Anda di halaman 1dari 256

Alain Badiou

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ
ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΑΟΣΟΦΙΑ

ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ 23 ΨΥΧΟΓΙΟΣ

φιλοσοφία -η καθαυτό φιλοσοφία, όπως την εννοού­


Η σε ο Πλάτων- είναι σήμερα εφικτή, με τη φιλοδοξία
της αλώβητη.

Η παρακμή που γνώρισε τον 19ο αιώνα οφείλεται στο ότι


ταυτίστηκε, «συνκολλήθηκε», διαδοχικά με ένα μόνο από τα
πεδία στα οποία αναδύεται, πέρα αηό τη γνώση, μια αλή­
θεια: συγκόλληση με το επιστημονικό (θετικισμός), με το
πολιτικό (μαρξισμός), κατόπιν με το ποιητικό πεδίο (Νίτσε
και, κυρίως, Χάιντεγκερ).

Βέβαια, τα μαθηματικά, η ποίηση, η πολιτική ως επινόηση και


ο έρωτας ως σκέψη συνιστούν ακριβώς τέσσερις όρουςτης
φιλοσοφίας. Είναι απαραίτητοι όμως και οι τέσσερις, ενώ η
φιλοσοφία είναι η μοναδική εκείνη σκέψη που τους δεξιώ­
νεται και τους συστεγάζει.

Το πρόγραμμα αποσκοπεί λοιπόν, στην επαναπόδοση της


φιλοσοφικής σκέψης στον πλήρη χώρο των αληθειών που την
οροθετούν. Γι' αυτό και καταπιάνεται με τα κεντρικά ζητήμα­
τα που απασχολούν κάθε φιλοσοφία οήμερα: το Υποκείμενο,
εφόσον δεν γίνεται πλέον να διατηρήσουμε την κατηγορίο
του αντικειμένου, που συμπαρασύρθηκε στην κατάρρευση
του αντικειμενισμού' το Δύο, εφόσον δεν είναι πλέον δυνα­
τόν να μας ικανοποιήσει το διαλεκτικό σχήμα' τέλος, τη λει­
τουργία του α-διακρίιου, σημείο όπου καλούμαστε να επα­
νεξετάσουμε τη σχέση της γλώσσας με τη σκέψη.
ΑλένΜπανπού

ΙΪΒΜ 960-453-006-2

II ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε.


ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 1 · 106 79 ΑΘΗΝΑ. ΤΗΛ.: 210 33 02 234. ΕΑΧ 210 33 02 098
111 | || (¡| || ραείκ^κ» ςί · βΊοβιΐ mfo@psichogios.gr
Τίτλος σειράς:
ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ/24
Υπεύθυνος σειράς:
Στέφανος Ροζάνης
Τίτλος πρυποτύπου:
MANIFESTE POUR LA PHILOSOPHIE
Από τις Εκδόσεις SEUIL, Παρίσι. 1989
Τίτλος βιβλίου:
Μανιφέστο για τη φιλοσοφία
Συγγραφέας:
Alain Badiou
Μετάφραση:
Άντα Κλαμπατσέα - Βλάσης Σχολίδης
Διόρθωση κειμε'νου:
Αννα Μαράντη
DTP: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε.
Βασιλική Παχουμίου
Εκτύπωση:
Ιωάννης Κοτσάτος & ΣΙ A Ο.Ε.
Βιβλιοδεσία:
Κωνσταντίνα Παναγιώτου
© Éditions du Seuil, 1989
© ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε., Αθήνα, 2006
Πρώτη έκδοση: Ιούνιος 2006
ISBN 960-453-006-2
Τυπώθηκε σε χαρτί ελεύθερο χημικών ονοκύν χλωρίου και φιλικό προς το περιβάλλον.

Το παρόν ίργο πνηιμαακής ιδιοκτησίας προοιαιενπαι wmi η; δαιτάξης un· Ελληνικοί’· Νόμοι· (Ν. 2121-1993 άπω;
γ/ει τροποποιηθεί και ιαχύίι σήμτρα) και nç διεθνείς συμ^άοιι; περί πντυματιχής ιδαικτηιηας. Απαγορεύεται απυλόπικ:
η άνευ γραπτή; άδειας an· εκδότη κιπά οοακυδήπατε τρόπο ή μοκι αναγραφή, φωτυανπτύπιυση και cv γίνει αντιπαρα-
γυ/γή, cκμώθυΜη ή δανιιομά;. μετάφραση. δαισκευή, αναμετάδοση οα> κοινό or οηικαόήπυπ μορφή (ηλεχτρονιχή, μη­
χανική ή άλλη) και η rv γίνει εκμετάλλευση an· οιινόλοι· ή μίροι·ς an· ίργυι·.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε. PSICHOGIOS PUBLICATIONS S.A.


Μαυρομιχάλη 1 1, Mavromichali Str.
106 79 Αθήνα 106 79 Athens - Greece
Τηλ.: 2103302234-6 Tel.: 2103302234-6
Telefax: 2103302098 Telefax: 2103302098
http://www.psichogios.gr http://www.psichogios.gr
e-mail: info@psichogios.gr e-mail: info@psichogios.gr
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ
ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ
ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Μετάφραση:
ΑΝΤΑ ΚΑΑΜΠΑΤΣΕΑ - ΒΑΑΣΗΣ ΣΚΟΛΙΔΙΙΣ

Πρόλογος - Σημειώσεις:
ΒΑΑΣΗΣ ΣΚΟΑΙΔΜΣ

ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ 53 ΨΥΧΟΓΙΟΣ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος στην ελληνική έκδοση .......................................................... IX

1. Δυνατότητα.......................................................................................... 13
2. Όροι...................................................................................................... 19
3. Νεωτερικότητα.................................................................................... 27
4. Ο Χάιντεγκερ εξεταζόμενος ως κοινός τόπος.................................... 33
5. Μηδενισμός;........................................................................................ 39
6. Συγκολλήσεις....................................................................................... 47
7. Η εποχή των ποιητών.......................................................................... 55
8. Συμβάντα.............................................................................................. 67
9. Ζητήματα.............................................................................................. 79
10. Πλατωνική χειρονομία........................................................................ 89
11. Γενόστιμο............................................................................................. 95

Σημειώσεις.............................................................................................. 103
Μεταγραφή κυρίων ονομάτων.............................................................. 113
Αεξιλιϊγιο φιλοσοφικών όρων............................................................... 115
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μπροστά σ’ ένα Μανιφέστο, τα πολλά λόγια περιττεύουν. Λι­


τό, αιχμηρό, το κείμενο επιζητεί μια όραστική επάρκεια, κωδι­
κοποιώντας θέσεις και υποδηλώνοντας ενδεικτικά την τεκμη­
ρίωσή τους. Μέθοδος συνθετική, λόγος προγραμματικός, τό­
νος μαχητικός: στοιχεία που αποθαρρύνουν τον περισπούδα­
στο σχολιασμό, εισαγωγικού ή υπομνηματικού χαρακτήρα.
Ας θυμίσουμε, ωστόσο, ότι το σύντομο αυτό βιβλίο κυκλοφό­
ρησε το J9§9 —χρονιά που σηματοδοτεί το συμβολικό πέρας
του εικοστού αιώνα — και δανείζεται από τη μεταιχμιακή συ­
γκυρία το δραματικό υπόβαθρο που απαιτεί η φιλοσοφική
αναμέτρηση. Η αισιόδοξη διάθεση είναι απόρροια της αυτοπε­
ποίθησης που έχει αποκτήσει ο συγγραφέας ύστερα από την
ολοκλήρωση ενός μείζονος συνθετικού έργου: Το είναι και το
σΐ)[φάν (L'être et l'événement, 1988) προτείνει ένα θετικό επανα­
προσδιορισμό του φιλοσοφικού διαβήματος, βασισμένον αφε­
νός στο οντολογικό πρόταγμα σύμφωνα με το οποίο το είναι, ως
τέτοιο, είναι αδιάφορη πολλαπλότητα, και αφετέρου στηνανα-
νεωμένη προσφυγή στην έννοια της αλήθειας. ’Οσον αφορά
ΙΙΙ’ΟΛΟΓΟΧ 1ΊΤΙΝ ΗΛΛΙΙΝΙΚΙ1 Ι.ΚΛΟΙΙΙ

το είναι, η προαγωγή της πολλαπλότητας ως οντολογικσύ θε­


μελίου αποσκοπεί στην απόρριψη κάθε επικυριαρχίας του
Ενός. Κάθε πολλαπλό συνίσταται από πολλαπλότητες, και η
οντολογία δεν διαθέτει ορισμό του πολλαπλού που θα το καθι­
στούσε Ένα· η πλασματική «ενότητα» ενός επιμέρους πολλα­
πλού δεν είναι παρά το σύστημα των συνθηκών μέσω των
οποίων το πολλαπλό αναγνωρίζεται ως πολλαπλό. Όσον αφο­
ρά την αλήθεια, η θεωρία του συμβάντος εξυπακσύει πως η
αλήθεια αντιστοιχεί σεμια.ανάδυση και όχι σε μια δομή· είναι
μια έννοια κενή, λειτουργική, που δεν παραπέμπει σε καμία
υπόσταση ή παρουσία^ αλλά αντιστοιχεί σε μια <γενόσημη», δη­
λαδή μη προβλέψιμη κω μη κατονομαζόμενη, διαδικασία. Ως
φορέας αλήθειας, το συμβάν είναι, θα λέγαμε, μια επιμέρους,
απρόοπτη κω^^απε^ουσαανάδ υση μιας νέας υποκειμενι­
κής δυνατότητας μέσα στην τιλουραλιστική αδιαφάνεια μιας
κατάστασης. Όπως τονίζει ο Μπαντιού, η αλήθεια είναι που
συγκροτείτο υποκείμενό της, όχι το αντίστροφο, και τούτο συ-
νιστά την αγωνιστική διάστασή της, αφού εγείρει για το υποκεί­
μενο το ζήτημα της πιστότητας απέναντι της.
Βέβαια, δεν είναι η φιλοσοφία εκείνη που παράγει, κατέχει
ή διαχειρίζεται αλήθειες — όταν κάτι τέτοιο συμβεί, πρόκειται
για ολέθρια εκτροπή της. Οι αλήθειες που συναναστρέφεται
και συλλαμβάνει αντλούνται από τέσσερις βασικές καταστά­
σεις —πλατωνικής προελευσεως— που είναι η τέχγη, η¿πιστή-
μη, ο έρωτας και η πολιτιμή, οι οποίες και αποτελούν τους
«όρους», τις προϋποθέσεις, για τη φιλοσοφία. Καθήκον της τε­
λευταίας είναι να δημιουργήσει τον τόπο που θα υποδεχθεί τις
ετερόκλητες αλήθειες οι οποίες προκύπτουν από τα συμβάντα
της εποχής, και να επεξεργαστεί τη συνόυνατότητά τους μέσα
στον χρόνο, προτείνοντάς τες εφεξής αιωνιότητα.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ XI

Η προαγωγή της αλήθειας σε κεντρική κατηγορία της σκέ­


ψης συνιστά επιστροφή στην εναρκτήρια πλατωνική Ύειοσνο-
μία και οριοθετεί τον φιλόσοφοαπό τα ενόοφιλοσοφικά διπλό­
τυπά του: τον qoqpi^r^, που καταφενγοντας στην πολυσημία
της γλώσσας αργενταιπως υπάρχουν αλήθειες, και τον pvufo-
λόσοφο —έννοια που ο Μπαντιού δανείζεται οστό τον Λα-
κάν—, που θεωρεί την αλήθεια ζήτημα μιας εξωφιλοσοφικής
πράξης. Ο «πλατωνισμός» αυτός φιλοδοξεί να αναχαιτίσει τον
διάχυτο αντιπλατωνισμό των τριών μεγάλων στοχαστικών ρευ-
μάτων που σφραγίζουν τον εικοστό αιώνα, του διαλεμ&κον
υλισμού, της φαινομενολογίας και της αναλυτικής_φύοσοφίας.
Ειδικός η φιλονικία με τον Χάιντεγκερ κατέχει προεξάρχσυσα
θέση στις σελίδες που ακολουθούν.
Η παρούσα δημοσίευση του Μανιφέστου στα ελληνικά συ­
μπίπτει με την έκδοση, στο Παρίσι, του δεύτερου μείζονος συγ­
γράμματος τουΑλέν Μπαντιού. Ο τόμος επιγράφεται Λογικές
των κόσμων (Logiques des mondes, Μάρτιος 2006) και συστή-
ι vera/ ως η συνέχεια, ή το συμπλήρωμα, του βιβλίου Το είναι και
το συμβάν. Επιχειρεί να αρθρώσει το πώς εμφανίζονται οι αλή­
θειες μέσα σε συγκεκριμένους «κόσμους», πρστείνοντας μια λο­
γική τού(ψ(ίίνεσβαι, λογική η οποία, εξηγώντας την τάξη που
διέπει τους κόσμους, επιτρέπει να σκεφτσύμε τις αλήθειες ως
εξαιρέσεις σε αυτή την τάξη. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει
ο σιγγραφέας, το πρόσφατο έργο διατηρεί προς το παλαιότερο
τη σχέση που διατηρεί στον Χέγκελ η Φαινομενολογία το\'
πνεύματος προς την Επιστήμη της Λογικής.
!Είναι φανερό ότι ο αναγνώστης έχει απέναντι του ένα στο-
χ/ιστή μεγάλου διαμετρήματος, από τους κορυφαίους της σύγ­
χρονης γαλλικής διανόησης. Αξίζει ίσως να έχει υπόψη τον
ένα βκτγραηικό περίγραμμα.
\λ\ι · "
XII ΠΡΟΛΟΓΟΣ Σ1ΉΝ l-AAHNIKH ί.ΚΔΟΣΗ

Ο Αλέν Μπαντιού (γενν. 1937) εμφανίζει μια πολνμέρεια


ανάλογη με την πολύτροπη~οροθέτηση της φιλοσοφίας που
υποστηρίζει. Παράλληλα με το φιλοσοφικό του έργο, έχει δημο­
σιεύσει λογοτεχνικά κείμενος ιδίως θεατρικά έργα και μυθιστο­
ρήματα. Η πολιτική δράση δεν έπαψε να τον απασχολεί, πρα­
κτικά και θεωρητικά, από τον αγώνα ενάντια στον πόλεμο της
Αλγερίας και τον έντονο ακτιβισμό της εποχής του Μάη του ’68
μέχρι τις πρόσφατες κινητοποιήσεις για τη νομιμοποίηση των
λαθρομεταναστών. Είναι απόφοιτος της École Normale Supé­
rieure, με ιδιαίτερη εντρύφηση στα ανώτερα μαθηιιατικά, κα­
θώς και στο θεωρητικό έργο του Ζακ Αακάν. Δίδαξε φιλοσο­
φία στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 8 καθώς και στο Collège Inter­
national de Philosophie. Σήμερα είναι πρόεδρος του «Διε­
θνούς κέντρου μελέτης της σύγχρονης γαλλιχής^φιλοσοφίας»
(C.I.E.P.F.C.) στην É.N.S. Διευθύνει, μαζί με την Μπάρμπαρα
Κασέν, τη σειρά L 'ordre philosophique στις εκδόσεις Le Seuil.
Το παρόν βιβλίο, αν και μικρού μεγέθους, ανήκει στα σημα­
ντικά φιλοσοφικά έργα του συγγραφέα και συστήνει με τον κα­
λύτερο τρόπο την εμβέλεια της σκέψης του. Τα ευάριθμα άρ­
θρα και συγγράμματα, που έχουν ήδη μεταφραστεί στα ελληνι­
κός μνημονεύονται στις οικείες Σημειώσεις. Εκεί θα βρει ο ανα­
γνώστης και τους λόγους που πρυτάνευσαν κατά την απόδοση
μερικών νέων φιλοσοφικών όρων. Οφείλουμε θερμές ευχαρι­
στίες για τις μεταφραστικές του συμβουλές στον Γιώργο Φα­
ράκλα, καθώς και στον Γιώργο Ξηροπαΐδη για τις πολύτιμες
υποδείξεις του σχετικά με την απόδοση της χαίντεγκεριανής
ορολογίας.
Βλάσης Σκολίδης
1. Δυνατότητα

1^'
Οι εν ζωή φιλόσοφοι, σήμερα1 στη Γαλλία, δεν είναι πολλοί,
αν και μάλλον είναι περισσότεροι από άλλου. Ας πούμε ότι
άνετα τους μετράς στα δέκα δάκτυλα. Ναι, μια δεκαριά φι­
λόσοφοι, εάν ο όρος υπονοεί εκείνους που προτείνουν για την
εποχή μας ιδιότυπες και αναγνωρίσιμες προτάσεις, και εάν
συνεπώς αγνοήσουμε τους σχολιαστές, τους απαραίτητους λό­
γιους και τους ματαιόδοξους δοκιμιογράφους.
Δέκα φιλόσοφοι; Ή μήπως «φιλόσοφοι»; Διότι το περίερ­
γο είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς λένε ότι η φιλοσοφία
είναι αδύνατη, ότι έχειπεραιωθεί, ότι έχει παραδωσει τη σκυ­
τάλη σε κάτι άλλο. Ο Λακού-/\αμπάρτ λέει, για παράδειγμα:
«Δεν πρέπει πια να έχουμε επιθυμία φιλοσοφίας». Και σχε­
δόν ταυτόχρονα ο Λιοτάρ: «Η φιλοσοφία ως αρχιτεκτόνημα
είναι ερειπωμένη». Μα, γίνεται να συλλάβουμε κάποια φιλο­
σοφία που να μην είναι διόλου αρχιτεκτονική; Μπορεί άραγε
μια «γραφή των ερειπίων», μια «μικρολογία», ένα παζλ από

Οι ΣημπιΐΜίΓίς πίφοτίΟεντπι ιττο τέλος τον βιβλίου.


ΛΛΙΛΜ ΜΙΙΑΝΤΙΟΥ

«γκράφιτι» (μεταφορές που μεταχειρίζεται ο Λιοτάρ για το


σύγχρονο ύφος στοχασμού), να εξακολουθεί να έχει με τη «φι­
λοσοφία», όπως και αν την εκλαμβάνει κανείς, κάποια άλλη
σχέση πέρα από σχέση απλής συνωνυμίας; Και μήπως δεν
αληθεύει ότι ο πιο σπουδαίος από τους νεκρούς μας, ο Λακάν,
ήταν «αντιφιλόσοφος»; Και πως να ερμηνεύσουμε το όηο Λιο­
τάρ δεν μπορεί να αναφερθεί στο πεπρωμένο της Παρουσίας
παρά μόνο σχολιάζοντας κάποιους ζωγράφους, το ότι το τε­
λευταίο σημαντικό βιβλίο του Ντελέζ έχει για θέμα τον κινη­
ματογράφο, το ότι ο Λακού-Λαμπάρτ (ή στη Γερμανία ο Γκά-
νταμερ) αφοσιώνεται στην προδρομική ποιητική του Τσέλαν
ή το ότι ο Ντεριντά προσφεύγει στον Ζενέ; Όλοι μας σχεδόν
οι «φιλόσοφοι» επιζητούν μια γραφή εκτρεπόμενη, διάφορα
έμμεσα ερείσματα και λοξές αναφορές, ώστε να επέλθει στον
υποθετικά ακατοίκητο χώρο της φιλοσοφίας μια παροδική
και φευγαλέα κατάληψη του τόπου. Και στο επίκεντρο αυτής
ι της εκτροπής -το αγχωμένο όνειρο εκείνου που δεν είναι
ποιητής, ούτε πιστός θρησκευόμενος, ούτε «εβραίος»... - βρί­
σκουμε το εξής, το οποίο συνδαυλίζει και η βάναυση επιτί­
μηση για την εθνικοσοσιαλιστική στράτευση του Χάιντε-
γκερ: στη δίκη που η εποχή υποκινεί εναντίον μας, διαβάζο­
ντας το κατηγορητήριο, μείζονα επιβαρυντικά στοιχεία του
οποίου αποτελούν η Κολίμα2 και το Άουσβιτς, οι φιλόσοφοί
μας, θεωρώντας ότι κουβαλούν τον αιώνα στις πλάτες τους,
και τελικά τους αιώνες των αιώνων από τον Πλάτωνα κι έπει­
τα, αποφάσισαν να δηλώσουν ένοχοι. Ούτε οι επιστήμονες,
που επανειλημμένα έχουν καθίσει στο εδώλιο, ούτε οι στρα­
τιωτικοί, ούτε καν οι πολιτικοί, θεώρησαν ποτέ ότι οι σφαγές
του αιώνα υπονομεύουν καίρια τη συντεχνία τους. Οι κοινω­
νιολόγοι, οι ιστορικοί, οι ψυχολόγοι, όλοι ευδοκιμούν εν
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - I

πλήρη αθωότητι. Μόνο οι φιλόσοφοι εσωτερίκευσαν ότι η


σκέψη, η δική τους σκέψη, τέμνεται με τα ιστορικά και πολιτι­
κά εγκλήματα του αιώνα, καθώς και όλων των αιώνων που
αποκύημά τους υπήρξε ο εικοστός, τόσο ως στοιχείο που εμπο­
δίζει κάθε συνέχεια όσο και ως στοιχείο που είναι σε θέση να
δικάσει ένα συλλογικό και ιστορικό διανοητικό κακούργημα.
Θα ήταν εύλογο να σκεφτούμε ότι, σε αυτή τη φιλοσοφική
«ευρεσιτεχνία» του διανοητικού χαρακτήρα του εγκλήματος,
κρύβεται μπόλικη αλαζονεία. 'Οταν ο Λιοτάρ πιστώνει στον
Λακσύ-Λαμπάρτ τον «πρώτο φιλοσοφικό προσδιορισμό του
ναζισμού», θεωρεί δεδομένο ότι ένας τέτοιος προσδιορισμός
έχει να κάνει με τη φιλοσοφία. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν εί­
ναι διόλου προφανές. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι ο
«προσδιορισμός» των νόμων της κίνησης δεν εξαρτάται κα­
θόλου από τη φιλοσοφία. Και, από τη μεριά μου, διατείνο­
μαι ότι ακόμη και το αρχαιότατο ζήτημα του είναι-ως-είναι
δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη φιλοσοφία: είναι ζήτη­
μα που ανήκει στο μαθηματικό πεδίο. Μπορεί επομένως κα­
νείς να θεωρήσει ότι νομιμοποιούμαστε να αποκλείσουμε
τον προσδιορισμό του ναζισμού, για παράδειγμα του ναζι­
σμού ως πολιτικής, από εκείνη τη μορφή σκέψης που από τον
Πλάτωνα κι έπειτα ονομάζεται φιλοσοφία. Οι σεμνοί θια­
σώτες του αδιεξόδου της φιλοσοφίας θα μπορούσαν κάλλι-
ιπα να επιμείνουν και να εξακολουθήσουν να υποστηρίζουν
την ιδέα ότι «τα πάντα» εξαρτώνται από τη φιλοσοφία. Μό­
νο που τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουν πως και η εθνικοσο-
σιαλιστική στράτευση του Χάιντ&γκερ υπήρξε απόρροια αυ­
τού ακριβώς του θεωρητικού ολοκληρωτισμού. Διότι, τι άλλο
έκανε ο Χάιντεγκι ρ από το να υποθέσει ότι η «αποφασισμένη
απ<κραση» του γερμανικοί) λαού, την οποία ενσάρκωναν οι
____ _______ ______________________ _____________ ΛΛΙ Ν ΜΙΙΛΝΪΙΟΥ

ναζιστές, ήταν ομόλογη προς τη δική του σκέιμη, του καθηγη-


τή-ερμηνευτή; Η θέση ότι η φιλοσοφία χρεώνεται - αυτή απο­
κλειστικά - τις εξαίσιες ή ολέθριες εκφάνσεις της πολιτικής
του εικοστού αιώνα, είναι κάτι σαν η πανουργία του εγελια-
νού λόγου να έχει τρυπώσει στα άδυτα του πρωτοκόλλου των
αντιόιαλεκτικών μας. Είναι σαν να υποθέτουμε αξιωματικά
πως υπάρχει ένα πνεύμα της εποχής, ένας ουσιώδης προσδιο­
ρισμός, του οποίου επινοητική και συσπειρωτική αρχή είναι η
φιλοσοφία. Προτιμότερο είναι να ξεκινήσουμε από την ιδέα
ότι, για παράδειγμα, ο ναζισμός δεν συνιστά ως τέτοιος ένα
δυνατό αντικείμενο για τη φιλοσοφία, ότι δεν περιλαμβάνεται
στους όρους που είναι σε θέση να μορφοποιήσει η φιλοσοφι-
κή._σκέψη στο δικό της πεδίο αναφοράς. 'Οτι δεν αποτελεί
ρυμβήν γι’ αυτή τη σκέψη. Πράγμα που καθόλου δεν σημαίνει
ότι ο ναζισμός είναι μ^ΐττδχασιμος^
Διότι η-αλαζονεία μεταβάλλεται σε επικίνδυνη ανεπάρκεια
όταν οι φιλόσοφοί μας, με βάση το αξίωμα ότι η φιλοσοφία φέ­
ρε ι το βάρος των εγκλημάτων του αιώνα, συμπεραίνουν αντι­
στοίχους το αδιέξοδο της φιλοσοφίας και τον μήστοχάσιμρ χα­
ρακτήρα του εγκλήματος. Για όποιον θεωρεί πως την εξόντω­
ση των ^βραίων στην Ευρώπη πρέπει να την αποτιμήσουμε φι­
λοσοφικά με βάση τη σκέψη του Χάιντεγκερ, το αδιέξοδο είναι
πράγματι οφθαλμοφανές. Προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα
λέγοντας ότι πρόκειται για κάτι αδιανόητο, ανεξήγητο, για
κάτι που ερειπώνει την εννοιακή προσέγγιση. Είναι λοιπόν
έτοιμοι να θυσιάσουν την ίδια τη φιλοσοφία για να περισώ­
σουν την αλαζονεία της: εφόσον η φιλοσοφία πρέπει να σκε-
φτεί τον ναζισμό και δεν επαρκεί για κάτι τέτοιο, τούτο σημαί­
νει πως αυτό που πρέπει να σκεφτεί είναι μη^τοχάσιμο και
πως η φιλοσοφία διαπορεύεται μια α-πορία4.
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΛ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ -

Προτείνω να θυσιάσουμε το «πρέπει» και να πούμε: εάν η


φιλοσοφία είναι ανίκανη να σκεφτεί την εξόντωση των εβραίων
της Ευρώπης, αυτό σημαίνει ότι δεν ανήκει στα καθήκοντά της
ούτε στη δυνατότητά της να το πράξει. Σημαίνει ότι εναπόκειται
σε μια άλΚ^ς τάξεως σκέψη να καταστήσει αυτή τη σκέψη
ενεργό. Στη σκέψη της ιστορικότητας, για παράδειγμα, δηλαδή
στη σκέψη της Ιστορίς^ξεταζόμενης από πολιτική άποψη.
Δεν ενέχει ποτέ πραγματική σεμνότητα η ανακοίνωση ενός
«τέλους», μιας περάτωσης, ενός ριζικού αδιεξόδου. Η αναγγε­
λία του «τέλους των μεγάλων αφηγήσεων» είναι εξίσου αναι­
δής με την ίδια τη μεγάλη αφήγηση, η βεβαιότητα για το «τέλος
της μεταφυσικής» κινείται στο πλαίσιο του μεταφυσικού στοι­
χείου της βεβαιότητας, η αποδόιιτιση της έννοιας του υποκει­
μένου απαιτεί μια κεντρική εννοιολογική κατηγορία —το εί­
ναι, για παράδειγμα— που οι ιστοριακές της προδιαγραφές
είναι πολύ καθοριστικότερες κ.ο.κ. Κεραυνοβολημένη από
την τραγικότητα του υποτιθέμενου αντικειμένου της — εξό-
ντωση, στρατόπεδα συγκέντρωσης—, η φιλοσοφία μεταμορ­
φώνει τη δική της άδυνατότητα σε προφητική πόζα. Στολίζε­
ται με τα ζοφερά χρώματα του καιρού, δίχως να λαμβάνει υπό­
ψη της ότι αυτή η <£ισθητικοποίη(^ συνιστά επίσης αδικία εις
βάρος των Θυμάτων/Η διεκτραγώδηση της αναξιότητας είναι
και αυτή μια πόζα, μια απάτη, όπως ακριβώς και η αχαλίνωτη
διασάλπιση της^ένεστώποίησή^ του Πνεύματος.Το τέλος του
Τέλους της ΙστορΤαςΤίναιΰφασμένο από το ίδιο νήμα όπως
τούτο το Τέλος.
Απαξ και οριοθετηθεί το διακύβευμα της φιλοσοφίας, το
πάθος περί του «τέλους» της υποχωρεί μπροστά στο εντελώς
διαφορετικό εριίπημα που αφορά τους ό£ους της φιλοσοφιάς^
Δεν υποστηρίζω ότι η φιλοσοφία είναι δυνατή ανά πάσα στιγ­
ΙΝ______________ _______ ________ ______ ΛΛΙ-.Ν ΜΜΑΝΙΙΟΥ

μή. Προτείνιο να εξετάσουμε γενικά υπό ποιους όρους είναι


δυνατή, σε πλαίσιο εναρμονισμένο με τον προορισμότης.'Το
ότι οι βιαιότητες της ιστορίας μπορούν να τη δια κόψουν είναι
κάτι που δεν πρέπει να το επιβεβαιώσουμε αβασάνιστα. Το να
θεωρήσουμε πως ο Χίτλερ και οι μπράβοι του στάθηκαν ικανοί
να εισαγάγουν το αδιανόητο στη σκέψη και να επιφέρουν την
τελειωτική παύση της αρχιτεκτονημένης άσκησής της, θα σή-
μαινε ότι τους παραχωρούμε μια αλλόκοτη νίκη. Χρειάζεται
άραγε να χαρίσουμε στον φανατικό αντιδιανοουμενισμό των
ναζιστών, υστέρα από τη στρατιωτική του συντριβή, μια τέτοια
ικανοποίηση: ότι δηλαδή η ίδια η σκέψη, πολιτική ή φιλοσοφι­
κή, είναι πράγματι ανήμπορη να απστιμήσει αυτό που είχε την
πρόθεση να την αφανίσει; Το λέω όπως το σκέφτομαι: εάν ο
θάνατος των εβραίων γινόταν αιτία να τελειώσουν όλα εκείνα
στα οποία έχουν αποφασιστικά συμβάλει —η επαναστατική
πολιτική και η φιλοσοφία του ορθού λόγου —, θα ήταν σαν
να τους θανατώναμε για δεύτερη φορά. Ο ουσιαστικότερος
σεβασμός απέναντι στα θύματα δεν γίνεται να είναι η εμβρο-
ντησία του πνεύματος και η αυτο-καταγγελτική αβουλία του
μπροστά στο έγκλημα· είναι το να συνεχιστεί αυτό που τους
προσδιόρισε στα μάτια των δημίων ως εκπροσώπους της Αν­
θρωπότητας.5
Η θέση μου είναι όχι μόνο ότι η φιλοσοφία είναι σήμερα
δυνατή, αλλά και ότι αυτή η δυνατότητα δεν έχει τη μορφή
της διεκπεραίωσης ενός τέλους. Αντίθετα, το ζητούμενο είναι
να μάθουμε τι σημαίνει προχωρώ ένα βήμα παραπέρα. Ένα
μονάχα βήμα. Ένα βήμα μέσα στο πλαίσιο της νεωτερικής
μορφοποίησης, η οποία από τον Καρτέσιο κι έπειτα συνδέει
τους όρους της φιλοσοφίας με τρεις κομβικές έννοιες: το εί­
ναι, την αλήθεια και το υποκείμενο.
2. Όροι

Η φιλοσοφία άρχισε- δεν υφίσταται σε όλες τις ιστορικές μορ-


, φόποιήσεις· ο τρόπος ύπαρξης της είναι η ασυνέχεια μέσα στον
χρόνο καθώς και μέσα στον χώρο. Πρέπει επομένως να υπο­
θέσουμε ότι απαιτεί ιδιαίτερους όρους. Αν αναλογισιούμε πό­
σο διαφορετικές είναι οι ελληνικές πόλεις-κράτη, οι απόλυτες
μοναρχίες της κλασικής Δύσης, οι αστικές και κοινοβουλευ­
τικές κοινωνίες, γίνεται αμέσως φανερό ότι κάθε ελπίδα να
προσδιορίσουμε τους όρους της φιλοσοφίας με βάση μόνο το
αντικειμενικό υπόβαθρο των «κοινωνικών σχηματισμών», εί­
τε με βάση τους μεγάλους ιδεολογικούς, θρησκευτικούς ή μυ­
θικούς λόγους, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι όροι της
φιλοσοφίας είναι εγκάρσιοι, είναι διαδικασίες ομοειδείς,
αναγνωρίσιμες από μακριά, και η σχέση τους με τη σκέψη εί­
ναι σχετικά αμετάβλητη. Το όνομα αυτής της μη μεταβλητότη­
τας είναι σαφές: πρόκειται για το όνομα «αλήθεια». Οι διαδι­
κασίες που οροθετούν τη φιλοσοφία είναι οι διαδικασίες αλή­
θειας, ταυτοποιούμενες ως τέτοιες κατά την επαναλαμβανόμε­
νη εμφάνισή τους. Δεν μπορούμε πια να πιστεύουμε σας αφη­
.’Ο _____________ _____________________________ ___________ ___ΛΛΙ·Ν Μ|ΙΑΝΠΟΥ

γήσεις με τις οποίες μια ανθρώπινη ομάδα εξυμνεί την κατα­


γωγή της ή το πεπρωμένο της. Ξέρουμε ότι ο Όλυμπος είναι
ένα βουναλάκι και ότι ο Ουρανός είναι γεμάτος μονάχα από
υδρογόνο ή από ήλιον. Όμως, το ότι η σειρά των ακέραιων
αριθμών είναι απεριόριστη αποδεικνύεται σήμερα ακριβώς
όπως και στα Στοιχεία του Ευκλείδη, το ότι ο Φειδίας είναι με­
γάλος γλυπτής δεν αμφισβητείται, το ότι η αθηναϊκή δημοκρα­
τία συνιστά μια πολιτική επινόηση που η θεματική της εξα­
κολουθεί να μας απασχολεί, και το ότι ο έρωτας δηλώνει την
εκδοχή ενός Δυο που διαπερνά και συγκλονίζει το υποκεί­
μενο, το καταλαβαίνουμε τόσο διαβάζοντας Σαπφώ ή Πλά­
τωνα όσο και διαβάζοντας Κορνέιγ ή Μπέκετ.

