Anda di halaman 1dari 521

Τ ίτλος πρωτοτύπου: Table for Two

Copyright © 2002 by Harlequin Books S.A.


T he publisher acknowledges the copyright holder
of the individual works as follows:
SUMMER DESSERT S
Copyright © 1985 by Nora Roberts
LESSONS LEARNED
Copyright © 1986 by Nora Roberts
© 2009 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤ ΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε.
για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας
με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.à.r.l.
ISBN 978-960-620-204-9
Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη
Επιμέλεια: Λέγκω Ιορδανίδου
Διόρθωση: Κυριάκος Μιχελόγκωνας
Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του
βιβλίου,
η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε
οπτικοακουστικό
ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.
SILK – Τ ΕΥΧΟΣ 51
ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤ ΙΚΗ ΑΒΕΕ
Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα, Τηλ. 210 3610 218
Γλυκός Πειρασμός
Στη Μαριάν Σοκ, για την ενθαρρυντική
και έξυπνη βοήθεια της τελευταίας στιγμής.

Κεφάλαιο 1
Την έλεγαν Σάμερ*(*Καλοκαίρι, στα αγγλικά. (Σ.τ.Μ.)). Ήταν ένα
όνομα που σου έφερνε στο μυαλό λουλούδια με έντονα χρώματα,
ξαφνικές μπόρες και μακριές, ανήσυχες νύχτες. Αλλά και ηλιόλουστα
λιβάδια κι έναν υπνάκο στη σκιά. Της ταίριαζε.
Έτσι όπως στεκόταν με τα χέρια σταθερά, το κορμί της σφιγμένο
και τα μάτια της σε εγρήγορση, δεν ακουγόταν το παραμικρό στο
δωμάτιο. Κανείς μα κανείς δεν τολμούσε να τραβήξει το βλέμμα του
από πάνω της. Οι κινήσεις της μπορεί να ήταν αργές, αλλά δεν υπήρχε
ούτε ένας που θα ήθελε να διακινδυνεύσει να χάσει μια χειρονομία,
μια κίνηση. Όλη η προσοχή, όλη η συγκέντρωση επικεντρωνόταν σ’
εκείνη τη λεπτή, μοναχική φιγούρα. Ρομαντικές μελωδίες του Σοπέν
πλημμύριζαν το χώρο. Το φως έπαιζε πάνω στα σχολαστικά
μαζεμένα μαλλιά της –πλούσια, σ’ ένα ζεστό καστανό χρώμα με
ξανθές ανταύγειες. Δυο σμαραγδένια σκουλαρίκια έλαμπαν στ’ αυτιά
της.
Το δέρμα της ήταν αναψοκοκκινισμένο και το ρόδινο χρώμα του
αναδείκνυε ακόμα περισσότερο τα ψηλά ζυγωματικά και την κομψή
κατατομή του προσώπου της, που πρόδιδε την αριστοκρατική
καταγωγή της. Η έξαψη και η βαθιά συγκέντρωση τόνιζαν τις
κεχριμπαρένιες κηλίδες στα καστανά μάτια της –αυτή η ένταση
ευθυνόταν και για το σούφρωμα των καλοσχηματισμένων χειλιών
της.
Ήταν ντυμένη στα κατάλευκα, χωρίς κανένα στολίδι, και όμως
μαγνήτιζε τα βλέμματα όπως μια πανέμορφη, πολύχρωμη πεταλούδα.
Δεν επρόκειτο να μιλήσει, κι όμως όλοι έγερναν μπροστά, στήνοντας
αυτί, μήπως και πιάσουν τον παραμικρό ψίθυρο.
Το δωμάτιο ήταν ζεστό, οι μυρωδιές εξωτικές, η ατμόσφαιρα
ηλεκτρισμένη από την προσμονή.
Η Σάμερ θα μπορούσε να ήταν και ολομόναχη, έτσι όπως
αγνοούσε την παρουσία όλων γύρω της. Είχε μόνο ένα σκοπό, μόνο
ένα στόχο: την τελειότητα. Δε θα συμβιβαζόταν ποτέ με τίποτε
λιγότερο.
Με τεράστια προσοχή, σήκωσε τη ρομβοειδή φόρμα και μετά
πίεσε το άνθος της αγγελικής στο κέντρο του σαβαρέν για να
ολοκληρώσει το σχέδιο που είχε εμπνευστεί. Είχε ήδη ξεχάσει τις
ώρες που είχε περάσει προετοιμάζοντας το πολύπλοκο γλυκό, όπως
είχε ξεχάσει και τη ζέστη, την κούραση και τους πόνους στα
μπράτσα της. Η τελευταία πινελιά, η εμφάνιση μιας δημιουργίας της
Σάμερ Λίντον, ήταν υψίστης σημασίας. Ναι, μπορεί η γεύση να ήταν
τέλεια, η μυρωδιά να ήταν τέλεια, ο τρόπος που θα κοβόταν να ήταν
τέλειος. Αλλά τίποτε από αυτά δε θα μετρούσε αν και η εμφάνιση
του γλυκού δεν ήταν τέλεια.
Με τη φροντίδα του καλλιτέχνη που ολοκληρώνει κάποιο από τα
μεγάλα έργα του, η Σάμερ σήκωσε το πινέλο της για να περάσει τα
φρούτα και τα αμύγδαλα μ’ ένα ελαφρύ γλάσο βερίκοκο.
Όλοι εξακολουθούσαν να παραμένουν αμίλητοι.
Χωρίς να ζητήσει καμιά βοήθεια –η αλήθεια ήταν πως δε θα την
ανεχόταν– η Σάμερ άρχισε να γεμίζει το σαβαρέν με την πλούσια
κρέμα, τη συνταγή της οποίας φυλούσε ζηλότυπα.
Με το κεφάλι ψηλά και τα χέρια της απόλυτα σταθερά, η Σάμερ
έκανε ένα βήμα πίσω για να ρίξει μια τελευταία κριτική ματιά στο
δημιούργημά της. Αυτή ήταν η ύστατη δοκιμασία, γιατί το μάτι της
έκοβε περισσότερο από του οποιουδήποτε όταν επρόκειτο για τη
δουλειά της. Σταύρωσε τα χέρια της ανέκφραστη. Στην τεράστια
κουζίνα, και τρίχα να έπεφτε, θ’ ακουγόταν σαν πιστολιά.
Αργά, τα χείλια της χαλάρωσαν και τα μάτια της έλαμψαν:
επιτυχία. Σήκωσε το χέρι της κι έκανε μια μάλλον δραματική
χειρονομία. «Πάρτε το», διέταξε.
Δυο βοηθοί έσπευσαν να τσουλήσουν έξω από την κουζίνα το
τραπέζι με το γλασαρισμένο επιδόρπιο, ενώ οι υπόλοιποι ξεσπούσαν
σε χειροκροτήματα.
Η Σάμερ τα δέχτηκε σαν να τα δικαιούνταν. Καλή η
ταπεινοφροσύνη, το ήξερε αυτό, αλλά δεν ταίριαζε στο σαβαρέν της.
