Anda di halaman 1dari 1

χιονώδης

enneigé.

Masc./fem. Neutro

Regular
Positivo
Singular
Nominativo χιονώδης χιονῶδες
Vocativo χιόνωδες χιονῶδες
Acusativo χιονώδη χιονῶδες
Genitivo χιονώδους χιονώδους
Dativo χιονώδει χιονωδεῖ

Plural
Nominativo χιονώδεις χιονώδη
Vocativo χιονώδεις χιονώδη
Acusativo χιονώδεις χιονώδη
Genitivo χιονωδῶν χιονωδῶν
Dativo χιονώδεσι χιονώδεσι

Dual
Nominativo χιονώδει χιονώδει
Vocativo χιονώδει χιονώδει
Acusativo χιονώδει χιονώδει
Genitivo χιονώδοῑν χιονώδοῑν
Dativo χιονώδοῑν χιονώδοῑν