Ωστόσο, όλα τούτα δεν υπήρχαν ανέκαθεν. Υπάρχουν κοι­


νωνίες δίχως μαθημάτικά, άλλες κοινωνίες που η «τέχνη*
τους, συνυφασμένη με παρωχημένες ιερές τελετουργίες, εί­
ναι για μας αδιαφανής, άλλες από τις οποίες απουσιάζει ή δεν
εκφράζεται ο έρωτας, και άλλες όπου ο δεσποτισμός δεν επέ­
τρεψε ποτέ την πολιτική επινόηση, ούτε καν ανέχθηκε κάποια
σχετική σκέψη. Ακόμη περισσότερο, αυτές οι διαδικασίες δεν
συνυπήρξαν ανέκαθεν μαζί. Το ότι η φιλοσοφία γεννήθηκε
στην Ελλάδα δεν συνέβη βέβαια επειδή η Ελλάδα διαφύλασ­
σε το Ιερό μέσα στο μυθικό απόθεμα του ποιήματος, ή επειδή
της ήταν οικεία η απόκρυψη της Παρουσίας με τη μορφή ενός
ερμητικού λόγου για το Είναι. Και άλλοι αρχαίοι πολιτισμοί
είχαν προχωρήσει στην ιερή εναπόθεση του είναι στο ποιη­
τικό κήρυγμα. Η ιδιομορφία της Ελλάδας είναι μάλλον ότι
όιέκσψε την αφήγηση περί απαρχών μέσω ενός εκκοσμικευ-
μένου και αφαιρετικού λόγου, ότι περιέκοψε το κύρος του
ποιήματος μέσω του κύρους τού μαθημίσυλΝ^τι συνέλαβε την
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΛ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 2

Πόλιν ως μια εξουσία ανοιχτή, διαφιλονικούμενη και διαθέσι­


μη, και ότι έφερε στο δημόσιο προσκήνιο τις θύελλες του
πάθους.
Η πρώτη φιλοσοφική μορφοποίηση που προτείνει να διευ­
θετηθούν αυτές οι διαδικασίες, το σύνολο αυτών των διαδικα­
σιών, σ’ έναν κοινό εννοιακό χώρο, επιβεβαιώνοντας έτσι μέ­
σα στη σκέψη ότι είναι συνδυνατές, είναι η μορφοποίηση που
φέρει το όνομα Πλάτων. Το «Μηδείς αγεωμέτρητος εισήτω»
προδιαγράφει το μαθήμιο ως όρο της φιλοσοφίας. Η οδυνη­
ρή αποπομπή των ποιητών, που εξοβελίζονται από την πόλη
ως υπαίτιοι μιμήσεως —ήτοι: μιας υπέρμετρα αισθητής σύλ­
ληψης της Ιδέας — υποδεικνύει τόσο ότι το ποίημα τίθεται υπό
αμφισβήτηση όσο και ότι οφείλει να αποτιμηθεί με βάση την
αναπόφευκτη διακοπή της αφήγησης. Όσο για τον έρώτρι, το
Συμπόαιον και ο Φαίδων αποτυπώνουν τη συνάρθρωσή του
με την αλήθεια σε κείμενα ανυπέρβλητα. Η πολιτική επινόη­
ση, τέλος, τεκμηριώνεται ως συνυφασμένη με τη σκέψη: στο
; τέλος του Θ' βιβλίου της Πολιτείας, ο Πλάτωνας λέει σαφώς
| ότι η ιδανική Πόλις δεν αποτελεί ούτε πρόγραμμα ούτε πραγ­
ματικότητα, ότι το κατά πόσον υπάρχει ή μπορεί να υπάρξει
είναι αδιάφορο, και ότι επομένως δεν πρόκειται εδώ για πο­
λιτική, αλλά για την πολιτική ως όρο της σκέψης, για την εν-
δοφιλοσοφική διατύπωση των αποχρώντων "λόγων για τους
οποίους δεν υπάρχει φιλοσοφία εάν η πολιτική δεν έχει το
πραγματικό καθεστώς μιας εφικτής επινόηση^7.
Θα υποιπηρίξουμε λοιπόν πως υπάρχουν τέσσερις όροι της
φιλοσοφίας, και πως η έλλειψη ενός από αυτούς συνεπάγεται
την κατάρρευσή της, ακριβώς όπως η ανάδυση του συνόλου
των τεσσάρων οροθέτησε την εμφάνισή της. Οι όροι είναι: το
μαθήμιο, τό ποίημα, η πολιτική επινόηση και ο έρωτας. Θα
--______________ ___________ _______________________ _ ΑΛΙ Ν ΜΙΙΛΝΙΙΠΥ

Ίν' ( 1 ’
ονομάσουμε αυτούς τους όρους γενόσημες όιαόιχασάς, για
λόγους στους οποίους θα επανέλθω αργότερα, και οι οποίοι
απαρτίζουν τον πυρήνα του βιβλίου Το είναι και το συμβάν\
Οι ίδιοι αυτοί λόγοι ορίζουν ότι οι τέσσερις τύποι γενόσημων
διαδικασιών εξειδικεύουν και κατατάσσουν όλες τις, μέχρι
σήμερα, διαδικασίες που είναι ικανές να παραγάγουν αλή­
θειες (αλήθεια υπάρχει μόνο επιστημονική, καλλιτεχνική’*, πο­
λιτική ή ερωτική). Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η φιλοσοφία
έχει ως όρο να υπάρχουν αλήθειες σε καθεμία από τις κατηγο­
ρίες όπου είναι πιστοποιήσιμες οι αλήθειες.
Οπότε ανακύπτουν δύο προβλήματα. Πρώτον, εάν όροι της
φιλοσοφίας είναι οι διαδικασίες αλήθειας, αυτό σημαίνει ότι
από μόνη της η φιλοσοφία δεν παράγει αλήθειες. Πράγματι,
αυτή η κατάσταση είναι γνωστή- ποιος μπορεί να αναφέρει
έστο) και μία φιλοσοφική πρόταση για την οποία θα είχε νόη­
μα να πούμε πως είναι «αληθής»; Μα τότε, ποιο ακριβώς είναι
το διακύβευμα της φιλοσοφίας; Δεύτερον, δεχόμαστε ότι η φι­
λοσοφία είναι «μία», δηλαδή ότι είναι θεμιτό να μιλάμε για
«την» φιλοσοφία, να αναγνωρίζουμε ένα κείμενο ως φιλοσο­
φικό. Ποια σχέση διατηρεί η υποτιθέμενη αυτή ενότητα με την
πολλαπλότητα των όρων; Ποιος ο δεσμός ανάμεσα στο τέσ­
σερα (τις γενόσημες διαδικασίες, μαί^μιο, ποίημα, πολιτική
επινόηση και έρωτα) και το ένα (τη φιλοσοφία); Προτίθεμαι
να δείξω ότι τα δύο αυτά προβλήματα επιδέχονται μία ενιαία
απάντηση, η οποία εμπεριέχεται στον ορισμό της φιλοσοφίας,
έτσι όπως παρίσταται εδώ ως ανενεργός αληθινότητα υπό
τον όρο της ενεργού πραγματικότητας του αληθούς!0.
Εκείνο που διαφοροποιεί τις διαδικασίες αλήθειας, ή γε­
νόσημες διαδικασίες, από τη συσσώρευση των γνώσεων, εί­
ναι η σνμβαντική τους προέλευση. Όσο δεν συμβαίνει τίποτε,
Ύ ■ >Ί'· V ί' ·Γ .Μ ·,; ''Λ-.' Λ
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ Π Λ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 2 2.Ί

παρά μόνο πράγματα που συμβαδίζουν με τους κανόνες μιας


κατάστασης πραγμάτων, είναι βεβαίως δυνατόν να υπάρχει
γνώση, σωστές προτάσεις, συσσώρευση ενός ειδέναι- δεν γί­
νεται να υπάρξει αλήθεια. Μια αλήθεια ενέχει το εξής παρά­
δοξο, ότι είναι μια καινοτομία, επομένως κάτι σπάνιο και εξαι­
ρετικό, και συνάμα, επειδή αγγίζει το ίδιο το είναι αυτού του
οποίου συνιστά την αλήθεια, είναι, οντολογικά μιλώντας, ό,τι
το σταθερότερο και το εγγύτερο προς την αρχική κατάσταση
πραγμάτων. Η επεξεργασία αυτου του παραδόξου απαιτεί
εκτεταμένη συζήτηση, πάντως είναι σαφές ότι η προέλευση
μιας αλήθειας είναι της τάξεως του συμβάντος. ^ ,t;
^ ν^μτ^μακρηγορσιίμε, ας ονομάσομ^ «κιααστοκιη» μια
έκφανση πραγμάτων, ένα οποΐοδήποτε' πάρύυόιάςομενο11
πολλαπλό. Για να αρχίσει να αναπτύσσεται μια διαδικασία
αλήθειας σχετική με την κατάσταση, πρέπει ένα αμιγές συμ- j
βάν να υπείβ^ήρώσει την εν λόγω κατάσταση. Αυτή η ΰπερ^1
?^ής51ϊίρη δεν μπορεί ούτε να ονοματοδρτηθεί ούτε να παρα­
σταθεί με τα μέσα που διαθέτει η κατάσταση (δηλαδή τη δο­
μή της, την καθιερωμένη γλώσσα που ονοματοδοτεί τους
όρους της κτλ.). Εγγράφεται λοιπόν μέσα από μια ενική ονο-
ματοδότηση, την ενεργοποίηση ενός επιπλέον σημαίνοντος.
Και ακριβώς οι επιπτώσεις που θα έχει μέσα στην κατάσταση
η ενεργοποίηση αυτή ενός εήσιλεον-ονόματ^ς είναι εκείνες
που θα υφάνσυν μια γενόσημη διαδικασία και θα δρομολο­
γήσουν την εκκρεμότητα μιας αλήθειας της κατάστασης. Διό­
τι, αφετηριακά, μέσα στην κατάσταση, εφόσον κανένα συμ­
βάν δεν έρχεται να την υπερπληρώσει, δεν υπάρχει καμία αλή­
θεια. Υπάρχει μόνο αληθοσημία, όπως την ονομάζω. Υπάρχει
η πιθανότητα να επισυμβεί μια αλήθεια -και τούτο διαγώ­
νιος, διεμβολίζοντας όλα τα αληθόσημα εκφερόμενα- εάν
•·< ( . ,VM.· ·
-_±________________________________________________________________ ΛΑΙ Ν^ΜΠΛΝΊ Ι()Υ

και εφόσον ένα συμβάν συναντήσει το υπεράριθμο όνομά του.


Το ειδοποιό διακύβευμα της φιλοσοφίας είναι να προτεί­
νει έναν ενοποιημένο εννοιακό χώρο στον οποίο λαμβάνουν
θέστ] οι ονοματοδοτήσεις των συμβάντων που χρησιμεύουν ως
σημεία εκκίνησης για τις διαδικασίες αλήθειας. Η φιλοσοφία
επιζητεί να συγκεντρώσει όλα τα επιπλέον ονόματα. Επεξερ­
γάζεται, μέσα στη σκέψη, τη συνόυνατότητα των διαδικασιών
που την οροθετούν. Δεν εγκαθιδρύει καμία αλήθεια, διευθετεί
όμως έναν τόπο των αληθειών. Μορφοποιεί τις γενόσημες δια­
δικασίες, δημιουργώντας μια υποδοχή, μια στέγαση για την
ετερόκλητη ταυτοχρονία τους. Η φιλοσοφία επιχειρεί να σκε-
φτεί την εποχή της συν-χωροθετώντας τις διαδικασίες που
την οροθετούν. Οι τελεστές της φιλοσοφίας, όποιοι κι αν είναι,
αποβλέπουν πάντοτε στο να σκεφτούν «μαζί», στο να μορφο-
ποιήσουν σε μια μοναδική στοχαστική άσκηση, την εποχιακή
διευθέτηση του μαθημίσυ, του ποιήματος, της πολιτικής επινόη­
σης και του έρωτα (ή συμβαντικού καθεστώτος του Δύο). Με
αυτή την έννοια, το μοναδικό ζήτημα για τη φιλοσοφία είναι
το ζήτημα της αλήθειας, όχι επειδή παράγει κάποια αλήθεια,
αλλά επειδή προτείνει έναν τρόπο πρόσβασης στην ενότητα
μιας στιγμής αληθειών, έναν εννοιακό τόπο όπου οι γενόση­
μες διαδικασίες αντανακλώνται ω$ συνδυνατές.
Φυσικά, οι φιλοσοφικοί τελεστές δεν θα πρέπει να εννοού­
νται ως άθροισε ις, ως ολοποιήσεις. Ο συμβαντικός και ετερο­
γενής χαρακτήρας των τεσσάρων τύπων διαδικασίας αλή­
θειας αποκλείει παντελώς την εγκυκλοπαιδική τους στοίχι-
ση. Η εγκυκλοπαίδεια είναι μια διάσταση της γνώσης, και
όχι της αλήθειας, η οποία συνιστά διάτρηση της γνώσης. Ούτε
και είναι πάντοτε απαραίτητο να μνημονεύει η φιλοσοφία τις
προτάσεις, ή τις επιμέρσυς εκφάνσεις, των γενόσημων διαδι-
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΓΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 2 25

κασιών. Οι φιλοσοφικές έννοιες υφαίνουν ένα γενικό χώρο


μέσα στον οποίο η σκέψη αποκτά πρόσβαση στην εποχή, στη
δική της εποχή, εφόσον οι διαδικασίες της αλήθειας της επο­
χής αυτής βρίσκουν εκεί τη στέγαση της συν δυνατότητάς τους.
Το μεταφορικό σχήμα που αρμόζει επομένως εδώ δεν είναι
ούτε η επιπρόσθεση, οΰτε ο συστηματικός αναστοχασμός· εί­
ναι μάλλον η ελεύθερη κυκλοφορία, η κίνηση της σκέψης μέ­
σα στο αρθρωμένο στοιχείο μιας εκδοχής των όρων της. Μέ­
σα από την εννοιολογική διαμεσολάβηση της φιλοσοφίας,
διάφορες τοπικές μορφές, ενδογενώς ετερογενείς μεταξύ τους,
όπως είναι το ποίημα, το μαθήμιο, η πολιτική επινόηση και ο
έρωτας, σχετίζονται ή μπορούν να συσχετισθούν με την ενικό-
τητα της εποχής. Η φιλοσοφία εκφέρει όχι την αλήθεια, αλλά
τη συγκυρία, δηλαδή τη στοχάσιμη σύζευξη, των αληθειών.
Αφού η φιλοσοφία είναι μια στοχαστική άσκηση για τη ρηγ-
μάτωση του χρόνου, μια αναστοχαστική συστροφή για ό,τι την
οροθετεί, στηρίζεται τις περισσότερες φορές σε όρους επισφα­
λείς, εν τω γεννάσθαι. Θεσμοθετείται στις παρυφές της παρεμ-
βαίνουσας ονοματοδότησης μέσω της οποίας ένα συμβάν πυ­
ροδοτεί μια γενόσημη διαδικασία. Αυτό που οροθετεί μια
σπουδαία φιλοσοφία, αποστασιοποιημένη από τις θεσμοθε­
τημένες και παγιωμένες γνώσεις, είναι οι κρίσεις, οι κατακτή­
σεις και τα παράδοξα των μαθηματικών, οι κραδασμοί της
ποιητικής γλώσσας, οι επαναστάσεις και οι προκλήσεις της επι­
νοούμενης πολιτικής, οι μεταπτώσεις της σχέσης των δύο φύ­
λων. Προκαταβάλλοντας εν μέρει τον χώρο υποδοχής και στέ­
γασης μέσα στη σκέψη γι’ αυτές τις εύθραυστες διαδικασίες,
διευθετώντας ως συνδυνατές διάφορες τροχιές, που και η απλή
τους δυνατότητα είναι ακόμη ρευστή, η φιλοσοφία επ/όε/νώνε/
τα προβλήματα. Ο Χάιντεγκερ έχει δίκιο να γράφει ότι «το
ΑΛΙ Ν ΜΙΙΛΝΤΙΟΥ

αυθεντικό έργο της φιλοσοφίας είναι να επιδεινοχνει, να επι­


βαρύνει το ώδε-είναι (τότε ιστοριακό)», διότι «η επιδείνωση
είναι ένας από τους αποφασιστικούς βασικούς όρους για να
γεννηθεί καθετί μεγάλο». Ακόμη και αν αφησουμε κατά μέ­
ρος τα αμφιλεγόμενα περί «μεγαλείου», θα συμφωνήσουμε
ότι η φιλοσοφία επιφορτίζει το δυνατό των αληθειών με την
έννοια του συνδυνατού. Διότι έχει την «επιδεινωτική» λειτουρ­
γία να διευθετεί τις γενόσημες διαδικασίες, όχι μέσα στη διά­
σταση της προσίδιας σκέψης τους, αλλά στη διάσταση της συ­
ν απτόμενης ιστορικότητάς τους.
Απέναντι στο σύστημα των όρων της, του οποίου μορφο-
ποιεί το ετερόκλητο γίγνεσθαι συγκροτώντας ένα χώρο για τις
σκέψεις του καιρού, η φιλοσοφία γίνεται πέρασμα ανάμεσα
στη διαδικασιακή δραστικότητατων αληθειών και το ελεύθε­
ρο ερώτημα του χρονικού τους είναι.
3. Νεωτερικότητα

Οι εννοιολογικοί τελεστές με τους οποίους η φιλοσοφία μορ-


φοποιεί τους όρους της, τοποθετούν, εν γένει, τη σκέψη του
καιρού μέσα στο υποδειγματικό πλαίσιο ενός ή περισσότερων
από αυτούς τους όρους. Μια γενόσημη διαδικασία, που δεν
απέχει πολύ από τον συμβαντικό τόπο προέλευσης της ή που
έρχεται αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα της επίμονης της, χρησι­
μεύει ως κεντρική αναφορά για την εκδίπλωση της συνδυνα-
τότητας των όρων. Έτσι, μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα
της πολιτικής κρίσης των ελληνικών πόλεων-κρατών και της
«γεωμετρικής» αναθεώρησης —απότον Εύδοξο— της θεω­
ρίας των μεγεθών, ο Πλάτωνας επιχειρεί να καταστήσει τα
μαθηματικά και την πολιτική, τη θεωρία των αναλογιών και
τον επιτακτικό χαρακτήρα της Πόλεως, αξονικά σημεία ανα­
φοράς ενός χώρου σκέψης που τη λειτουργική του άσκηση
προσδιορίζει η λέξη «διαλεκτική». Πώς τα μαθηματικά και η
πολιτική είναι οντολογικώς συνδυνατά; Αυτό είναι το πλατω­
νικά ερι/ιτημα ως προς το οποίο ο τελεστής Ιδέα θα λειτουργή­
σει καταλυτικά. Η ποίηση Οα στιγματιστεί ως ύποπτη — όμως
_______________________________ __________ ΛΛΙ Ν ΜΙΙΑΝΜΟΥ

αυτή η υποψία είναι αποδεκτό όχημα μορφοποίησης -, και ο


έρωτας, κατά την έκφραση του Πλάτωνα, Βα συνδέσει το
«αιφνίδιο» μιας συνάντησης με το γεγονός ότι μία αλήθεια
— εδώ η αλήθεια του Κάλλους— επέρχεται ως α-διάκριτη1',
καθώς δεν είναι ούτε λόγος ούτε επιστήμη'
Θα συμφωνήσουμε να ονομάζουμε «περίοδο» της φιλοσο­
φίας μια φάση της ύπαρξής της κατά την οποία επιμένει ένας
τύπος μορφοποίησης που προσδιορίζεται ειδοποιώς από ένα
δεσπόζοντα όρο. Καθ’ όλη τη διάρκεια μιας τέτοιας περιόδου,
οι τελεστές συνδυνατότητας εξαρτώνται από τον εν λόγω ειδο­
ποιό προσδιορισμό. Μια περίοδος δένει μαζί τις τέσσερις γε-
νόσημες διαδικασίες, στην ιδιάζουσα μετα-συμβαντική κατά­
σταση στην οποία βρίσκονται, υπό τη δικαιοδοσία εννοιών μέ­
σω των οποίων η μία από αυτές τις γενόσημες διαδικασίες εγ-
γράφεται στον χώρο σκέψης και κυκλοφορίας που εκτελεί
χρέη φιλοσοφικού προσδιορισμού της εποχής. Στο πλατωνι­
κό παράδειγμα, η Ιδέα είναι ολοφάνερα ένας τελεστής όπου
υποβόσκει ως «αληθής» αρχή το μαθήμιο, η πολιτική επινοεί­
ται ως όρος της σκέψης κάτω από τη δικαιοδοσία της Ιδέας
(εξού ο ηγεμόνας-φιλόσοφος, καθώς και ο αξιοσημείωτος
ρόλος που παίζει η αριθμητική και η γεωμετρία στην παιδεία
αυτού του ηγεμόνα, ή φύλακα), και η μιμητική ποίηση κρα­
τείται σε απόσταση, πολύ περισσότερο αφού, όπως δείχνει ο
Πλάτωνας τόσο στον Γοργία όσο και στον Πρωταγόρα, ανά­
μεσα στην ποίηση και τη σοφιστική υπάρχει μια παράδοξη
συνενοχή: η ποίηση είναι η μυστική, απόκρυφη διάσταση της
σοφιστικής, διότι οδηγεί την ευελιξία και την ποικιλομορφία
της γλώσσας στο αποκορύφωμά της.
Το ερώτημα επομένως είναι για μας το εξής: Υπάρχει άρα­
γε μια νεωτερική περίοδος της φιλοσοφίας; Η αιχμηρότητα του
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΙ I ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 3 2<>

ερωτήματος οφείλεται σήμερα στο γεγονός ότι οι περισσότε­


ροι φιλόσοφοι δηλώνουν, αφενός, ότι υπάρχει πράγματι μια
τέτοια περίοδος και, αφετέρου, ότι είμαστε οι σύγχρονοι μάρ­
τυρες της περάτωσής της. Αυτό είναι το νόημα της έκφρασης
«μεταμοντέρνο» ή «μετανεωτερικό». Ωστόσο, ακόμη και σε
εκείνους που αποσιωπούν τον όρο, το θέμα κάποιου «τέλους»
της φιλοσοφικής νεωτερικότητας, κάποιας εξάντλησης των τε­
λεστών που τη χαρακτήριζαν —και ειδικά της κατηγορίας
Υποκείμενο —, εξακολουθεί να είναι παρόν, αν μη τι άλλο με
τη μορφή του τέλους της μεταφυσικής. Τις περισσότερες φορές
άλλωστε, το εν λόγω τέλος χρεώνεται στο νιτσε'ίκό κήρυγμα.
Αν προσδιορίσουμε εμπειρικά τους «μοντέρνους καιρούς»
ως την περίοδο που εκτείνεται από τη Αναγέννηση μέχρι σή­
μερα, είναι οπωσδήποτε δύσκολο να μιλήσουμε για μία περίο­
δο, με την έννοια μιας ιεραρχικά αμετάβλητης φιλοσοφικής
μορφοποίησης των όρων. Πράγματι, είναι φανερό ότι:
- στην κλασική εποχή, την εποχή του Καρτέσιου και του
Λάιμπνιτς, δεσπόζει ο μαθηματικός όρος, υπό την επίδραση
του γαλιλεϊκού συμβάντος, η ουσία του οποίου έγκειται στο
ότι εισάγει το άπειρο στο μαθήμισ
- ύστερα από τον Ρουσό και τον Χέγκελ, και αφού μεσο­
λαβεί η Γαλλική Επανάσταση, η συνδυνατότητα των γενόση-
μων διαδικασιών περιέρχεται στη δικαιοδοσία του ιστορικο-
πολιτικού όρου-
- ανάμεσα στον Νίτσε και τον Χάιντεγκερ, έρχεται η τέ­
χνη, που έχει ως επίκεντρό της το ποίημα, να επικρατήσει
με αντιπλατωνική αναδρομικότητα στους τελεστές με τους
οποίους η φιλοσοφία προσδιορίζει την εποχή μας ως εποχή
ενός επιλήσμονος μηδενισμού.
Υπάρχει λοιπόν, κατά τη διάρκεια όλης αυτής της χρονι­
Μ»_________________ ___________________ _ ΛΛΙ-Ν ΜΙΙΛΝΙΙΟΥ

κής ενότητας, μια μετατόπιση της διάταξης και της κεντρικής


αναφοράς με βάση την οποία σκιαγραφείται η (Τυνδυνατότη-
τα των γενόσημων διαδικασιών. Ο χρωματισμός το/ν εννοιών
είναι μια καλή μαρτυρία αυτής της μετατόπισης, από την καρ­
τεσιανή τάξη των λόγων [ordre des raisons) ιυς τα χρονικά πά­
θη της έννοιας στον Χέγκελ, και τη μετα-ποιητική μεταφορική
του Χάιντεγκερ.
Πάντως, η μετατόπιση αυτή δεν πρέπει να συγκαλύψει τη
διατήρηση, τουλάχιστον μέχρι τον Νίτσε, του θέματος του
Υποκειμένου, η οποία συνεχίζεται και ενισχύεται από τον
Φρόιντ και τον Λακάν, καθώς και από τον Χούσερλ. Το θέμα
του Υποκειμένου υφίσταται ριζική αποδόμηση μονάχα στο
έργο του Χάιντεγκερ και των επιγόνων του. Οι ανασκευές στις
οποίες το υποβάλλει η μαρξιστική πολιτική καθώς και η ψυχα­
νάλυση (η οποία αποτελεί τη νεωτερική πραγμάτευση του
ερωτικού όρου) σχετίζονται με την ιστορικότητα των όρων και
όχι με την ακύρωση του φιλοσοφικού τελεστή που πραγματεύε­
ται αυτή την ιστορικότητα.
Είναι επομένως πρόσφορο να ορίσουμε τη νεωτερική πε­
ρίοδο της φιλοσοφίας μέσα από την κεντρική οργανωτική χρή­
ση της κατηγορίας του Υποκειμένου. Μολονότι αυτή η κατη­
γορία δεν προδιαγράφει έναν [συγκεκριμένο] τύπο μορφο­
ποίησης, ένα σταθερό καθεστώς της συνδυνατότητας, είναι
επαρκής όσον αφορά τη διατύπωση του ερωτήματος: έχει πε-
ρατωθεί η νεωτερική περίοδος της φιλοσοφίας; Το οποίο ισο-
δυναμεί με το εξής: το να προτείνουμε για την εποχή μας ένα
χώρο ενστόχαστης συνδυνατότητας των αληθειών που αναδύ­
ονται, απαιτεί άραγε τη διατήρηση, και τη χρήση, έστω και βα­
θύτατα αλλοιωμένη είτε ανεστραμμένη, της κατηγορίας του
Υποκειμένου; Ή μήπως αντίθετα ζούμε στην εποχή που η σκέ­
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 3

ψη απαιτεί την αποδόμηση αυτής της κατηγορίας; Σε αυτό το


ερώτημα, ο μεν Λακάν απαντά με τη διατήρηση και τη ριζική
επανεπεξεργασία της κατηγορίας (πράγμα που σημαίνει ότι
γι’ αυτόν η νεωτερική περίοδος της φιλοσοφίας συνεχίζεται,
όπως ισχύει και για την οπτική του Ζαμπε', του Λαρντρό και τη
δική μου)· ο δε Χάιντεγκερ (αλλά και ο Ντελέζ με κάποιες
διαφοροποιήσεις, καθώς και ο Λιοτάρ, ο Ντεριντά, ο Λακού-
Λαμπάρτ και ο Νανσί σαφέστατα) απαντά πως ζουμε στην
εποχή που «η υποκειμενικότητα ωθείται προς την εκπλήρωσή
της», και κατά συνέπεια η σκέψη δεν μπορεί να εκπληρωθεί
παρά μόνο στο επέκεινα αυτής της «εκπλήρακτης», η οποία δεν
είναι τίποτε άλλο από την καταστρεπτική αντικειμενοποίηση
της Γης, πως η κατηγορία του Υποκειμένου πρέπει να αποδο­
μηθεί και να θεωρηθεί ως η έσχατη (η νεωτερική, για την ακρί­
βεια) παραλλαγή της μεταφυσικής· και πως το φιλοσοφικό
πρωτόκολλο της ορθολογικής σκέψης, της οποίας κεντρικός
τελεστής είναι η κατηγορία Υποκείμενο, έχει τόσο πολύ πλέον
βυθιστεί στην αβυσσαλέα λήθη αυτού που το θεμελιώνει, ώστε
«η σκέψη δεν θα αρχίσει παρά μόνο όταν θα έχουμε μάθει ότι
εκείνο το πράγμα που επί αιώνες τόσο εξυμνήθηκε, ο Ορθός
Λόγος, είναι ο πιο λυσσαλέος εχθρός της σκέψης».
Εξακολουθούμε άραγε να είμαστε, και με ποια ιδιότητα,
γαλιλεϊκοί και καρτεσιανοί; Ορθός Λόγος και Υποκείμενο
εξακολουθούν να είναι, ή όχι, σε θέση να προσανατολίσουν
τις μορφοποιήσεις της φιλοσοφίας, έστω και αν το Υποκείμε­
νο είναι έκκεντρο ή κενό και ο Ορθός Λόγος υποταγμένος στην
υπεράριθμη τυχαιότητα του συμβάντος; Η αλήθεια είναι άρα­
γε η αποκρυπτόμενη ακρυπτότητα που μόνο το ποίημα με τα
λόγια του διακινδυνεύει; Ή μήπως η αλήθεια είναι αυτό μέ­
σω του οποίου η φιλοσοφία δηλώνει στον δικό της χώρο τις
ΛΛΙ-Ν ΜΙΙΛΝΊΊΟΥ

διιστάμενες γενόσημες διαδικασίες που πλέκουν τη συγκεχυ­


μένη συνέχιση των Μοντέρνων Καιρών; Οφείλουμε να συ-
νεχίσουμε, ή να συγκροτήσουμε τον διαλογισμό μιας αναμο­
νής; Ιδού ποιο είναι το μόνο σημαντικό ζήτημα πολεμικής σή­
μερα: να αποφασίσουμε εάν η μορφή της σκέψης του και­
ρού, καλλιεργημένη φιλοσοφικά μέσα από τα συμβάντα του
έρωτα, του ποιήματος, του μαθημίου και της πολιτικής επινόη­
σης, παραμένει, ή όχι, προσδεδεμένη σε εκείνη τη διευθέτη­
ση που ο Χσυσερλ ονόμαζε ακόμη «καρτεσιανό στοχασμό».
4. Ο Χάιντεγκερ εξεταζόμενος
ως κοινός τόπος

Τι λέει ο «τρέχων» Χάιντεγκερ, αυτός τον οποίο απηχεί η [κα­


θιερωμένη] γνώμη; Λέει τούτο:
1) Το νεωτερικό σχήμα της μεταφυσικής, το οποίο είναι
διαρθρωμένο γύρω από την κατηγορία του Υποκειμένου, δια­
νύει την εποχή της περάτωσής του. Το γνήσιο νόημα της κατη­
γορίας του Υποκειμένου παραδίδεται κατά την καθολική δια­
δικασία αντικειμενοποίησης, διαδικασία που το όνομα που
της ταιριάζει είναι: κυριαρχία της τεχνικής. Το γίγνεσθαι-υπο-
κείμενο του ανθρώπου είναι η ύστατη μεταφυσική μετεγγρα­
φή της εγκαθίδρυσης αυτής της κυριαρχίας: «Το ίδιο το γεγο­
νός ότι ο άνθρωπος γίνεται υποκείμενο και ο κόσμος αντικεί­
μενο δεν είναι παρά μια συνέπεια της ουσίας της τεχνικής
κατά την εγκατάστασή της.» Και ακριβώς επειδή είναι επιτέ-
λεσμα της πλανητικής ανάπτυξης της τεχνικής, η κατηγορία
του υποκειμένου είναι απρόσφορη για να στρέψει τη σκέψη
προς την ουσία αυτής της ανάπτυξης. Έτσι, το να σκεφτούμε
την τεχνική ως ύστατη ιστοριακή έκφανσή και λήξη, της με-
___________________ ____________ _______________ ____________ ΛΛΙ .Ν ΜΙΙΑΝI ΙΟΥ

ταψυσικής εποχής τού είναι, συνκ,πά σήμερα το μόνο εφικτό


πρόγραμμα για την ίδια τη σκέψη. Η σκέψη δεν μπορεί επομέ­
νως να εγκαταστήοει τον τόπο της, με βάση όσα μας επιτάσ­
σει να τηρήσουμε η κατηγορία του Υποκειμένου: η επιταγή
αιπη είναι αδιαχώριστη από την επιταγή της τεχνικής.
2) Η πλανητική κυριαρχία της τεχνικής βάζει τέλος στη φι­
λοσοφία- στο πλαίσιο αυτής της κυριαρχίας οι δυνατότητες που
ενέχει η φιλοσοφία, δηλαδή η μεταφυσική, έχουν ανεπανόρ­
θωτα εξαντληθεί. Η εποχή μας δεν είναι πια ακριβώς «νεωτε-
ρική», εάν με τον όρο «νεωτερική» εννοούμε την μετακαρτε-
σιανή μορφοποίηση της μεταφυσικής, η οποία, μέχρι και τον
Νίτσε, οργάνωσε την ηγεμόνευση του Υποκειμένου ή της Συ­
νείδησης επάνω στη διάταξη του φιλοσοφικού κειμένου. Διό­
τι η εποχή μας είναι η εποχή της πραγμάτωσης του ύστατου
σχήματος της μεταφυσικής, η εποχή της εξάντλησης των δυ­
νατοτήτων της, και κατά συνέπεια είναι η εποχή της α-διάφο-
ρης εξάπλωσης της τεχνικής, η οποία δεν χρειάζεται πια να
αναπαριστάται σε μια φιλοσοφία, αφού στην τεχνική η φιλο­
σοφία, ή ακριβέστερα ό,τι από την ισχύ τού είναι κατείχε και
σήμαινε η φιλοσοφία, εκπληρώνεται ως βούληση καταστρο­
φική για τη Γη.
3) Η τεχνική εκπλήρωση της μεταφυσικής, της οποίας οι
δύο κυριότερες «αναγκαίες συνέπειες» είναι η μοντέρνα επι­
στήμη και το ολοκληρωτικό κράτος, μπορεί και οφείλει να
προσδιορίζεται από τη σκέψη ως μηδενισμός, δηλαδή ακριβώς
ως πραγμάτωση της μη σκέψης. Η τεχνική οδηγεί τη μη σκέψη
στο απόγειό της διότι σκέψη είναι μονάχα η σκέψη του είναι,
και η τεχνική αποτελεί το ύστατο πεπρωμένο της απόσυρσης
του είναι στη στενή θεώρηση του όντος. Η τεχνική είναι πράγ­
ματι ένα βούλεσθαι, μια σχέση με το είναι που ενέχει ουσιω-
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 4 35

δώς έναν επιλήσμονα καταναγκασμό, αφού πραγματοποιεί


τη βούληση για καθ’ολοκληρίαν υποδούλωση του όντος. Η τε­
χνική είναι η βούληση για έλεγχο και επικυριαρχία επί του
όντος έτσι όπως αυτό είναι παρόν, ως απόθεμα απεριόριστα
διαθέσιμο στην υποδουλωτική χειραγώγηση. Η μόνη «έννοια»
του είναι που γνωρίζει η τεχνική, είναι η έννοια της πρώτης
ύλης, που προτείνεται ανεξέλεγκτα στον καταναγκασμό της
ξέφρενης βούλησης παραγωγής και βούλησης καταστροφής.
Η βούληση απέναντι στο ον, η οποία και συνιστώ την ουσία
της τεχνικής, είναι μηδενιστική καθότι πραγματεύεται το ον
χωρίς καμία φροντίδα για τη σκέψη του είναι του, και μέσα σε
μια τέτοια λήθη του είναι ώστε να λησμονεί ακόμη και αυτή τη
λήθη. Το αποτέλεσμα είναι ότι το εμμενές στην τεχνική βου-
λεσθαι προσκαλεί στο μηδέν το είναι του όντος που πραγμα­
τεύεται καθ’ ολοκληρίαν. Η βούληση για έλεγχο και επικυ­
ριαρχία είναι ένα και το αυτό με τη βούληση για εκμηδένιση.
Η ολική καταστροφή της Γης συνιστώ τον αναγκαίο ορίζοντα
της τεχνικής, όχι επειδή υπώρχει ιδιαιτέρως η τώδε είτε η δεί­
να δραστηριότητα, για παρώδειγμα η στρατιωτική ή η πυρηνι­
κή δραστηριότητα που προκαλεί τον εν λόγω κίνδυνο, αλλά
επειδή ανήκει στην ουσία της τεχνικής να κινητοποιεί το εί­
ναι, και να το μεταχειρίζεται βώναυσα σαν απλό απόθεμα
από διαθεσιμότητες για τη βούληση, υπό τη λανθώνουσα και
ουσιώδη μορφή του μηδενός.
Η εποχή μας είναι επομένως μηδενιστική τόσο αν την εξε-
τάσουμε από τη σκοπιό της σκέψης, όσο και αν την εξετάσου­
με από τη σκοπιά του πεπρωμένου που επιφυλάσσει στο είναι.
Όσον αφορά τη σκέψη, η εποχή μας την αποστρέφεται μέσα
από τη ριζική συγκάλυψη της διάνοιξης, και του αφήνειν-να-
είναι που καθορίζει την άσκηση της σκέψης, και μέσα από
»() _ __ _____ ΛΛΙ Ν ΜΙΙΛΝΙΙΟΥ