Το σαβαρέν της, για να το θέσει απλά, ήταν μεγαλοπρεπές. Ο Ιταλός
δούκας ήθελε μεγαλοπρέπεια στο πάρτι των αρραβώνων της κόρης
του και γι’ αυτό την είχε πληρώσει. Και η Σάμερ είχε σταθεί στο
ύψος των περιστάσεων.
«Μαντεμουαζέλ». Ο Φουλφόν, ο Γάλλος που ειδικευόταν στα
οστρακοειδή, έπιασε τη Σάμερ από τους ώμους. Την κοιτούσε με τα
στρογγυλά μάτια του δακρυσμένα και γεμάτα επιδοκιμασία.
«Ενκρουαγιάμπλ ». Τη φίλησε γεμάτος ενθουσιασμό και στα δυο
μάγουλα, ενώ τα επιδέξια δάχτυλά του πίεζαν τη σάρκα της σαν να
ήταν κανένα φρεσκοψημένο καρβέλι. Η Σάμερ έσκασε το πρώτο
χαμόγελο εδώ και ώρες.
«Μερσί». Κάποιος είχε ανοίξει ένα μπουκάλι κρασί για να το
γιορτάσουν. Η Σάμερ πήρε δυο ποτήρια και έδωσε το ένα στο Γάλλο
σεφ. «Στην επόμενη συνεργασία μας, μον αμί».
Κατέβασε το κρασί μονορούφι, τράβηξε το σκούφο του σεφ από
το κεφάλι της και βγήκε με χάρη από την κουζίνα. Το σαβαρέν της
σερβιριζόταν ήδη στην πελώρια τραπεζαρία με το μαρμάρινο πάτωμα
και τον εντυπωσιακό πολυέλαιο, προς τέρψη όλων. Η τελευταία
σκέψη της προτού φύγει ήταν: δόξα τω Θεώ, κάποιος άλλος θα
καθάριζε το χάος πίσω της.
Δύο ώρες αργότερα, είχε βγάλει τα παπούτσια της και είχε κλείσει
τα μάτια της. Είχε ανοιχτό στα πόδια της ένα ανατριχιαστικό βιβλίο
μυστηρίου και το αεροπλάνο της πετούσε πάνω από τον Ατλαντικό.
Γύριζε σπίτι της. Είχε περάσει σχεδόν τρεις ολόκληρες μέρες στο
Μιλάνο με μοναδικό σκοπό τη δημιουργία αυτού του εδέσματος. Δεν
ήταν κάτι ασυνήθιστο για εκείνη. Η Σάμερ είχε φτιάξει Σαρλ ότ
Μαλ ακόφ στη Μαδρίτη, φλαμπέ Κρέπες Φουρέ στην Αθήνα και Ιλ
Φλ οτάντ στην Κωνσταντινούπολη. Όταν της πλήρωναν τα έξοδα και
την αστρονομική αμοιβή που ζητούσε, η Σάμερ Λίντον ήταν
πρόθυμη να πάει παντού για να φτιάξει κάποιο από τα επιδόρπιά της
που θα έμενε στη μνήμη αυτών που θα το δοκίμαζαν για πολύ καιρό
αφού θα είχαν φάει και την τελευταία μπουκιά.
Πάμε όπου μας καλούν, σκέφτηκε αφηρημένα και χασμουρήθηκε
χαμογελώντας.
Θεωρούσε ότι ήταν ειδική στον τομέα της, κάτι σαν επιδέξια
χειρουργός. Και ήταν αλήθεια· είχε σπουδάσει και είχε κάνει
πρακτική, όπως ακριβώς και τα αξιοσέβαστα μέλη της ιατρικής
κοινότητας. Πέντε χρόνια αφότου είχε περάσει με επιτυχία τις
αυστηρές εξετάσεις στο Παρίσι, στην πόλη όπου η μαγειρική είναι
πραγματικά τέχνη, για να πάρει το δίπλωμα Κορντόν Μπλε, η Σάμερ
είχε αποκτήσει τη φήμη ότι ήταν κυκλοθυμική σαν καλλιτέχνης, ότι
είχε τη μνήμη υπολογιστή, όταν έπρεπε να θυμηθεί συνταγές, και τα
χέρια ενός αγγέλου.
Η Σάμερ λαγοκοιμήθηκε στο κάθισμα της πρώτης θέσης και
προσπάθησε να πνίξει την έντονη επιθυμία της για ένα κομμάτι πίτσα
πεπερόνι.
Ήξερε πως η ώρα της θα περνούσε πιο γρήγορα αν κατάφερνε να
κοιμηθεί ή να διαβάσει. Αποφάσισε να τα συνδυάσει και δοκίμασε να
πάρει πρώτα έναν υπνάκο. Η Σάμερ ήταν μια γυναίκα που εκτιμούσε
τον ύπνο της σχεδόν όσο και τη μους σοκολάτα που έφτιαχνε.
Γυρίζοντας στη Φιλαδέλφεια, το πρόγραμμά της θα ήταν
πυρετώδες, στην καλύτερη περίπτωση. Είχε να ετοιμάσει την μπόμπα
για το φιλανθρωπικό συμπόσιο του κυβερνήτη, να παρευρεθεί στην
ετήσια συνάντηση του Σωματείου των Γευσιγνωστών, θα
ακολουθούσε η επίδειξη που είχε δεχτεί να κάνει για την κρατική
τηλεόραση... και είχε κι εκείνη τη συνάντηση, θυμήθηκε
μισοκοιμισμένη.
Αλήθεια, τι όνομα της είχε πει η γυναίκα με την τσιριχτή φωνή
από το τηλέφωνο; Ντρέικ –όχι, Μπλέικ– Κόκραν. Ο Μπλέικ Κόκραν
ο Τ ρίτος, της αλυσίδας ξενοδοχείων Κόκραν. Φανταστικά
ξενοδοχεία, σκέφτηκε η Σάμερ χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ήταν
τακτική πελάτισσα σε μερικά από αυτά, σε διάφορα μέρη του
κόσμου. Ο κύριος Κόκραν ο Τ ρίτος ήθελε να της κάνει μια
επαγγελματική πρόταση.
Υπέθεσε πως θα της πρότεινε να φτιάξει κάποιο ξεχωριστό
επιδόρπιο για τα ξενοδοχεία του, στο οποίο θα μπορούσαν να
προσθέσουν και το όνομα Κόκραν. Η Σάμερ δεν ήταν αντίθετη σε μια
τέτοια προοπτική –υπό τις κατάλληλες συνθήκες. Και με την
κατάλληλη αμοιβή. Βέβαια, θα έπρεπε να ερευνήσει λεπτομερώς την
κατάσταση όλων των επιχειρήσεων Κόκραν προτού δεχτεί να
συνδέσει το όνομα και τις ικανότητές της μαζί τους. Αν έστω και ένα
από τα ξενοδοχεία τους ήταν κατώτερης ποιότητας...
Η Σάμερ χασμουρήθηκε και αποφάσισε να ξανασκεφτεί αυτό το
θέμα αργότερα, αφού συναντούσε από κοντά τον Τ ρίτο. Μπλέικ
Κόκραν ο Τ ρίτος, σκέφτηκε πάλι και χαμογέλασε νυσταγμένα.
