, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 79 του
Ποινικού Κώδικα διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 81Α:
«Ρατσιστικό έγκλημα
Εάν η πράξη τελείται από μίσος λόγω της φυλής, του χρώματος,
της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών, της εθνικής ή εθνοτικής
καταγωγής, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας φύλου ή

19
της αναπηρίας του παθόντος, το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται ως
εξής:
1. Α) Σε περίπτωση πλημμελήματος, που το προβλεπόμενο
όριο ποινής ορίζεται σε δέκα ημέρες έως ένα έτος φυλάκισης, το
κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά έξι μήνες και κατά ένα έτος στις
λοιπές περιπτώσεις πλημμελημάτων.
2. Β) Σε περίπτωση κακουργήματος, που το προβλεπόμενο
όριο ποινής ορίζεται σε πέντε έως δέκα έτη κάθειρξης, το κατώτερο όριο
ποινής αυξάνεται κατά δύο έτη και κατά τρία έτη στις λοιπές περιπτώσεις
κακουργημάτων.
3. Γ) Το προβλεπόμενο για οποιοδήποτε έγκλημα κατώτερο
όριο χρηματικής ποινής διπλασιάζεται.

Δ. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Η συγκριτική μελέτη των σχετικών διεθνών, διεθνικών και


εθνικών θεσμικών πλαισίων μπορεί να φανεί χρήσιμη στην έρευνά μας
που έχει ως στόχο την διερεύνηση ενός εννοιολογικού πλαισίου για τη
χρήση της έννοιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Υπάρχει ένα αυτόνομο Δικαίωμα στην Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια ή
η Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια αποτελεί ένα πλαίσιο ή μια νομική αρχή-
ομπρέλα υπό το φως της οποίας το δικαίωμα στη ζωή, για παράδειγμα,
μπορεί να ερμηνευθεί; Αν θεωρήσουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως
εγγενή αξία κάθε ατόμου, η οποία είναι παρούσα ανεξαρτήτως της
ύπαρξης λογικής, ακόμη και στα νεογέννητα, στους πάσχοντες από
γεροντική άνοια ή τα ανίκανα άτομα προς δικαιοπραξία, θα πρέπει τότε
να την θεωρήσουμε ως την πηγή όλων των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η
εγγενής αξία οδηγεί επίσης σε άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η

20
ισονομία, το δικαίωμα στην ακεραιότητα, τόσο σωματική όσο και
ψυχική, που περιλαμβάνει την απαγόρευση των βασανιστηρίων, την
καταναγκαστική εργασία και την εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Αποτελεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ως εγγενής αξία, μία έννοια
που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις όπου υπάρχει διάκριση για
διάφορους λόγους και ιδίως διάκριση με ρατσιστικά κίνητρα; Ποια είναι
η πρακτική χρησιμότητα της έννοιας πέραν του να παρέχει κάποια
επιχειρήματα κατά των διακρίσεων με έναν τόνο «στοιχειώδους
ευγένειας» στον λόγο;
Ή μήπως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποτελεί την αντι-έννοια ή το
αντι-επιχείρημα που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά της συστηματικής
εισβολής των οικονομικών θεωριών στον πολιτικό και νομικό λόγο που
θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως το όριο που δεν πρέπει να ξεπεραστεί,
τον πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που δεν πρέπει να
παραβιάζεται όταν εφαρμόζεται η οικονομική ανάλυση; Όταν ο
πολιτικός ή ο νομοθέτης περιλαμβάνει στο σκεπτικό του το οικονομικό
κέρδος σε μια δεδομένη περίπτωση, όπως για παράδειγμα στην
περίπτωση της πρόσφατης Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για την
επαναπροώθηση των προσφύγων, υποχρεούται επίσης να θεωρεί ότι το
κέρδος σταματά από τη στιγμή που επηρεάζει την εγγενή αξία ατόμων ή
ομάδων στην κοινωνία, δηλαδή, όταν επηρεάζει την ανθρώπινη
αξιοπρέπειά τους.
Από τις παραπάνω αποφάσεις του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ είναι
φανερό πως έχει αναδυθεί μια ευρωπαϊκή έννοια της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας, η οποία πλέον αναγνωρίζεται ως ένα απόλυτο θεμελιώδες
δικαίωμα. Κανένα άλλο δικαίωμα, οικονομικό συμφέρον ή διεθνής
συμφωνία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτως ώστε να την περιορίσει
και η προστασία της αποτελεί το νομικό αυτό εργαλείο που μπορεί να
σταθεί εμπόδιο στο ρατσισμό και την ξενοφοβία.

21
Βιβλιογραφία

Arieli, Y. (2002). On the Necessary and Sufficient Conditions for the


Emergence of the Dignity of Man and His Rights , in Kretzmer and
Klein, The Concept of Human Dignity in Human Rights Discourse
(2002).

Barroso, L.R. (2012). Here, There, and Everywhere: Human Dignity in


Contemporary Law and in theTransnational Discourse, 35 B.C. Int'l &
Comp. L. Rev. 331-393.

Bell, M. (2008). Racism and Equality in the European Union. Oxford:


Oxford University Press.

Bell, M. (2002). Anti-discrimination Law and the European Union.


Oxford: Oxford University Press.

Carozza, P. G. (2003). From Conquest to Constitutions: Retrieving a


Latin American Tradition of the Idea of Human Rights, 25 Human Rights
Quarterly, 281-313.

Chouliaras, A. (2011). Transposing the Framework Decision on


Combating Racism and Xenophobia into the Greek Legal Order, eucrim
1/2011, 39-44).

Cicero, On Duties in M.T. Griffin & E.M. Atkins eds., Margaret Atkins
trans., Cambridge Univ. Press 1991.

Davies, A.C.L. (2012). EU Labour Law. Cheltenham: Edward Elgar.

22
Δεληγιάννη-Δημητράκου, Χ., Ουσιαστική Ισότητα και Ανθρώπινη
Αξιοπρέπεια, Τιμητικός Τόμος Σπ. Β. Βρέλλη, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014.

Dworkin, R. (2008). Is Democracy Possible Here?: Principles for a New


Political Debate, Princeton University Press.

Hatzopoulos, V. (2010). Legal study on Homophobia and Discrimination


on grounds of sexual orientation and gender identity. Thematic study on
Greece for the European Agency for Fundamental Rights (FRA).
Retrieved on April 28, 2013 from
http://fra.europa.eu/sites/default/files/fra_uploads/1352-LGBT-
2010_thematic-study_EL.pdf

Κικέρων, Μ. Τ., Περί Καθηκόντων, μτφ. Λ. Π. Οικονόμου, Αντ.


Σάκκουλας, 1997.

McCrudden, C. (2008). Human Dignity and Judicial Interpretation of


Human Rights, The European Journal of International Law, vol. 19, n. 4,
655-724.

Misztal, B., The Idea of Dignity: Its Modern Significance, 16 (1),


European Journal of Social Theory, 2012.

Pico della Mirandola, Λόγος περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, μτφ.
Φ. Αμπατζοπούλου, Άγρα 2014.

Τσεβρένης, Β. (2012). Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια, Αθήνα-Θεσσαλονίκη:


Σάκκουλας.

23