τη μονομερή κυριαρχία της βούλησης. Οσον αφορά το είναι,


η εποχή μας το καταδικάζει ιττην εκμηδένιση, ή μάλλον: το
ίδιο το είναι διαπορεύεται την προ-τοποθέτησή του ο>ς μηδε-
νός, από τη ιττιγμή που, αποσυρόμενο και υπεξαιρούμενο,
αφθονεί μόνο στην κλειστότητα της πρώτης ύλης, στην τεχνι­
κή διαθεσιμότητα ενός αβυσσαλέου θεμελίου.
4) Κατά τη νεωτερική περίοδο (την περίοδο όπου ο άνθρω­
πος γίνεται Υποκείμενο και ο κόσμος Αντικείμενο επειδή
εγκαθιδρύεται πλέον η κυριαρχία της τεχνικής), κι έπειτα
κατά την εποχή μας, την εποχή της ξέφρενης αντικειμενοποιη-
τικής τεχνικής, μόνο κάποιοι ποιητές πρόφεραν το είναι, ή του­
λάχιστον τους όρους για μια στροφή της σκέψης, έξω από την
υποκειμενική προδιαγραφή της τεχνικής βούλησης, προς τη
διάνοιξη και το Ανοικτό. Ο ποιητικός λόγος, και μόνο αυτός,
αντήχησε ως δυνατή θεμελίωση μιας περισυλλογής του Ανοι­
κτού, ενάντια στην απεριόριστη και κλειστή διαθεσιμότητα
του όντος που πραγματεύεται η τεχνική. Οι ποιητές αυτοί είναι
ο ανυπέρβλητος Χέλντερλιν, ο Ρίλκε και ο Τρακλ. Η ποιητική
ρήση αυτών των ποιητών διαπέρασε τον ιστό της λήθης και συ­
γκρότησε, διαφυλαξε, όχι το ίδιο το είναι, που το ιστοριακό του
πεπρωμένο συντελείται μέσα στην απόγνωση της εποχής μας,
αλλά το ερώτημα του είναι. Οι ποιητές υπήρξαν οι ποιμένες, οι
άγρυπνοι φύλακες αυτού του ερωτήματος που η κυριαρχία της
τεχνικής το καθιστά καθολικά ανεκλάλητο.14
5) Μια που η φιλοσοφία περατώθηκε, αυτό που μας απο­
μένει είναι απλώς να επανα-προφέρουμε το ερώτημα που οι
ποιητές περιφρουρσυν, και να συλλάβου με το πώς αυτό το ερώ­
τημα αντήχησε καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της φιλοσο­
φίας από τις ελληνικές της απαρχές. Η σκέψη είναι σήμερα
υπό τον όρο των ποιητών. Κάτω από αυτόν τον όρο, στρέφε­
ΜΛΝΙΦΙί.ΣΤΟ ΠΛ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 4 17

ται προς την ερμηνεία των απαρχών της φιλοσοφίας, προς τις
πρώτες χειρονομίες της μεταφυσικής. Θα αναζητήσει τα κλει­
διά του προσίδιου πεπρωμένου της, τα κλειδιά της προσίδιας
ενεργού περάτωσής της, στον πρώτο βηματισμό της λήθης. Και
ο πρώτος βηματισμός της λήθης είναι ο Πλάτωνας. Η ανάλυ­
ση της πλατωνικής «στροφής» όσον αφορά τον δεσμό τού
είναι με την αλήθεια διέπει τη σύλληψη του ιστοριακού πε­
πρωμένου του είναι, το οποίο περατώνεται μπροστά στα μά­
τια μας κατά την πρόκληση για εκμηδένιση. Το επίκεντρο αυ­
τής της «στροφής» είναι η ερμηνεία της αλήθειας και του εί­
ναι ως Ιδέας, δηλαδή η ακύρωση του ποιήματος προς όφελος
-το λέω εδώ στη δική μου γλώσσα— του μαθημίου. Την
πλατωνική διακοπή της ποιητικής και μεταφορικής αφήγη­
σης μέσω της ιδεϊκής υποδειγματικής του μαθημίου, ο Χάι-
ντεγκερ την ερμηνεύει ως τον εγκαινιαστικό προσανατολι­
σμό του πεπρωμένου τού είναι προς τη λήθη της διάνοιξής
του. ως την αποστέρηση της αρχικής του προσοικείωσης από
την ποιητική γλώσσα των Ελλήνων. Μπορούμε λοιπόν επί­
σης να πούμε ότι και η ανάβαση προς τις απαρχές, έτσι όπως
οροθετείται σήμερα από τη ρήση των ποιητών, επανέρχεται
στη ρήση των Ελλήνων ποιητιόν, των προπλατωνικών στοχα-
στών-ποιητών που συγκρατούσαν ακόμη την ένταση της ανοι-
κτότητας και της αποκρυπτόμενης διάνοιξης του είναι.
6) Η τριπλή κίνηση της σκέψης επομένως είναι: οροθέτηση
μέσα στον λόγο των ποιητών, ερμηνευτική ανάβαση προς την
πλατωνική στροφή που διέπει τη μεταφυσική εποχή τού είναι,
σχολιασμός των προσωκρατικών απαρχών της σκέψης. Αυτή
η τριπλή κίνηση επιτρέπει να διατυπωθεί η υπόθεση περί
μιας επιστροφής των Θεών, ενός συμβάντος όπου ο θανάσι­
μος κίνδυνος στον οποίο η εκμηδενιστική βούληση εκθέτει
Γ\

«_______________________________________________ _ ΛΛΙ.Ν ΜΜΛΝΙ ΙΟΥ

τον άνθρωπο — αυτόν τον υπάλληλο της τεχνικής- θα ξε-


περνιόταν ή θα εξορκιζόταν μέσα από μια προφύλαξη του
Είναι, μια επαν-έκθεση του πεπρωμένου του στη σκέψη ως
ανοικτότητας και διάνοιξης, και όχι ως αβυσσαλέου θεμελίου
της διαθεσιμότητας του όντος. Αυτή η υπόθεση περί επιστρο­
φής των Θεών μπορεί μεν να εκφέρεται από τη σκέψη που
καλλιεργούν οι ποιητές, αλλά προφανώς δεν γίνεται να αναγ­
γελθεί ευαγγελικά. Το νόημα της φράσης «μόνο ένας Θεός
μπορεί να μας σώσει» είναι: η σκέψη, που έχει καλλιεργηθεί
από τους ποιητές, που έχει αντλήσει τα διδάγματα της πλατω­
νικής στροφής, που έχει ανανεωθεί από την ερμηνεία των Ελ­
λήνων προσωκρατικών, μπορεί, μέσα στον μηδενισμό που την
περιβάλλει, να στηρίξει με μέσα και δρόμους άρρητα τη δυνα­
τότητα μιας επαναϊεροποίησης της Γης. Εδώ το «να σώσει»
δεν παραπέμπει μαλθακά σε κάποια σωτηρία της ψυχής. «Να
σώσει» σημαίνει: να εκτρέψει τον άνθρωπο και τη Γη από την
εκμηδένιση, εκμηδένιση την οποία στο καταληκτικό τεχνικό
σχήμα του πεπρωμένου του το είναι έχει ως είναι του να τη
θέλει. Ο εν λόγω Θεός είναι ο Θεός της εκτροπής από ένα πε­
πρωμένο. Το ζητούμενο δεν είναι η σωτηρία της ψυχής αλλά
η σωτηρία του είναι, και μάλιστα η σωτηρία του από το μόνο
από το οποίο μπορεί να κινδυνεύσει, που είναι ακριβώς αυτό
το ίδιο, κατά την αδυσώπητη καταληκτική προδιαγραφή της
ιστορικότητάς του. Αυτή η σωτηρία εντός του ίδιου του είναι
από τον εαυτό του επιβάλλει να φτάσουμε στα άκρα της από­
γνωσης, και άρα στα άκρα της τεχνικής, ώστε να διακινδυ­
νεύσουμε την εκτροπή, γιατί μόνο στον πιο ακραίο κίνδυνο
θάλλει συνάμα ό,τι σώζει.15
5. Μηδενισμός;

Εμείς δεν θα δεχτούμε ότι η λέξη «τεχνική», έστω κι αν μέσα


της κάνουμε να ακουστεί η ελληνική λέξη τέχνη, είναι ικανή
να δηλώσει την ουσία της εποχής μας, ούτε ότι υπάρχει κά­
ποια χρήσιμη για τη σκέψη σχέση ανάμεσα σε «πλανητική κυ­
ριαρχία της τεχνικής» και «μηδενισμό». Οι διαλογισμοί, οι
εικοτολογίες και οι φιλιππικοί περί τεχνικής, είναι μεν πολύ
διαδεδομένοι, αλλά δεν παύουν να είναι συλλήβδην γελοίοι.
Και πρέπει να πούμε ξεκάθαρα αυτό που πολλοί εκλεπτυσμέ­
νοι χαϊντεγκεριανοί πρεσβεύουν χαμηλόφωνα: τα κείμενα του
Χάιντεγκερ περί τεχνικής πάσχουν από την ίδια εμφατική ρη­
τορεία. Ο «δρόμος του δάσους», το καθάριο μάτι του χωρικού,
η ερήμωση της Γης, το ρίζωμα στο φυσικό τοπίο, η διάνοιξη
του ρόδου, όλο αυτό το πάθιασμα, που εκτείνεται από τον
Αλφρέντ ντε Βινί («στον σιδερένιο ταύρο που καπνίζει και
βρυχάται, βιάστηκε ο άνθρωπος ν’ ανέβει») μέχρι τους δια­
φημιστές μας, περνώντας από τον Ζορζ Ντουαμέλ και τον
Ζιονό, είναι υφασμένο από αντιδραστική νοσταλγικότητα. Ο
στερεότυπος χαρακτήρας αυτών των αναμασημάτων, που
!\

·»«>________________________________________ _________ ΛΛΙ.Ν ΜΙΙΛΝ I ΙΟΥ

ανάγονται σε αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε «φεουδαρχικό σο­


σιαλισμό», είναι άλλωστε η καλύτερη απόδειξη της πενιχρής
νοηματικής τους εμβέλειας.
Αν θα είχα να πω κάτι για την τεχνική, που η οχέση της με
τις σύγχρονες απαιτήσεις της φιλοσοφίας είναι αρκετά ισχνή,
θα εξέφραζα μάλλον τη λύπη μου που παραμένει τόσο μέτρια,
τόσο άτολμη. Είναι τόσο πολλά τα χρήσιμα εργαλεία που μας
λείπουν, ή που διατίθενται σε βαριές και δύσχρηστες εκδο­
χές! Είναι τόσο πολλές οι μεγάλες περιπέτειες που έχουν
μείνει στάσιμες, και που θυμίζουν ότι «η ζωή έχει πολύ αρ­
γούς ρυθμούς», σκεφτείτε την εξερεύνηση των πλανητών, την
παραγωγή ενέργειας με θερμοπυρηνική σύντηξη, την ιπτάμε­
νη μηχανή για όλους τους ανθρώπους, τις τρισδιάστατες ει­
κόνες στον χώρο... Ναι, πρέπει να το πούμε: «Κύριοι τεχνι­
κοί, προσπαθήστε κι άλλο αν πραγματικά θέλετε την πλανητι­
κή κυριαρχία της τεχνικής!» Δεν υπάρχει αρκετή τεχνική,
υπάρχει μια πολύ πρωτόγονη ακόμη τεχνική, αυτή είναι η
πραγματική κατάσταση: η κυριαρχία του κεφαλαίου χαλινα­
γωγεί και απλοποιεί την τεχνική, της οποίας οι δυνατότητες
είναι απεριόριστες.
Είναι άλλωστε εντελώς άτοπο το να αντιμετωπίζουμε την
επιστήμη σαν να ήταν, απέναντι στη σκέψη, ομότιμη με την τε­
χνική. Υπάρχει βέβαια μεταξύ επιστήμης και τεχνικής μια σχέ­
ση αναγκαιότητας, όμως αυτή η σχέση δεν συνεπάγεται κα­
μία κοινότητα ουσίας. Οι προτάσεις που εμφανίζουν τη «μο­
ντέρνα επιστήμη» ως το αποτέλεσμα, και μάλιστα το κατεξο-
χήν αποτέλεσμα, της κυριαρχίας της τεχνικής, είναι ανεδαφι­
κές. Εάν, για παράδειγμα, εξετάσουμε ένα πολύ σημαντικό
θεώρημα των μοντέρνων μαθηματικών, ας πούμε — μια και εί­
ναι ο τομέας μου— το θεώρημα που αποδεικνύει την ανε-
ΜΑΝΙΦΙΓ . > III ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 5

ξαρτησία της υπόθεσης του συνεχούς (Κοέν, 1963) θα δού­


με τη στοχαστική συμπύκνωση, την ομορφιά της επινόησης,
τον αιφνιδιασμό της έννοιας, τη διακινδύνευση της ρήξης, με
λίγα λόγια μια διανοητική αισθητική, που θα μπορούσαμε
ενδεχομένως να την παραλληλίσουμε με τα σπουδαιότερα
ποιήματα του αιώνα, με την πολιτικο-στρατιωτική τόλμη μιας
επαναστατικής στρατηγικής, ή με τις εντονότατες συγκινήσεις
της ερωτικής συνάντησης, σίγουρα όμως όχι με μια ηλεκτρι­
κή καφετιέρα ή μια έγχρωμη τηλεόραση, όσο χρήσιμα και ευ­
ρηματικά και να είναι αυτά τα αντικείμενα. Αλλωστε η επι­
στήμη, ως επιστήμη, νοούμενη δηλαδή ως μια διαδικασία αλή­
θειας, είναι βαθύτατα ανωφελές, απλώς καταφάσκει ρητά και
απροϋπόθετα στην αυτούσια σκέψη. Αυτή η πρόταση των Ελ­
λήνων (το ανωφελές της επιστήμης, η οποία είναι απλώς κα­
θαρή άσκηση και γενόσημος όρος της σκέψης) δεν χρειάζεται
αναθεώρηση, ούτε καν υπό το παραπλανητικό πρόσχημα ότι
η ελληνική κοινωνία ήταν δουλοκτητική. Το δόγμα περί ωφέ­
λειας καταλήγει πάντοτε να δικαιολογεί το γεγονός ότι δεν
θέλουμε αληθινά —με την ουσιαστική σημασία τού θέλω—
το ανωφελές για όλους.
Όσον αφορά τον «μηδενισμό», θα δεχτούμε ότι αποδίδει
την εποχή μας, μόνο στον βαθμό που με τον όρο μηδενισμό εν­
νοούμε τη ρήξη της παραδοσιακής μορφής του δεσμού, την
αποσύνδεση ως μορφή ύπαρξης όλων εκείνων που καμώνο­
νται τον δεσμό. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η εποχή μας διέπε-
ται από ένα είδος γενικευμένου κατακερματισμού, διότι κα­
μία συμβολική κύρωση του δεσμού δεν είναι σε θέση να αντι-
σταθεί στην αφηρημένη ισχύ ταυ κεφαλαίου. Ό,τι είναι συνόε-
δεμένο αποδεικνύεται ότι ως είναι είναι αποσυνδεδεμένο* η
κυριαρχία του πολλαπλού είναι το αβυσσαλέο θεμέλιο αυτού
·»-’ _ _ _ _ _ ________________________ _ ΛΛΙ Ν ΜΠΛΝ'ΜΟΥ

που παρουσιάζεται δίχως εξαίρεση· το Ένα δεν είναι παρά


το αποτέλεσμα πρόσκαιρων διεργασιών· ιδού η αναπότρεπτη
συνέπεια της καθολικής τοποθέτησης τυ>ν όρων της κατάστα­
σής μας στη ροή της κυκλοφορίας του γενικού χρηματικού
ισοδυνάμου. Καθώς αυτό που παρουσιάζεται έχει πάντοτε
υπόσταση χρονική, και καθώς ο χρόνος είναι για μας, κυριολε­
κτικά, καταμετρημένος, δεν υπάρχει τίποτε που να είναι εγ-
γενώς συνδεδεμένο με κάτι άλλο, αφού και ο ένας και ο άλλος
όρος αυτοΰ του υποτιθέμενου ουσιώδους δεσμού προβάλλο­
νται αδιακρίτως στην ουδέτερη επιφάνεια της καταμέτρη­
σης. Η περιγραφή αυτής της κατάστασης πραγμάτων που
έκανε ο Μαρξ πριν από εκατόν σαράντα χρόνια ισχύει ίδια
και απαράλλακτη:
«Παντού όπου η αστική τάξη κατέλαβε την εξουσία, καταρ­
ράκωσε τις φεουδαρχικές, πατριαρχικές, ειδυλλιακές σχέσεις.
Όλους τους περίπλοκους και ποικιλόμορφους δεσμούς που
ενώνουν τον φεουδαρχικό άνθρωπο με τους φυσικούς ανωτέ-
ρους του, τους διέρρηξε αδυσώπητα και δεν άφησε να απομεί-
νει μεταξύ των ανθρώπων κανένας άλλος δεσμός εκτός από το
ψυχρό συμφέρον, από τις άτεγκτες απαιτήσεις της πληρωμής
“τοις μετρητοίς”. Έπνιξε τα ιερά ρίγη της θρησκευτικής έκ­
στασης, του ιπποτικού ενθουσιασμού, του μικροαστικού συ­
ναισθηματισμού μέσα στα παγωμένα νερά του εγωιστικού
υπολογισμού».
Αυτό που κατεξοχήν αναδεικνύει ο Μαρξ είναι το τέλος
των ιερών μορφών του δεσμού, την εκπνοή της συμβολικής εγ­
γύησης που αποδίδει στον δεσμό η παραγωγική και νομισμα­
τική στασιμότητα. Το κεφάλαιο είναι το γενικό διαλυτικό των
ιεροποιητικών παραστάσεων που διατείνονται ότι υφίστανται
σχέσεις εγγενείς και ουσιώδεις (ανάμεσα στον άνθρωπο και
ΜΛΝΙΦΙ •ΙΛΟΣΟΨΙΛ - 5

τη ορυση, ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάμεσα στις ομάδες και


την Πολιτεία, ανάμεσα στη θνητή ζωή και την αιώνια ζωή
κτλ.). Είναι πολύ χαρακτηριστικά άτι η καταγγελία του «τεχνι­
κού μηδενισμού» σχετίζεται πάντα με τη νοσταλγία τέτοιων
σχέσεων. Η εξαφάνιση του ιερού είναι ένα επαναλαμβανόμε­
νο θέμα στον ίδιο τον Χάιντεγκερ, και η πρόρρηση περί της
επιστροφής του ταυτίζεται με το δανεισμένο από τον Χέλντερ-
λιν θέμα της «επιστροφής των Θεών». Εάν με τον όρο «μηδε­
νισμό» εννοούμε την αποϊεροποίηση, τότε το κεφάλαιο, με
την αναμφισβήτητη πλανητική κυριαρχία του —«τεχνική»
και «κεφάλαιο» όμως συμβαδίζουν μόνο για μια ιστορική πε­
ρίοδο και όχι εννοιακά—, είναι οπωσδήποτε η μόνη μηδενι-
στική δύναμη όπου οι άνθρωποι κατάφεραν να είναι ταυτό­
χρονα οι επινοητές της και η λεία της.
Όμως, για τον Μαρξ όπως και για μας, η αποϊεροποίηση
δεν είναι διόλου μηδενιστική, εάν και εφόσον «μηδενισμός»
σημαίνει κάτι που δηλώνει πως η πρόσβαση στο είναι και στην
αλήθεια είναι αδύνατη. Αντιθέτως, η αποϊεροποίηση είναι
ένας αναγκαίος όρος ώστε να ανοίξει αυτή η πρόσβαση για
τη σκέψη. Είναι προφανώς το μόνο πράγμα που μπορούμε
και οφείλουμε να χαιρετήσουμε στο κεφάλαιο: αναδεικνύει
το αμιγές πολλαπλό ως υπόστρωμα της παρουσίασης17, καταγ­
γέλλει κάθε Ένα ως απλή προσωρινή μορφοποίηση, καθαι-
ρεί τις συμβολικές παραστάσεις στις οποίες ο δεσμός έβρι­
σκε ένα δήθεν είναι. Το ότι αυτή η καθαίρεση διενεργείται
μέσα στην απόλυτη βαρβαρότητα δεν θα πρέπει να επισκιάζει
την καθαρά οντολογική της αρετή. Σε ποιον χρωστάμε άραγε
την απελευθέρωσή μας από τον μύθο της Παρουσίας, από τις
εγγυήσεις που αυτή παρέχει περί υποστασιακότητας των δε­
σμών και περί μονιμότητας των ουσιωδών σχέσεων, αν όχι
_ ______________ ΛΛΓΝ ΜΙΙΛΝΊΙΟΥ

(ττην περιπλανώμενη αυτοματικότητα του κεφαλαίου; Για να


σκεςπούμε πέρα από το κεφάλαιο και πέρα από τις μετριό­
τατες προδιαγραφές του (τη γενικευμένη καταμέτρηση του
χρόνου), πρέπει να ξεκινήσουμε από αυτό που το κεφάλαιο
αποκάλυψε: το είναι είναι ουσιωδώς πολλαπλό, η ιερή Πα­
ρουσία είναι μια καθαρή προσποίηση, και η αλήθεια, όπως
και καθετί, εάν υπάρχει, δεν είναι ούτε μια αποκάλυψη, ούτε
καν η εγγύτητα αυτού που αποσύρεται. Η αλήθεια είναι μια
ρυθμισμένη διαδικασία, που το αποτέλεσμά της είναι ένα
υπερπληρωματικό πολλαπλό.
Η εποχή μας δεν είναι ούτε τεχνική (αφού ως προς αυτό
συνιστά μετριότητα) ούτε μηδενιστική (αφού είναι η πρώτη
εποχή όπου η καθαίρεση των ιερών δεσμών τη διανοίγει προς
τη γενοσημία του αληθινού). Η αινιγματικότητά της, κόντρα
στις νοσταλγικές θεωρητικολογίες του φεουδαρχικού σοσια­
λισμού, που σίγουρα το τελειότερο έμβλημά του υπήρξε ο
Χίτλερ, έγκειται κατά πρώτον στην τοπική διατήρηση του ιε­
ρού, την οποία αποπειράθηκαν, αλλά αποποιήθηκαν, οι με­
γάλοι ποιητές από τον Χέλντερλιν κι έπειτα. Και κατά δεύτε­
ρον, στις αντιτεχνολογικές, οπισθοδρομικές αντιδράσεις που
εξακολουθούν να συνδέουν μπροστά στα μάτια μας τα απομει-
νάρια της θρησκείας (από την ψυχική αλληλεγγύη μέχρι τον
ισλαμισμό), τις μεσσιανικές πολιτικές (του μαρξισμού συμπε­
ριλαμβανομένου), τις απόκρυφες επιστήμες (αστρολογία, βο­
τανοθεραπεία, τηλεπαθητικές μαλάξεις, ομαδικές θεραπείες
με χαϊδολογήματα και βορβορυγμούς...) και στους κάθε λο-
γής ψευδοδεσμούς που ο γλυκανάλατος έρωτας των τραγου­
δούν, ο έρωτας δίχως έρωτα, δίχως αλήθεια και δίχως συνά­
ντηση, αποτελεί την οικουμενική μαλθακή μήτρα τους.
Η φιλοσοφία δεν έχει καθόλου περατωθεί. Όμως η αντο­
ΜΑΝΙΦΈΣΤΟ 1 ΙΑ ΓΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 5 45

χή αυτών των υπολειμμάτων της αυτοκρατορίας του Ενός, τα


οποία και στοιχειοθετούν τον αντι-«μηδενιστικό» μηδενισμό,
διότι παρακωλύουν τις διαδικασίες αλήθειας και υποδηλώ­
νουν το επαναλαμβανόμενο εμπόδιο που αντιτίθεται στην
αφαιρετική οντολογία που διαμεσολαβείται ιστορικά από το
κεφάλαιο, μας επιτρέπει να σκεφτούμε ότι η φιλοσοφία έχει
εδώ και καιρό ανασταλεί...
Προτείνω το εξής παράδοξο: η φιλοσοφία έως πολύ πρό­
σφατα δεν στάθηκε ικανή να σκεφτεί σε ύψος εφάμιλλο του
κεφαλαίου, αφού άφησε, μέχρι τα ενδόμυχό της, το πεδίο
ελεύθερο στις μάταιες νοσταλγίες του ιερού, στο φάσμα της
Παρουσίας, στη σκοτεινή επικυριαρχία του ποιήματος, στην
αμφιβολία για την ίδια της τη νομιμότητα. Δεν στάθηκε ικανή
να. μετατρέψει σε σκέψη το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει γί­
νει, ανεπιστρεπτί, «κύριος και κάτοχος της φύσης», και ότι
εδώ δεν πρόκειται ούτε για απώλεια ούτε για λήθη, αλλά για
τον υψηλότερο προορισμό του — ο οποίος εντούτοις εξακο­
λουθεί να απεικονίζεται με βάση την ηλίθια θολούρα του κα­
ταμετρούμενου χρόνου. Η φιλοσοφία άφησε ημιτελή τον
«καρτεσιανό στοχασμό», περιπλανώμενη στην αισθητικοποίη-
ση της βούλησης και στο πάθος της περάτωσης, του πεπρωμέ­
νου της λήθης, του χαμένου ίχνους. Δεν θέλησε να αναγνωρί­
σει απερίφραστα την απολυτότητα του πολλαπλού και το μη-
είναι του δεσμού. Γραπώθηκε στη γλώσσα, στη λογοτεχνία,
στη γραφή, σαν να ήταν οι τελευταίοι δυνατοί εκπρόσωποι
ενός a priori προσδιορισμού της εμπειρίας, ή σαν να ήταν ο
διασωζόμενος τόπος ενός ξέφωτου του Είναι. Διακήρυξε, από
τον Νίτσε κι έπειτα, ότι αυτό που είχε ξεκινήσει με τον Πλά­
τωνα έφτανε στο λυκόφως του, όμως η αλαζονική αυτή δια­
κήρυξη συγκάλυπτε την αδυναμία να συνεχίσει εκείνο το ξε­
40 ΛΛΙ'.Ν ΜΠΛΝΊΪΟΥ

κίνημα. Η φιλοσοφία δεν καταγγέλλει ή δεν λιβανίζει τον


«μοντέρνο μηδενισμό» παρά στο μέτρο της δικής της δυσκο­
λίας να συλλάβει που μεταβαίνει η σύγχρονη θετικάτητα, και
επειδή δεν μπορεί να εννοήσει ότι έχουμε εισέλθει εκόντες
άκοντες σ’ ένα νέο στάδιο της θεωρίας της αλήθειας, που εί­
ναι το στάδιο τού δίχως-Ένα-πολλαπλού, ή των αποσπασμα­
τικών, απεριόριστων και α-διάκριτων ολοτήτων. «Μηδενι­
σμός» είναι ένα σημαίνον-πασπαρτού για να βουλώνει κάθε
τρύπα. Το αληθινό ερώτημα παραμένει: τι συνέβη στη φιλοσο­
φία, και αρνείται περίτρομη την ελευθερία και τη δύναμη που
μια αποϊεροποιητική εποχή τής προτείνει;
6. Συγκολλήσεις

Εάν, όπως υποστηρίζω, φιλοσοφία είναι η ενστόχαστη μορ­


φοποίηση του ότι οι τέσσερις γενόσημοι όροι της (ποίημα, μα-
θήμιο, πολιτική, έρωτας) είναι συνδυνατοίΙμέσα στη συμβαντι-
κή μορφή που προδιαγράφει τις αλήθειες της εποχής, τότε ανα­
στολή της φιλοσοφίας μπορεί να προκόψει εάν περισταλεί ή
παρεμποδιστεί το ελεύθερο παιχνίδι που απαιτείται ώστε η φι­
λοσοφία να ορίζει ένα καθεστώς μετάβασης ή διανοητικής κυ­
κλοφορίας ανάμεσα στις διαδικασίες αλήθειας που την ορο­
θετούν. Η πιο συχνή αιτία μιας τέτοιας παρεμπόδισης είναι
το ότι, αντί να οικοδομεί τον χώρο συνδυνατότητας μέσω του
οποίου ασκείται η σκέψη του καιρού, η φιλοσοφία αναθέτει
τις λειτουργίες της στον έναν ή τον άλλο από τους όρους της,
και συνεπώς παραδίδει το σύνολο της σκέψης σε μία γενόση-
μη διαδικασία. Οπότε η φιλοσοφία πραγματώνεται μέσα στο
στοιχείο της ίδιας της κατάργησής της προς όφελος αυτής της
διαδικασίας.
Μια τέτοιου τύπου κατάσταση θα την ονομάσω συγκόλλη­
ση^. Η φιλοσοφία αναστέλλεται κάθε φορά που παρουσιά-
4Κ _ _____ ΛΛΙ .Ν ΜΙΙΛΝ Ι ΙΟΥ

ζετα» οαν ιτυγκολλημένη με έναν από ταυς όρους της, απαγο­


ρεύοντας έτσι οτον εαυτό της να οικοδομήσει ελεύθερα έναν
χιό βεηΰΓΐ.χ χώρο, όπου οι καταδεικνύουσες την καινοτομία
των τεσσάρων όρων συμβαντικές ονοματοδοτήσεις να εγ-
γράφονται και να επιβεβαιώνουν - μέσα από μια στοχαστική
άσκηση που να μη συγχέεται με κανέναν από αυτούς τους
όρους - τη συγχρονικότητά τους, και άρα μια ορισμένη μορ-
φοποιήσιμη κατάσταση των αληθειών της εποχής.
Τον 19ο αιώνα, από τον Χέγκελ ως τον Νίτσε, τέτοιες συ­
γκολλήσεις κυριαρχούσαν σε μεγάλο βαθμό, γι’ αυτό και η φι­
λοσοφία (ραίνεται τότε σαν να εκλείπει. Η κυριότερη από αυ­
τές υπήρξε η θετικισηκή, ή επιστημονικιστική, συγκόλληση, η
οποία περίμενε από την επιστήμη να μορφοποιήσει αφ’ εαυ-
τής το ολοκληρωμένο σύστημα των αληθειών της εποχής. Η
συγκόλληση αυτή εξακολουθεί να κυριαρχεί, αν και με μειω­
μένο κύρος, στην ακαδημαϊκή αγγλοσαξονική φιλοσοφία. Τα
πιο ορατά αποτελέσματά της αφορούν φυσικά το καθεστώς
των άλλων όρων. Όσον αφορά τον πολιτικό όρο, του αφαιρεί-
ται κάθε συμβαντικό καθεστώς και περιορίζεται στην πραγ­
ματιστική υπεράσπιση του φιλελεύθερου-κοινοβουλευτικσύ
καθεστώτος. Η λανθάνουσα και συνάμα κομβική απόφανση
είναι ουσιαστικά ότι η πολιτική δεν έχει καμία σχέση με τη
σκέψη. Ο ποιητικός όρος διακλείεται, καταχωρίζεται στο πο­
λιτισμικό παράρτημα, ή προτείνεται ως αντικείμενο για
γλωσσολογικές αναλύσεις. Ο ερωτικός όρος αγνοείται: οφεί­
λω στον Ζαν-Λυκ Νανσί τη διεισδυτική παρατήρηση ότι η ου­
σία των Η.Π.Α. έγκειται στο ότι είναι μια χώρα όπου ο συ­
ναισθηματισμός και το σεξ συνυπάρχουν εις βάρος του έρω­
τα. Η συγκόλληση της φιλοσοφίας με τον επιστημονικό της
όρο τη συρρικνώνει προοδευτικά σ’ έναν αναλυτικό σχολά-
ΜΛΝΙΦΙΓΓΟ ΓΙΑ ΤΙ 1 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - (» 44

στικισμό, τον οποίο επωμίζεται, με όλες τις έννοιες του όρου,


η γλώσσα. Έτσι αφήνεται ελεύθερο το πεδίο για μια διάχυτη
θρησκευτικότητα, που γίνεται το παρήγορο βάλσαμο για τις
πληγές και τους μώλωπες της καπιταλιστικής βαναυσότητας.
Στην κυρίαρχη κανονιστική μορφή του, ο μαρξισμός πρό-
τεινε και αυτός μια συγκόλληση, της φιλοσοφίας με τον πολι­
τικό της όρο. Εξού και το διφορούμενο της περιβόητης θέ­
σης για τον Φόιερμπαχ, η οποία επιδιώκει να αντικαταστήσει
την «ερμηνεία» του κόσμου με τον επαναστατικό μετασχημα­
τισμό του. Η πολιτική εδώ προσδιορίζεται φιλοσοφικά ως η
μόνη ικανή να μορφοποιήσει πρακτικά το γενικό σύστημα
του νοήματος, και η φιλοσοφία καταδικάζεται να πραγματο­
ποιήσει την κατάργησή της. Το ότι η πολιτική, την οποία εξάλ­
λου ο Μαρξ ταυτίζει ευρέως με την πραγματική κίνηση της
Ιστορίας, αποβαίνει η ύστατη μορφή ολοποίησης της εμπει­
ρίας, είναι κάτι που καθαιρεί ταυτόχρονα τόσο τους άλλους
όρους όσο και τη φιλοσοφία που διεκδικουσε να εγγράψει
τη συνδυνατότητά τους με την πολιτική. Γνωρίζουμε την απα­
ρέσκεια του Μαρξ και των μαρξιστών για οτιδήποτε αφορά
την καλλιτεχνική δραστηριότητα, που ούτε την ιδιομορφία
της κατόρθωσαν να στοχαστούν, ούτε την επινοητική της στι-
βαρότητα να σεβαστούν. Όσο για την αλήθεια που απορρέει
από τη διαφορά των φύλων, σε τελική ανάλυση συγκαλύφθη­
κε διπλά, τόσο από τον «σοσιαλιστικό» πουριτανισμό όσο και
από την περιφρόνηση με την οποία αντιμετώπισαν την ψυχα­
νάλυση (η οποία είναι, κατά τη γνώμη μου, η μόνη αληθινή
νεωτερική απόπειρα εννοιολόγησης του έρωτα).
Όσον αφορά τον επιστημονικό όρο, το ζήτημα είναι πιο
περίπλοκο. Ο Μαρξ και οι διάδοχοί του, δέσμιοι σε αυτό το
σημείο της κυρίαρχης θετικιστικής συγκόλλησης, φιλοδοξού­
σαν πάντοτε να ανυψώσουν την επαναστατική πολιτική αε
επιστήμη. Διατήρησαν ένα διφορούμενο ανάμεσα σε μια «επι­
στήμη της Ιστορίας» -τον ιστορικά υλισμό- και μια ελεγχό­
μενη κίνηση της Ιστορίας μέσω της πολιτικής. Αντιπαρέτα-
ξαν, ευθύς εξαρχής, τον δικό τους «επιστημονικό» σοσιαλισμό
προς τους διάφορους «ουτοπικούς» σοσιαλισμούς. Μπορού­
με επομένως να υποστηρίξουμε ότι ο μαρξισμός διασταύρωσε
δύο συγκολλήσεις: τη συγκόλληση με την πολιτική και τη συ­
γκόλληση με την επιστήμη. Και ακριβώς, το πολύπλοκο πλέγ­
μα της διπλής αυτής συγκόλλησης αποκαλεί ο Στάλιν, κατεξο-
χήν αυτός, «φιλοσοφία» — ή διαλεκτικό υλισμό. Με αποτέλε­
σμα η εν λόγω «φιλοσοφία» να εμφανίζεται, περιέργως πως,
με μορφή «νόμων», των «νόμων της διαλεκτικής», που είναι
εφαρμόσιμοι τόσο στη Φύση όσο και στην Ιστορία.
Σε τελική ανάλυση όμως, καθώς σύμφωνα με την «υλιστι­
κή» αντίληψη η επιστήμη παραπέμπεται στις τεχνικο-ιστορι-
κές της προϋποθέσεις, η διπλή συγκόλληση αρθρώνεται υπό
την επικυριαρχία της πολιτικής, που μόνη αυτή μπορεί να συ­
γκεφαλαιώσει και την επιστήμη, πράγμα που είδαμε όταν
ομοίως ο Στάλιν ανέλαβε, εν ονόματι του προλεταριάτου και
του κόμματός του, να νομολογήσει περί γενετικής, περί γλωσ­
σολογίας ή περί σχετικιστικής φυσικής. Αυτή η κατάσταση
επέφερε μια φιλοσοφική παραλυσία τόσο συγκεχυμένη, ώστε,
όταν ο Λουί Αλτουσέρ επιχείρησε, στη δεκαετία του εξήντα,
να επανενεργοποιήσει τη μαρξιστική σκέψη, δεν είδε άλλη
διέξοδο από το να αναστρέψει την άρθρωση των δύο συγκολ­
λήσεων προς όφελος της επιστήμης, και να καταστήσει τον
φιλοσοφικό μαρξισμό κάτι σαν την επιστημολογία του ιστο­
ρικού υλισμού. Πουθενά δεν είναι περισσότερο εμφανής η
δραστικότητα των συγκολλήσεων στη φιλοσοφία εκείνης της
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ TU ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - ί>