Στρουμπουλός, φαλακρός και μάλλον ξινός. Ιταλικά παπούτσια,
ελβετικό ρολόι, γαλλικά πουκάμισα, γερμανικό αυτοκίνητο –ενώ,
χωρίς καμιά αμφιβολία, θα θεωρούσε τον εαυτό του τυπικό
Αμερικανό. Η πληκτική αυτή εικόνα που σχημάτισε στο μυαλό της
την έκανε να χασμουρηθεί ξανά –ύστερα αναστέναξε καθώς ένιωσε
πάλι εκείνη την επιθυμία για πίτσα. Η Σάμερ έγειρε πιο πίσω το
κάθισμά της και πίεσε τον εαυτό της να κοιμηθεί.

Ο Μπλέικ Κόκραν ο Τ ρίτος κάθισε στο μαλακό πίσω κάθισμα της


λιμουζίνας με το μεταλλικό γκρίζο χρώμα και μελέτησε προσεκτικά
την αναφορά για το τελευταίο Κόκραν Χάουζ που είχε χτιστεί στο
Σεν Κρουά. Ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσε να βγάλει άκρη με
ένα συνονθύλευμα από ανάκατα στοιχεία και να τα ταξινομήσει με
απόλυτη ακρίβεια. Το χάος ήταν απλώς μια μορφή τάξης που
περίμενε να διευθετηθεί με λογική. Ο Μπλέικ ήταν πολύ λογικός
άντρας. Το Α οδηγούσε στο Β και αυτό στο Γ. Όσο μπερδεμένο και
να ήταν το κουβάρι, με υπομονή και λογική, μπορούσες να βρεις το
δρόμο σου.
Και επειδή είχε το ταλέντο να κάνει ακριβώς αυτό, στα τριάντα
πέντε του, ο Μπλέικ είχε σχεδόν τον πλήρη έλεγχο της
αυτοκρατορίας των Κόκραν. Είχε κληρονομήσει τα πλούτη του, κι
έτσι σπάνια τον απασχολούσαν. Είχε κερδίσει όμως με το σπαθί του
τη θέση του στον όμιλο και γι’ αυτό την εκτιμούσε. Η ποιότητα ήταν
παράδοση στους Κόκραν. Χρησιμοποιούσαν τα καλύτερα σε όλα τα
Κόκραν Χάουζ, από τα λινά σεντόνια στα κρεβάτια μέχρι το
τσιμέντο που έριχναν στα θεμέλια.
Και η αναφορά που είχε για τη Σάμερ Λίντον έλεγε πως εκείνη
ήταν η καλύτερη.
Ο Μπλέικ άφησε το φάκελο του Σεν Κρουά και έβγαλε έναν άλλον
από το χαρτοφύλακα δίπλα στα πόδια του. Ένα χρυσό, οβάλ
δαχτυλίδι με το μονόγραμμά του άστραψε στο χέρι του. Η Σάμερ
Λίντον, σκέφτηκε και άνοιξε το φάκελο...
Είκοσι οχτώ χρονών, απόφοιτος της Σορβόνης, πιστοποιημένη σεφ
με το δίπλωμα Κορντόν Μπλε. Ο πατέρας της, Ρότσιλντ Λίντον, ήταν
ένα αξιοσέβαστο μέλος του Βρετανικού Κοινοβουλίου. Η μητέρα
της, η Μονίκ Ντιμπουά Λίντον, ήταν πρώην σταρ του γαλλικού
κινηματογράφου. Οι γονείς της είχαν χωρίσει φιλικά πριν από είκοσι
τρία χρόνια. Η Σάμερ Λίντον είχε περάσει τα πρώτα παιδικά της
χρόνια ανάμεσα στο Παρίσι και το Λονδίνο. Στη συνέχεια, η μητέρα
της είχε ξαναπαντρευτεί, μ’ έναν Αμερικανό μεγιστάνα σιδήρου που
είχε τη βάση του στη Φιλαδέλφεια. Η Σάμερ είχε επιστρέψει στο
Παρίσι για να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή της και αυτή τη στιγμή
είχε σπίτι και στο Παρίσι και στη Φιλαδέλφεια. Η μητέρα της, στο
μεταξύ, είχε κάνει και τρίτο γάμο, αυτή τη φορά με κάποιο βαρόνο
του χαρτιού, και ο πατέρας της είχε χωρίσει από τη δεύτερη σύζυγό
του, μια επιτυχημένη ποινικολόγο.
Όσο και αν το είχε ψάξει, ο Μπλέικ κατέληγε στο ίδιο βασικό
συμπέρασμα: Η Σάμερ Λίντον ήταν η καλύτερη σεφ επιδορπίων και
στις δυο μεριές του Ατλαντικού. Ήταν βεβαίως καταπληκτική σεφ
γενικότερα, με μια ενστικτώδη αντίληψη της ποιότητας, δημιουργικό
πνεύμα και την ικανότητα ν’ αυτοσχεδιάζει σε ώρα κρίσης. Από την
άλλη όμως, είχε τη φήμη της αυταρχικής, της καπριτσιόζας, μιας
γυναίκας που δε μασούσε τα λόγια της. Ωστόσο αυτά τα τελευταία
χαρακτηριστικά της δεν είχαν επηρεάσει τις σχέσεις της με τους
κυβερνήτες διαφόρων χωρών, τα μέλη της αριστοκρατίας και τις
διασημότητες.
Μπορεί να επέμενε ν’ ακούγονται μελωδίες του Σοπέν σε όποια
κουζίνα μαγείρευε, ή ν’ αρνιόταν να μαγειρέψει αν δεν την
ικανοποιούσε ο φωτισμός, αλλά η μους της και μόνο έκανε έναν
άντρα να παρακαλά να της εκπληρώσει και την παραμικρή της
επιθυμία.
Ο Μπλέικ δεν ήταν από τους άντρες που παρακαλούν... αλλά ήθελε
τη Σάμερ Λίντον για το Κόκραν Χάουζ. Και δεν είχε καμιά αμφιβολία
ότι θα μπορούσε να την πείσει να συμφωνήσει με αυτό που είχε κατά
νου.
Μια τρομερή γυναίκα, σκέφτηκε, αλλά το σεβόταν αυτό. Δεν
άντεχε στιγμή τους αδύναμους χαρακτήρες και τους ελαφρόμυαλους
–ιδίως αν ήταν συνεργάτες του. Και δεν ήταν πολλές οι γυναίκες που
είχαν καταφέρει να αναρριχηθούν και ν’ αποκτήσουν τη θέση και τη
φήμη της Σάμερ Λίντον. Οι γυναίκες μπορεί να ήταν παραδοσιακά
μαγείρισσες, αλλά οι άντρες ήταν παραδοσιακά σεφ.