εποχής, από την ηρωική προσπάθεια του Αλτουσέρ να επανα­


στρέψει τον μαρξισμό προς τη συγκόλληση με την επιστήμη,
καθώς είχε ορθά συνειδητοποιήσει ότι η κυριαρχία της συ­
γκόλλησης με τον πολιτικό όρο ήταν πολύ πιο βλαπτική. Το
τίμημα γι’ αυτό το εγχείρημα μεταβίβασης ήταν ότι η πολιτική
εξακολούθησε να ανατίθεται σ’ ένα όργανο αφερέγγυο και
εκφυλισμένο όπως ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας,
πράγμα που καθιστούσε πλέον ανέφικτη τη σκέψη στον τομέα
αυτόν. Ύστερα από κάποιες αρχικές επιτυχίες, το φιλοσο­
φικό άνοιγμα σκόνταψε στο συμβάν Μάης-68, που η ενστό-
χαστη ονοματοδότησή του υπερέβαινε από κάθε άποψη τα
αποθέματα του επιστημονικού όρου, και εξέθετε αδυσώπητα
τον ιστορικό ξεπεσμό του Κ.Κ.Γ.
, Η θέση που προτείνω είναι τελικά η ακόλουθη: το ότι η φι-
\ λοσοφία, ίσως από τον Χέγκελ κι έπειτα, κλωθογυρίζει την
αναστολή της, οφείλεται στο ότι είναι δέσμια ενός πλέγματος
συγκολλήσεων με τους όρους της^κυρίως με τον επιστημονικό
και τον πολιτικό, συγκολλήσεις που την εμποδίζουν να μορ-
φοποιήσει τη γενική συνδυνατότητα των όρων της. Είναι λοι­
πόν ακριβές να πούμε ότι κατιτί από την εποχή, από τη δική
μας εποχή, της έχει διαφυγει, και ότι εμφανίζει η ίδια μια
παροπλισμένη και συρρικνωμένη εικόνα.
Ένα αλάνθαστο σημάδι για να αναγνωρίσουμε ότι η φιλο­
σοφία βρίσκεται κάτω από την ακυρωτική επενέργεια κάποιας
συγκόλλησής της με έναν από τους γενόσημους όρους της, εί-
j ναι η μονότονη επανάληψη της απόφανσης σύμφωνα με την
I οποία η «συστηματική μορφή» της φιλοσοφίας είναι πλέον
αδύνατη. Aireó το αντι-συστηματικό αξίωμα έχει γίνει σήμερα
συστηματικό. Υπενθύμισα στην αρχή του βιβλίου τη μορφή
που του δίνει ο Λιοτάρ, αλλά, εάν πιθανώς εξαιρέσουμε τον
^__________ _________________ ΛΛΙίΝ ΜΙΙΛΝΜΟΥ

Λαρντρόκαι τον Ζαμπέ, το συμμερίζονται όλοι οι ιτύγχρονυι


Γάλλοι ςηλόσοφοι, και ειδικά όλοι όοοι αντλούν τα φώτα τους
από τον ιδιόμορφο τυπικό αστερισμό που απαρτίζουν οι' Ελ­
ληνες σοφιστές, ο Νίτσε, ο Χάιντεργκερ και ο Βίτγκενσταϊν.
Εάν λε'γοντας «σύστημα» εννοούμε ένα εγκυκλοπαιδικό
όχημα, που να περιλαμβάνει ένα επιστέγασμα ή να κανοναρ-
χείται από κάποιο ύψιστο σημαίνον, τότε συμφωνώ πως η
αποίεροποιητική νεωτερικότητα είναι απαγορευτική για την
ανάπτυξή του. Μα στηρίχτηκε άραγε ποτέ η φιλοσοφία, αν
εξαι ρέσουμε ίσως τον Αριστοτέλη και τον Χέγκελ, σε μια τέ­
τοια φιλοδοξία; Εάν όμως λέγοντας «συστηματικότητα» εν­
νοούμε, όπως και θα έπρεπε, το ζητούμενο μιας πλήρους μορ­
φοποίησης των τεσσάρων γενόσημων όρων της φιλοσοφίας
(πράγμα που, ας το επαναλάβουμε, δεν απαιτεί διόλου να επι-
δειχθούν, ούτε καν να αναφερθούν, τα αποτελέσματα αυτών
των όρων), σύμφωνα με μια έκθεση που κατά την εκφορά της
να εκθέτει και τον κανόνα που τη διέπει, τότε η ουσία της φιλο­
σοφίας είναι να είναι συστηματική, και κανένας φιλόσοφος,
από τον Πλάτωνα ως τον Χέγκελ, δεν αμφέβαλε ποτέ γι’ αυτό.
Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος που η άρνηση της «συστηματικό­
τητας» σήμερα συνοδεύεται από τη δυσάρεστη αίσθηση για
την οποία μίλησα στην αρχή αυτού του κειμένου, μια αίσθηση
«αδυνατότητας» της ίδιας της φιλοσοφίας. Είναι η ομολογία
ότι η φιλοσοφία δεν είναι διόλου αδύνατη, αλλά ότι παρεμπο­
δίζεται από το ιστορικό πλέγμα των συγκολλήσεων.
Δεν μπορώ να συναινέσω στον ορισμό που δίνει ο Λιοτάρ
για τη φιλοσοφία: ένας λόγος σε αναζήτηση των προσίδιων
κανόνων του. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο καθολικοί κανόνες,
που αν λείπουν δεν υπάρχει κανένας λόγος να μιλάμε για φι­
λοσοφία. Ο πρώτος είναι ότι η φιλοσοφία πρέπει να διαθέτει
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΊΛ Til ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ -

τις συμβαντικές ονοματοδστήσεις των όρων της και συνεπώς


να καθισιά εφικτή την ομόχρονη, εννοιακά ενοποιημένη, σκέ­
ψη για το μαθήμιο, το ποίημα, την πολιτική επινόηση και το Δυο
του έρωτα. Ο δεύτερος κανόνας είναι ότι το περιγραφικό, ή
συντεταγμένο, υπόδειγμα που εγκαθιδρύει αυτόν τον χοίρο
σκέψης, στον οποίο οι γενόσημες διαδικασίες βρίσκουν στέγη
και υποδοχή, πρέπει να εκτίθεται στο εσωτερικό ατπου του
χώρου στέγασης και υποδοχής. Είναι ένας άλλος τρόπος για
να πούμε ότι η φιλοσοφία δεν απο-συγκολλάται παρά μόνο
εάν είναι, η ίδια για τον εαυτό της, συστηματική. Εάν, a con­
trario, η φιλοσοφία διακηρύσσει την αδυνατότητα του συστή­
ματος, σημαίνει πως είναι συγκολλημένη, δηλαδή παραδίδει
τη σκέψη σε ένα μόνο από τους όρους της.
Το γεγονός ότι, από τον δέκατο ένατο αιώνα κι έπειτα, η
φιλοσοφία υπέσιη τη διπλή^συγκόλληση με τον πολιτικό όρο
και με τον επιστημονικό όρο, καθιστά απολύτως κατανοητό
το ότι, ιδιαίτερα από τον Νίτσε κι έπειτα, μπήκε στον πειρα­
σμό να λυτρωθεί συγκολλούμενη με έναν άλλο όρο. Η τέχνη
προσφερόταν θαυμάσια. Αυτό που φτάνει σε κορύφωση με
τον Χάιντεργκερ είναι η αντιθετικιστική και αντιμαρξιστική
προσπάθεια να παραδοθεί η φιλοσοφία στο ποίημα. Όταν ο
Χάιντεργκερ δηλώνει ως κρίσιμες συνέπειες της τεχνικής,
αφενός τη μοντέρνα επιστήμη και αφετέρου το ολοκληρωτικό
κράτος, υποδεικνύει ουσιαστικά τις δύο δεσπόζουσες συγκολ­
λήσεις από τις οποίες η σκέψη θα σωθεί μόνο εάν τις αποποιη­
θεί. Και δεν προτείνει τον δρόμο της φιλοσοφίας, ο οποίος στα
δικά του μάτια πραγματοποιείται μέσω της τεχνικής, αλλά
τον δρόμο που προαισθάνθηκε ο Νίτσε, ή και ο Μπερξόν,
που έλαβε προεκτάσεις στη Γερμανία με τη φιλοσοφική λα­
τρεία προς τους ποιητές και στη Γαλλία με τον φετιχισμό της
'■»___________ ______________________ ΛΛΙ-Ν ΜΙΙΛΝΙΙΟΥ

λογοτεχνίας (Μπλανοό, Ντεριντά, αλλά και Ντελέζ...), τον


δρόμο που αναθέτει το σφρίγος της σκέψης στον καλλιτεχνι­
κό όρο. Θεραπαινίδα της επιστήμης στη Δύση, και της πολιτι­
κής στο Ανατολικό μπλοκ, η φιλοσοφία αποπειράθηκε στη δυ­
τική Ευρώπη να υπηρετήσει τουλάχιστον τον άλλο Κύριο, το
ποίημα. Ιδού η σημερινή κατάσταση της φιλοσοφίας: Αρλεκί­
νος, υπηρέτης τριών αφεντάδων. Μπορούμε μάλιστα να προ­
σθέσουμε ότι ένας Λεβινάς, επεξεργαζόμενος τη δυαδική
θεματική για τον Αλλο και το πρόσωπό του, για τη Γυναίκα,
αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο η φιλοσοφία να γίνει κάλλιστα
ο υπηρέτης και του τέταρτου όρου της, του έρωτα.
Διατείνομαι ότι σήμερα είναι δυνατό, άρα ζητούμενο, να
καταργήσουμε όλεαυτές τις διομολογήσεις. Η χειρονομία
που προτείνω είναι απλουστατα η χειρονομία της φιλοσοφίας,
δηλαδή η απο-συγκόλληση. Διαπιστώνουμε ότι το βασικό δια-
κύβευμα, η υπέρτατη δυσκολία, είναι να απο-συγκολλήσουμε
τη φιλοσοφία από τον ποιητικό της όρο. Ο θετικισμός και ο
δογματικός μαρξισμός δεν συνιστουν πλέον παρά απολιθω-
μένες τοποθετήσεις. Είναι καθαρά θεσμικές ή ακαδημαϊκές
συγκολλήσεις. Αντίθετα, αυτό που ενδυνάμωσε την ποιητι-
κίζουσα συγκόλληση, ήτοι τον Χάιντεγκερ, κάθε άλλο παρά
ξεπερασμένο είναι, αφού ούτε καν έχει γίνει αντικείμενο
εξέτασης.
Τι έπρατταν και τι στοχάζονταν οι ποιητές την εποχή πού η
φιλοσοφία έχανε το δικό της πεδίο, έτσι συγκολλημένη καθώς
ήταν είτε με το μαθήμιο είτε με την επαναστατική πολιτική;
7. Η εποχή των ποιητών

Κατά την περίοδο που, σε γενικές γραμμές, αρχίζει ακριβώς


μετά τον Χέγκελ, περίοδο κατά την οποία η φιλοσοφία είναι
ως επί το πλείστον συγκολλημένη είτε με τον επιστημονικό όρο
είτε με τον πολιτικό όρο, η ποίηση επωμίστηκε ορισμένες από
τις λειτουργίες της φιλοσοφίας. Μάλιστα, όλοι συμφωνουν πως
είναι μια περίοδος εξαιρετική για την τέχνη αυτή. Πάντως, η
ποίηση και οι ποιητές για τους οποίους μιλάμε δεν είναι ούτε
όλη η ποίηση ούτε όλοι οι ποιητές. Πρόκειται για εκείνους που
το έργο τους είναι αμέσως αναγνωρίσιμο ως έργο στοχασμού,
και για τους οποίους το ποίημα αποτελεί, εκεί ακριβώς όπου η
φιλοσοφία αποτυγχάνει, τον τόπο της γλώσσας όπου ασκείται
μια πρόταση για το είναι και για τον χρόνο. Οι συγκεκριμένοι
ποιητές δεν αποφάσισαν να υποκαταστήσουν τους φιλοσό­
φους, δεν έγραψαν έχοντας ξεκάθαρη επίγνωση μιας τέτοιας
υποκατάστασης. Πρέπει μάλλον να φανταστούμε πως εξαι-
τίας της απουσίας του ελεύθερου φιλοσοφικού παιχνιδιού
ασκήθηκε πάνω τους ένα είδος διανοητικής πίεσης, και ένιω­
σαν την ανάγκη να συγκροτήσουν, μέσα από την τέχνη τους.
ήι _____ ______ _______ ___ _____ _ ΛΛΓΝ MjjANIIOY

F κείνο τον γενικό χώρο υποδοχής για τη σκέψη και για τις
γενόσημες διαδικασίες που η φιλοσοφία, συγκολλημένη κα­
θώς ήταν, δεν κατόρθωνε πλέον να εγκαταστήσει. Αν κλήθη­
κε ειδικά η ποίηση γι’ αυτό το έργο, αυτό έγινε αφενός επειδή,
τουλάχιστον μέχρι τον Νίτσε και τον Χάιντεγκερ, δεν περιλαμ-
βανόταν στους όρους εκείνους με τους οποίους η φιλοσοφία
είχε προνομιακά συγκολληθεί, και αφετέρου επειδή η ποίηση,
τέχνη που συνδέει τον λόγο [parole] με την εμπειρία, έχει
από παλιά την έφεση να εμπεριέχει στον χιμαιρικό ορίζοντά
της το ιδανικό της Παρουσίας, της θεμελιωμένης από τον λό­
γο Παρουσίας. Η άμιλλα του ποιητή με τον φιλόσοφο είναι
μια παλιά ιστορία, όπως το διαπιστώνει κανείς στην ιδιαίτε­
ρα αυστηρή εξέταση στην οποία υποβάλλει την ποίηση και
τους ποιητές ο Πλάτωνας. Το «κανόνισμα των λογαριασμών»
με τον Πλάτωνα, που πρώτος διακήρυξε ο Νίτσε, βρήκε πρό­
σφορο έδαφος στην επικράτεια του ποιήματος. Ο Καρτέσιος,
ο Λάιμπνιτς, ο Καντ ή ο Χέγκελ θα μπορούσαν κάλλιστα να
ήταν μαθηματικοί, ιστορικοί, φυσικοί, αλλά σίγουρα όχι ποιη­
τές. Όμως από τον Νίτσε κι έπειτα, όλοι τέτοιες φιλοδοξίες
τρέφουν, όλοι ζηλεύουν τους ποιητές, όλοι είναι παραλίγο
ποιητές, ή περίπου ποιητές, ή φτασμένοι ποιητές, πράγμα που
βλέπουμε στον Χάιντεργκερ, αλλά και στον Ντεριντά ή τον
Λακσυ-Λαμπάρτ, ενώ ακόμη και ο Ζαμπέ ή ο Λαρντρό χαι­
ρετίζουν τη μοιραία ποιητική ροπή των μεταφυσικών ανατά­
σεων της Ανατολής.
Αυτό γίνεται διότι, τον καιρό της συγκολλημένης στειρότη-
τας των φιλοσόφων, υπήρξε όντως μια εποχή των ποιητών.
Υπήρξε μια εποχή, ανάμεσα στον Χέλντερλιν και τον Πάουλ
Τσέλαν, κατά την οποία ο κλονισμός του νοήματος που χα­
ρακτήριζε την εποχή, ο πιο ανοικτός τρόπος πρόσβασης στο
ΜΑΝΙΦΈΣΤΟ ΠΛ ΙΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 7 S7

ερώτημα του είναι, ο χώρος συνδυνατότητας με τις λιγότερες


δεσμεύσεις από βίαιες συγκολλήσεις, η πιο «υποψιασμένη»
διατύπωση της εμπειρίας του μοντέρνου ανθρώπου, ανιχνευ-
θηκαν και συγκροτήθηκαν από το ποίημα. Μια εποχή όπου
το αίνιγμα της ποιητικής μεταφοράς συλλαμβάνει το αίνιγμα
του καιρού, όπου η ίδια η αποσυνδεση δένεται στο «σαν» της
εικόνας. Μια ολόκληρη εποχή έχει αναπαραστηθεί μέσα σε
συνοπτικές φιλοσοφίες ως εποχή συνεκτική και κυρίως προ­
σανατολισμένη. Υπήρχε η πρόοδος, το νόημα της Ιστορίας, η
πανάρχαια θεμελίωση, η έλευση ενός άλλου κόσμου, και άλ­
λων ανθρώπων. Όμως το πραγματικό αυτής της εποχής ήταν
πολύ περισσότερο η μη συνεκτικότητα και ο αποπροσανατο­
λισμός. Η ποίηση, τουλάχιστον η «μεταφυσική» ποίηση, εκεί­
νη με τη μεγαλύτερη συμπύκνωση και διανοητική ένταση, αλ­
λά και η πιο σκοτεινή, εκείνη μόνη έδειξε και άρθρωσε τον
ουσιώδη αυτόν αποπροσανατολισμό. Η ποίηση χάραξε στις
προσανατολισμένες αναπαραστάσεις της Ιστορίας μια απο-
προσανατολίζουσα διαγώνιο. Η αστραφτερή ξηρότητα τού­
των των ποιημάτων ανέκοψε [a césuré] —για να χρησιμοποιή­
σουμε μία χελντερλίνιας προέλευσης έννοια του Λακού-Λα-
μπάρτ —, το ιστορικό πάθος.
Οι τυπικοί εκπρόσωποι της εποχής των ποιητών, από την
ώρα που η φιλοσοφία τείνει να συγκολληθεί με τον ποιητικό
όρο, καθίστανται το αντικείμενο μιας φιλοσοφικής πρόκρι­
σης. Ο Μισέλ Ντεγκί φτάνει στο σημείο να πει —αλλά είναι
αλήθεια ότι είναι ποιητής — : «Η φιλοσοφία, για να προετοι­
μάσει για την ποίηση». Εν πάση περιπτώσει για να προετοιμά­
σει τον κατάλογο των ποιητών που η φιλοσοφία αναγνωρίζει
ότι έχουν από καιρό αναλάβει, αντ’ αυτής, τις συνήθεις λει­
τουργίες της.
— ____________ _________________ _____ ___ _ _ _ λ λ ^ ν Μ,,ΛΝΙ|,ίΥ

Σε ό.τι με «φορά (αλλά εγώ υποστηρίζω <5χι η εποχή των


ποιητών έχει περατωθεί, οπότε διαμορφώνω τον κατάλογό
μου με βάση αυτή τη λήξη, γι’ αυτό και ο κατάλογος είναι κλει­
στός), αναγνωρίζω επτά κρίσιμους ποιητές, όχι επειδή είναι
αναγκαστικά οι «καλύτεροι» —ανέφικτη η απονομή πρω­
τείων —, αλλά επειδή στοιχειοθετούν την περιοδολόγηση και
τις τονικότητες της εποχής των ποιητών. Είναι ο Χέλντερλιν,
ο προφήτης τους, η εμπροσθοφυλακή τους, και κατόπιν, όλοι
τους μεταγενέστεροι της Παρισινής Κομούνας που σηματοδό­
τησε την αναπαράσταση του αποπροσανατολισμού ως προ­
σανατολισμένου νοήματος, οι Μαλαρμέ, Ρεμπό, Τρακλ, Πε-
σόα, Μαντελστάμ και Τσέλαν.
Δεν τίθεται ζήτημα εδώ να μελετήσουμε την ιστορική δια­
πλοκή, τις μεταστροφές, τα ιδρυτικά ποιήματα, τα ιδιόμορφα
εγχειρήματα (όπως το Βιβλίο του Μαλαρμέ, η απορρύθμιση
του Ρεμπό, τα ετερώνυμα του Πεσόα...), όλα εκείνα τα εννοιο-
λογικά εγχειρήματα που το ανομοιόμορφο σύνολό τους στοι­
χειοθετεί την εποχή των ποιητών ως εποχή της σκέψης. Με­
ρικές παρατηρήσεις ωστόσο:

1) Η βασική γραμμή που ακολουθούν οι ποιητές μας, και


που τους επιτρέπει να αποσπώνται από τα παρεπόμενα των
φιλοσοφικών συγκολλήσεων, είναι η καθαίρεση της κατηγο­
ρίας του αντικειμένου. Πιο συγκεκριμένα: η καθαίρεση της
κατηγορίας του αντικειμένου, και της αντικειμενικότητας, ως
αναγκαίων μορφών της παρουσίασης. Αυτό που επιχειρούν
οι ποιητές της εποχής των ποιητών είναι να ανοίξουν μια
πρόσβαση στο είναι, εκεί ακριβώς όπου το είναι δεν μπορεί
να στηριχτεί από το αντικείμενο ως παρουσιαστική κατηγο­
ρία. Οπότε, η ποίηση είναι έκτοτε κατ’ ουσίαν αποαντικειμε-
ΜΛΝΙΦΙΧΓΟ ΓΙΛ Tll ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 7

νοποιητιχή. Αιττό δεν σημαίνει διόλου ότι το νόημα εκχωρεί­


ται στο υποκείμενο, ή στο υποκειμενικό. Κάθε άλλο μάλιστα,
διότι η συνείδηση της ποίησης είναι ιδιαίτερα οξυμμένη όσον
αφορά τον δεσμό που οργανώνουν οι συγκολλήσεις ανάμεσα
σε «αντικείμενο», ή αντικειμενικότητα, και «υποκείμενο». Ο
δεσμός αυτός είναι συστατικός του ειδέναι ή της γνώσης.
Όμως η πρόσβαση στο είναι που επιχειρεί η ποίηση δεν
υπάγεται στην τάξη της γνώσης. Τοποθετείται άρα διαγωνίως
προς την αντίθεση υποκε ιμένου/αντικε ιμένου. Όταν ο Ρεμπό
καυτηριάζει σαρκαστικά την «υποκειμενική ποίηση», ή όταν
ο Μαλαρμέ αποφαίνεται ότι το ποίημα λαμβάνει χώρα μόνο
όταν ο δημιουργός του καθίσταται απών ως υποκείμενο, αυ­
τό που εννοούν είναι ότι η αλήθεια του ποιήματος επέρχεται
εφόσον αυτό που το ποίημα εκφέρει δεν ανάγεται ούτε στην
αντικειμενικότητα ούτε στην υποκειμενικότητα. Διότι, για
όλους τους ποιητές της εποχής των ποιητών, εάν η συνεκτικό­
τητα [la consistance] της εμπειρίας συνδέεται με την αντικει­
μενικότητα, όπως διατείνονται οι συγκολλημένες φιλοσοφίες
επικαλούμενες τον Καντ, τότε πρέπει τολμηρά να υποστηρί­
ξουμε ότι το είναι ασυστατεί [l’être inconsisteπράγμα που
θα συνοψίσει αξιοθαύμαστα ο Τσέλαν:

«Πάνω στ’ ασύστατα


ν’ ακουμπήσουμε»

Η ποίηση, που αναζητεί το ίχνος ή το κατώφλι της Παρου­


σίας, αρνείται ότι μπορεί κανείς να σταθεί σ’ ένα τέτοιο κατώ­
φλι διατηρώντας τη θεματική της αντικειμενικότητας, και κατά
συνέπεια, δεν μπορεί ούτε κάποιο υποκείμενο — υποχρεωτικό
σύστοιχο του αντικειμένου— να είναι ο φορέας μιας τέτοιας
<"'_____________ ______________________ ΛΛΙ.Ν ΜΙΙΛΝΊΙΟΥ

εμπειρίας. Αν η ποίηιτ»] συνέλαβε ιπα σκοτεινά τη ζοφερότητα


του καιρού, amó έγινε επειδή, ανεξάρτητα από την ποικιλο-
μορφία ή και τον ασυμφιλίωτο χαρακτήρα τοιν διαδικασιών
της, καθαίρεοε το «αντικειμενοποιητικό» πλαίσιο υποκειμέ-
νου/αντικειμένου, σύμφωνα με το οποίο, με δεδομένο το στοι­
χείο των συγκολλήσεων, γινόταν η φιλοσοφική διαπίστωση
πως η εποχή είχε προσανατολισμό. Ο ποιητικός αποπροσανα­
τολισμός, διεπόμενος από τον νόμο μιας αλήθειας που διεμβο-
λίζει και θρυμματίζει κάθε γνώση, έγκειται κατ’ αρχάς στο ότι
υπάρχει μια εμπειρία που αφίσταται ταυτόχρονα τόσο της
αντικειμενικότητας όσο και της υποκειμενικότητας.

2) Amó που έδρασε ενισχυτικά για τη σκέψη του Χάιντε-


γκερ είναι το γεγονός ότι διασταύρωσε την καθαρά φιλοσο­
φική κριτική της αντικειμενικότητας με την ποιητική καθαί­
ρεσή της. Η μεγαλοφυής κίνηση — σημειωτέον όμως ότι δεν
είναι παρά ένας τρόπος συγκόλλησης, στη συγκεκριμένη πε­
ρίπτωση με τον ποιητικό όρο— ήταν:
— ότι συνέλαβε, κυρίως μέσω της κριτικής μελέτης του
Καντ, ότι εκείνο που διαχώριζε τη «θεμελιώδη οντολογία»
από τη θεωρία της γνώσης ήταν πως η τελευταία διατηρούσε
την κατηγορία του αντικειμένου, οδηγητικό μίτο και απόλυ­
το όριο της καντιανής κριτικής·
— ότι παρ’ όλα αυτά δεν έπεσε στον υποκειμενισμό, ή σε
μια ριζική φιλοσοφία της συνείδησης, δρόμο που τελικά ακο­
λούθησε ο Χούσερλ, αλλά αντίθετα πρότεινε την αποδόμηση
της θεματικής του υποκειμένου, θεωρώντας το ως τελευταία
παραλλαγή της μεταφυσικής, και αναγκαστικό σύστοιχο της
αντικειμενικότητας·
— ότι επέμεινε έτσι σταθερά στην κεφαλαιώδη διάφορο-
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ί'ΙΛ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 7

ποίηση του ειδέναι από την αλήθεια, ή της γνώσης από τη σκέ­
ψη, διαφοροποίηση που αποτελεί το υπόρρητο θεμέλιο του
ποιητικού εγχειρήματος·
— ότι έφτασε έτσι στο σημείο όπου έγινε δυνατόν να πα­
ραδοθεί η φιλοσοφία στην ποίηση. Αυτή η συγκόλληση μοιά­
ζει φερέγγυα, διότι είναι αλήθεια ότι υπήρξε μια εποχή των
ποιητών. Η ύπαρξη των ποιητών έδωσε στη σκέψη του Χάι-
ντεγκερ, που δίχως αυτή θα ήταν απορητική και απελπισμένη,
το έδαφος μιας ιστορικότητας και μιας ενεργού πραγμα­
τικότητας που της προσέδωσε — από τη στιγμή που το όραμα
μιας πολιτικής ιστορικότητας συγκεκριμενοποιήθηκε και δια­
λύθηκε μέσα στη ναζιστική φρίκη— αυτό που έμελλε να εί­
ναι η μοναδική πραγματική έκφανσή της.
Μέχρι τις μέρες μας, η σκέψη του Χάιντεγκερ αντλεί τη
δύναμη της πειθούς της από το γεγονός ότι υπήρξε η μόνη που
συνέλαβε ό,τι διακυβευόταν στο ποίημα, και συγκεκριμένα
την καθαίρεση του φετιχισμού του αντικειμένου, την αντίθεση
της αλήθειας και του ειδέναι, και τελικά τον ουσιώδη απο­
προσανατολισμό της εποχής μας.
Γι’ αυτό και η μόνη θεμελιακή κριτική που είναι δυνατόν
να υπάρξει προς τον Χάιντεγκερ είναι τούτη: η εποχή των
ποιητών περατώθηκε, είναι αναγκαίο να απο-συγκολλήσου-
με τη φιλοσοφία και από τον ποιητικό της όρο. Πράγμα που
σημαίνει: η αποαντικειμενοποίηση, ο αποπροσανατολισμός,
δεν χρειάζεται πλέον σήμερα να εκφέρονται μέσω της ποιη­
τικής μεταφοράς. Ο αποπροσανατολισμός μπορεί να αποδο­
θεί εννοιακά.

3) Υπάρχει ωστόσο, στον χαϊντεγκεριανό απολογισμό της


εποχής των ποιητών, ένα σημείο παραποίησης. Ο Χάιντε-
ο: ΛΛΙ.Ν ΜΙΙΛΝΙΙΟΥ

γκερ φέρεται «αν ο ποιητικός λιίγος να ταύτιζε την καθαίρε­


ση της αντικειμενικότητας με. την καθαίρεση της επιστήμης.
Διακινδυνεύοντας το Ανοικτό μέσα από τα ενδόμυχα της τε­
χνικής απόγνωσης, το ποίημα υποτίθεται πως προοάγει, εκ­
θέτει, τη «μοντέρνα επιστήμη» στην εννοιολογική κατηγορία
της αντικειμενοποίησης του κόσμου και του υποκειμένου ως
εκμηδενίζουσας βούλησης. Ο Χάιντεγκερ «μοντάρει» την
αντινομία του μαθημίου και του ποιήματος με τρόπο ώστε να
συμπίπτει με την αντίθεση του ειόέναι και της αλήθειας, ή τον
ζεύγους υποκείμενο/αντικείμενο και του είναι. Μόνο που αυ­
τό το μοντάρισμα δεν είναι αναγνώσιμο στην ποίηση της επο­
χής των ποιητών. Η αυθεντική σχέση των ποιητών με τα μα­
θηματικά είναι εντελώς διαφορετικής τάξεως. Εμφανίζεται
σαν σχέση πλαγιοκοπουμενου ανταγωνισμού, σαν σχέση ετε­
ρογενούς κοινότητας στο ίδιο σημείο. Η «αλγεβρική» βούλη­
ση της μαλαρμικής ποίησης είναι καταφανής, και όταν γρά­
φει «εσείς εκπνεύσαντες μαθηματικοί», το κάνει ακριβώς για
να τονίσει ότι στον συγκεκριμένο τόπο όπου ενεργοποιείται η
συνωμοσία της τύχης και του απείρου, η ποίηση αίρειΆ,το μα-
θήμιο. 'Οταν ο Ρεμπό σημειώνει —διεισδυτικότατος αφορι-
σμός για την «κατά γράμμα» ουσία της επιστήμης—: «Οι αδύ­
ναμοι που θα άρχιζαν να σκέφτονται το πρώτο γράμμα της
αλφαβήτου, πόσο γρήγορα θα βουλίαζαν στην τρέλα!» εγγρά­
φει πάραυτα το πάθος του μαθημίου στις λυτρωτικές απορρυθ­
μίσεις, διότι τι άλλο είναι κατά βάθος τα μαθηματικά, αν όχι η
απόφαση να σκεφτείς περί τα γράμματα; Ο Λοτρεαμόν, άξιος
κληρονόμος του Πλάτωνα, του Σπινόζα και του Καντ, θεωρεί
ότι τα μαθηματικά τον έσωσαν, και τον έσωσαν ακριβώς στο
σημείο της καθαίρεσης του ζεύγους υποκείμενο/αντικείμενο,
ή άνθρωπος/κόσμος: «Ω αυστηρά μαθηματικά, δεν σας λησμό­
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 7 Μ

νησα, απ’ όταν τα σοφά μαθήματά σας, που είχαν του μελιού
τη γλύκα, πότισαν την καρδιά μου, σαν κύμα δροσιστικό. Δί­
χως εσάς, παλεύοντας με τον άνθρωπο, θα είχα ίσως νικηθεί».
Και όταν ο Πεσόα γράφει: «Το διώνυμο του Νεύτωνα εί­
ναι όμορφο σαν την Αφροδίτη της Μήλου/Γεγονός είναι ότι
ελάχιστοι άνθρωποι θα το αντιληφθούν», μας κάνει να σκε-
φτούμε ότι, αντί να ανατάξουμε την αλήθεια του ποιήματος
στον λανθάνοντα μηδενισμό του μαθημίου, είναι επιτακτικό
να συμβάλουμε ώστε αυτή την ταυτότητα ομορφιάς να την
αντιληφθούν επιτέλους, όχι ελάχιστοι, μα όλοι οι άνθρωποι.
Η ποίηση, διεισδυτικότερη ως προς αυτό από τον φιλόσο­
φο που την υπηρέτησε, είχε πλήρη επίγνωση ότι συμπράττει
στη σκέψη με τα μαθηματικά, διότι είχε τυφλά αντιληφθεί ότι
και το μαθήμιο, με την αμιγή δωρεά του γράμματος που το χα­
ρακτηρίζει, με την κενή συγκόλλησή του προς κάθε πολλαπλή
παρουσίαση, αμφισβητούσε και καθαιρούσε την πρωτοκαθε­
δρία της αντικειμενικότητας. Οι ποιητές ήξεραν, καλύτερα μά­
λιστα από τους ίδιους τους μαθηματικούς, ότι δεν υπήρχε μα­
θηματικό αντικείμενο.
Κάθε συγκόλληση είναι μια υπερθεμάτιση, διότι όπως είπα,
επαναλαμβάνοντας τον Χάιντεργκερ, η φιλοσοφία επιδεινώ­
νει τα προβλήματα. Όταν είναι συγκολλημένη με έναν από
τους όρους της, του προσδίδει αρετές τις οποίες δεν γίνεται να
αντιληφθεί κανείς όταν ασκεί εκ των έσω τον εν λόγω όρο.
Απομονώνοντας το ποίημα ως μοναδικό σχήμα της σκέψης και
της διακινδύνευσης, ως ύστατη βαθμίδα της απόγνωσης και
της λύτρωσης, φτάνοντας μέχρι το σημείο να εξετάσει, ακο­
λουθώντας τον Ρενέ Σαρ, το ενδεχόμενο «μιας εξουσίας ποιη­
τών και στοχαστών», ο Χάιντεγκερ υπερέβη την ποιητική δι­
καιοδοσία, η οποία — εκτός από την περίπτωση όπου «παίρνει
Μ_____________ ___ _______ _____________________ ______ΛΛΙΝ ΜΙΙΛΝΊΙΟΥ

πόζα», όπως κάνει δυστυχώς ο Σαρ κάθε τόσο— δεν νομιμο­


ποιεί μια τέτοια ενοποίηση, και αντιμετωπίζει μάλιστα το μα-
Βήμιο, αλλά και την πολιτική και τον έροπα, από εντελώς δια­
φορετικό πρίσμα. Η στάση του Χάιντεγκερ απέναντι σιο
ποίημα δεν ήταν καλύτερη από τη στάση εκείνων -ανήκα κι
εγώ σ’ αυτούς21 — που απολυτοποίησαν φιλοσοφικά την πολι­
τική από το εσωτερικό της μαρξιστικής συγκόλλησης, υπερ-
βαίνοντας κατά πολύ αυτό που η πραγματική πολιτική ήταν σε
θέση να εκφέρει για τον εαυτό της. Δεν ήταν καλύτερη επί­
σης από τη στάση των θετικιστών φιλοσόφων, με όλες αυτές
τις θεσπέσιες υποσχέσεις που πήγαν να αντλήσουν από την
επιστήμη, η οποία, όχι μόνο δεν είναι σε θέση να δώσει, αλλά
και είναι εντελώς ξένη προς οποιαδήποτε «υπόσχεση».

4) Το κεντρικό εγχείρημα με βάση το οποίο μπορούμε να


δεξιωθούμε και να στοχαστούμε έναν ποιητή της εποχής των
ποιητών είναι η «μέθοδος» αποαντικειμενοποίησης που ακο­
λουθεί, δηλαδή η συνήθως πολύ περίπλοκη διαδικασία που
ενεργοποιεί για να παράγει αλήθειες παρακάμπτοντας το ει-
δέναι, για να εκφέρει τον αποπροσανατολισμό κατά τη με­
ταφορική κίνηση μιας καθαίρεσης του ζεύγους υποκείμε-
νο/αντικείμενο. Αυτές οι διαδικασίες είναι που διαφοροποιούν
τους ποιητές, και επιτρέπουν να περιοδολογηθεί η εποχή των
ποιητών. Ανάγονται σε δύο τύπους κυρίως: ελλειμματικότη-
τα ή πλεονασμό. Το αντικείμενο είτε αφίσταται της Παρου­
σίας, αποσύρεται από την Παρουσία διά της αυτοδιάλυσής
του (αυτή είναι η μέθοδος του Μαλαρμέ), είτε αποσπάται
από το πεδίο εμφάνισής του, χάνει τον χαρακτήρα μοναχικής
εξαίρεσης και μπορεί πλέον να υποκατασταθεί από οποιοδή-
πστε άλλο (αυτή είναι η μέθοδος του Ρεμπό). Το ποίημα
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 7 (.5

ρυθμίζει το έλλειμμα ή απορρυθμίζει την παρουσίαση. Ταυ­


τόχρονα, το υποκείμενο καταργείται είτε διά της απουσίας
(Μαλαρμέ) είτε διά του ενεργού πολλαπλασιασμού του (Πε-
σόα, καθώς και Ρεμπό: «Μπροστά σε πολλούς ανθρώπους,
συνομιλούσα φωναχτά με μια στιγμή κάποιας από τις άλλες
τους ζωές. - Έτσι, αγάπησα ένα γουρούνι»). Η απογραφή
αυτών των διαδικασιών είναι η καλύτερη ένδειξη για το πό­
σο αυτά τα ποιήματα συμφύονται με, και υποκαθιστούν προ­
σωρινά, τους αρμούς του στοχαστικού χώρου που ορίζει τη
φιλοσοφία.

5) Το έργο του Πάουλ Τσέλαν εκφέρει, καταληκτικά, και


από τα ενδότερα της ποίησης, το τέλος της εποχής των ποιη­
τών. Ο Τσέλαν περατώνει τον Χέλντερλιν.22
8. Συμβάντα

Το ότι σήμερα είναι δυνατό, και επομένως αναγκαίο, να


απο-συγκολλήσουμε τη φιλοσοφία και να διακηρύξουμε την
αναγέννηση της- το ότι υστέρα από τη μακρόχρονη αναστο­
λή που επέφεραν τα αλλεπάλληλα και καταστρεπτικά προ­
νόμια που γνώρισε ο επιστημονικός όρος (θετικισμοί), ο πο­
λιτικός όρος (μαρξισμοί) και ο ποιητικός όρος (από τον Νί-
τσε μέχρι σήμερα), καθίσταται και πάλι επιτακτικό να μορ-
φοποιηθούν οι τέσσερις όροι με βάση μια εντελώς ανανεω­
μένη θεωρία περί αλήθειας· το ότι αποκρούοντας τις επανει­
λημμένες αναγγελίες του «τέλους της φιλοσοφίας», του «τέ­
λους της μεταφυσικής», της «κρίσης του ορθού λόγου», της
«αποδόμησης του υποκειμένου», έχουμε ως καθήκον να ξα-
ναπιάσουμε το νήμα του νεωτερικου ορθού λόγου, να κά­
νουμε ένα επιπλέον βήμα στη γενεαλογία του «καρτεσιανού
στοχασμού»: όλα αυτά δεν θα ήταν παρά αυθαίρετος βολο­
νταρισμός, εάν το νόημά τους δεν ήταν θεμελιωμένο σε κάτι
που στοίχε ιοθετείται καταστατικά ως κρίσιμα συμβάντα που
συνέβησαν, έστω και με ονοματοδοτήσεις που παραμένουν
<* _____________________________________ _______ ΛΛΙ-Ν ΜΙΙΛΝΙΙΟν

μετέωρες ή επισφαλείς, οτο πεδίο του καΟενός από τους τέσ­


σερις όρους. Και ακριβώς αυτά τα ιτυμβάντα του μαθημίου,
του ποιήματος, της ρκέψης για τον έρωρα και την πολιτική
επινόηση είναι που μας προδιαγράφουν την επιστροφή της
φιλοσοφίας, που έχει την ικανότητα να διευθετεί ένα διανοη­
τικό τόπο κάλυψης και υποδοχής για ό,τι από αυτά τα συμ­
βάντα είναι ήδη από τώρα κατονομάσιμο.

Στην τάξη του μαθημίου, η διαδρομή από τον Κάντορ στον


Πολ Κοέν συγκροτεί ένα τέτοιο συμβάν. Θεμελιώνεται το
κεντρικό παράδοξο της θεωρίας του πολλαπλού, και αρθρώ­
νεται για πρώτη φορά με τρόπο εξ ολοκλήρου αποδεικτικό
σε διακριτή έννοια αυτό που αποτελεί α-διάκριτη πολλα-
πλότητα. Επιλύεται, με τρόπο που αντιτίθεται σ’ εκείνον που
είχε προτείνει ο Λάιμπνιτς, το ζήτημα του κατά πόσον μια έλ­
λογη σκέψη περί του είναι-ως-είναι υπακούει ή όχι στην ηγε­
μονία της γλώσσας. Γνωρίζουμε σήμερα ότι κάτι τέτοιο όχι
μόνο δεν ισχύει, αλλά και ότι, αντιθέτως, μόνο εάν λάβουμε
υπόψη την ύπαρξη των οποιωνδήποτε, ακατονόμαστων, «γε-
νόσημων» πολλαπλοτήτων, πολλαπλοτήτων που καμία γλωσ­
σική ιδιότητα δεν οριοθετεί, τότε μόνο ενδέχεται να προσεγ­
γίσουμε την οντική αλήθεια ενός δεδομένου πολλαπλού. Το
ότι η αλήθεια διεμβολίζει τη γνώση, το ότι κατά συνέπεια
δεν υπάρχει γνώση της αλήθειας, αλλά μόνο παραγωγή αλη-
θειών, αυτό σημαίνει ότι, εάν σκεφτούμε το είναι της αλήθειας
μαθηματικά — επομένως ως καθαρή πολλαπλότητα—, θα δού­
με ότι μια αλήθεια είναι γενόσημη, διαφεύγει κάθε ακριβούς
προσδιορισμού, και είναι πλεονάζουσα ως προς αυτό που ο
προσδιορισμός επιτρέπει να διακρίνουμε. Το τίμημα που πλη­
ρώνουμε γι’ αυτή τη βεβαιότητα είναι ότι η ποσότητα ενός
ΜΑΝΙΦΙ-ΓΤΟ ΠΛ ΤΤ1 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 8 ί>ν»

πολλαπλού ανέχεται μια απροσδιοριστία, ένα είδος διαζευ­


κτικού ελλείμματος“', που συνιστά ακριβώς το πραγματικό αυ­
τού τούτου του είναι: είναι κυριολεκτικά αδύνατον να σκε-
φτούμε την ποσοτική σχέση ανάμεσα στον «αριθμό» των στοι­
χείων ενός άπειρου πολλαπλού και τον αριθμό των υποσυ­
νόλων του. Η εν λόγω σχέση έχει απλώς τη μορφή ενός περι-
πλανώμενον πλεονάσματος: γνωρίζουμε ότι τα υποσύνολα εί­
ναι περισσότερα από τα στοιχεία ενός συνόλου (θεώρημα του
Κάντορ), αλλά καμία μέτρηση αυτού του «περισσότερα» δεν
γίνεται να υπάρξει. Επάνω μάλιστα σε αυτό το πραγματικό
σημείο —το περιπλανώμενο πλεόνασμα μέσα στο άπειρο πο­
σοτικό - έρχονται και εγκαθίστανται οι μείζονες προσανατο­
λισμοί της σκέψης. Η νομιναλιστική σκέψη αρνείται αυτό το συ­
μπέρασμα, και δέχεται μόνο την ύπαρξη των κατονομάσιμων
πολλαπλοτήτων. Είναι προγενέστερη του συμβάντος του μα-
θημίου για το οποίο μιλώ, και άρα είναι σκέψη συντηρητική.
Η υπερβατική σκέψη πιστεύει ότι ο προσδιορισμός ενός πολ-
λαπλού-σημείου τοποθετημένου πέρα από τα συνήθη μέτρα,
θα σταθεροποιήσει «εκ των άνω» την περιπλάνηση του πλεο­
νάσματος. Είναι μια σκέψη που ανέχεται το αδιάκριτο, αλλά
ως προσωρινή συνέπεια μιας άγνοιας αναφορικά με κάποιο
«υπέρτατο» πολλαπλό. Δεν δέχεται λοιπόν το πλεόνασμα
και την περιπλάνηση ως νόμους του είναι, αλλά προσδοκεί
μια πλήρη γλώσσα, αν και παραδέχεται ότι ακόμη δεν τη δια­
θέτουμε. Είναι σκέψη προφητική. Η γενόσημη σκέψη, τέλος,
επωμίζεται το α-διάκριτο ως οντικό πρότυπο της κάθε αλή­
θειας, και θεωρεί την περιπλάνηση του πλεονάσματος ως το
πραγματικό τού είναι, ως το είναι του είναι. Επειδή συνάγε­
ται ότι κάθε αλήθεια είναι μια άπειρη παραγωγή συναρτώ-
μενη με ένα συμβάν, μη αναγώγιμη στις κατεστημένες γνώ­
7» _ ΛΛΙ Ν ΜΙΙΑΝΤΙΟΥ

σεις. και προσδιοριζόμενη |ΐόνο από τη όμα<ηη()ΐ(ίτητα των πι-


ιπών αυτού του συμβάντος, μπορούμε να πούμε όχι η γενόσημη
σκέψη είναι, με την πλέον ευρεία έννοια, σκέψη μαχόμενη.
Εάν θα έπρεπε εδώ να διακινδυνεύσουμε ένα όνυμα για το
συμβάν του μαθημίου, το συμβάν με το οποίο συμπορευόμα­
στε σήμερα ως φιλόσοφοι, θα πρέπει να πούμε ότι πρόκειται
για το συμβάν της α-διάκριτης, ή γενόσημης, πολλαπλότητας,
ως εν-αληθεία-είναι του καθαρού πολλαπλού (κατά συνέπεια
ως αλήθεια τού είναι-ως-είναι).

Στην τάξη του έρωτα, του στοχασμού γύρω από τις αλή­
θειες που φορέας τους είναι ο έρωτας, το συμβάν είναι το έργο
του Ζακ Λακάν. Δεν θα εξετάσουμε εδώ το πρόσθετο ερώτη­
μα που αφορά το καθεστώς της ψυχανάλυσης, το οποίο είχε
άλλοτε διατυπωθεί, σε συνάρτηση με τη θετικιστική συγκόλλη­
ση, υπό τη μορφή «είναι η ψυχανάλυση επιστήμη;» και το
οποίο θα προτιμούσα να διατυπώσω ως εξής: «Είναι η ψυχα­
νάλυση μια γενόσημη διαδικασία; Ανήκει στους όρους της φι­
λοσοφίας;» Ας σημειώσουμε απλώς ότι εφόσον από τον καιρό
του Πλάτωνα μέχρι τον Φρόιντ και τον Λακάν η φιλοσοφία
δεν γνώρισε παρά τέσσερις γενόσημες διαδικασίες, το να επέ­
βαλε η ψυχανάλυση στον φιλόσοφο να πραγματευτεί μια πέ­
μπτη γενόσημη διαδικασία θα αποτελούσε γεγονός αξιοση­
μείωτο, και θα δικαιολογούσε κάπως την υπεροψία που δια­
κρίνει συχνά τους θιασώτες της ψυχανάλυσης. Θα ήταν όντως
μια επανάσταση για τη σκέψη, μια εντελώς νέα εποχή για τις
μορφοποιητικές δραστηριότητες της φιλοσοφίας. Εάν όμως
υποθέσουμε ότι η ψυχανάλυση δεν είναι παρά ένα πρωτόκολ­
λο γνωμών συναρτημένο με κάποιες θεσμοθετημένες πρακτι­
κές, θα προέκυπτε απλώς το συμπέρασμα ότι ο Φρόιντ και ο
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - Η

Λακάν είναι στην πραγματικότητα φιλόσοφοι, μεγάλοι στοχα­


στές, οι οποίοι ορμώμενοι από αυτό το πρωτόκολλο γνωμών
συνέβαλαν στην εννοιοδότηση του γενικού πεδίου όπου οι γε-
νόσημες διαδικασίες της εποχής έρχονται να βρουν τη στέγα­
ση και την υποδοχή της συνδυνατότητάς τους. Σε κάθε περί­
πτωση, τους αναλογεί η μέγιστη τιμή ότι διατήρησαν και ανα­
σκεύασαν την κατηγορία του υποκειμένου, σε καιρούς που η
φιλοσοφία, ποικιλστρόπως συγκολλημένη, είχε καταθέσει τα
όπλα. Συνέχισαν, με τον δικό τους τρόπο, τον «καρτεσιανό
στοχασμό», και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι, από
την αρχή της ουσιαστικής διδασκαλίας του, ο Λακάν έριξε το
σύνθημα για «επιστροφή στον Καρτέσιο». Και ίσως αυτό να
μπόρεσαν να το κάνουν μόνο αποποιούμενοι την ιδιότητα του
φιλοσόφου, ή και διακηρύσσοντας, όπως ο Λακάν, την αντιφι-
λοσοφία. Η σκέψη του Φρόιντ και του Λακάν συνίστατο μάλ­
λον στο να συνοδεύσουν, σαν το ανάστροφά του, το απσϋπο-
κειμενοποιητικό εγχείρημα της εποχής των ποιητών.
Το να αντιμετωπίζεται ο Λακάν ως ένας θεωρητικός του
έρωτα, και όχι του υποκειμένου ή της επιθυμίας, (ραίνεται
ίσιος παράδοξο. Αυτό συμβαίνει επειδή εξετάζω εδώ τη σκέ­
ψη του αποκλειστικά από την άποψη των όρων της φιλοσο­
φίας. Είναι πολύ πιθανό (παρόλο που ο αριθμός και η πολυ-
πλοκότητα των σχετικών κειμένων συνιστσύν εντέλει σύμπτω­
μα) ο έρωτας να μην αποτελεί κεντρική έννοια του εκπεφρα­
σμένου έργου του Λακάν. Το εγχείρημά του ωστόσο συνιστά
συμβάν και όρο για την αναγέννηση της φιλοσοφίας ακρι-
βιός από τη σκοπιά των στοχαστικών καινοτομιών γύρω από
τον έρωτα. Δεν γνωρίζω εξάλλου καμία θεωρία περί έρωτα
τόσο διεισδυτική σαν τη δική του, έπειτα από τη θεωρία του
Πλάτωνα, στο Συμπόσιο, με τον οποίο ο Λακάν βρίσκεται σε
72 _ ______________________ _______________ ______ ΛΛΙ:Ν ΜΙΙΛΝ Ι ΙΟΥ

συνεχή διάλογο. Οταν ο Λακάν γράφει: «Το καθαυτό είναι,


έρχεται και το πλευρίζει ο έρωτας στη συνάντηση»’4, η κα­
θαρά οντολογική λειτουργία που αποδίδει στον έρωτα δεί­
χνει σαφώς ότι έχει συνείδηση της μεγάλης τομής που επιφέ­
ρει στις μορφοποιήσεις της φιλοσοφίας.
Διότι ο έρωτας είναι αυτό με βάση το οποίο είναι στοχά-
σιμο το Δυο, ως σχάση της κυριαρχίας του Ενός, του οποίου
ωστόσο την εικόνα ανέχεται. Γνωρίζουμε ότι ο Λακάν προ­
βαίνει σ’ ένα είδος λογικής επαγωγής του Δύο των φύλων, του
«μέρους» γυναίκα και του «μέρους» άνδρας ενός υποκειμέ­
νου, προβαίνει σ’ ένα διαμέρισμά που συνδυάζει την άρνηση
και τους ποσοδείκτες —τον καθολικό και τον υπαρκτικό πο­
σοδείκτη — προκειμένου να ορίσει μια γυναίκα ως «μη-όλη»,
και τον αρσενικό πόλο ως τροχιοδείκτη του κουτσουρεμένου
πλέον Όλου. Ο έρωτας είναι η ενεργός πραγματικότητα αυ­
τού του παράδοξου Δύο, το οποίο από μόνο του διακινείται
στη μη-σχέση, στην απο-σύνδεση. Ο έρωτας είναι το «πλεύρι­
σμα», η προσέγγιση του Δύο ως τέτοιου. Προερχόμενος από
το συμβάν μιας συνάντησης (εκείνο το «εξαίφνης»25 στο οποίο
ήδη επιμένει σθεναρά ο Πλάτωνας), ο έρωτας εξυφαίνει την
άπειρη, ή μη περατώσιμη, εμπειρία της διάστασης εκείνης
του Δύο που συνιστά ήδη ένα ανεπανόρθωτο πλεόνασμα επί
του νόμου του Ενός. Στη δική μου γλώσσα, θα έλεγα ότι ο έρω­
τας επιφέρει, ως δίχως όνομα ή γενόσημη πολλαπλότητα, μια
αλήθεια περί της διαφοράς των φύλων, αλήθεια που προφα­
νώς διαφεύγει της γνώσης, και ιδίως της γνώσης εκείνων
που είναι ερωτευμένοι. Ο έρωτας είναι η, με πίστη στο συμ-
βάν-συνάντηση, παραγωγή μιας αλήθειας για το Δύο/6
Ο Λακάν συνιστά συμβάν για τη φιλοσοφία επειδή συστοι-
χίζει πολλές και ποικίλες λεπτές αποχρώσεις για το Δύο, για
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΑΟΣΟΦΙΑ - 8 73

την εικόνα του Ενός μέσα στην απο-σύνδεση του Δύο, και
οργανώνει εκεί τα γενόσημα παράδοξα του έρωτα. Επιπλέον,
τροφοδοτούμενος από την εμπειρία που έχει, γνωρίζει πώς
να εκφέρει —κάνοντας για παράδειγμα μια αναφορά ή μια
παρομοίωση με τον ιπποτικό έρωτα— τη σύγχρονη κατάστα­
ση του ζητήματος του έρωτα. Δεν προτείνει μονάχα μια έν­
νοια, αρθρωμένη μέσα από τους δαιδάλους της διαφοράς και
της ζώσας διαδικασίας της, αλλά και μια ανάλυση της συγκυ­
ρίας. Να γιατί ο αντκριλόσοφος Λακάν είναι ένας όρος για την
αναγέννηση της φιλοσοφίας. Μια φιλοσοφία είναι σήμερα δυ­
νατή, επειδή οφείλει να είναι συνδυνατή με τον Λακάν

Στην τάξη της πολιτικής, το συμβάν επικεντρώνεται στην


ιστορική φάση από το 1965 μέχρι το 1980 περίπου, κατά την
οποία διαδραματίστηκαν αυτά που ο Σιλβέν Λαζαρύς ονο­
μάζει «συγκεχυμένες συμβαντικότητες», εννοώντας συγκε­
χυμένες από πολιτική άποψη. Εδώ θα βρούμε: τον Μάη του
’68 και όσα επακολούθησαν, την κινεζική Πολιτιστική Επανά­
σταση, την ιρανική επανάσταση, το εργατικό και εθνικό κί­
νημα στην Πολωνία («Αλληλεγγύη»). Δεν είναι εδώ ο κα­
τάλληλος χώρος για να πούμε εάν αυτά τα συμβάντα ως κα­
θαρά γεγονότα ήταν αίσια ή ολέθρια, νίκες ή ήττες. Αυτό |
που είναι βέβαιο, είναι ότι η πολιτική τους ονοματοόότηση |
_εκκρεμεί. Με εξαίρεση ίσως το πολωνικό κίνημα, αυτές οι /
πολιτικο-ιστορικές περιστάσεις καθίστανται ακόμη πιο ασα­
φείς στον βαθμό που έχουν γίνει αντιληπτές στη συνείδηση
των πρωταγωνιστών τους μέσα στο πλαίσιο εκείνης ακριβώς
της σκέψης την οποία αναδείκνυαν ως ξεπερασμένη. Έτσι, ο
Μάης του ’68 ή η Πολιτιστική Επανάσταση αναφέρονταν
κατά κανόνα στον μαρξισμό-λενινισμό, του οποίου η κατάρ-
7·Ι____ _ . ____________________ __ _ ΛΛΙ Ν JUMAN ΜΟΥ

ρεικτη — ιος συστήματος πολιτικής αναπαράστασης- όχι μό­


νο δεν άργησε να φανεί, αλλά και ήταν εγγεγραμμένη στην
ίδια τη φύση αυτών των συμβάντων. Αυτό που συνέβαινε,
μολονότι γινόταν αντικείμενο στοχασμού στο πλαίσιο αυτού
του συστήματος, παρέμενε εκεί μη στοχάσιμο. Κατά τον ίδιο
τρόπο, η ιρανική επανάσταση είχε υπαχθεί σ’ ένα συχνά αρ­
χαϊκό ισλαμικό κήρυγμα, τη στιγμή που ο πυρήνας της λαϊ­
κής πεποίθησης και της συμβολοποίησής της υπερέβαινε αυ­
τό το κήρυγμα από κάθε άποψη. Τίποτε δεν πιστοποιεί καλύ­
τερα ότι ένα συμβάν είναι υπεράριΒβϋ, όχι μόνο ως προς την
έδρασή του αλλά και ως προς τη διαθέσιμη γλώσσά, όσο αυτή
η δυσαρμονία ανάμεσα στην αδιάφανεια της παρέμβασης
και την ατελέσφορη διαφάνεια των αναπαραστάσεων. Δυ­
σαρμονία από την οποία συμπεραίνουμε ότι τα εν λόγω συμ­
βάντα δεν έχουν ακόμη ονοματοδοτηθεί, ή μάλλον ότι το έργο
της ονοματοδότησής τους (αυτό που ονομάζω παρέμβαση
στο συμβάν), δεν έχει ακόμη περατωθεί, κάθε άλλο. Σήμερα
μια ηόλίτΐ^ή συνίστα^χι, μεταξύ άλλών^ στην ικανότητα να
σταθεροποιήθεΤπιστά και μακροπρόθεσμα αυτή η ονοματο-
δότηση. Η φιλοσοφία "όρόΗετεΤται από την πολιτική στον
βαθμό ακριβώς που ο εννοιακός χώρος που η πρώτη διαθέτει
αναδεικνύεται ομοιογενής με αυτή τη σταθεροποίηση, ενώ η
διαδικασία της σταθεροποίησης είναι αυστηρά πολιτική.
Βλέπουμε με ποιον τρόπο ο Μάης του ’68, η Πολωνία κτλ. συμ­
μετέχουν στην απο-συγκόλληση της φιλοσοφίας: αυτό που δια-
κυβεύεται εδώ όσον αφορά την πολιτική δεν είναι βέβαια
ομόλογο προς τη φιλοσοφία, όπως ισχυριζόταν πως ήταν ο
«διαλεκτικός υλισμός» προς τη σταλινική πολιτική. Αντιθέ-
τως, η πλεονάζουσα διάσταση του συμβάντος και το καθήκον
που αυτό το πλεόνασμα επιτάσσει στην πολιτική είναι αυτά
ΜΑΝΙΦΚΣΤΟ ΓΙΛ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - Ν

που οροθετούν τη φιλοσοφία, διότι η φιλοσοφία έχει το καθή­


κον να καταδείξει ότι οι πολιτικά επινοούμενες ονοματοδοτή-
σεις του συμβάντος είναι ιηινδυνατές __όνο ταυτοχρόνους
(δηλαδή για την εποχή μας) συνιστά ρήξη στους τομείς του
μαθημίου, του ποιήματος και του έρωτα. Η φιλοσοφία είναι
και πάλι δυνατή ακριβώς επειδή δεν έχει να νομολογήσει πε­
ρί της Ιστορίας ή της πολιτικής, παρά μόνο να στοχαστεί τη
σύγχρονη επαναδιάνοιξη της δυνατότητας για πολιτική, εκ­
κινώντας από τις συγκεχυμένες συμβαντικότητες.
(\Λ \ /ν' I
Στην τάξη του ποιήματος, το συμβάν είναι το έργο του
Πάσυλ Τσέλαν, τόσο αφ’ εαυτού όσο και για όσα στοιχεία
εμπεριέχει από ολόκληρη την εποχή των ποιητών, όντας το
ύστατο όριό της. Το γεγονός ότι διάφορα στοχαστικά εγχειρή­
ματα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, όπως αυτά του Ντεριντά,
του Γκάνταμερ ή του Λακού-Λαμπάρτ, πρεσβεύουν την ανα­
πότρεπτη συγκόλληση της φιλοσοφίας με τον ποιητικό της όρο,
έχοντας σαν αναφορά τα ποιήματα του Τσέλαν, συνιστά σύ­
μπτωμα. Το νόημα που εγώ αποδίδω σε αυτά τα ποιήματα (αλ­
λά, κατά μία έννοια, και στα ποιήματα του Πεσόα και του Μα-
ντελστάμ) είναι ακριβώς αντίστροφο. Στον Τσέλαν διαβάζω,
ποιητικά εκφερόμενη, την ομολογία ότι η ποίηση δεν είναι
πλέον αυτάρκης, ότι ζητάει να απελευθερωθεί από το_ άχθος
της συγκόλλησης, ότι ελπίζει σε μια φιλοσοφία λυτρωμένη από
το συνθλιπτικό κύρος του ποιήματος. Ο Λακού-Λαμπάρτ διαι-
σθάνθηκε εμμέσως αυτό το αίτημα της ποίησης, όταν διέβλεψε
στον Τσέλαν μια «ανακοπή της τέχνης». Αυτό που ανακόπτε-
ται κατά τη γνώμη μου δεν είναι η ποίηση, αλλά εκείνη η ποίη­
ση στην οποία παραόόθηκε η φιλοσοφία. Το δράμα του Τσέ­
λαν είναι ότι χρειάστηκε νά έρθει αντιμέτωπος με το μη νόημα
____ _____________ _________________ ___________________ ΛΛΙ.Ν ΜΜΛΝΊ ΙΟΥ

ως νόημα της εποχής, με τον αποπροοανατολιομό της, έχοντας


για μοναδικό ε(ρόδιο τη μοναξιά του ποιήματος. Όταν ιπο
ποίημα Ανάβασις αναφέρει την «άνοδο» προς εκεί όπου «η λέ­
ξη αποπειράται: μαζί», προσβλέπει στο πέραν του ποιήματος,
στο να μοιραστεί μια σκέψη λιγότερο βυθισμένη στο ενιαίο της
μεταφοράς. Η προσταγή που αυτή η ποίηση μας κληροδοτεί,
το συμβάν για το οποίο μας επιτάσσει να βρούμε αλλού το όνο­
μά του. είναι μια ποιητική έκκληση για την επανασυγκρότηση
μιας από κοινού περισυλλογής της εννοιακής διευθέτησης των
καιρών μας, είναι μια ενδοποιητική διατύπωση του τέλους της
εποχής των ποιητών, για την οποία τείνουμε να ξεχνούμε ότι
στους ποιητές αυτους χάρισε όχι μόνο δόξα αλλά και βάσανα
και μοναξιά, και ότι τη μοναξιά την επιδείνωσαν, δεν την ελάτ­
τωσαν, οι συγκολλημένες με την ποίηση φιλοσοφίες.
Όλα εδράζονται, είναι αλήθεια, στο νόημα που αποδίδει
κανείς στη συνάντηση του Τσέλαν με τον Χάιντεγκερ, ένα
σχεδόν μυθικό επεισόδιο της εποχής μας. Η θέση του Λακοΰ-
Λαμπάρτ είναι ότι ο επιζήσας εβραίος ποιητής δεν μπόρεσε,
τι; Να ανεχθεί; Να αντέξει; Οπωσδήποτε να παραβλέψει το
γεγονός ότι ο φιλόσοφος των ποιητών κράτησε απέναντι του,
και μπροστά σε όλους, μια απόλυτη σιωπή για την εξολόθρευ-
ση. Δεν αμφιβάλλω ούτε στιγμή ότι αυτό αληθεύει. Όμως
υπάρχει κάτι ακόμη: το να πάει να δει τον φιλόσοφο σήμαινε
πως ήθελε να δοκιμάσει όλα εκείνα που η «ανάβαση» προς το
νόημα της εποχής περίμενε από αυτόν, πέραν του ποιήματος.
Μόνο που να, ετούτος ο φιλόσοφος παρέπεμπε ακριβώς στο
ποίημα, κι έτσι ο ποιητής βρισκόταν απέναντι του σε ακόμη
μεγαλύτερη μοναξιά. Διαπιστώνει κανείς ότι το ερώτημα του
Χάιντεγκερ «γιατί χρειάζονται οι ποιητές;» μπορεί να γίνει
για τον ποιητή «γιατί χρειάζονται οι φιλόσοφοι;» και ότι εάν
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΓΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 8

η απάντηση στο τελευταίο είναι «για να υπάρξουν οι ποιη-


τές», τότε η μοναξιά του ποιητή διπλασιάζεται, και το έργο του
Τσέλαν συνιστά συμβάν επειδή ακριβώς αιτείται ποιητικά την
άρση της. Οι δυο αυτε'ς σημασίες της συνάντησης δεν είναι άλ­
λωστε αντιφατικές. Πώς θα ήταν δυνατόν ο Χάιντεγκερ να
σπάσει τον καθρέφτη του ποιήματος -πράγμα που κάνει με
τον τρόπο της η ποίηση του Τσέλαν—, αυτός που δεν είχε πι­
στέψει ότι ήταν δυνατόν να διασαφηνίσει, στο επίπεδο των
πολιτικών προϋποθέσεων, τη δική του εθνικοσοσιαλιστική
στράτευση; Τούτη η σιωπή δεν συνιστούσε μόνο προσβολή
βαρύτατη για τον εβραίο ποιητή, συνιστούσε επίσης μια ανε-
πανόρθωτη φιλοσοφική αδυναμία, διότι επέτεινε σε βαθμό
αφόρητο τις συρρικνωτικές και μηδενιστικές συνέπειες της
συγκόλλησης. Ο Τσέλαν μπόρεσε εκεί να νιώσει πού οδηγού­
σε εντέλει ο φιλοσοφικός φετιχισμός του ποιήματος. Το βα­
θύτερο νόημα του ποιητικού του έργου είναι ότι μας απελευ­
θερώνει από αυτόν τον φετιχισμό, ότι ελευθερώνει το ποίη­
μα από τις θεωρητικολογίες που το παρασιτούν, ότι το επα-
ναποδίδει στην αδελφοσύνη του καιρού του, όπου θα μπορεί
πλέον να γειτνιάζει στοχαστικά με το μαθήμιο, με τον έρωτα,
με την πολιτική επινόηση. Το συμβάν έγκειται στο ότι, μέσα
στην απελπισία και την αγωνία, ο ποιητής Τσέλαν απστυπώ-
νει ποιητικά τη χειρονομία αυτής της επαναπόδοσης.