Τη φαντάστηκε να δοκιμάζει συνεχώς τις δημιουργίες της, άρα να
έχει χοντρή μέση. Δυνατά χέρια, συνέχισε αφηρημένα τις σκέψεις
του. Κάπως θαμπό δέρμα από τις πολλές ώρες που περνούσε σε
κλειστούς χώρους και σε κουζίνες. Μια γυναίκα που δε σήκωνε
πολλά, ήταν σίγουρος γι’ αυτό, και που είχε ακλόνητες απόψεις ως
προς το τι πρέπει να τρώει κανείς και γιατί. Οργανωμένη, λογική και
καλλιεργημένη –ίσως λιγάκι άχαρη επειδή ασχολούνταν συνέχεια με
το φαγητό και όχι με τη μόδα. Ο Μπλέικ φαντάστηκε ότι θα
συνεννοούνταν πολύ καλά οι δυο τους. Έριξε μια ματιά στο ρολόι
του και διαπίστωσε ικανοποιημένος ότι ήταν στην ώρα του για το
ραντεβού.
Η λιμουζίνα σταμάτησε στο πεζοδρόμιο. «Δε θα κάνω πάνω από
μία ώρα», είπε στον οδηγό του και βγήκε.
«Μάλιστα, κύριε», απάντησε εκείνος και κοίταξε το ρολόι του.
Όταν ο κύριος Κόκραν έλεγε μία ώρα, ήταν μία ώρα.
Ο Μπλέικ κάρφωσε το βλέμμα του στον τέταρτο όροφο καθώς
προχωρούσε προς το καλοδιατηρημένο, παλιό κτίριο. Από τ’ ανοιχτά
παράθυρα έμπαινε το ζεστό ανοιξιάτικο αεράκι και έβγαινε μια
μελωδία που δεν κατάφερε να την αναγνωρίσει λόγω της κίνησης.
Όταν ο Μπλέικ μπήκε στο κτίριο, διαπίστωσε ότι το μοναδικό
ασανσέρ ήταν εκτός λειτουργίας. Ανέβηκε τους τέσσερις ορόφους με
τα πόδια.
Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε μια μικρόσωμη γυναίκα με
εκπληκτικό πρόσωπο, που φορούσε ένα απλό μπλουζάκι και στενό
μαύρο τζιν. Η υπηρέτρια, που ετοιμαζόταν να φύγει για το ρεπό της;
αναρωτήθηκε αφηρημένα. Δεν έδειχνε όμως αρκετά γεροδεμένη για
να τρίβει πατώματα. Και αν ήταν να βγει, θα έβγαινε ξυπόλυτη.
Αφού της έριξε μια γρήγορη, αντικειμενική ματιά, το βλέμμα του
ξαναγύρισε στο ακαταμάχητο πρόσωπό της. Κλασικό, αμακιγιάριστο
και αναμφισβήτητα αισθησιακό. Και μόνο το στόμα της μπορούσε να
κάνει το αίμα ενός άντρα να πάρει φωτιά. Ο Μπλέικ αγνόησε την
ενστικτώδη σεξουαλική έλξη.
«Είμαι ο Μπλέικ Κόκραν. Ήρθα να δω τη μις Λίντον».
Η Σάμερ ύψωσε το αριστερό της φρύδι –δείγμα έκπληξης. Ύστερα
ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της –δείγμα ευχαρίστησης.
Στρουμπουλός δεν ήταν, παρατήρησε. Το αντίθετο, λεπτός με
δυνατούς μυς –ρακέτες, τένις, κολύμπι· μάλλον αυτές οι ασχολίες
ταίριαζαν στο παράστημά του παρά τα ατελείωτα επιχειρηματικά
γεύματα. Φαλακρός, όχι. Είχε πλούσια μαύρα μαλλιά, περιποιημένα
και φυσικά σπαστά, που τόνιζαν το γοητευτικό και αισθησιακό
πρόσωπό του. Τα ψηλά ζυγωματικά του φανέρωναν δύναμη, και το
θεληματικό πιγούνι του είχε ένα λακκάκι που του πρόσθετε γοητεία.
Τα φρύδια του σχημάτιζαν σχεδόν ευθεία γραμμή πάνω από τα
γαλανά μάτια του. Το στόμα του ήταν λίγο μακρύ, αλλά
καλοσχηματισμένο. Η μύτη του, πολύ ίσια, ήταν από αυτές που η
Σάμερ πίστευε πάντα πως είναι φτιαγμένες για να σε κοιτάζουν αφ’
υψηλού. Εντάξει, για τα αξεσουάρ μπορεί να είχε δίκιο –ιταλικά
παπούτσια και όλα τα σχετικά–, αλλά για τον ίδιο τον άντρα δεν
μπορούσε να μην παραδεχτεί ότι είχε πέσει εντελώς έξω.
Δε χρειάστηκε πολύ για να τον περιεργαστεί –τρία, μπορεί τέσσερα
δευτερόλεπτα. Αλλά το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ. Ο Μπλέικ
στάθηκε αδύνατο να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της. Κάθε
ζωντανός άντρας θα ήθελε να γευτεί εκείνο το στόμα. «Παρακαλώ,
περάστε, κύριε Κόκραν». Η Σάμερ έκανε ένα βήμα πίσω και άνοιξε
περισσότερο την πόρτα. «Πολύ ευγενικό από μέρους σας να δεχτείτε
να γίνει εδώ η συνάντηση. Παρακαλώ, καθίστε. Φοβάμαι πως έχω
κάτι να τελειώσω στην κουζίνα». Χαμογέλασε, έκανε μια κίνηση με
το χέρι της και εξαφανίστηκε.
Ο Μπλέικ άνοιξε το στόμα του –δεν ήταν συνηθισμένος να τον
παρατάνε σύξυλο οι υπηρέτριες–, αλλά ύστερα το ξανάκλεισε. Είχε
το χρόνο να φανεί ανεκτικός. Άφησε κάτω το χαρτοφύλακά του και
έριξε μια ματιά στο δωμάτιο γύρω του. Λάμπες με κρόσσια, ένας
καμπυλωτός καναπές από παχύ μπλε βελούδο, ένα τραπέζι από ξύλο
κερασιάς με βαριά σκαλίσματα. Δύο χαλιά Ομπισόν στις απαλές
αποχρώσεις του μπλε και του γκρι ήταν στρωμένα στο πάτωμα. Ένα
βάζο Μινγκ, και σ’ ένα μπολ από πορσελάνη Δρέσδης αρωματικά
ποτπουρί.
Το δωμάτιο δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο στυλ, ήταν ένα μείγμα
διαφόρων ευρωπαϊκών τεχνοτροπιών που κανονικά δεν ταίριαζαν
μεταξύ τους, ωστόσο δημιουργούσαν μια θελκτική ατμόσφαιρα. Ο
Μπλέικ πρόσεξε στο βάθος του δωματίου ένα τραπέζι με πόδι στη
μέση γεμάτο με δακτυλογραφημένες σελίδες και χειρόγραφες
σημειώσεις. Η φασαρία του δρόμου έμπαινε από τα ανοιχτά
παράθυρα. Μια μελωδία του Σοπέν ακουγόταν από το
στερεοφωνικό.
Και ενώ στεκόταν εκεί, προσπαθώντας να συνηθίσει την
ατμόσφαιρα, ξαφνικά συνειδητοποίησε πως στο σπίτι δε βρισκόταν
κανείς άλλος πέρα από εκείνον και τη γυναίκα που του είχε ανοίξει
την πόρτα. Η Σάμερ Λίντον; Αυτή η ιδέα τον γοήτευσε όπως και το
άρωμα που ερχόταν από την κουζίνα. Διέσχισε το δωμάτιο.