Ιδού λοιπόν τα συμβάντα που, σε καθεμία από τις γενό-


σημες διαδικασίες, οροθετούν σήμερα τη φιλοσοφία. Το δι­
κό μας καθήκον είναι να δημιουργήσουμε την εννοιακή μορ­
φοποίηση που θα μπορέσει να τα δεξιωθεί, έστω και αν εξα­
κολουθούν να είναι ανεπαρκώς ονοματοδοτημένα ή εντοπι­
σμένα. Με ποιον τρόπο το γενόσημο του Πολ Κοέν, η θεωρία
του έρωτα του Λακάν, η πιστή στον Μάη του ’68 και την
Πολωνία πολιτική, η ποιητική έκκληση του Τοέλαν προς το
πέραν του ποιήματος, μπορεί να είναι ταυτοχρόνως δυνατά
για τη σκέψη; Το θέμα δεν είναι διόλου να τα αθροίσουμε*
αυτά τα συμβάντα είναι ετερογενή και ανευθυγράμμισια. Το
θέμα είναι να παραγάγσυμε έννοιες και κανόνες σκέψης, που
ίσως να απέχουν πολύ από κάθε ρητή μνεία αυτών των ονο­
μάτων και αυτών των πράξεων, ίσως πάλι να είναι πολύ
κοντά τους, αυτό εξαρτάται, πάντως τέτοιες έννοιες και τέ­
τοιους κανόνες που να αναπαριστούν την εποχή μας ως την
εποχή όπου κάτι συνέβη στη σκέψη που ουδέποτε είχε συμ­
βεί, και που εφεξής όλοι μπορούν να το μοιραστούν, ακόμη
και αν το αγνοούν, διότι μια φιλοσοφία συγκρότησε για
όλους τη συστέγαση αυτού του «συνέβη».
9. Ζητήματα

Ως προς το περιεχόμενό της, η χειρονομία ανασύνθεσης της


φιλοσοφίας που προτείνω, υπαγορεύεται ευρέως από την
ιδιομορφία των συμβάντων που επηρέασαν τις τέσσερις γε-
νόσημες διαδικασίες (Κάντορ-Γκέντελ-Κοέν για το μαθή-
μιο, Λακάν για την έννοια του έρωτα, Πεσόα-Μαντελστάμ-
Τσέλαν για το ποίημα, η περίοδος των συγκεχυμένων συμ­
βατικοτήτων, από το 1965 ως το 1980, για την πολιτική επι­
νόηση). Τα μεγάλα εννοιολογικά ζητήματα που επάγει η εκ­
κρεμότητα αυτών των εκφάνσεων της σκέψης, και που πρέ­
πει να προβληθούν φιλοσοφικά σ’ έναν ενιαίο χώρο (στον
οποίο θα σκεφτόμαστε τις σκέψεις της εποχής μας), αναδει-
κνύονται με σαφήνεια άπαξ και ολοκληρωθεί ο εντοπισμός
των συμβάντων. Αλλωστε, την ίδια στιγμή που αρνούνται στη
φιλοσοφία το δικαίωμα να υπάρχει, και γίνονται πολέμιοι
της συστηματικότητας, οι φιλόσοφοί μας, χαϊντεγκεριανοί,
σύγχρονοι σοφιστές, λακανίζσντες μεταφυσικοί, θεωρητικοί
του ποιήματος, φανατικοί των πληθυνόμενων πολλαπλοτή­
των, όλοι τους πάνω σε τούτα τα ζητήματα εργάζονται: δεν
Μ_____ ________________ _______ _ ΛΛΙ.Ν ΜΙΙΛΝΙΊΟΥ

αποφεύγει κανείς τόσο εύκολα την επιτακτικότητα των


όρων, ακόμη κι αν την παραγνωρίζει, διότι amó που τη θε­
μελιώνει συνέβη.
Ένα πρώτο τέτοιο ζήτημα είναι το ζήτημα του Δύο, πέρα
από τη συνήθη, δηλαδή διαλεκτική, διατύπωσή του. Έδειξα
ότι στηρίζει όλη την αναλυτική του έρωτα. Είναι πάντως σα­
φές ότι βρίσκεται και στο επίκεντρο της ανανεωτικής πολιτι­
κής, με τη μορφή της θέσης που πρέπει εφεξής να καταλαμ­
βάνει εκεί η σύγκρουση. Ο κλασικός μαρξισμός ήταν ένας
ισχυρός δυϊσμός, το προλεταριάτο ενάντια στην αστική τά­
ξη. Κατέστησε τον ανταγωνισμό κλειδί για κάθε αναπαρά­
σταση της πολιτικής. Το στοχαστικό πεδίο των πολιτικιάν πρα­
κτικών εξοπλίστηκε με έννοιες όπως «ταξική πάλη», «επα­
νάσταση», και κατόπιν —στην κρατική οπτική των πραγμά­
των — «δικτατορία του προλεταριάτου». Η πολιτική ήταν νοη­
τή στον βαθμό που η κίνηση της Ιστορίας ήταν δομημένη από
ένα ουσιώδες Δύο, θεμελιωμένο στο πραγματικό της οικο­
νομίας και της εκμετάλλευσης. Η πολιτική «συμπύκνωνε την
οικονομία», που σημαίνει ότι οργάνωνε τη στρατηγική του
Δύο γύρω από την κρατική εξουσία. Είχε σαν έσχατο σκοπό
την καταστροφή του πολιτικού μηχανισμού του αντιπάλου,
υποκαθιστώντας τις διάσπαρτες και λίγο-πολύ ειρηνικές αντι­
παραθέσεις, που φέρνουν αντιμέτωπους στο κοινωνικό πε­
δίο τους εκμεταλλευομένους και τους εκμεταλλευτές, με μια
συνολική αντιπαράθεση, όπου κάθε τάξη προβάλλεται σε ένα
πολιτικό όργανο που την εκπροσωπεί, ένα ταξικό πολιτικό
κόμμα. Σε τελική ανάλυση, μονάχα η βία (εξέγερση ή μακρο­
χρόνιος λαϊκός πόλεμος) μπορούσε να επιλύσει τη σύγκρου­
ση. Όμως, ακριβώς, οι συγκεχυμένες συμβαντικότητες της
εικοσαετίας 1960-80 έθεσαν στην ημερήσια διάταξη την πα­
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΓΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ -

ρακμή, την ιστορική ανεπικαιρότητα αυτής της ρωμαλέας σύλ­


ληψης. Οι σημερινές αναζητήσεις περιστρέφονται γύρω από
μια σκέψη της πολιτικής, που — εξακολουθώντας να επεξερ­
γάζεται τη σύγκρουση — να έχει το δομικό Δύο στο πεδίο
της παρέμβασής της, όχι όμως ως αντικειμενική ουσία. "Η
καλύτερα, στην αντικειμενιστική θεωρία του Δυο (οι τάξεις
είναι ομόλογες προς την παραγωγική διαδικασία), η σημερι­
νή ανανεωτική πολιτική τείνει να αντιπαραβάλλει μια «ιστο-
ρικοποιημένη» οπτική του Δύο, πράγμα που σημαίνει ότι το
πραγματικό Δύο είναι μια συμβαντική παραγωγή, μια πολι­
τική παραγωγή, και όχι μια αντικειμενική ή «επιστημονική»
προϋπόθεση. Οφείλουμε σήμερα να προχωρήσουμε σε μια
αντιστροφή του ζητήματος του Δύο: από πρότυπο της αντι-
κειμενικοποιημένης έννοιας (η πάλη των τάξεων, ή η δυαδι-
κότητα των φυλών, ή το Καλό και το Κακό...) θα γίνει το
στοιχείο όπου αγκιστρώνεται η συντυχιακή παραγωγή που
συνδέεται με ένα συμβάν. Το Δυο, και όχι το Ένα όπως άλ­
λοτε, είναι αυτό που επισυμβαίνει, το Δύο είναι μετα-συμβα-
ντικό. Το Ένα (η ταξική ενότητα, η ερωτική ένωση, η Σωτη­
ρία...) είχε [παραδοσιακά] ανατεθεί στον άνθρωπο ως δυσκο­
λία και αποστολή του. Εμείς πάντως φρονούμε ότι τίποτε δεν
είναι δυσκολότερο από το Δύο, τίποτε δεν είναι περισσότερο
εξαρτημένο ταυτόχρονα από την τύχη και τον πιστό μόχθο.
Το ύψιστο καθήκον του ανθρώπου είναι να παράγει παράλ­
ληλα το Δύο και τη σκέψη του Δύο, την άσκηση του Δυο.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά το αντικείμενο και την αντικει­
μενικότητα. Εδειξα ότι η αποφασιστική λειτουργία των ποιη­
τών της εποχής των ποιητών υπήρξε το ότι κατέστησαν φα­
νερό πως η πρόσβαση στο είναι και στην αλήθεια προϋπέθε­
τε την καθαίρεση της κατηγορίας του αντικειμένου ως οργα-
κ: _ _ _ ___ ΛΛΙ-.Ν ΜΙΙΛΜΙΟΥ

νίκης μορφής της παρουσίασης. Το αντικείμενο, ναι μεν


αποτελεί μια κατηγορία της γνυχτης, αλλά παρεμποδίζει τη με-
τασυμβαντική παραγωγή των αληθειών. Η ποιητική αποαντι-
κειμενοποίηση, προϋπόθεση για να υπάρξει άνοιγμα προς
την εποχή μας ως εποχή αποπροσανατολισμένη, επιτρέπει
την εξής, ριζοσπαστικά ωμή, φιλοσοφική απόφανση: κάθε
αλήθεια είναι δίχως αντικείμενο.
Το βασικό πρόβλημα είναι επομένως το ακόλουθο: η κα­
θαίρεση της κατηγορίας του αντικειμένου συνεπιφέρει την
καθαίρεση της κατηγορίας του υποκειμένου; Αυτή, αναμφί­
βολα, είναι η ορατή επίπτωση των περισσότερων ποιημάτων
της εποχής των ποιητών. Σημείωσα την πολλαπλότητα, τη δια-
σπορά του υποκειμένου στον Ρεμπό, την απουσία του στον
Μαλαρμέ. Το υποκείμενο της ποίησης του Τρακλ καταλαμ­
βάνει τη θέση του Νεκρού. Ήταν εύκολο για τον Χάιντεγκερ,
που ήταν συγκολλημένος με τους ποιητές, να λέει ότι είναι
αδύνατον να σκεφτούμε τον σύγχρονο τόπο του Ανθρώπου
με βάση τις κατηγορίες του υποκειμένου και του αντικειμέ­
νου. Τουναντίον, ο Λακάν διαφύλαξε μεν το υποκείμενο, αλ­
λά επίσης επανεξέτασε, επανεπεξεργάστηκε την κατηγορία
του αντικειμένου. Ως αίτιο της επιθυμίας, το λακανικό αντι­
κείμενο (το οποίο, με τον μη συμβολοποιήσιμο και σημειακό
χαρακτήρα του, συγγενεύει, για να πούμε την αλήθεια, με
«το υπερβατολογικό αντικείμενο = χ» του Καντ) αποτελεί
προσδιορισμό του υποκειμένου κατά το είναι του, πράγμα
που ο Λακάν εξηγεί ως εξής: «Αυτό το υποκείμενο που πι­
στεύει πως μπορεί να έχει πρόσβαση στον εαυτό του με το
να δηλώνεται στο εκφερόμενο, δεν είναι τίποτε άλλο από
ένα τέτοιο αντικείμενο»“.
Μπορούμε να συνοψίσουμε την κατάσταση με βάση τη
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΠΛ III ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ -

λογική των συγκολλήσεων, έτσι όπως έχει μέχρι σήμερα πρω­


τοστατήσει στην απαξίωση της σύγχρονης φιλοσοφίας. Οι φι­
λοσοφίες, οι συγκολλημένες με τον επιστημονικό τους όρο,
δίνουν μεγάλη βαρύτητα στην κατηγορία του αντικειμένου,
και η αντικειμενικότητα συνιστά το αναγνωρισμένο κανονιστι­
κό τους πρότυπο. Οι φιλοσοφίες, οι συγκολλημένες με τον πο­
λιτικό όρο, δηλαδή οι παραλλαγές του «παλαιού μαρξισμού»,
είτε θεωρούν ότι ένα υποκείμενο «αναδύεται» από την αντι­
κειμενικότητα (μεταβαίνοντας από την «τάξη καθ’ εαυτήν»
στην «τάξη δΓ εαυτήν», κατά κανόνα μέσα από την επενέρ-
γεια του Κόμματος), είτε, οι συνεπέστερες, καθαιρούν το υπο­
κείμενο προς όφελος της αντικειμενικότητας (για τον Αλτου-
σέρ, η ύλη της αλήθειας ανάγεται σε μια δίχως υποκείμενο
διαδικασία) και, παραδόξως, καθιστώντας το υποκείμενο
απλό τελεστή της αστικής ιδεολογίας συναντούν τον Χάιντε-
γκερ (για τον Χάιντεγκερ, «υποκείμενο» είναι μια δευτερο­
γενής εξεργασία της κυριαρχίας της τεχνικής, αλλά δεν εί­
ναι δύσκολο να συμφωνήσουν, εφόσον η εν λόγω κυριαρχία
είναι και κυριαρχία της αστικής τάξης). Για τις φιλοσοφίες
τις συγκολλημένες με το ποίημα, είτε γενικότερα με τη λογο­
τεχνία ή και την τέχνη, η σκέψη αποποιείται και το αντικεί­
μενο και το υποκείμενο. Για τους λακανικούς, τέλος, υπάρ­
χουν παραδεκτές έννοιες και για το μεν και για το δε. Σε ένα
μόνο σημείο ομονοούν οι πάντες, το οποίο αποτελεί ένα τό­
σο γενικό αξίωμα της φιλοσοφικής νεωτερικότητας που δεν
γίνεται παρά να συναινέσω: οπωσδήποτε δεν τίθεται ζήτημα
να ορίσουμε την αλήθεια ως «αντιστοιχία [adéquation] του
υποκειμένου προς το αντικείμενο». Στο πώς θα διευθετηθεί
εμπράκτως η κριτική της αντιστοιχίας οι πάντες διίστανται,
διότι δεν ομονοούν για το καθεστώς των όρων (υποκείμενο
Μ _ ____________ _ ΛΛΙ^Ν ΜΜΛΝΪΙΟΥ

και αντικείμενο) ανάμεσα ιττους οποίους διενεργείται η αντι­


στοιχία.
Παρατηρεί κανείς ότι αυτή η τυπολογία αφήνει μια θέση
κενή: τη θέση για μια σκέψη που θα διατηρούσε την κατηγο­
ρία του υποκειμένου, αλλά θα συμφωνούσε με τους ποιητές
για την καθαίρεση του αντικειμένου. Το έργο μιας τέτοιας
σκέψης είναι να παραγάγει μια έννοια του υποκειμένου που
να μην υποστηρίζεται από καμία μνεία του αντικειμένου, ένα
υποκείμενο, θα έλεγα, δίχως κατέναντι. Η θέση αυτή έχει
κακή φήμη, διότι παραπέμπει στον απόλυτο ιδεαλισμό του
επισκόπου Μπέρκλι. Στόχος μου εντούτοις, όπως θα έχει αντι-
ληφθεί ο αναγνώστης, είναι η κατάληψή της. Για να γίνει
εφικτή η αναγέννηση της φιλοσοφίας, θεωρώ κεντρικό το
πρόβλημα του δίχως αντικείμενο υποκειμένου, κατά τον ίδιο
τρόπο που η αποαντικειμενοποίηση, αποσυνδέοντας την αλή­
θεια από τη γνώση, θεμελίωσε την εποχή των ποιητών, και
άρα την αποφασιστική κριτική των θετικιστικών και μαρξι-
ζουσών συγκολλήσεων. Θεωρώ μάλιστα ότι, από μόνη της, η
έννοια της γενόσημης διαδικασίας συμπεριλαμβάνει την απο-
αντικειμενοποίηση της αλήθειας καθώς και του υποκειμένου,
αναδεικνυοντας το υποκείμενο ως απλό πεπερασμένο θραύ­
σμα μιας μετασυμβαντικής αλήθειας δίχως αντικείμενο. Μό­
νο ακολουθώντας τον δρόμο τού δίχως αντικείμενο υποκει­
μένου μπορούμε να επαναδιανοίξουμε τον «καρτεσιανό στο­
χασμό» και συνάμα να παραμείνουμε πιστοί στα κεκτημένα
της εποχής των ποιητών, με μια πιστότητα καθαρά φιλοσοφι­
κή, άρα αποσυγκολλημένη. Είμαι εξάλλου πεπεισμένος ότι
σε μια τέτοια κίνηση της σκέψης μάς καλούν τα ποιήματα του
Πάουλ Τσέλαν, και ιδιαίτερα εκείνη η μυστηριώδης παρό­
τρυνση, που συνδυάζει την ιδέα ότι η πρόσβαση στο είναι
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΓΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - ') 85

δεν είναι η ανοιχτή βασιλική οδός της αντικειμενικότητας,


με την ιδέα ότι υπάρχει αφαιρετική [soustractive] υπερίσχυ­
ση των «σημάτων», της εγγραφής, πάνω στην απατηλή έκταση
της δωρεάς των αισθήσεων:

«Νόημα ξεπροβάλλει
κι από το μονοπάτι το στενό
που το διακόπτει
το πιο θανατερό από
τα ορθωμένα σήματά μας2*»

Το τρίτο ζήτημα αφορά το α-διάκριτο3". Η παντοκρατορία


της γλώσσας είναι σήμερα γενικό δόγμα, μολονότι ανάμεσα
στην «ακριβή γλώσσα» που ονειρεύονται οι θετικιστές και
την «ποιητική ρήση» των χαϊντεγκεριανών, υπάρχει κάτι πε­
ρισσότερο από μια παρεξήγηση γύρω από την ουσία της
γλώσσας. Κάτι σαν άβυσσος χωρίζει τον ολικό νομιναλισμό
του Φουκό από τη θεωρία του συμβολικού στον Λακάν. Αυτό
στο οποίο όλοι εντούτοις συμφωνούν, αφού εγγράφονται στη
«μεγάλη γλωσσοκεντρική στροφή» της δυτικής φιλοσοφίας,
όπως την ονομάζει ο Λιστάρ, είναι ότι στο μεταίχμιο της γλώσ­
σας και του είναι δεν υπάρχει τίποτε, και πως είτε είναι εφι­
κτή η «περισυλλογή του είναι» μέσα στη γλώσσα, είτε ό,τι εί­
ναι το οφείλει στο ότι ονοματοδοτείται, είτε το είναι ως τέ­
τοιο διαφεύγει της γλώσσας, πράγμα που ουδέποτε είχε άλλο
νόημα από το ότι εκχωρείται σε μια άλλη γλώσσα, τη γλώσσα
του ποιητή, του Ασυνειδήτου ή του Θεού.
Έχω ήδη επισημάνει ότι, ως προς αυτό το σημείο, μόνο
το μαθήμιο μας καθοδηγεί. Η σύγχρονη πεποίθηση είναι ίδια
με εκείνη που είχε ο Λάιμπνιτς, ότι δεν γίνεται να υπάρχει
*<» _____ __________________________ ____________ ΛΛΙ N ΜΙΙΑΝΊΙΟΥ

u-άιάκριτο για τη σκέψη, εάν με τον όρο «α-διάκριτο» εννοού­


με τη ρητή έννοια αυτοΰ που διαφεύγει της γλώσσας. Για ό,τι
διαφεύγει της γλώσσας δεν γίνεται να υπάρχει ούτε έννοια,
ούτε σκέψη. Αυτός είναι ο λόγος που, για τον Λακάν, το μη
συμβολοποιήσιμο πραγματικό είναι η «φρίκη» («horreur»),
κατά τον ίδιο τρόπο που ό,τι επέρχεται ως επερχόμενο, ο
Λιοτάρ κρίνει σκόπιμο να το ονομάσει «φράση» («phrase»].
Ό,τι δεν είναι κατονομάσιμο είναι καλύτερα να κρατηθεί
μακριά από τη σκέψη. Ο Βίτγκενσταϊν στο τέλος του Tracta­
nts έδωσε μια εκδοχή της «αρχής των α-διακρίτων» του Λάι-
μπνιτς, η οποία είναι γενικής αποδοχής: «Για ό,τι είναι αδύ­
νατον να μιλήσουμε, πρέπει να σωπαίνουμε». Μόνο που τώ­
ρα, ύστερα από το συμβάν που στοιχειοθετούν στο πεδίο του
μαθημίου οι τελεστές του Πολ Κοέν, γνωρίζουμε ότι είναι
δυνατόν να παραγάγουμε μια έννοια του α-διακρίτσυ, και να
εγκαθιδρύσσυμε, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, την ύπαρ­
ξη πολλαπλοτήτων που εμπίπτουν σε αυτή την έννοια, τις «γε-
νόσημες» πολλαπλότητες. Επομένως, πολύ απλά, είναι εσφαλ­
μένο το ότι γι’ αυτό για το οποίο δεν γίνεται να μιλήσουμε
(με την έννοια ότι δεν υπάρχει τίποτε να πούμε που να το
προσδιορίζει ειδοποιώς, που να του αποδίδει ιδιότητες δια-
κριτές), πρέπει να σωπαίνουμε. Πρέπει, αντιθέτως, να το κα­
τονομάζουμε, πρέπει να το διακρίνουμε ως α-διάκριτο, ως
μη δυνάμενο να διακριθεί. Δεν είμαστε πλέον υποχρεωμέ­
νοι, στον βαθμό που δεχόμαστε το πλαίσιο των αποτελεσμά­
των του μαθηματικού όρου, να επιλέγουμε ανάμεσα στο κα-
τονομάσιμο και το μη στοχάσιμο. Δεν παραμένουμε πλέον με­
τέωροι ανάμεσα σε αυτό που εκφέρεται ρητά μέσα στη γλώσ­
σα και εκείνο του οποίου υπάρχει μονάχα κάποια άφατη, ή
και ανυπόφορη, «εμπειρία», που ακυρώνει το πνεύμα. Διότι
ΜΑΝΙΨΙΧΓΟ ΓΙΛ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 4

το α-διάκριτο, μολονότι στομώνει τη διαχωριστική ισχύ της


γλώσσας, προσφέρεται ιοστόσο στην έννοια, επιτρέποντας της
να νομολογήσει αποδεικτικά για την ύπαρξή του.
Με βάση αυτό το σημείο, είναι τώρα δυνατόν να επανέλ­
θουμε στο αντικείμενο και στο Δύο, και να δείξουμε τον στε­
νό δεσμό που συνδέει τα τρία μας προβλήματα. Το ότι η αλή­
θεια δεν χρειάζεται την κατηγορία του αντικειμένου, οφεί­
λεται στο ότι η αλήθεια, ως αποτέλεσμα μιας επ’ άπειρον δια­
δικασίας, είναι πάντοτε ένα α-διάκριτο πολλαπλό. Το ότι το
Δύο είναι ξένο προς κάθε αντικειμενική θεμελίωση της πολι­
τικής ή του έρωτα, οφείλεται στο ότι αυτές οι διαδικασίες
αποσκοπούν στο να α-διακρίνουν Μ κάποια υποσύνολα, υπαρ­
ξιακά ή λαϊκά, και όχι στο να τα στρέψουν «εναντίον» αυτού
που εξουσιάζει την κατάστασή τους. Διότι ένας έρωτας νπερ-
πληρώνει μια ζωή, παρά τη δένει με μιαν άλλη. Διότι μια πο­
λιτική, εκκινώντας από το ιδρυτικό της συμβάν, τείνει να οριο­
θετήσει το μη οριοθετήσιμο, να κάνει να υπάρξουν ως πολ­
λαπλότητα κάποιοι άνθρωποι που η κατεστημένη γλώσσα
αδυνατεί να συλλάβει τα κοινά τους στοιχεία ή το συμφέρον
τους. Το ότι, τέλος, το Δύο είναι μια παραγωγή, και όχι μια
εκδοχή πραγμάτων, πάει να πει ότι αυτό που το Δύο διαχω­
ρίζει βήμα προς βήμα μέσα από την κατάσταση όπου βασι­
λεύει το Ένα δεν είναι «ένα άλλο Ένα», αλλά η εμμενής
μορφή αυτού που δεν καταμετρήθηκε.
Η φιλοσοφία οφείλει σήμερα να συναρμόσει την καθαί­
ρεση του αντικειμένου, την αντιστροφή της θεσμικής βαθμί­
δας του Δύο, και τη σκέψη του α-διακρίτου. Οφείλει, προς
αποκλειστικό όφελος του υποκειμένου, να βγει από τη μορ­
φή της αντικειμενικότητας, να εκλάβει το Δύο ως μια συντυ-
χιακή και επίμονη απόρροια του συμβάντος, και να ταυτο-
νκ ΛΛΙ-.Ν ΜΙΙΛΝΊ ΙΟΥ

ποιήσει την αλήθεια με το οποιοδήποτε, με το δίχως-όνομα,


με το γενόσημο. Η συναρμογή των τριών αυτών προδιαγρα­
φών προϋποθέτει ένα πολυσύνθετο χώρο σκέψης, του οποίου
η κεντρική έννοια είναι το δίχως αντικείμενο υποκείμενο,
που με τη σειρά του αποτελεί συνέπεια της γενοσημίας ως
πιστού γίγνεσθαι —μέσα στο ίδιο το είναι— ενός υπερπλη-
ρωματικου προς το είναι συμβάντος. Ένας τέτοιος χώρος,
εάν κατορθώσουμε να τον θεσπίσουμε, θα δεξιωθεί το σύγ­
χρονο σχήμα των τεσσάρων όρων της φιλοσοφίας.
Ως προς τη μορφή, η φιλοσοφική χειρονομία που προτεί­
νω είναι πλατωνική.
10. Πλατωνική χειρονομία

Η διαπίστωση του τέλους της εποχής των ποιητών, η επίκλη­


ση των σύγχρονων μορφιύν του μαθημίου ως τροχιοδείκτη
της οντολογίας, η σκέψη περί έρωτα ως λειτουργού της αλή­
θειας, η χάραξη δρόμων για ένα ξεκίνημα της πολιτικής: αυ­
τές οι τέσσερις κινήσεις είναι πλατωνικές. Παρομοίως, ο Πλά­
τωνας πρέπει να κρατήσει τους ποιητές, αθώους συνενόχους
της σοφιστικής, έξω από το σχέδιο της φιλοσοφικής θεμελίω-
σης, να ενσωματώσει στο δικό του όραμα του λόγου τον μα­
θηματικό χειρισμό του προβλήματος των άρρητων αριθμών,
να δώσει, στην ανάβαση προς το Κάλλος και τις Ιδέες, τη θέ­
ση που αναλογεί στο αιφνίδιο του έρωτα, και να στοχαστεί
το λυκόφως της δημοκρατικής Πόλεως. Σε αυτά θα πρέπει να
προσθέσουμε ότι, όπως ο Πλάτωνας έχει για συνομιλητές τούς
— σκληροτράχηλους και παράλληλα νεωτεριστές— επαγ-
γελματίες της σοφιστικής, έτσι και η απόπειρα να ριζοσπα-
στικοποιηθεί η ρήξη με τις κλασικές κατηγορίες της σκέψης
ορίζει σήμερα αυτό που είναι εύλογο να ονομάσουμε «μεγά­
λη σοφιστική», η οποία συνδέεται ουσιαστικά με τον Βίτ-
'*>_________________________________________________ ΛΑΙ Ν ΜΙΙΛΝΙ ΙΟΥ

γκενστάίν. Καθοριστική σπουδαιότητα της γλώσσας και της


μεταβλητότητας που εμφανίζει οε ετερόκλητα παιχνίδια, αμ­
φιβολία για την καταλληλότητα της έννοιας αλήθεια, ρητορι­
κή εγγύτητα προς τα επιτελέσματα της τέχνης, πολιτική πραγ-
ματιοτική και ανοιχτή: γνωρίσματα που έχουν κοινά πολλοί
σύγχρονοι [στοχαστικοί] προσανατολισμοί καθώς και οι Έλ­
ληνες σοφιστές, τα οποία και εξηγούν γιατί οι μελέτες και οι
αναφορές στον Γοργία και τον Πρωταγόρα έχουν τελευταία
πληθυνει. Είναι και δική μας υποχρέωση η κριτική αντιμε­
τώπιση της σοφιστικής επιχειρηματολογίας, με σεβασμό σε
όλα τα χρήσιμα διδάγματα που εμπεριέχει για την εποχή. Ο
νεαρός Πλάτωνας ήξερε ότι έπρεπε να υπερκεράσει τις πε­
ρίτεχνες στρεψοδικίες της σοφιστικής, αλλά και να μορφω­
θεί από αυτές για την ουσία των ζητημάτων της εποχής του.
Κι εμείς το ίδιο. Το ότι η συντελούμενη μετάβαση από την
εποχή των συγκολλήσεων προς την εποχή μιας επανεκκίνη­
σης της φιλοσοφίας βλέπει την επικράτηση των σοφιστών, εί­
ναι κάτι απόλυτα φυσικό. Γλωσσοκεντρική, αισθητοκεντρι-
κή, δημοκρατική, η μεγάλη μοντέρνα σοφιστική ασκεί τη δια-
λυτική λειτουργία της, εξετάζει τα αδιέξοδα, σκιαγραφεί τα
στοιχεία του σύγχρονου βίου. Είναι ουσιαστικής σημασίας για
μας, όπως ήταν ο ελευθέρων ηθών άνθρωπος για τον Πασκάλ:
η σοφιστική μάς ειδοποιεί για τις ιδιαιτερότητες της εποχής.
Αντισοφιστική μορφοποίηση του (καινοτόμου) μαθημίου,
του (αποπεμπόμενου) ποιήματος, της (επαναθεμελιωμένης)
πολιτικής και του (ενστόχαστου) έρωτα, η φιλοσοφική χειρο­
νομία που προτείνω είναι μια πλατωνική χειρονομία. Ο αιώ­
νας, μέχρι σήμερα, υπήρξε αντιπλατωνικός. Δεν γνωρίζω κα­
νένα θέμα που να είναι περισσότερο διαδεδομένο στις πο­
λυποίκιλες και συχνά αντιμαχόμενες φιλοσοφικές σχολές από
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΙΊΑ ΤΜ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - II)

τον αντιπλατωνισμό. Στο λήμμα «Πλάτων» του φιλοσοφικού


λεξικού που είχε παραγγείλει ο Στάλιν, διαβάζαμε «ιδεολό­
γος των δουλοκτητών», που ήταν συνοπτικό και χοντροκομ­
μένο. Μα και ο υπαρξισμός του Σαρτρ, αντιμαχόμενος τις
ουσίες, είχε για στόχο τον Πλάτωνα. Μα και ο Χάιντεγκερ,
όποιος και αν είναι ο σεβασμός του για ό,τι ελληνικό διατη­
ρεί ακόμη η φωτεινή κόψη της Ιδέας, χρονολογεί την έναρξη
της λήθης από την «πλατωνική στροφή». Μα και η σύγχρονη
φιλοσοφία της γλώσσας παίρνει επίσης το μέρος των σοφι­
στών ενάντια στον Πλάτωνα. Μα και η σκέψη για τα ανθρώ­
πινα δικαιώματα, στον Πλάτωνα αναζητεί τις απαρχές του
ολοκληρωτισμού — αυτή είναι κυρίως η προσέγγιση του Πό-
περ. Μα και ο Λακού-Λαμπάρτ, στην αμφίσημη σχέση του
Πλάτωνα προς τη μίμηση, προσπαθεί να ανιχνεύσει την κα­
ταγωγή του πεπρωμένου της πολιτικής στον Δυτικό κόσμο.
Θα ήταν ατέλειωτη η απαρίθμηση όλων των εκδοχών αντι-
πλατωνισμού, όλων των μομφών, όλων των αποδομήσεων
που έχουν ως διακύβευμα τον Πλάτωνα.
Ο μέγας «επινοητής» του σύγχρονου αντιπλατωνισμού
υπήρξε ο Νίτσε, τότε που ανέτειλε η συγκόλληση της φιλο­
σοφίας με το ποίημα, και επειδή ακριβώς ο πλατωνισμός ήταν
το βασικό απαγορευτικό εμπόδιο για μια τέτοια συγκόλλη­
ση. Γνωρίζουμε τη διάγνωση που έθεσε ο Νίτσε στον πρόλο­
γο του Πέρα από το καλό και το κακό: «Αν μιλήσουμε λίγο
σαν γιατροί, μπορούμε να αναρωτηθούμε ποιος μπόρεσε να
μολύνει με την ασθένεια Πλάτωνα τον ωραιότερο ανθρώπι­
νο βλαστό της Αρχαιότητας;»'2 Πλάτων είναι το όνομα της
πνευματικής ασθένειας της Δύσης. Ακόμη και ο χριστιανι­
σμός δεν είναι παρά «ένας πλατωνισμός για λαϊκή χρήση».
Όμως αυτό που κάνει τον Νίτσε να πλημμυρίζει από χαρά.
^________ _______ ________ ________________________________ΛΛΙίΝ ΜΜΛΝΠΟΥ

αυτό που ανοίγει επιτέλους τον δρόμο <πα «ελεύθερα πνεύ­


ματα», είναι το γεγονός ότι η Δύση αρχίζει να αναρρώνει: «η
Ευρώπη αναπνέει, ανακουφισμένη από αυτόν τον εφιάλτη».
Πράγματι η υπέρβαση του πλατωνισμού έχει ξεκινήσει, και
η συντελούμενη υπέρβαση απελευθερώνει μια ενέργεια
στοχασμού που δεν έχει προηγούμενο: «Ο αγώνας ενάντια
στον Πλάτωνα (...) δημιούργησε στην Ευρώπη μια υπέροχη
και άγνωστη μέχρι σήμερα κατάσταση πνευματικής έντα­
σης». Τα «ελεύθερα, πολύ ελεύθερα, πνεύματα», οι «καλοί
Ευρωπαίοι», κρατούν στο χέρι το τόξο τεντωμένο, κατέχουν
«το βέλος, τον χειρισμό, και ποιος ξέρει; Ισως και τον στό­
χο». Ξέρουμε ότι σύντομα θα φανεί πως ο εν λόγω «στόχος»
— ξεχνώντας το αιματηρό, το ακατονόμαστο ψέμα της πολι­
τικής του υιοθέτησης— είναι απλούστατα η εκχώρηση της
σκέψης στο ποίημα. Η πολεμική του Νίτσε ενάντια στην
«ασθένεια-Πλάτων», το σημείο εφαρμογής της ευρωπαϊκής
θεραπευτικής, αφορά την έννοια της αλήθειας. Το ριζοσπα­
στικό αξίωμα με βάση το οποίο τα «ελεύθερα πνεύματα»
μπορούν να εξασφαλίσουν τη νεκρώσιμη αγρυπνία του πλα­
τωνισμού, αγρυπνία που συνιστώ παράλληλα επαγρύπνηση
και αφύπνιση της σκέψης, έχει να κάνει με την αποπομπή
της αλήθειας: «Το ότι μια κρίση είναι λανθασμένη δεν συνι-
στά κατά τη γνώμη μας αντίρρηση προς αυτή την κρίση»". Ο
Νίτσε, ξεριζώνοντας ολοκληρωτικά την αναφορά στην αλή­
θεια, που τη θεωρεί ως το μείζον σύμπτωμα της ασθένειας-
Πλάτων, σηματοδοτεί την έναρξη ενός αιώνα παραδομένου
στον ανταγωνισμό και την ισχύ. Το να γιατρευτούμε από τον
πλατωνισμό σημαίνει προπαντός να γιατρευτούμε από την
αλήθεια. Και η ίαση δεν θα είναι πλήρης εάν δεν συνοδεύε­
ται από ένα καταλυτικό μίσος για το μαθήμιο, αυτό το καύ-
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - ΚΙ «Ο

καλό όπου έρχεται και φωλιάζει η νοσηρή αδυναμία του πλα­


τωνικού: «Τι να πούμε για τη μαθηματική σολομωνική με την
οποία ο Σπινόζα καταλήγει να θωρακίσει και να μασκαρέ-
ψει τη φιλοσοφία του (...) ώστε να αποθαρρύνει εξαρχής τον
επιτιθέμενο (...)· πόση δειλία, πόση προσωπική ανασφάλεια
αυτού του άρρωστου αναχωρητή, προδίδει τούτο το μασκά-
ρεμα!» Η φιλοσοφία, μέσα από αφορισμούς και αποσπάσμα­
τα, ποιήματα και αινίγματα, μεταφορές και αποφθέγματα, όλο
το νιτσεϊκό ύφος που τόσο επηρέασε τη σύγχρονη σκέψη,
έχει τις ρίζες της στη διπλή απαίτηση για καθαίρεση της αλή­
θειας και αποπομπή του μαθημίου. Αντιπλατωνικός ως το κό­
καλο, ο Νίτσε επιφυλάσσει στο μαθήμιο τη μοίρα που ο Πλά­
των επιφυλάσσει στο ποίημα, είναι μια ύποπτη αδυναμία, μια
ασθένεια της σκέψης, ένα «μασκάρεμα».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Νίτσε τα κατάφερε. Είναι
αλήθεια ότι ο αιώνας «γιατρεύτηκε» από τον πλατωνισμό, με
αποτέλεσμα η πιο ζωντανή του σκέψη να συγκολληθεί με το
ποίημα, εγκαταλείποντας το μαθήμιο στους δικολαβισμούς της
θετικιστικής συγκόλλησης. Η a contrario απόδειξη είναι η
εξής: η μόνη μεγάλη σκέψη, ανοιχτά πλατωνική και συνάμα
μοντέρνα, υπήρξε η σκέψη του Αλμπέρ Λοτμάν, στη δεκαε­
τία του τριάντα. Αυτή λοιπόν η σκέψη έχει πλήρη μαθηματι­
κή εξάρτυση. Η εξέλιξή της διακόπηκε με τη δολοφονία του
Λοτμάν από τους ναζιστές, και έμεινε θαμμένη και παραγνω­
ρισμένη για καιρό. Εάν εξαιρέσουμε τον «πλατωνίζοντα»
αυθορμητισμό πολλών μαθηματικών, κυρίως του Γκέντελ και
του Κοέν, και φυσικά τη λακανική θεωρία περί αλήθειας, η
σκέψη του Λοτμάν είναι το μοναδικό σημείο που μπορούμε
να βρούμε στα τελευταία εκατό χρόνια για να στηρίξουμε
την πλατωνική πρόταση που η παρούσα στιγμή απαιτεί. Όλα
ΛΛΗΝ ΜΠΑΝΤΙΟΥ