Έξι φωλιές από ροδοκόκκινη ζύμη ήταν ακουμπισμένες σε μια
σχάρα. Η Σάμερ τις έπαιρνε μία μία και τις γέμιζε με μια πλούσια
λευκή κρέμα. Όταν ο Μπλέικ κοίταξε το πρόσωπό της, διέκρινε τη
σοβαρότητα, τη συγκέντρωση και την ένταση που θα περίμενε να δει
στο πρόσωπο ενός χειρουργού την ώρα που έκανε επέμβαση στον
εγκέφαλο ενός ασθενούς. Αυτό θα έπρεπε να τον διασκεδάσει. Κι
όμως, ένιωσε να μαγεύεται έτσι όπως παρακολουθούσε τα λεπτά
εκείνα δάχτυλα να στρώνουν την κρέμα υπό τους ήχους της μουσικής
του Σοπέν.
Την είδε να βουτάει ένα πιρούνι σ’ ένα κατσαρολάκι και να στάζει
καυτή καραμέλα πάνω στην κρέμα. Την άφησε να κυλήσει άφθονη
και να γλασάρει το γλυκό. Ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να μη θέλει
κάποιος να φάει έστω και μια μπουκιά για να το δοκιμάσει. Η Σάμερ
πήρε μία μία τις τάρτες και τις ακούμπησε σε μια πιατέλα στρωμένη
μ’ ένα χάρτινο δαντελωτό πετσετάκι. Όταν τοποθέτησε και την
τελευταία, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον Μπλέικ.
«Θα θέλατε λίγο καφέ;» Του χαμογέλασε και η ρυτίδα
συγκέντρωσης ανάμεσα στα φρύδια της εξαφανίστηκε. Η ένταση που
είχε σκουρύνει τις κόρες των ματιών της έσβησε.
Ο Μπλέικ κοίταξε το πιάτο με τα γλυκά και αναρωτήθηκε πώς
ήταν δυνατό η γυναίκα που τα έφτιαχνε να έχει τέτοια μέση
δαχτυλίδι. «Ναι, θα ήθελα».
«Είναι ζεστός», του είπε η Σάμερ και σήκωσε την πιατέλα με τα
γλυκά. «Σερβιριστείτε. Θα πρέπει να πεταχτώ δυο λεπτά δίπλα να
δώσω αυτά τα γλυκά». Τον προσπέρασε κι όταν έφτασε στην πόρτα,
γύρισε και τον κοίταξε. «Ω, υπάρχουν μερικά μπισκότα στο βάζο, αν
θέλετε. Θα γυρίσω αμέσως».
Και λέγοντας αυτά, έφυγε, παίρνοντας και τα γλυκά μαζί της. Ο
Μπλέικ ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του και κοίταξε την κουζίνα
γύρω του, που έμοιαζε βομβαρδισμένη. Η Σάμερ Λίντον μπορεί να
ήταν καταπληκτική σεφ, αλλά δεν ήταν καθόλου τακτική. Παρ’ όλα
αυτά, αν έκρινε από το άρωμα και την εμφάνιση των γλυκών της...
Ετοιμάστηκε να ψάξει για φλιτζάνι στα ντουλάπια, αλλά τελικά
υπέκυψε στον πειρασμό της στιγμής. Ντυμένος με το κομψό
κουστούμι από τη Σάβιλ Ρόου, ο Μπλέικ έσυρε το δάχτυλό του
μέσα στο μπολ της κρέμας και το έφερε στη γλώσσα του. Έκλεισε τα
μάτια του αναστενάζοντας. Πλούσια, παχιά και πολύ γαλλική.
Είχε δειπνήσει στα πιο ακριβά εστιατόρια, σε μερικά από τα πιο
πλούσια σπίτια, σε δεκάδες χώρες σε όλο τον κόσμο. Λογικά,
πρακτικά, ειλικρινά, δε θα μπορούσε να πει ότι είχε γευτεί κάτι τόσο
νόστιμο όσο η κρέμα που είχε γλείψει από το μπολ στην κουζίνα
τούτης της γυναίκας. Η απόφαση της Σάμερ Λίντον να ειδικευτεί στα
επιδόρπια και τα γλυκά ήταν πολύ σωστή. Για μια στιγμή, ο Μπλέικ
λυπήθηκε που είχε πάει να δώσει σε κάποιον άλλον εκείνες τις
πλούσιες, αφράτες τάρτες. Όταν άρχισε να ψάχνει για φλιτζάνι,
εντόπισε το κεραμικό βάζο σε σχήμα πάντα.
Κανονικά δε θα του τραβούσε την προσοχή. Δεν ήταν άνθρωπος
που του άρεσαν ιδιαίτερα τα γλυκά, αλλά είχε ακόμα τη γεύση της
κρέμας στη γλώσσα του. Αλήθεια, τι μπισκότα να φτιάχνει μια σεφ
υψηλής μαγειρικής; Κρατώντας ένα φλιτζάνι από αγγλική πορσελάνη
στο ένα χέρι, ο Μπλέικ σήκωσε το κεφάλι του πάντα. Το ακούμπησε
στην άκρη, έβγαλε ένα μπισκότο και έμεινε να το κοιτάζει
σαστισμένος.
Δεν υπήρχε Αμερικανός που δε θα αναγνώριζε αυτό το μπισκότο.
Κλασικό; Παραδοσιακό; Ένα Oreo. Ο Μπλέικ συνέχισε να κοιτάζει
το σοκολατένιο μπισκότο με τη λευκή γέμιση. Το γύρισε στο χέρι
του. Το όνομα διακρινόταν και στις δυο πλευρές. Κι αυτό από μια
γυναίκα που είχε φτιάξει και είχε γλασάρει γλυκά για βασιλείς;
Ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια και άφησε το μπισκότο να πέσει πάλι
στην κοιλιά του πάντα. Στην καριέρα του είχε γνωρίσει πολλούς
εκκεντρικούς ανθρώπους. Η διοίκηση μιας ξενοδοχειακής αλυσίδας
δεν περιορίζεται μόνο στη ρεσεψιόν. Συνεπάγεται δοσοληψίες με
σχεδιαστές, καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, διακοσμητές, σεφ, μουσικούς,
τους αντιπροσώπους των συνδικάτων. Ο Μπλέικ πίστευε πως ήταν
γνώστης των ανθρώπων. Δε θα του έπαιρνε πολύ ν’ ανακαλύψει το
κουμπί της Σάμερ.
Εκείνη επέστρεψε βιαστική στην κουζίνα τη στιγμή που ο Μπλέικ
σέρβιρε επιτέλους τον καφέ. «Λυπάμαι που σας έκανα να περιμένετε,
κύριε Κόκραν. Το ξέρω ότι ήταν αγένεια». Του χαμογέλασε σαν να
μην είχε καμιά αμφιβολία ότι θα τη συγχωρούσε και σέρβιρε ένα
φλιτζάνι καφέ και για τον εαυτό της. «Έπρεπε να τελειώσω εκείνα τα
γλυκά για τη γειτόνισσά μου. Οργανώνει ένα μικρό πάρτι αρραβώνων
με τσάι και γλυκά σήμερα το απόγευμα, για να γνωρίσει τα
μελλοντικά πεθερικά της». Το χαμόγελό της έγινε ελαφρώς ειρωνικό.