έγιναν σαν το νιτσεϊκό κήρυγμα να είχε επισφραγίσει, με τη


μορφή της συγκόλλησης με το ποίημα, το «αντι-μαθημιακό»
και συνάμα «αντι-αληθειακό» πεπρωμένο ενός αιώνα. Οφεί­
λουμε σήμερα να αντιστρέφουμε τη νιτσεϊκή διάγνωση. Ο
αιώνας και η Ευρώπη πρέπει ανυπερθέτως να γιατρευτούν
από τον αντιπλατωνισμό. Η φιλοσοφία θα υπάρξει μόνο στον
βαθμό που θα προτείνει, στα μέτρα του καιρού, ένα νέο στά­
διο στην ιστορία της κατηγορίας της αλήθειας. Στην Ευρώ­
πη, σήμερα, νέα ιδέα είναι η αλήθεια. Και όπως για τον Πλά­
τωνα, όπως για τον Λοτμάν, ο νεωτερισμός αυτής της ιδέας
φωτίζεται μέσα από τον συγχρωτισμό με τα μαθηματικά.
11. Γενόσημο

Ένα σημείο που ο μοντέρνος φιλόσοφος συγκρατεί από τη


μεγάλη σοφιστική είναι το εξής: το είναι είναι ουσιωδώς πολ­
λαπλό. Ήδη ο Πλάτωνας, στον Θεαίτητο, παρατηρούσε ότι η
λανθάνουσα οντολογία της σοφιστικής πρότασης έγκειται
στην πολλαπλή κινητικότητα του είναι, και, δικαίως ή αδί­
κως, απέδιδε την οντολογία αυτή στο όνομα Ηράκλειτος.
Όμως ο Πλάτωνας διαφύλασσε τα δικαιώματα του Ενός. Η
δική μας κατάσταση είναι πιο περίπλοκη, διότι, μέσα από τη
σχολή της μεγάλης σύγχρονης σοφιστικής, οφείλουμε να δια­
πιστώσουμε ότι, υστέρα από σκληρές περιπέτειες, ο αιώνας
μας υπήρξε ο αιώνας της αμφισβήτησης του Ενός. Το δίχως-
είναι του Ενός, η απεριόριστη ηγεμονία του πολλαπλού, εί­
ναι στοιχεία που δεν σηκώνουν αναθεώρηση. Ο Θεός έχει
πραγματικά πεθάνει, καθώς και όλες οι εξαρτημένες από αυ­
τόν κατηγορίες στον τομέα της σκέψης περί του είναι. Η δική
μας διαπόρευση αφορά έναν πλατωνισμό του πολλαπλούς
Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι μπορούσε να καταρρίψει τη
γλίυσσική και ρητορική μεταβλητότητα της σοφιστικής βασιζό-
μένος σας απορίες μιας οντολογίας του πολλαπλού. Βέβαια, κι
εμείς με τη σειρά μας συναντάμε αυτή τη διασύνδεση της ευέ­
λικτης διαθεσιμότητας της γλώσσας (θεωρία του Βίτγκενιπαϊν
για τα γλυκτσικά παίγνια) με την πολλαπλή-μορψή της παρου­
σίασης (λεπτές περιγραφικές έρευνες ενός Ντελέζ). Όμως το
ευαίσθητο σημείο έχει αλλάξει θέση: εμείς οφείλουμε να επω­
μιστούμε το πολλαπλό, και να χαράξουμε μάλλον τα ριζικά
όρια του τι μπορεί να συγκροτήσει η γλώσσα. Εξου και ο κρί­
σιμος χαρακτήρας του ζητήματος του α-διακρίτσυ. ' '· ^ *1'. '
Η κυριότερη δυσκολία σχετίζεται με την κατηγορία της
αλήθειας. Εάν το είναι είναι πολλαπλό, πώς θα διασωθεί η
εν λόγω κατηγορία, διάσωση που αποτελεί το αληθινό κέντρο
βάρους κάθε πλατωνικής χειρονομίας; Για να υπάρχει μια
αλήθεια, δεν πρέπει πρώτα να έχει προφερθεί το Ένα μιας
πολλαπλότητας, ώστε με αναφορά τούτο το Ένα να είναι δυ­
νατή μια κρίση αλήθειας; Επιπλέον, εάν το είναι είναι πολ­
λαπλό, πρέπει το ίδιο να ισχύει και για μια αλήθεια, ειδάλ-
λως η αλήθεια δεν θα είχε είναι. Πώς όμως να συλλάβουμε
μια αλήθεια ως πολλαπλή κατά το είναι της; Εμμένοντας στα­
θερά στο πολλαπλό, η μεγάλη σύγχρονη σοφιστική εγκατα­
λείπει την κατηγορία της αλήθειας, όπως είχαν άλλωστε κάνει
και οι «σχετικιστές» της ελληνικής σοφιστικής. Και πάλι ο Νί-
τσε είναι εκείνος που εγκαινιάζει τη δίκη της αλήθειας, στο
όνομα της πολλαπλής δύναμης της ζωής. Καθώς δεν γίνεται
να ξεφύγουμε από τη δικαιοδοσία που ασκεί αυτή η δύναμη
στη σκέψη του είναι, είναι ανάγκη να προτείνουμε μια θεω­
ρία περί αλήθειας συμβατή με τη μη αναγώγιμη πολλαπλό-
τητα του είναι-ως-είναι. Μία αλήθεια δεν μπορεί παρά να
είναι η ενική παραγωγή ενός πολλαπλού. Όλο το θέμα είναι
αυτό το πολλαπλό να αποσπαστεί από την ηγεμονία της γλώσ-
ΜΑΝΙΦΈΣΤΟ ΓΙΑ ΓΗ ΦΙΛΟΣΟΨ 47

σας. Θα είναι α-διάκριτο, ή μάλλον: θα έχει υπάρξει α-διά-


κριτο.
Εδώ, η κεντρική κατηγορία είναι η
μηςΜ πολλαπλότητας. Θεμελιώνει τον πλατωνισμό του πολ­
λαπλού επιτρέποντας να σκεφτσύμε μια αλήθεια ως πολλα-
πλό-αποτέλεσμα μιας ενικής διαδικασίας και, παράλληλα, ως

^ατονομάσιμου. Καθιστά όυνατό να υιοθετήσουμε μια οντο-


λογία του αμιγούς πολλαπλού δίχως να παραιτηθούμε από
την αλήθεια, και δίχως να πρέπει να αναγνωρίσουμε τον συ-
γκρστητικό χαρακτήρα της γλωσσικής μεταβλητότητας. Εί­
ναι επιπλέον η αρματωσιά ενός χώρου σκέψης όπου γίνονται
δεκτοί και τίθενται ως συνδυνατοί οι τέσσερις όροι της φιλο­
σοφίας. Στη σύγχρονη εκδοχή τους, το ποίημα, το μαθήμιο, η
πολιτική επινόηση και ο έρωτας δεν θα είναι πράγματι τίπο­
τε άλλο από καθεστώτα ενεργού παραγωγής, μέσα σε κατα­
στάσεις πολλαπλές, γενόσημων πολλαπλών που συνιστούν
αλήθειες των καταστάσεων αυτών.
Η έννοια τουγένόσημου πολλαπλου>προέκυψε αρχικά στο
\πεδίο της μαθηματικής δραστηριότητας. Την είχε προτείνει
ο Πολ Κοέν, στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, για να λύ­
σει τα πολύ τεχνικά προβλήματα που είχαν παραμείνει εκ-. ύ ( /, ^ ^ <
κρεμή για σχεδόν έναν αιώνα και που αφορούσαν την «ισχύ»,
ή αμιγή ποσότητα, ορισμένων άπειρων πολλαπλοτήτων. Μπο-
ρούμε να πούμε πως η έννοια του γενόσημου πολλαπλού ήρ­
θε να κλείσει το πρώτο στάδιο της οντολογικής εκείνης θεω­
ρίας που φέρει, από την εποχή του Κάντορ, το όνομα «θεω­
ρία των συνόλων». Στο βιβλίο Το είναι και το συμβάν, ανέ­
πτυξα διεξοδικά τη διαλεκτική ανάμεσα στη μαθηματική οι­
κοδόμηση της θεωρίας του ααιγούς πολλαπλού και τις εννοια-
ΑΛΙ-Ν ΜίΙΛΝΊΙΟΥ

κές προτάσεις που μπορούν σήμερα να επαναΟεμελιώσουν


τη φιλοσοφία. Το έκανα με βάση τη γενική υπόθεση ότι η σκέ­
ψη τοιί είναι-ως-είναι βρίσκει την εκπλήρωση της στα μαθη­
ματικά, και ότι, για να δεξιωθεί και να καταστήσει συνδυνα-
τούς τους όρους της, η φιλοσοφία οφείλει να προσδιορίσει
«αυτό-που-δεν-είναι-το-είναι-ως-είναι>ι,^θ|θποίο και χαρα­
κτήρισα «συμβάν». Η έννοια της γε^σημίας εισάγεται για να
αποτιμήσει τις, εσωτερικές σε μια πολλαπλή-κατάσταση, συ­
νέπειες ενός συμβάντος που έρχεται και την υπερπληρωνει.
Υποδηλώνει το καθεστώς που έχουν ορισμένες πολλαπλότη­
τες, οι οποίες ταυτόχρονα εγγράφονται σε μι^κ^τιά^ταση και
δρομολογούν συνεκτικά μέσα της μια^ύχάϊό^τα που αφίστα-
ται αμετάκλητα κάθε ονοματοδότησης. Τούτη η πολλαπλή-το- " °*7 °
μή '5 της ρυθμισμένης συνεκτικότητας μιας κατάστασης και
του συμβαντικού απρόοπτου που την υπερπληρώνει είναι επα­
κριβώς ο τόπος μιας αλήθειας της κατάστασης. Αυτή η αλή­
θεια προκύπτει από μια άπειρη διαδικασία, και αυτό που
μπορούμε να πούμε γι’ αυτήν είναι μονάχα ότι, εφόσον υπο­
τεθεί η ολοκλήρωση της διαδικασίας, η αλήθεια «θα έχει
υπάρξει» γενόσημη ή α-διάκριτη.
Στόχος μου εδώ είναι απλώς να υποδείξω γιατί είναι λο­
γικό να θεωρήσουμε ότι ένα γενόσημο πολλαπλό είναι το οντι-
κό πρότυπο [le type d’être] μιας αλήθειας. Εάν έχουμε ένα
πολλαπλό, δηλαδή κάτι του οποίου όλο το είναι είναι αμιγές
πολλαπλό, πολλαπλό-δίχως-Ένα, πώς να στοχαστούμε το εί­
ναι αυτού που συνιστά αλήθεια ενός τέτοιου πολλαπλού; Εδώ
είναι όλο το ζήτημα. Εφόσον το αβυσσαλέο θεμέλιο αυτού
! που είναι παρόν είναι η μη συνεκτικότητα, μια αλήθεια θα
ι είναι αυτό που, από το εσωτερικό του παρουσιαζόμενου, ως
τμήμα αυτού του παρουσιαζόμενου, αναδεικνύει τη μη συνε-
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - 11

κτικότητα στην οποία στηρίζεται σε τελική ανάλυση η συνε­


κτικότητα της παρουσίασης. Amó που σε μέγιστο βαθμό αφί-
σταταΓτης συνεκτικότητας, του κανόνα ο οποίος δεσπόζει και
απωθεί το αμιγές πολλαπλό (κανόνα που ονομάζω: το λογι-
ζόμενο-ως-ένα), δεν μπορεί παρά να είναι ένα ιδιαίτερα
«φευγαλέο» πολλαπλό, αδιαφοροποίητο, δίχως περίγραμμα,
μη επιδεχόμενο ρητή κατονομασία. Ένα παραδειγματικά
οποιοόήποτε πολλαπλό. Εάν θέλουμε με μια ίδια κίνηση να
υποστηρίξουμε ότι η ηγεμονία του πολλαπλού είναι απεριό­
ριστη όσον αφορά το είναι και ότι υπάρχει αλήθεια, πρέπει
αυτή η αλήθεια να υπακούει σε τρία κριτήρια:
— Εφόσον πρέπει να συνιστά αλήθεια ενός πολλαπλού,
και τούτο χωρίς προσφυγή στην υπερβατικότητα του Ενός,
πρέπει να είναι μια παραγωγή εμμενής σε αυτό το πολλα­
πλό. Μια αλήθεια θα είναι λοιπόν τμήμα του αρχικού πολλα­
πλού, της κατάστασης για την οποία υπάρχει αλήθεια.
— Εφόσον το είναι είναι πολλαπλό, και η αλήθεια πρέπει
να είναι [υπαρκτή], μια αλήθεια θα είναι ένα πολλαπλό, άρα
ένα πολλαπλό-τμήμα της κατάστασης της οποίας συνιστά αλή­
θεια. Φυσικά, δεν θα γινόταν να είναι ένα τμήμα «ήδη» δεδο­
μένο ή παρόν. Θα προκύψει από μια ενική διαδικασία. Ουσια­
στικά, αυτή η διαδικασία δεν γίνεται να ξεκινήσει παρά μόνο
από ένα σημείο υπερπλήρωσης, από κάτι που πλεονάζει στην
κατάσταση, δηλαδή από ένα συμβάν. Μια αλήθεια είναι το
άπειρο αποτέλεσμα μιας συντυχιακής υπερπλήρωσης. Κάθε
αλήθεια είναι μετα-συμβαντική. Και ιδίως, δεν υπάρχει «δομι­
κή» ή αντικειμενική αλήθεια. Για τα αποδεκτά εντός της κατά­
στασης δομικά εκφερόμενα, δεν θα πούμε ποτέ ότι είναι αλη­
θή, μονάχα ότι είναι αληθόσημα. Δεν έχουν να κάνουν με την
αλήθεια, αλλά με τη γνώση.
- Εφόσον το είναι της κατάστασης είναι η μη συνεκτικό-
τητά της, μια αλήθεια αιττου του είναι θα παρουσιαστεί σαν
οποιαδήποτε πολλαπλότητα^ανώγΰμο κομμάτι, συνεκτικότη­
τα αναγόμενη στην απλ^παρουσίαση ως ίέτοιά, δίχως κατη­
γόρημα ούτε κατονομάσιμη ενικότητα. Έτσι, μια αλήθεια θα
είναι ένα γενόσημο τμήμα της κατάστασης, όπου «γενόσημο»
σημαίνει πως είναι ένα οποιοδήποτε κομμάτι της, πως δεν λέει
τίποτε το ιδιαίτερο για την κατάσταση, παρά μονάχα το πολ­
λαπλό-είναι της ως τέτοιο, τη θεμελιακή μη συνεκτικότητά
της. Μια αλήθεια είναι εκείνη η ελάχιστη συνεκτικότητα (ένα
τμήμα, μια μη εννοιοδστημένη εμμένεια) που επαληθεύει μέ­
σα στην κατάσταση τη μη συνεκτικότητα που συνιστά το εί­
ναι της κατάστασης. Αλλά καθώς στην αρχή κάθε τμήμα της
κατάστασης παρουσιάζεται ως ενικό, κατονομάσιμο, διακα­
νονισμένο σύμφωνα με τη συνεκτικότητα, το γενόσημο τμήμα
που είναι μια αλήθεια θα πρέπει να παραχθεί. Θα συγκροτή­
σει τον άπειρο πολλαπλό-ορίζοντα μιας μετα-συμβαντικής
διαδικασίας, που θα την ονομάσουμε γενόσημη διαδικασία.
Ποίημα, μαθήμιο, πολιτική επινόηση και έρωτας είναι,
επακριβώς, οι διαφορετικοί δυνατοί τύποι γενόσημων διαδι­
κασιών. Αυτό που παράγουν (το ακατονόμαστο μ^σαστην
ίδια τη γλώσσα, την ισχύ του αμιγούς γράμματος, τη γενική
βούληση ως ανώνυμη δύναμη κάθε κατονομάσιμης βούλη­
σης, και το Δυο των φυλών ως αυτό που ποτέ δεν μέτρησε
για ένα) μέσα σε μεταβλητές καταστάσεις δεν είναι ποτέ άλ­
λο από μια αλήθεια αυτών των καταστάσεων με τη μορφή
ενός γενόσημου πολλαπλού, που καμία γνώση δεν μπορεί να
συλλάβει το όνομά του, ούτε να διακρίνει εκ των προτέρων
το καθεστώς του.
Με βάση μια τέτοια έννοια της αλήθειας, ως μετα-συμβα-
ΜΛΝΙΦΙ ΙΟΙ

ντικής .νν^ιωγης ενο? γενόσημου πολλαπλού της κατάστα­


σης της οποίας συνιστά αλήθεια, μπορούμε να επανασυνδε­
θούμε με το συγκροτητικό τρίπτυχο της νεωτερικής φιλοσο­
φίας: είναι, υποκείμενο και αλήθεια. Για το είναι-ως-είναι,
θα πούμε ότι τα μαθηματικά συνιστούν ιστορικά τη μόνη δυ­
νατή σκέψη περί αυτού, διότι αποτελούν, μέσα από την κενή
ισχύ του γράμματος, την άπειρη εγγραφή του αμιγούς πολλα­
πλού, του δίχως κατηγόρημα πολλαπλού, και διότι τέτοιο εί­
ναι το βάθος του κάθε δεδομένου κατά την παρουσίασή του.
Τα μαθηματικά είναι η ενεργός οντολογία. Για την αλήθεια,
θα πούμε ότι είναι κρεμάμενη από την ενική εκείνη υπερ-
πλήρωση που είναι το συμβάν, και ότι το είναι της, που είναι
πολλαπλό όπως το είναι όλων των όντων, είναι το είναι ενός
γενόσημου, α-διάκριτου, οποιουδήποτε τμήματος, το οποίο,
πραγματώνονταςΤο πολλαπλό μέσα στην ανωνυμία της πολ-
λαπλότητάς του, προφέρει το είναι του. Για το υποκείμενο,
τέλος, θα πούμε ότι αποτελεί μια πεπερασμένη στιγμή της γε-
νόσημης διαδικασίας. Με αυτή την έννοια, είναι αξιοσημείω­
το ότι συμπεραίνουμε πως δεν υπάρχει υποκείμενο παρά μό­
νο μέσα στην προσίδια τάξη του καθενός από τους τέσσερις
τύπους γενοσημίας. Κάθε υποκείμενο είναι καλλιτεχνικό, επι­
στημονικό, πολιτικό, ή ερωτικό. Άλλωστε, αυτό το γνωρίζουν
εκ πείρας οι πάντες, αφού, έξω από αυτά τα πεδία, υπάρχει
μεν ύπαρξη, ή ατομικότητα, αλλά όχι υποκείμενο.
Η γένοσημία'ΐ στο εννοιολογικό επίκεντρο μιας πλατωνι­
κής χειρονομίας στραμμένης προς το πολλαπλό, θεμελιώνει
την εγγραφή και τη συνδυνατότητα των σύγχρονων όρων της
φιλοσοφίας. Για την επινόηση πολιτικής, όταν υπάρχει, γνω­
ρίζουμε, τουλάχιστον από το 1793, ότι σήμερα δεν μπορεί πα­
ρά να είναι υπέρ της ισότητας, κατά του κράτους, χαράζο-
*

102____________________________________________________ ΛΛΙ-.Ν MIIANHOY

νιας μέσα στην ιστορική και κοινωνική πυκνότητα τη γενο-


σημία της ανθρωπότητας και την αποδόμηση των διαστρω­
ματώσεων, την κατεδάφιση των διαφοροποιητικών ή ιεραρ­
χικών αναπαραστάσεων, την υιοθέτηση ενός κομουνισμού
των ενικατήιιρν. Για την ποίηση γνωρίζουμε ότι διερευνά μια
γλώσσα αδιαχώριστη, προσφερόμενη σε όλους, μη εργαλεια-
κή, ένα λόγο [parole] που θεμελιώνει τη γενοσημία του ίδιου
του λόγου. Για το μαθήμιο, γνωρίζουμε ότι συλλαμβάνει το
πολλαπλό απογυμνωμένο από κάθε παρουσιακή διάκριση,
τη γενοσημία του πολλαπλσύ-είναι. Για τον έρωτα, τέλος, γνω­
ρίζουμε ότι στο επέκεινα της συνάντησης, δηλώνει πιστότη­
τα στο καθαρό Δύο που θεμελιώνει, και ότι συνιστά γενόση-
μη αλήθεια του γεγονότος ότι υπάρχουν άνδρες και γυναίκες.
Η φιλοσοφία είναι σήμερα η σκέψη του γενοσήμου ως τέ­
τοιου, η οποία ξεκινά, η οποία ξεκίνησε, αφού «Μια μεγαλο­
σύνη θα ξεδιπλωθεί, οποιαδήποτε, ανάλογη με την αλλοτινή
Σκιά».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Εν έτει 1989. μετά τον θάνατο του Λακάν και του Φουκό, και
πριν από τον θάνατο του Ντελέζ και του Ντεριντά.

2. Κολίμα ονομάζεται, από τον ομώνυμο ποταμό, η περιοχή τιυν


μεγάλυΑ' σοβιετικών Γκουλάγκ, στη βορειοανατολική Σιβηρία. Η
εμπειρία τιυν σοβιετικοί' στρατοπέδων απστυπιυνεται μοναδικά στις
«Αφηγήσεις από την Κολίμα». του Βαρλάμ Σαλαμόφ, όπου μετου-
σιιόνεται με απαράμιλλη εκφραστική λιτότητα η ακραία απογύμνω­
ση της ανθρωπιάς. Το έργο του Σαλαμόφ, που παραμένει αδικαιο­
λόγητα άγνωστο στο ελληνικό κοινό, άρχισε να μεταφράζεται στα
γαλλικά από τη δεκαετία τσυΉΟ, και επανακυκλοφόρησε πρόσφατα
σε συγκεντρωτική επίτομη έκδοση: Varlam Chalamov, Récits de la
Kolyma, Verdier, Paris, 2003. Πρβλ. και το σχόλιο του συγγραφέα
μας στο Alain Badiou, Η ηθική. Δοκίμιο για τη συνείδηση τον Κακού,
μτφρ. Βλ. Σκολίδης - Κ. Μπόμπας, Εκδ. Scripta. Αθήνα 1998, σ. 21.

3. Στα γαλλικά: rêtre-en-tant-qu’être. Το είναι-ως-είναι, το


οποίο ανάγεται στο αριστοτέλειο ον η ον, συνιστά το αντικείμενο
της οντολογίας, δηλαδή της επιστήμης τιυν καθαρών πολλαπλοτή­
των. και ανπδιαστέλλεται από το ώδε-είναι, l’ètre-là, που αναφέ-
KM IHMI.IUII.il

ρεται οτο πολλαπλό ως εμφανιζόμενο ή εντοπιζόμενο ο’ έναν κό­


σμο. Το ώόε·είναι συνιστά το αντικείμενο της λογικής, δηλαδή της
γενικής θεωρίας του φαίνεοθαι, ή θεωρίας των κόσμων, σύμφωνα
με την πιο πρόσφατη ορολογία του Μ ποντίου.

4. Με το «διαπορεύομαι μια α-πορία» αποδίδεται το σύνταγμα


«être dans la passe d’une impasse». Ο ίδιος τρόπος του λε'γειν υπο­
νοείται πιο κάτωΓστη σελ.3ό7«το ίδιο το είναι διαπορεύεται...»),
καθώς και στη σελ. 95, όταν ο συγγραφέας δηλώνει: «Η δική μας
διαπόρευση αφορά έναν πλατωνισμό του πολλαπλού».

5. Αξίζει να ανατρέξει κανείς στην ανάλυση που προτείνει ο συγ­


γραφε'ας για τον ναζισμό (και τον συνοδό αντισημιτισμό) ως πολιτι­
κή διαδικασία που φενακίζει τους οπαδούς της νποόυόμενη μια γνή­
σια πολιτική χειραφέτησης. Βλ. A. Badiou, Η ηθική. Δοκίμιο για τη
συνείδηση τον Κακού, ό.π., σσ. 69-74 και 79-85. Σχετικά με το ζήτημα
της πολιτικής, επισημαίνουμε την ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη έκδοση
του βιβλίου: A. Badiou, Περιστάσεις 1 και 2, μτφρ. Σάββας Μιχαήλ,
Εκδ. Αγρα, Αθήνα 2005, όπου ο συγγραφέας καταπιάνεται με κρίσι­
μα θέματα πολιτικής επικαιρότητας, πολλά από τα οποία φάνταζαν
αδιανόητα το 1989 που κυκλοφόρησε το Μανιφέστο.

6. Ο όρος mathème, που αποδίδεται ως μαθήμιο, είναι νεολο­


γισμός που εισήγαγε ο Ζακ Λακάν στις αρχές της δεκαετίας του
70. Μορφολογικά θυμίζει το mijthème του Λεβί-Στρος, αλλά στην
ουσία αποτελεί μεταφορά της αρχαιοελληνικής λέξης «μάθημα»
(= γνώση) στην οποία ανάγονται ετυμολογικά τα «μαθηματικά»,
les mathématiques. Ο Λακάν ονομάζει mathème τις «μαθηματικό-
τητες» που μεταχειρίζεται για την αποτύπωση των θεωρητικών
του υποθέσεων. Η απόδοση του mathème ως «μάθημα», όπως επι-
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 105

χειρήθηκε. δημιουργεί αναπόφευκτα σύγχυση με τη γαλλική λέξη


la leçon, την οποία κατά κανόνα αποδίδει. Αντίθετα, η απόδοση
ως «μαθήμιο» διατηρεί την ετυμολογική συνάφεια και ενέχει πα­
ράλληλα τη νεολογική χροιά (πρβλ. δοκιμή/δοκίμιο) που απαιτεί η
μετάφραση ενός πρωτότυπου όρου, ο οποίος μάλιστα, ενώ ξεκίνη­
σε σαν ακόμη μία λακανική παραδοξότητα, περιλαμβάνεται πλέον
στο φιλοσοφικό λεξιλόγιο. Εισάγοντας την έννοια του μαθημίου, ο
Λακάν προσέβλεπε σε μια μεταδοσιμότητα της ψυχανάλυσης εφά­
μιλλη εκείνης που χαρακτηρίζει τη νεωτερική μαθηματικοποιημέ-
νΐ] επιστήμη, δηλαδή την επιστήμη που μεταδίδεται εξ ολοκλήρου
με γραπτά σύμβολα και τύπους. Η φιλοδοξία αυτή συνεπάγεται την
υπεροχή του γράμματος, δηλαδή του αμιγούς ειδέναι, της εκτός-
νοήματος γνώσης, εις βάρος του λόγου, της παρουσίας ή της σοφίας
του διδασκάλου. Είναι φανερό ότι ο Μπαντιού διευρύνει την έν­
νοια του μαθημίου ώστε να περιλαμβάνει οποιαδήποτε καταγραφή
σκέψης που επικεντρώνεται στο επιχείρημα, στην άρθρωση σχέ­
σεων που παραμερίζουν τις υπερβατικές αρετές του λόγου ή του
λέγοντος. γι' αυτό και έχει αναγάγει ο ίδιος τη μαθηματικοποιημέ-
νη τυπολογική τεκμηρίωση των θεωρητικών του προτάσεων σε βα­
σική συνιστιόσα της στοχαστικής του δραστηριότητας (βλ. τα μεί-
ζονα έργα που αναφέραμε στον Πρόλογο).

7. Πρβλ. Πλάτωνος Πολιτεία, Θ', 592 a 10 - b6: «Καταλαβαίνω,


είπε- εννοείς την πολιτεία που ανιστορήσαμε καθώς την θεμελιώ­
ναμε, αυτήν που υπάρχει στα λόγια — γιατί στη γη επάνω δεν νο­
μίζω ότι υπάρχει πουθενά. Όμως, είπα, ίσως υπάρχει στον ουρα­
νό, σαν ένα υπόδειγμα για όποιον θέλει να βλέπει και βλέποντας
να χτίζει μια πολιτεία μέσα του. Αν υπάρχει κάπου αυτή η πολι­
τεία ή αν θα υπάρξει, αυτό δεν έχει καμία σημασία· γιατί εκείνος
θα πράττει σύμφωνα με τους νόμους αυτής της πολιτείας και κα-
106 IHMIIÜÏIII

μιας άλλης. Φυσικά. ρίπε.» (Μτψρ. Ν. Μ. Σκουιερόπουλος, Εκδ.


Πόλις. Αθήνα 2002, σ. 707).

8. Alain Badiou, L'être et Vwènement, Seuil, Paris 1988.

9. Το γαλλικό επίθετο artistique που αντιστοιχεί στην τέχνη.


Tart, ως γενόσημη διαδικασία, εμπεριέχει τόσο τη διάσταση του
καλλιτεχνικού όσο και του λογοτεχνικού. Το παραγωγό αυτής της
διαδικασίας, το ποίημα (le poème), αν και παραπέμπει συχνά σε
έργα ποιητών ή συγγραφέων, πρέπει να νοείται με τη γενικότερη
έννοια, ως καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό δημιούργημα.

10. Παραθέτουμε τη φράση στο πρωτότυπο: «...la définition de


la philosophie, telle qu’ici représentée comme véracité ineffective
sous condition de l’effectivité du vrai.»

11. Για την έννοια της παρουσίασης, βλ. πιο κάτω Σημ. 17.

12.Για την έννοια του α-διακρίτου, βλ. πιο κάτω Σημ. 28.

13. Οι δύο όροι με την αρχαιοελληνική τους σημασία.

14. Η θεματική της ανωτέρω παραγράφου και η ανασκευή της


χαϊντεγκεριανής οπτικής αναπτύσσονται στο άρθρο: A. Badiou,
«Η φιλοσοφική προσφυγή στο ποίημα», μτφρ. Βλ. Σκολίδης, δημο­
σιευμένο στο περιοδικό Ποίηση, τεύχος 15, Άνοιξη-Καλοκαίρι
2000, σσ. 149-164. Χάρη στις φιλόξενες σελίδες αυτού του περιο­
δικού, οι επεξεργασίες του Μπαντιού για τις σχέσεις της φιλοσο­
φίας με την καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργία είναι η μόνη
πτυχή του έργου του για την οποία ο Έλληνας αναγνώστης διαθέ-
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 107

τει επαρκείς αναφορές. Βλ. του ίδιου: «Τέχνη και φιλοσοφία»,


μτφρ. Δ. Πτερουντίου - Βλ. Σκολίδης, Ποίηση, τεύχος 22, Φθινό-
πωρο-Χειμώνας 2003. σσ. 138-154.

15. Για μια εκτεταμένη, και πολλαπλώς επίκαιρη, πραγμάτευ-


ση του ζητήματος του Θεού, βλ. A. Badiou, «Ο Θεός είναι νεκρός»,
μτφρ. Βλ. Σκολίδης, Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 90, Ιούλιος-Σε-
πτέμβριος 2005, σσ. 71-75.

16. P. J. Cohen, The independence of the continuum hypothe­


sis. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United
Stales of America 50 (1963), σσ. 1143-1148 και 51 (1964), σσ. 105-
110. Για την κεφαλαιώδη σημασία του γεγονότος ότι η εικασία του
συνεχούς είναι ανεξάρτητη από τα υπόλοιπα αξιώματα της θεωρίας
συνόλων, δηλαδή δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί ούτε να απορ-
ριφθεί με βάση τα αξιώματα της συνολοθεωρίας, βλ. ενδεικτικά:
Andrzej Lelek, Εισαγωγ)} στα σύνολα και την τοπολογία, μτφρ. Κ.
Σκανδάλης, επιμ. Π. Σπύρου. Εκδ. Τροχαλία, Αθήνα, χ.χ., σσ. 57-58.

17. Κάθε φορά που γίνεται λόγος για <^παρουσία$π|» υπονοείται


ο τρόπος εμφάνισης ενός πολλαπλού. Το είναϊΓδηλαδή το πολλαπλό,
είναι ό,τι παρουσιάζεται. Στο βιβλίο L'étre et l’événement, κεφ. 1. η
παρουσίαση θεωρείται ισοδύναμη με τη «μη συνεκτική πολλαπλότη-
τα». όπως αυτή αναδρομικά προκύπτει όταν η πολλαπλότητα γίνει
«κατάσταση», δηλαδή συγκροτηθεί ως «ένα» πολλαπλό, καταμετρή-
σιμο και δομημένο, οπότε πρόκειται για « συνεκτική πολλαπλότητα».
Στη συνέχεια, ο όρος «παρουσίαση» εγκαταλείπεται και γίνεται λό­
γος για τους «τρόπους του φαίνεσθαι» και για τη «συγκρότηση των
κόσμων». Έχοντας αναδείξει τη μη συνεκτικιπητα του αμιγούς
πολλαπλού, ο Μπαντιού, στο πρόσφατο μείζον σύγγραμά του, επι-
ΙΟΝ IHMIlUIhlI

χειρεί να τεκμηριώσει τη ιτυνεκτικότητα του φαίνεσθαι, τη συνεκτι­


κότητα της «αντικειμενικής» ή «εμπειρικής» ή «εγκόσμιας» ύπαρξης
τιον αληΟευόν. Βλ. ενδεικτικά: Alain Badiou, Logiques des mondes.
L'êtreet l'èi'ènement, 2, Seuil, Paris 2006, οσ. 44-49.

18. Ο όρος suture, που αποδίδεται οις συγκόλληση, σημαίνει


κατά κυριολεξία: ραφή, συρραφή. Ο ίδιος ο Μπαντιού (βλ. Condi­
tions, σσ. 226-227) έχει μεταχειριστεί ως συνώνυμα τα ουσιαστικά
fusion (σύντηξη) και rabattement (αλληλεπίθεση, επικάθιση), γε­
γονός που δικαιολογεί την, οπωσδήποτε εκφραστικότερη, απόδο­
ση που υιοθετούμε στη γλώσσα μας.

19. Ο συγγραφέας επινοεί ένα νεολογισμό.

20. Πρόκειται για το γαλλικό ρήμα relever, το οποίο ο Μπα­


ντιού χρησιμοποιεί ως συνώνυμο του εγελιανού aufheben (πρβλ.
L'être et l'évènement, ό.π., σσ. 521 και 527).

21. Αυτοβιογραφικά στοιχεία έδωσε ο συγγραφέας του Μανιφέ­


στου σε μια πρόσφατη ομιλία του. Βλ. A. Badiou, «L’aveu du phi­
losophe», στο La vocation philosophique, présenté par Marianne Al-
phant, Centre Pompidou - Bayard éditions, Paris 2004, σσ. 133-157.