Ήπιε μια γουλιά από το σκέτο καφέ της και σήκωσε το κεφάλι του
πάντα. «Θέλετε ένα μπισκότο;»
«Όχι. Παρακαλώ, εσείς φάτε».
Η Σάμερ ακολούθησε τη συμβουλή του, πήρε ένα και άρχισε να το
μασουλάει. «Ξέρετε, αυτά είναι τέλεια για το είδος τους», του είπε
σκεφτικά, κουνώντας το μισό μπισκότο που είχε απομείνει στο χέρι
της. «Θέλετε να καθίσουμε και να συζητήσουμε την πρότασή σας;»
Οι κινήσεις της ήταν γρήγορες, σκέφτηκε επιδοκιμαστικά ο
Μπλέικ. Ίσως να ήταν σωστή η εκτίμησή του ότι δεν έχανε άσκοπα
το χρόνο της. Την ακολούθησε, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι
του. Ήταν επιτυχημένος στη δουλειά του όχι γιατί ανήκε στην τρίτη
γενιά των Κόκραν, αλλά γιατί διέθετε γρήγορο και αναλυτικό πνεύμα.
Γιατί έλυνε τα προβλήματα με σύστημα. Για την ώρα, έπρεπε ν’
αποφασίσει πώς να πλησιάσει μια γυναίκα σαν τη Σάμερ Λίντον.
Το πρόσωπό της έδινε την εντύπωση ότι περνούσε τις μέρες της
στη σκιά ενός δέντρου στο Δάσος της Βουλόνης. Πολύ γαλλικό, πολύ
κομψό. Η φωνή της καθαρή, οι φθόγγοι της στρογγυλοί, μαρτυρούσαν
την ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία της –και πάλι ένα άρωμα
Γαλλίας, σε συνδυασμό όμως με τη βρετανική πειθαρχία. Είχε
σηκώσει τα μαλλιά της ψηλά, μάλλον λόγω της ζέστης και της
υγρασίας, αν και προτιμούσε να έχει ανοιχτά τα παράθυρα,
αγνοώντας το κλιματιστικό που είχε στη διάθεσή της. Τα σμαράγδια
που φορούσε στ’ αυτιά της ήταν στρογγυλά και αψεγάδιαστα. Είχε
όμως κι ένα μεγάλο σκίσιμο στο μανίκι της μπλούζας της.
Η Σάμερ κάθισε στον καναπέ και δίπλωσε τα πόδια της. Τα νύχια
των γυμνών ποδιών της ήταν βαμμένα μ’ ένα έντονο ροζ, αντίθετα τα
νύχια των χεριών της ήταν κοντά και άβαφα. Το άρωμά της
γαργάλησε τα ρουθούνια του· μπορεί να μπερδευόταν λίγο με το
άρωμα της καραμέλας, αλλά ήταν σίγουρα γαλλικό και αυθάδικα
ερωτικό.
Πώς πλησιάζει ένας άντρας μια τέτοια γυναίκα; Χρησιμοποιεί τη
γοητεία του, την κολακεία ή ξερούς αριθμούς; Η Σάμερ είχε τη φήμη
της τελειομανούς· έλεγαν επίσης ότι ήταν φορές που έπαιρνε φωτιά
σαν σπίρτο. Είχε αρνηθεί να μαγειρέψει για ένα σημαντικό πολιτικό
επειδή εκείνος δεν είχε δεχτεί να μεταφέρει αεροπορικώς στη χώρα
του τον εξοπλισμό της κουζίνας της. Είχε χρεώσει μια διασημότητα
του Χόλιγουντ μια μικρή περιουσία προκειμένου να φτιάξει μια
εικοσαώροφη γαμήλια τούρτα. Και σήμερα είχε φτιάξει και είχε
παραδώσει προσωπικά μια πιατέλα γλυκά στη γειτόνισσά της για το
τσάι της. Ο Μπλέικ προτιμούσε να βρει το κουμπί της προτού της
κάνει την προσφορά του. Γνώριζε πολύ καλά τα πλεονεκτήματα της
πλάγιας οδού και ας τη θεωρούσαν πολλοί άσκοπη καθυστέρηση.
«Γνωρίζω τη μητέρα σας», ξεκίνησε αβίαστα, προσπαθώντας να τη
ζυγίσει.
«Αλήθεια;» Η φωνή της έκρυβε θυμηδία και τρυφερότητα
ταυτόχρονα. «Δε θα έπρεπε να με ξαφνιάσει αυτό», του είπε,
δαγκώνοντας άλλη μια μπουκιά μπισκότο. «Σε όποιο μέρος και να
ταξιδεύαμε με τη μητέρα, μέναμε πάντα στα Κόκραν. Νομίζω ότι
πρέπει να δείπνησα με τον παππού σας όταν ήμουν έξι ή εφτά
χρονών». Το γέλιο δε χάθηκε από τα μάτια της καθώς έπινε μια
γουλιά καφέ. «Μικρός που είναι ο κόσμος».
Υπέροχο κουστούμι, σκέφτηκε η Σάμερ και ξάπλωσε πίσω στον
καναπέ. Είχε καλό κόψιμο και ήταν αρκετά συντηρητικό ώστε να
κερδίσει την επιδοκιμασία του πατέρα της. Και αυτός που το
φορούσε ήταν λεπτός και καλογυμνασμένος ώστε να κερδίσει την
επιδοκιμασία της μητέρας της. Ίσως αυτός ο συνδυασμός να είχε
τραβήξει και τη δική της προσοχή.
Μα το Θεό, είναι γοητευτικός, σκέφτηκε καθώς περιεργαζόταν για
ακόμη μια φορά το πρόσωπό του. Δεν ήταν ούτε πολύ τραχύ, ούτε
πολύ αβρό, του ταίριαζε η δύναμή του. Η Σάμερ ήξερε ν’
αναγνωρίζει αυτό το βλέμμα τόσο στον εαυτό της όσο και στους
άλλους. Σεβόταν τους ανθρώπους που κυνηγούσαν τους στόχους
τους –και ο Μπλέικ ήταν ένας από αυτούς. Σεβόταν τον εαυτό της
για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Γοητευτικός, σκέφτηκε πάλι, κάτι όμως
της έλεγε πως ένας άντρας σαν τον Μπλέικ θα ήταν γοητευτικός
ανεξάρτητα από την εξωτερική του εμφάνιση.
Η μητέρα της θα τον αποκαλούσε σεντουιζάν, και θα είχε δίκιο. Η
Σάμερ θα τον αποκαλούσε επικίνδυνο. Πολύ δύσκολο ν’ αντισταθεί
κανείς σ’ έναν τέτοιο συνδυασμό. Μετακινήθηκε, ίσως ασυναίσθητα,
για να βάλει μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσά τους. Στο κάτω κάτω, η
δουλειά ήταν δουλειά.
«Τότε γνωρίζετε το επίπεδο των Κόκραν Χάουζ», της είπε ο
Μπλέικ, που ευχήθηκε ξαφνικά το άρωμά της να μην ήταν τόσο
σαγηνευτικό, το στόμα της να μην ήταν τόσο προκλητικό. Δεν ήθελε
να μπερδεύει τη δουλειά με την ευχαρίστηση, όσο δελεαστικό και να
ήταν.
«Ασφαλώς». Η Σάμερ άφησε κάτω τον καφέ της, γιατί η γεύση
του περιέργως έκανε πιο έντονο το πετάρισμα στο στομάχι της.
«Εξακολουθώ κι εγώ να τα προτιμώ».
«Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, και το δικό σας επίπεδο είναι
το ίδιο υψηλό».
Αυτή τη φορά το χαμόγελο της Σάμερ έκρυβε και μια δόση
αλαζονείας. «Είμαι η καλύτερη σ’ αυτό, γιατί δε θα δεχόμουν τίποτε
λιγότερο».
Η πρώτη ένδειξη, σκέφτηκε ο Μπλέικ ικανοποιημένος.
Επαγγελματική ματαιοδοξία. «Αυτό μου λένε και οι πληροφορίες
μου, μις Λίντον. Και εμένα αυτό ακριβώς μ’ ενδιαφέρει, το
καλύτερο».
«Λοιπόν». Η Σάμερ ακούμπησε τον αγκώνα της στην πλάτη του
καναπέ και το κεφάλι στην παλάμη της. «Και με ποιον ακριβώς
τρόπο σας ενδιαφέρω, κύριε Κόκραν;» Ήξερε ότι η ερώτησή της
έκρυβε πολλά υπονοούμενα, αλλά δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί. Όταν
έχεις μάθει να παίρνεις ρίσκα και να πειραματίζεσαι στη δουλειά σου,
σου γίνεται συνήθεια και στην καθημερινή σου ζωή.
Έξι διαφορετικές απαντήσεις πέρασαν από το μυαλό του Μπλέικ,
αλλά καμιά δεν είχε σχέση με το σκοπό της επίσκεψής του εκεί.
Άφησε κάτω τον καφέ του. «Τα εστιατόρια των Κόκραν Χάουζ είναι
φημισμένα για την ποιότητα και το σέρβις τους. Παρ’ όλα αυτά,
τελευταία, το εστιατόριο του συγκροτήματός μας εδώ, στη
Φιλαδέλφεια, δείχνει να υστερεί και στα δύο. Ειλικρινά, μις Λίντον, η
γνώμη μου είναι ότι το φαγητό που σερβίρει έχει γίνει εντελώς
προβλέψιμο –βαρετό, θα έλεγα. Σκοπεύω λοιπόν να κάνω μερικές
αλλαγές τόσο στο μενού όσο και στο προσωπικό».
«Σοφό. Τα εστιατόρια, όπως και οι άνθρωποι, έχουν συχνά την
τάση να εφησυχάζουν».
«Και θέλω να προσλάβω τον καλύτερο σεφ που υπάρχει». Την
κοίταξε στα ίσια. «Και οι έρευνές μου λένε ότι εσείς είστε η
καλύτερη».
Η Σάμερ ύψωσε το φρύδι, σκεφτική και όχι έκπληκτη αυτή τη
φορά. «Πολύ κολακευτική η πρότασή σας, αλλά εγώ είμαι ελεύθερη
επαγγελματίας. Και ειδικεύομαι σε κάτι συγκεκριμένο».
«Ειδικεύεστε, ναι, αλλά έχετε τόσο τη γνώση όσο και την πείρα σε
όλους τους τομείς της υψηλής μαγειρικής. Όσο για την ελεύθερη
ενασχόλησή σας, θα έχετε τη δυνατότητα να τη συνεχίσετε σε
μεγάλο βαθμό, ιδιαίτερα μετά τους πρώτους μήνες. Θα διαλέξετε
μόνη το προσωπικό σας και θα δημιουργήσετε τα δικά σας μενού.
Ποιος ο λόγος να προσλάβω την ειδικό και στη συνέχεια να
παρέμβω;»
Η Σάμερ είχε συνοφρυωθεί πάλι, αλλά η έκφρασή της φανέρωνε
συγκέντρωση, όχι ενόχληση. Η πρότασή του ήταν δελεαστική, πολύ
δελεαστική. Μπορεί να έφταιγε η κούραση του ταξιδιού της
επιστροφής, αλλά ένιωθε κάπως μπουχτισμένη και βαριεστημένη από
τα συνεχή ταξίδια από τη μια άκρη της γης ως την άλλη για να
φτιάξει ένα και μόνο γλυκό. Φαίνεται πως ο Μπλέικ την είχε πετύχει
την κατάλληλη στιγμή για να τη δελεάσει να επικεντρωθεί σ’ ένα
συγκεκριμένο μέρος και σε μια συγκεκριμένη κουζίνα για ένα
διάστημα.
Η δουλειά θα ήταν ενδιαφέρουσα, αν της έλεγε αλήθεια ότι θα ήταν
ελεύθερη να ανανεώσει την κουζίνα και ν’ αναθεωρήσει το μενού σ’
ένα παλιό και καταξιωμένο ξενοδοχείο. Θα της χρειάζονταν περίπου
έξι μήνες εντατικής προσπάθειας κι ύστερα... Αυτό το «ύστερα» ήταν
που την έκανε να διστάζει. Αν επένδυε τόση προσπάθεια και τόσο
χρόνο σε μια συγκεκριμένη δουλειά, μήπως θα έχανε το χάρισμά της
για το εντυπωσιακό; Ήταν κι αυτό κάτι που έπρεπε να σκεφτεί.
Μέχρι τώρα ακολουθούσε σταθερά την πολιτική να μη δεσμεύεται
με κάποιο συγκεκριμένο εστιατόριο –γενικά απεχθανόταν τη
δέσμευση σε όλους τους τομείς της ζωής της. Αν δεσμευτείς με κάτι,
με κάποιον, γίνεσαι ευάλωτος σ’ ένα σωρό προβλήματα.
Εξάλλου, σκέφτηκε πολύ λογικά, αν ήθελε να δεσμευτεί μ’ ένα
εστιατόριο, θα μπορούσε ν’ ανοίξει το δικό της. Δεν το είχε κάνει
ακόμα γιατί θα την κρατούσε για πολύ χρόνο σ’ ένα μέρος, σ’ ένα
συγκεκριμένο στόχο. Εκείνη προτιμούσε να ταξιδεύει, να δημιουργεί
ένα καταπληκτικό πιάτο τη φορά και μετά να προχωρά. Στην
επόμενη χώρα, στο επόμενο γλυκό. Αυτό ήταν το στυλ της. Γιατί να
το αλλάξει;
«Είναι μια πολύ κολακευτική προσφορά, κύριε Κόκραν...»
«Αμοιβαία επικερδής επίσης», τη διέκοψε εκείνος, αρκετά
διορατικός ώστε να πιάσει την άρνησή της. Εντελώς αβίαστα, λοιπόν,
της ανέφερε έναν εξαψήφιο ετήσιο μισθό που άφησε για μια στιγμή
τη Σάμερ άφωνη –κάτι που δεν ήταν εύκολο να το πετύχει κανείς.