22. Με το ανωτέρω 7ο κεφάλαιο του Μανιφέστου, ο Μπαντιού


εισήγαγε για πρώτη φορά την έννοια της «εποχής των ποιητών».
Επανήλθε στο θέμα πιο διεξοδικό, παραθέτοντας και σχολιάζο­
ντας χαρακτηριστικά αποσπάσματα από έργα των επίμαχων ποιη­
τών, σ’ ένα ομότιτλο κείμενο που δημοσιεύτηκε στο συλλογικό έρ­
γο: La politique des poètes, sous la direction de Jacques Rancière,
Albin Michel, Paris 1992, σσ. 21-38. και στα ελληνικά, σε απόδοση
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ l(W

Βλ. Σκολίδη, στο περιοδικό Ποίηση, τεύχος 10, Φθινόπωρο-Χει-


μώνας 1997, σσ. 143-162. Η δημοσίευση του άρθρου αυτού στη
γλώσσα μας αποτελεί αφετηρία της συστηματικής πρόσληψης του
συγκεκριμένου φιλοσόφου στην Ελλάδα. Για την ιστορική ακρί­
βεια, είχε προηγηθεί η. προ πολλού εξαντλημένη, έκδοση ενός νεα­
νικού έργου του, Εισαγωγή στη διαλεκτική επιστημολογία, μτφρ.
Φώτης Σιμού, στη σειρά Θεαίτητος των εκδόσεων Καστανιώτη.
Αθήνα, 1972 (τίτλος πρωτοτύπου: Alain Badiou, Le concept de mo­
dèle. F. Maspéro. Paris, 1970).

23. Ως «διαζευκτικό έλλειμμα» αποδίδεται το γαλλικό σύνταγ­


μα faille disjonctive: δηλαδή, κάθε προσδιορισμός συνεπάγεται έλ­
λειμμα προσδιορισμού, είτε ο ένας είτε ο άλλος προσδιορισμός συ­
νοδεύεται από απροσδιοριστία.

24. Η φράση ταυ Λακάν στο πρωτότυπο: «L’être comme tel,


c’est l’amour qui vient à y aborder dans la rencontre».

25. Πρβλ. Πλάτωνος Σνμπόσιον 210 e: «Ος γαρ αν μέχρι ενταύ­


θα προς τα ερωτικά παιδαγωγηθή θεώμενος εφεξής τε και ορθώς
τα καλά, προς τέλος ήδη ιών των ερωτικών, εξαίψνης κατόψεταί τι
θαυμαστόν την φύσιν καλόν».

26. Το ερωτικό συμβάν ισοδυναμεί για τους ερωτευμένους με


μια μη προϋπάρχουσα υποκειμενική δυνατότητα, η οποία δεν εί­
ναι ότι «γίνονται ένα», αν και έχουν πάψει, μέσω του έρωτα, να εί­
ναι άθροισμα δυο ενικών οντοτήτων. Η αλήθεια που η φιλοσοφία
αποκομίζει από την ερωτική διαδικασία έγκειται, κατά τον Μπα-
ντιού, στη δυνατότητα να στοχαστούμε το Δύο ως εμμενές, δηλαδή
ούτε αναγόμενο στο Ένα, ούτε αριθμητικό προστάδιο του Τρία.
*
I λ

π»_____________________________ ___________ liiMI-.IUlNX

Γι' αυτή τη δύσβατη αλλά πολύ υποβλητική προσέγγιση του τροπι­


κού φαινομένου, μπορεί κανείς να ανατρέξει οε δυο βασικά κεί­
μενα: (α) «Qu’est que l’amour?», itto A. Bad ίου. Conditions, Seuil,
Paris 1992, σσ. 253-273, και (β) «La scène du Deux», στο De
l'amour, sous la direction de l'École de la Cause freudienne. Flam­
marion (Champs), Paris 1999, σο. 177-190.

27. Για τη σχέση του Μπαντιοΰ με τη λακανική διδασκαλία, και


γενικότερα για τις σχέσεις φιλοσοφίας και ψυχανάλυσης, βλ. τη
συνέντευξή του στον Βλάση Σκολίδη, που δημοσιεύτηκε στο περιο­
δικό Η Ψυχανάλυση. τεύχος 5, Ανοιξη 2002, σσ. 71-75.

28. Εξυπακούεται το λεγόμενο «αντικείμενο άλφα μικρό» (ob­


jet petit α).

29. Εδώ, η λέξη σήμα, marque στο πρωτότυπο, εννοείται με την


αρχαιοελληνική της σημασία: ορατό σημάδι ταφής, επιτύμβια στήλη.

30. Αποδίδουμε ως α-όιάχριτο τον γαλλικό όρο l’indiscernable,


που σημαίνει μη διακριτό, μη διαχωρίσιμο. Στη φιλοσοφική του
χρήση, ο όρος αυτός δεν αναφέρεται στη λειτουργία της όρασης
να διακρίνει τα πράγματα, αλλά στη διακριτική ικανότητα της
γλώσσας, στην ικανότητά της να ξεχωρίζει τα δεδομένα χρησιμο­
ποιώντας διακριτές λέξεις. Ο Μπαντιού δίνει τον εξής τυπικό ορι­
σμό: «Ένα τμήμα μιας κατάστασης είναι α-διάκριτο εάν κανένα
εκφερόμενο της γλώσσας της κατάστασης δεν το διαχωρίζει, ή δεν
το διακρίνει» (L‘être et l’événement, ό.π., σ. 548). Επίσης, «μια αλή-
θεια είναι πάντοτε α-διάκριτη», εφόσον είναι απόρροια γενόσημης
διαδικασίας και συνεπώς δεν καλύπτεται από τη διακριτική ικα­
νότητα της διαθέσιμης γλώσσας. Για τη θεωρητική θωράκιση του
ΙΉΜΚΙΟΣΕΙΣ

όρου μπορεί κανείς να ανατρέξει στα κεφάλαια 33 και 34, οσ. 391 -
425, του ανωτέρω βιβλίου.

31.0 συγγραφεας μεταχειρίζεται τον όρο νεολογικά, σαν ρήμα.

32. Μεταφράζουμε πιστά τα παραθέματα του συγγραφέα από


τη γαλλική απόδοση του νιτσείκου κειμένου. Αρκετά διαφορετική,
αν και όχι ανατρεπτική του νοήματος, είναι η ελληνική μετάφραση
του Ζήση Σαρίκα: Φρίντριχ Νίτσε, Πέρα από το καλό και το κακό,
Εκδ. Νησίδες, Αθήνα 2004. Ο Μπαντιου παρερμηνεύει μάλλον τη
γαλλική απόδοση και διαβάζει «να μολύνει με την ασθένεια Πλά­
τωνα...» ενώ θα έπρεπε να διαβάσει «να μολύνει με την ασθένεια
τον Πλάτωνα, τον ωραιότερο ανθρώπινο βλαστό της ανθρωπότη­
τας». Η απουσία άρθρου στα κύρια ονόματα της γαλλικής γλώσ­
σας επιτρέπει και τις δύο αναγνο>σεις, αλλά η μετάφραση του Σα­
ρίκα, απ’ ευθείας από τα γερμανικά, συνηγορεί υπέρ της δεύτε­
ρης. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι, για τον Νίτσε, ο πλατωνι­
σμός είναι ασθένεια. (Για τα παρατιθέμενα χωρία πρβλ. τις σελί­
δες 14, 17 και 18 της ανωτέρω ελληνικής έκδοσης.)

33. Στην ελληνική έκδοση (βλ. προηγ. Σημ.) η φράση αποδίδε­


ται ως εξής: «Η ψευδότητα μιας κρίσης δεν είναι για μας ένσταση
προς μια κρίση» (ό.π., σ. 17).

34. Με τη λέξη γενόσημος-η-ο αποδίδεται η γαλλική générique,


την οποία αναδεικνυει ο συγγραφέας μας σε κεντρική εννοιολογι-
κή κατηγορία, και τη μεταχειρίζεται είτε ως επιθετικό προσδιορι­
σμό (π.χ. γενάσημη διαδικασία) είτε ουσιαστικοποιημένη: το γενό­
σημα. Πρόκειται για όρο που εισήγαγε στη μαθηματική θεωρία ο
Πολ Κοέν, και που στον Μπαντιού αποκτά πολύ ευρύτερες και
lUMI.IWILIl

εντελώς πρωτότυπες φιλοσοφικές διαστάσεις. Το générique είναι


εκείνο που δεν_είχε και δεν θα μπορούσε προηγουμένως να έχει
ονομασία στο πλαίσιο μιας δεδομένης κατάστασης, επειδή ήταν
άγνωστο, ανεντόπιστο, δίχως στίγμα, ως προς τα ονόματα που διέ­
θετε και διακινούσε η εν λόγιο κατάσταση για να αναγνωρίζει τον
εαυτό της. Générique είναι το μη ονοματιζόμενο, καθότι άρτι προ-
κύψαν. Από καθαρά γραμματικής πλευράς, το επίθετο αντιδια-
στέλλεται στα γαλλικά προς το spécifique (= ειδοποιός), υποση-
μαίνει δηλαδή μια νέα τάξη ονοματοδοσίας, ένα νέο γένος ονομά­
των, πράγμα που αποδίδει με επάρκεια το ελληνικό επίθετο «γε-
νόσημος». Το τελευταίο δεν συνιστά σημερινό νεολογισμό, αλλά
αναβίωση, αφού αλιεύεται στη Συναγωγή Νέων Λέΐεων του Στέ-
φανου Κουμανούδη, ως απόδοσή^τόΐΓΐθόΤ— για τον γαλλικό
ÔQcTgénérique.

35. Η πολλαπλή-τομή (στα γαλλικά: intersection-multiple) λο­


γίζεται με την έννοια που έχει στη θεωρία των συνόλων, όταν μι­
λάμε για τομή (intersection) δύο συνόλων. Θα μπορούσε να απο­
δοθεί και ως «πολλαπλή-αλληλεπικάλυψη» ή «πολλαπλή-διασταύ-
ρωση».
ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΚΥΡΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

AXtouoép, Aoih = Althusser. Louis

vre Bivi. AXcpçÉvr = de Vigny. Alfred


BityxevcTTaiv. Aodvrßiy = Wittgenstein. Ludwig

TxavrajicQ. Xavç-rxéopYX = Gadamer, Hans Georg


P/tévreL Kovpx = Gödel. Kurt

Za\'\wé. Kçicmdv = Jambet, Christian


Zcvé. Zav = Genet, Jean
Ziovö. Zav = Giono. Jean

Kavt, I^dvoueÀ. = Kant, Immanuel


Kdvtoç, rxéopyx = Cantor, Georg
Kaçr&noç, Pevdtoç (Ntexapr, Pevé) = Descartes. René
Kaoév. Mnapiuraça = Cassin, Barbara
Koév, rio>. TtdÇe<p = Cohen, Paul Joseph
KoçvÉr/. riiep = Corneille, Pierre

AaÇapOç, Zi).ßcv = Lazarus, Sylvain


Adinjrmç, BiXeXp PxdttpQivr = Leibniz, Wilhelm Gottfried
Aaxdv. Zax = Lacan, Jacques
Anxoi'-AajutdQT, «biXùr = Lacoue-Labarthe, Philippe
AapvTçd, Txi = Lardreau, Guy
Aeßivdc;, Eiqiavmré/. = Levinas. Emmanuel
Aiotoq, «Ppavooud = Lyotard, François
Aorpdv, AXpnéQ = Lautman, Albert
Aorpeupôv = Lautréamont

Μαλ/φμί, Στεφάν = Mallarmé Stéphane


ΜΙλΤΛΓΡΑΦΚ KYPItJN ONOMATÜN

Μαντελστάμ, Όοιπ Εμίλιεβιτς = Mandelstam, Ossip Emilievitch


ΜαρΕ. Καρλ = Marx. Karl
Μπαντιοϋ. Αλε'ν = Badiou. Alain
ΜπΟατ. Σάμιουελ = Beckett. Samuel
Μπέρκλι. Τζορτζ = Berkeley. George
ΜπερΕόν. Ανρι = Bergson, Henri
Μπλανσό. Μορίς = Blanchol, Maurice

Νάνοι, Ζαν-Λυχ = Nancy, Jean-Luc


Νεότων. Ισαάκ = Newton. Isaac
Νίτσε, Φρίντριχ = Nietzsche. Friedrich
Ντεγκί. Μισέλ = Deguy, Michel
Ντελεζ, Ζιλ = Deleuze, Gilles
Ντεριντά, Ζακ = Derrida, Jacques
Ντουαμέλ. Ζορζ = Duhamel. Georges

Πεσόα. Φερνάντο = Pessöa, Fernando


Πόπερ, Καρλ = Poper, Karl

Ρεμπό, Αρτουρ (Αρθούρος) = Rimbaud, Arthur


Ρίλκε. Ράινερ Μαρία = Rilke, Rainer Maria
Ρουσό, Ζαν-Ζακ = Rousseau, Jean-Jacques

Σαρ, Ρενέ = Char, René


Σπινόζα, Μπαροΰχ = Spinoza, Baruch
Στάλιν = Staline

Τρακλ. Γκεοργκ = Trakl. Georg


Τσε'λαν. Πάουλ = Celan, Paul

Φουκό. Μισελ = Foucault. Michel


Φρόιντ, Ζίγκμουντ = Freud, Sigmund

Χάιντεγκερ, Μάρτιν = Heidegger, Martin


Χέγκελ, Γκεοργκ Βίλελμ Φρίντριχ = Hegel, Georg Wilhelm Friedrich
Χε'λντερλιν, Φρίντριχ = Hölderlin. Friedrich
Χίτλερ, Αδόλφος = Hitler, Adolf
Χοΰοερλ, Έντμουντ = Husserl. Edmund
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΩΝ ΟΡΩΝ

αβυσσαλέο θεμέλιο = fond sans fond


αβυσσαλέος = sans fond
α-διάκριτος = indiscernable
αδιανόητος (ή μη στοχάσιμος) = impensable
αδυνατότητα = impossibilité
αισθητικοποίηση = esthétisation
ακατονόμαστο (το) = innommable (Γ)
αλήθεια = vérité
αληθής (ή αληθινός) = vrai
αληθινότητα = véracité
αληθοσημία = véridicité
αληθόσημος = véridique
αναγκαίος = nécessaire

Ανοικτό (το) = Ouvert (Γ)


ανοικτότητα = ouverture
αντιδραστικός = réactionnaire
αντικειμενικότητα = objectivité
αντικειμενιστικός = objectiviste
Πh ΛΙ ΞΙΛΟΙΊΟ ΨΙΛΟΙΟΦΙΚΙΙΝ ΟΡΟΝ

αντικείμενο = objet
αντικε ιμενοποίηση = objectivation
αντιφιλοσοφία = antiphilosophie
αντιφιλόσοφος = antiphilosophe
αποαντικε ιμενοποίηση = désobjectivation
αποαντικειμενοποιηχικός = désobjectivant
αποδόμηση = déconstruction
αποίεροποίηση = désacralisation
αποκρυπτόμενη α-κρυπτότητα = dé-voilement voilé
αποκρυπτόμενος = voilé
αποπροσανατολισμός = désorientation
απο-συγκόλληση = dé-suturation
απο-συγκολλώ = dé-suturer
αποσυνδεση = déliaison
απόσυρση = retrait
αποϋποκειμενοποιητικός = désubjectivant
αφηνειν-να-είναι (το) = laisser-être (le)

βεβαιότητα = certitude
βούληση = volonté, vouloir (le)
βούλεσθαι (το) = vouloir (le)

γενόσημη διαδικασία = procédure générique


γενόσημος = générique
γενόσημο (το) = générique (le)
γίγνεσθαι-υποκείμενο (το) = devenir-sujet (le)
γνώση = savoir (le), ενίοτε connaissance

δεσμός = lien
διαδικασία αλήθειας = procédure de vérité
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΩΝ ΟΡΟΝ 117
διακλείω = forclore
διακΰβευμα = enjeu
διανοητικός = intellectuel
διάνοιξη = éclosion
διεκπεραίωση = traversée
δίχως-είναι (το) = sans-être (le)
δίχως-Ένα (το) = sans-Un (le)
δομικός = structural, structurel
δυνατός = possible

ειδεναι (το) = savoir (le)


ειδοποιός = spécifique
είναι (το) = être (Γ)
εκμηδένιση = anéantissement
εκμηδενιστικός = anéantissant
εμμένεια = immanence
εμμενης = immanent
ενεργός = effectif
ενεργός πραγματικότητα = effectivité
ενικός = singulier
ενικότητα (ενίοτε ιδιομορφία) = singularité
έννοια = concept
εννοιακός (ή εννοιολογικός) = conceptuel
επικυριαρχία = domination
επιλήσμων = oublieux
επιστημολογία = épistémologie
επιστημονικός = scientifique
επιστημονικιστικός = scientiste
έρωτας = amour
ερωτικός = amoureux
ΛΙ-ΞΙΛΟΙ Κ) ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΝ OI'WN

ετερογενής = hétérogène

θετικισμός = positivisme
θετικιστικός = positiviste
θετικότητα = positivité
θεωρία = doctrine, théorie

ιπποτικός έρωτας = amour courtois


ιστοριακός = historial

καθαίρεση = destitution
καθολικός = universel
καλλιτεχνικός = artistique
«κατά γράμμα» = littéral
κατάσταση = situation
κατηγόρημα = prédicat
κατηγορία (ή εννοιολογική κατηγορία) = catégorie
κατονομάσιμος = nommable

λήθη = oubli
λογιζόμενο-ως-ένα (το) = compte-pour-un (le)
λόγος = discours, ενίοτε parole
λόγος — logos

μαθήμιο = mathème
μετα-συμβαντικός = post-événementiel
μηδέν (το) = néant (le)
μηδενισμός = nihilisme
μηδενιοτικός = nihiliste
μη στοχάσιμος (ή αδιανόητος) = impensable
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΩΝ ΟΡΩΝ IV

μη συνεκτικός = inconsistant
μορφοποίηση = configuration
μορφοποιώ = configurer

νεωτερικός (ή μοντέρνος) = moderne


νεαπερικότητα = modernité
νομιναλιστικός = nominaliste

ολοποίηση = totalisation
ομόλογος προς = transitif à
ον (το) = étant (Γ)
ονοματοδότηση (ή κατονομασία) = nomination
ονοματοδοτώ = nommer
οντολογικός = ontologique
ορθός λόγος = raison
οροθετώ = conditionner
όρος = condition
ουσία = essence
ουσιώδης = essentiel

Παρουσία = Présence
παρουσίαση = présentation
πεπρωμένο = destin
περατώνω = achever
περάτωση = achèvement
περιπλάνηση = errance
περιπλανώμενος = errant
πιστότητα = fidélité
πνεύμα = ésprit
ποιητικός = poétique
1211 ΛΙ-.ΞΙΛΟΙ ΙΟ ΨΙΛΟΙΟΨΙΚΟΝ OKJN

πολλαπλή-κατάιτταση = situation-multiple
πολλαπλό (το) = multiple (le)
πολλαπλό-είναι (το) = être-multiple (Γ)
πολλαπλότητα = multiplicité
πολιτική επινόηση = invention politique
ποσοδείκτης = quantificateur
προσανατολισμένος = orienté
προσανατολισμός = orientation
προσδιορισμός = détermination
προσίδιος = propre
προσποίηση (ή προσποιητό, το) = semblant (le)

σημαίνον (το) = signifiant (le)


σημειακός = ponctuel
σκέψη = pensée
στοχασμός = méditation, ενίοτε pensée
στοχαστικός = de pensée, de réflexion
συγκάλυψη = occultation
συγκεχυμένες συμβαντικότητες = événementialités obscures
συγκολλημένος = suturé
συγκόλληση = suture
συγκολλώ = suturer
συμβάν = événement
συμβαντικός = événementiel
συνδυνατός = compossible
συνδυνατότητα = composibilité
συνεκτικός = consistant
συνεκτικότητα = consistance
συντυχιακός = hasardeux
συστηματικός = systématique
ΛΚ.ΞΙΛΟΠΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΝ ΟΡΩΝ 121

τελεστής = opérateur

υλιστικός = matérialiste
υπαρκτικός (ποσοδείκτης) = existentiel
υπεράριθμος = surnuméraire
υπερβατικός = transcendant
υπερβατικότητα = transcendance
υπερβατολογικός = transcendantal
υπερπληρωματικός = supplémentaire
υπερπληρώνω = supplémenter
υπερπλήρωση = supplémentation
υπόδειγμα = paradigme
υποδειγματικός = paradigmatique
υποκείμενο (το) = sujet
υποστασιακότητα = substantial ité

ώδε-είναι (το) = être-là (Γ)


Στην ίδια σειρά κυκλοφορούν:

ROGER-POL DROIT
101 ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ
Πρόλογος: Στέφανος Ροζάνης
Μετάφραση: Ρεβέκκα Πέσσαχ

Ο Roger-Pol Droit επιχειρεί με επιτυχία μια


σημειολογία της καθημερινότητας μας, εισά-
γοντας σ’ αυτήν όρους και ε'ννοιες του σύγ­
χρονου φιλοσοφικού στοχασμού.
101 ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Σκοπός του είναι να δείξει ότι οι όροι αυ­
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ! 2QHE τοί και οι ε'ννοιες αυτές όχι μόνο δεν είναι
αποκομμένοι από την καθημερινή μας ζωή
και πρακτική, αλλά αντίθετα αναδύονται μέ­
σα από την καθημερινότητά μας, από τις
—π— εμπειρίες μας, από τον τρόπο με τον οποίο
ζούμε και αντιδρούμε.
Έτσι, ο Droit εμπλέκει φιλοσοφία και ζωή, και αποκαλύπτει το
βάθος των καθημερινών μας δραστηριοτήτων, δείχνοντας ταυτό­
χρονα ότι ζωή και φιλοσοφία δεν είναι δυο διαχωρισμένες έννοιες,
αλλά ότι η τέχνη του βίου προκύπτει μέσα από τον φιλοσοφικό
στοχασμό και αντίστοιχα ο φιλοσοφικός στοχασμός διαμορφώνε­
ται πάντα σύμφωνα με τις επιταγές και τις ανάγκες της τέχνης
του βίου. Με τον τρόπο αυτόν, η ζωή γίνεται φιλοσοφία και η φι­
λοσοφία γίνεται ζωή.
ROGER-POL DROIT - Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ
Μετάφραοη: Νίκος Ηλιάδης

Μήπως έχετε ήδη συναντήσει κάποιους φι­


λοσόφους; Μείνατε αρκετό καιρό στη συ­
ντροφιά τους; Σας έτυχε να διαπιστεύσετε
ότι δεν είναι Θλιμμένοι;
Το Ρ'βλ'° αυτό σο,ς προτείνει να συνανα-

στραφείτε πολλούς φιλοσόφους, διάσημους


ή παραγνωρισμένους, αρχαίους ή σύγχρο­
νους, Δυτικούς ή Ανατολικούς, αποκτώντας
μαζί τους μια σχέση στενή και οικεία.
—— Θα διαπιστώσετε ότι αυτοί οι κατασκευα­
στές ιδεών, που συχνά τους θεωρούν άχα­
ρους, είναι περίεργοι άνθρωποι της περιπέτειας, πειραματιστές
της ζωής. Δεν έχετε κανένα λόγο να τους φοβάστε. Θα σας κά­
νουν να δείτε πόσο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους η σκέψη, η ζωή
και το γέλιο.
Από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα μέχρι τον Φουκό και τον
Ντελέζ, θα διαισθανθείτε ότι η καθημερινή άσκηση της φιλοσοφίας
αγωνίζεται ενάντια σε δύο μονάχα εχθρούς: τη βλακεία και τη
θλίψη.

C. Ρ. RAGLAND - SARAH HEIDT


ΤΙ ΕΣΤΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ;
Μετάφραση: Νίκος Ηλιάδης

Εξι σημαντικοί φιλόσοφοι μελετούν τη φύση


της φιλοσοφίας. Αν και καθένας από αυτούς
έχει τη δική του άποψη, όλοι τους συμφω­
νούν ότι η φιλοσοφία αναζητά κρυμμένες
ΤΙ ΕΓΠ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ; υποθέσεις και έννοιες προκειμένου να τις εκ­
θέσει στον κριτικό έλεγχο. Μέσω αυτού, οι
φιλόσοφοι επιχειρούν να αναστοχαστούν τις
δικές τους απόψεις σχετικά με τη φύση του
έργου τους.
Οι συγγραφείς του βιβλίου αυτού θίγουν
ορισμένα από τα σημαντικότερα θέματα του
φιλοσοφικού στοχασμού: Τι διαφορίζει τη φιλοσοφία από τις φυσι­
κές ι πιστήμις, τη θρησκεία, καθώς και άλλους κλάδους των (πιατη-
μών τοσ ανθρώπου;
Επίσης ερμηνεύεται το κατά πόσον η φιλοσοφία μπορεί να συ-
μβάλει στο μετασχηματισμό του πολίτικου στοχασμού.

CATHERINE CLÉMENT - JULIA KRISTEVA


ΤΟ ΘΗΛΥ ΚΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟ
Πρόλογος: Μάριος Μαρκίδης
Μετάφραση: Αρχοντή Κόρκα

Υπάρχει ή όχι μια έννοια του ιερού, η οποία


φέρει τα αποκλειστικά χαρακτηριστικά του
θήλεος; Ποια είναι η θέση του θήλεος μέσα
στις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, τον ιου-
τοθηλυ
το ΘΗΛΥ δαϊσμό, το χριστιανισμό και τον ισλαμισμό;
ΚΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟ
Πώς αναδύεται η ισότητα του θήλεος στο
βουδισμό, τον κομφουκιανισμό, τον ταοϊσμό
και στις ανιμιστικες θρησκείες της Αφρικής; Αν
αληθεύει ότι οι γυναίκες αφυπνίζονται κατά
την καινούργια χιλιετία, ποια πρέπει να είναι η
βαθύτερη σημασία αυτής της αφύπνισης;
Σ' αυτά τα ερωτήματα επιχειρούν να δώσουν έγκυρες απα­
ντήσεις οι δύο εξεχουσες εκπρόσωποι της σύγχρονης γαλλικής δια­
νόησης, η Catherine Clément και η Julia Kristeva, καλύπτοντας ένα
ευρύτατο φάσμα αναζητήσεων, ψυχολογικών, κοινωνιολογικών, φι­
λοσοφικών και θρήσκε ιολογι κών.
Με τη μορφή της επιστολικής αφήγησης, το έργο τους «Το Θήλυ
και το Ιερό» αποτελεί μία συμβολή από τις σημαντικότερες της σύγ­
χρονης έρευνας στα κρίσιμα προβλήματα της ιερότητας που απα­
σχολούν επίμονα τις Επιστήμες του Ανθρώπου στην εποχή μας.
ZYGMUNT BAUMAN
Η ΜΕΤΑΝΕΠΤΕΡΙΚΟΊΉΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΙΝΑ ΤΗΣ
Πρόλογος - Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπαοάκης

'Οταν ο Φρόιντ ¿γράφε το κλασικό του κεί­


μενο Πολιτισμός, Πηγή Δυστυχίας, τον απα­
σχολούσε η λειτουργία της απώθησης. Για
τον Φρόιντ, ο σύγχρονος πολιτισμός στηρί­
ζεται στην απαγόρευση της αυθορμησίας
και στον περιορισμό της αυτοέκφρασης. Σή­
μερα, στη μετανεωτερική εποχή, ο Φρόιντ,
υποστηρίζει ο Bauman, έχει πλέον ζεπερα­
στεί ως προς όλες τις απόψεις του αυτές.
—=— Στην εποχή μας, η ελευθερία του ατόμου
αποτελεί την κυρίαρχη αξία, το κριτήριο
εκείνο πάνω στο οποίο εδράζονται όλοι οι κοινωνικοί κανόνες. Η
μετανεωτερικότητα κυριαρχείται από τη θέληση για ευτυχία.
Ωστόσο, αυτή η θέληση καταλήγει στο να θυσιάζει την ασφάλεια
και αυτό προκαλεί τις πλέον έντονες ανησυχίες στη σημερινή μας

GEORGES BATAILLE - ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ. ΘΕΛΗΣΗ ΓΙΑΤΥΧΗ


Πρόλογος: Διονύσης Καββαθάς
Μετάφραση: Χάρης Ε. Ράπτης - Νίκος Ηλιάδης

Ο Georges Bataille δεν υπήρξε ποτέ ένας


«κανονικός» φιλόσοφος, όπως για παρά­
¡ι· ;·· -μ ? δειγμα ο Χέγκελ ή ο Σαρτρ. Ήταν διατακτι­
κός ως προς τις έννοιες, εύκαμπτος ως προς
ΓΙΑ TON ΝΙΤΙΕ τα φιλοσοφικά συστήματα και βαθιά καχύ-
ποπτος ως προς τη γλώσσα.
Ο Bataille ποτέ δεν ανέπτυξε ιδέες και
ποτέ δεν υποστήριξε ιδέες με τη ζωή του.
Δεν θα μπορούσε, κατά συνέπεια, κάποιος
να αναμένει ότι το έργο του «Για τον Νίτσε»
θα αποτελούσε έναν παραδοσιακό σχολια­
σμό του Νίτσε. Το έργο αυτό είναι περισσότερο ένα εγχείρημα
του Bataille να προβάλει τα στοιχεία εκείνα της φιλοσοφίας του
Νίτσε, τα οποία αναγνώριζε ως δικά του.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η τιράοτια συμβολή του Β3(ϋίΙΙρ και η
μοναδικότητα του σχολιασμού του. Η γλώσσα την οποία ο Βϋ-
ΙιίΠΙο υιοθετεί προκειμ^νου να μιλήσει για τον κατιξοχήν φιλόοο-
φο της νεωτε ρικότητας, ε'χει τους τόνους και την οικειότητα μιας
γλώσσας προσωπικής μέσα από την οποία αναδύονται με μονα­
δικό τρόπο τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν την ιδιαιτερότη­
τα του ως αναγνώστη του Νίτσε.

VLADIMIR JANKÉLEVITCH
ΗΘΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
Πρόλογος: Στέφανος Ροζάνης
Μετάφραση: Θανάσης Παπαδόπουλος

Η ηθική φιλοσοφία του Vladimir Jankélevitch


αρνείται την ηθική της εξαγοράς και της με­
τάνοιας, μια κανονιστική δηλαδή ηθική, η
οποία κατά βάση θετει αξεπέραστους φραγ­
ΙΙϋΙΚΙΙ ΦΙΛΟΙΟΦΙΛ
μούς στην ελευθερία του ανθρώπινου όντος.
ΤΟ ΒΑΡΟΓ
ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ Διότι το πρόβλημα του ηθικού όντος υπήρξε
πάντα, και εξακολουθεί να είναι, η ελευθε­
ρία, η προϋπόθεση της οποίας είναι ο όρος
εκ των ων ουκ άνευ της ηθικής. Και είναι
ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο που το καλό και
το κακό, οι δύο πόλοι της κανονιστικής ηθι­
κής, ακυρώνονται μέσα στην ηθική της ελευθερίας, αφού, όπως
γράφει ο Jankélevitch, «αν το κακό καταστρέφεται από μόνο του,
είναι γιατί στην πραγματικότητα το κακό δεν είναι βιώσιμο. Το κα­
κό είναι, όπως η ίδια η διαστροφή, ενα αδιέξοδο. Μπορεί να ζήσει
ένα διάστημα μέσω των αμφισημιών, των παρανοήσεων, των χι­
λιάδων συνενοχών που βρίσκει μέσα σε μιαν άρρωστη συνείδηση.
Επιβιώνει — πικρός εμπαιγμός — επειδή καταφε'ρνει να περνά για
το αντίθετό του».
Ο Jankélevitch θετει τη μεταηθική του σαν ενα pianissimo της
φωνής της σιωπής και του τραγουδιού της ψυχής, όταν ο ηθικός
χρόνος -ο χρόνος της κανονιστικής ηθικής— εξαφανίζεται, και ο
άνθρωπος δρασκελίζει το χείλος της στιγμής υπερβαίνοντας τα
όρια του πεπερασμένου πνεύματός του.
Jacques AUBERT. Francois CHENG. Jean-Claude MILNER,
Francois REGNAULT. Gérard WAJCMAN
Ο ΛΑΚΑΝ, TO ΓΡΑΙΙΤΟ, Η ΕΙΚΟΝΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΠΤΕΡΟΥΝΤΙΟΥ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: ΒΛΛΣΙΙΣ ΣΚΟΛΙΔΗΣ

Jacques-Alain Miller
ΑΑΚΑΝΙΚΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ
ΕΞΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ
ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ, ΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ, ΤΗΝ ΑΠΟΛΑΥΣΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΝΙΝΕΤΤΑ ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΟΥ - ΒΛΑΣΗΣ ΣΚΟΑΙΔΗΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: ΒΛΑΣΗΣ ΣΚΟΛΙΔΗΣ

Jacques Lacan
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΤΡΙΤΟ: ΟΙ ΨΥΧΩΣΕΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΡΟΥΛΗ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΛΑΣΗΣ ΣΚΟΛΙΔΗΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΒΛΑΣΗΣ ΣΚΟΛΙΔΗΣ
φιλοσοφία -η καθαυτό φιλοσοφία, όπως την εννοού­

Η σε ο Πλάτων- είναι σήμερο εφικτή, με τη φιλοδοξία


της αλώβητη.

Η παρακμή που γνώρισε τον 19ο αιώνα οφείλεται στο ότι


ταυτίστηκε, «συγκολλήθηκε*, διαδοχικά με ένα μόνο από τα
πεδία στα οποία αναδύεται, ηέρο από τη γνώση, μια αλή­
θεια: συγκόλληση με το επιστημονικό (θετικισμός), με το
πολιτικό (μαρξισμός), κατόπιν με το ποιητικό πεδίο (Νίτσε
και, κυρίως, Χάιντεγκερ).

Βέβαια, τα μαθηματικό, η ποίηση, η πολιτική ως επινόηση και


ο έρωτας ως σκέψη συνιστούν ακριβώς τέσσερις όρους της
φιλοσοφίας. Είναι απαραίτητοι όμως και οι τέσσερις, ενώ η
φιλοσοφία είναι η μοναδική εκείνη σκέψη που τους δεξιώ­
νεται και τους συστεγάζει.

Το πρόγραμμα αποσκοπεί, λοιπόν, στην επανοηόδοση της


φιλοσοφικής σκέψης στον πλήρη χώρο των αληθειών που την
οροθετούν. Γι’ αυτό και καταπιάνεται με τα κεντρικά ζητήμα­
τα που απασχολούν κάθε φιλοσοφία σήμερα: το Υποκείμενο.
εφόσον δεν γίνεται πλέον να διατηρήσουμε την κατηγορία
του αντικειμένου, που συμπαρασύρθηκε στην κατάρρευση
του αντικειμενισμού’ το Δύο. εφόσον δεν είναι πλέον δυνα­
τόν να μας ικανοποιήσει το διαλεκτικό σχήμα’ τέλος, τη λει­
τουργία του α-διακρήου. σημείο όπου καλούμαστε να επα­
νεξετάσουμε τη σχέση της γλώσσας με τη σκέψη.

Αλέν Μπαντιου

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΠΟΣ Α.Ε.


ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 1 · 106 79 ΑΘΗΝΑ. ΤΗΛ.: 210 33 02 23«. ΜΧ: 210 33 02 098
www.psichogios.gr · β-τηβίΙ: info@pstchogtos.gr