«Και γενναιόδωρη», είπε, όταν ξαναβρήκε τη φωνή της.
«Δεν είναι δυνατόν να θέλει να προσλάβει κάποιος τον καλύτερο
αν δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει. Θα ήθελα να το σκεφτείτε,
μις Λίντον». Ο Μπλέικ έχωσε το χέρι στο χαρτοφύλακά του και
έβγαλε κάτι χαρτιά. «Αυτό είναι ένα πρόχειρο συμβόλαιο. Ίσως
θέλετε να το δείξετε στο δικηγόρο σας· και βέβαια, μπορούμε να
διαπραγματευτούμε τις λεπτομέρειες».
Η Σάμερ δεν ήθελε να δει το αναθεματισμένο το συμβόλαιο, γιατί
ένιωθε, πολύ απτά, ότι την είχαν στριμώξει στη γωνία –σε μια
εξαιρετικά πολυτελή γωνία. «Κύριε Κόκραν. Εκτιμώ το ενδιαφέρον
σας, αλλά...»
«Αφού το σκεφτείτε καλά, θα ήθελα να το ξανακουβεντιάσουμε,
γιατί όχι κατά τη διάρκεια ενός δείπνου. Να πούμε την Παρασκευή;»
Η Σάμερ μισόκλεισε τα μάτια της. Ο άνθρωπος ήταν
οδοστρωτήρας, αποφάσισε. Ένας πολύ γοητευτικός και αβρός
οδοστρωτήρας. Όσο κομψό και να ήταν το μηχάνημα, αν βρισκόσουν
στο δρόμο του, σε ισοπέδωνε. Το γεγονός έκανε την υπεροψία της να
βγει στην επιφάνεια. «Λυπάμαι, την Παρασκευή το βράδυ δουλεύω –
είναι η φιλανθρωπική εκδήλωση του κυβερνήτη».
«Α, ναι». Ο Μπλέικ της χαμογέλασε, αν και είχε σφιχτεί το
στομάχι του. Ξαφνικά είδε τον εαυτό του να της κάνει έρωτα
κατάχαμα μέσα σ’ ένα σκιερό δάσος. Αυτή η εικόνα τον έκανε για
μια στιγμή να σκεφτεί να δεχτεί την άρνησή της. Η ίδια όμως εικόνα
ατσάλωσε το πείσμα του να τη μεταπείσει. «Μπορώ να περάσω να
σας πάρω από εκεί. Και να βγούμε για σουπέ».
«Κύριε Κόκραν», του είπε η Σάμερ εντελώς ψυχρά, «θα πρέπει να
μάθετε να δέχεστε το όχι ως απάντηση».
Αποκλείεται, σκέφτηκε με πείσμα εκείνος, αλλά της χάρισε ένα
μάλλον θλιμμένο και πολύ γοητευτικό χαμόγελο. «Σας ζητώ
συγνώμη αν δείχνω να σας πιέζω, μις Λίντον. Ήσασταν η πρώτη μου
επιλογή και συνηθίζω ν’ ακολουθώ το ένστικτό μου. Παρ’ όλα
αυτά...» Σηκώθηκε φαινομενικά απρόθυμα. Ο κόμπος της έντασης
και του θυμού στο στομάχι της Σάμερ άρχισε να λύνεται. «Αν εσείς
έχετε πάρει την απόφασή σας...» Ξαναπήρε το συμβόλαιο από το
τραπεζάκι κι έκανε να το βάλει στο χαρτοφύλακά του. «...ίσως θα
μπορούσατε να μου πείτε τη γνώμη σας για τον Λουί Λα Πουάντ».
«Τον Λα Πουάντ;» Η Σάμερ σφύριξε τη λέξη σαν να είχε
δηλητήριο. Πολύ αργά κατέβασε τα πόδια της και σηκώθηκε από τον
καναπέ, με το κορμί της σφιγμένο. «Με ρωτάτε για τον Λα Πουάντ;»
Όταν θύμωνε, οι γαλλικές καταβολές της γίνονταν πιο εμφανείς στην
ομιλία της.
«Θα εκτιμούσα το οτιδήποτε μπορείτε να μου πείτε», συνέχισε
ευγενικά ο Μπλέικ, ξέροντας πολύ καλά πως είχε κερδίσει τον πρώτο
πραγματικό πόντο. «Με δεδομένο ότι εσείς οι δυο είστε συνεργάτες
και...»
Η Σάμερ τίναξε το κεφάλι της και είπε κάτι αιχμηρό και εύστοχο
στη γλώσσα της μητέρας της. Οι χρυσαφένιες κηλίδες στα μάτια της
άστραψαν. Ο Σέρλοκ Χολμς είχε για αντίπαλο τον Καθηγητή
Μοριάρτι. Ο Σούπερμαν, τον Λεξ Λούθορ. Η Σάμερ Λίντον... τον
Λουί Λα Πουάντ.
«Γλοιώδες γουρούνι», γρύλισε η Σάμερ, μιλώντας πάλι στα
αγγλικά. «Έχει μυαλό κουκούτσι και χέρια ξυλοκόπου. Θέλετε να
μάθετε για τον Λα Πουάντ;» Άρπαξε ένα τσιγάρο από τη θήκη πάνω
στο τραπεζάκι και το άναψε, όπως έκανε πάντα όταν ήταν πολύ
εκνευρισμένη. «Είναι ένας χωριάτης. Τ ι άλλο θέλετε να μάθετε;»
«Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, είναι ένας από τους πέντε
καλύτερους σεφ στο Παρίσι», επέμεινε ο Μπλέικ, γιατί όταν
διαθέτεις ένα καλό όπλο πίεσης είναι αμαρτία να μην το
χρησιμοποιήσεις. «Η ψητή πάπια του λένε ότι είναι ασυναγώνιστη».
«Σκέτη σόλα». Η Σάμερ μόνο που δεν έφτυσε την απάντηση και ο
Μπλέικ χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλο τον αυτοέλεγχό του για να
μη χαμογελάσει. Επαγγελματική ματαιοδοξία, σκέφτηκε πάλι. Η
Σάμερ διέθετε μπόλικη από δαύτη. Όταν όμως την είδε να παίρνει μια
βαθιά ανάσα χρειάστηκε να επιστρατεύσει και πάλι τον αυτοέλεγχό
του, αυτή τη φορά για να πνίξει τον πόθο του. Αυτή η γυναίκα ήταν
απίστευτα αισθησιακή. «Γιατί με ρωτάτε για τον Λα Πουάντ;»
«Θα πάω αεροπορικώς στο Παρίσι την ερχόμενη εβδομάδα για να
συναντηθώ μαζί του. Από τη στιγμή που εσείς αρνηθήκατε την
προσφορά μου...»
«Θα κάνετε την ίδια προσφορά...» Η Σάμερ έδειξε το συμβόλαιο
που ο Μπλέικ κρατούσε ακόμα στο χέρι του. «...σ’ αυτόν;»
«Το παραδέχομαι ότι είναι η δεύτερη επιλογή μου, υπάρχουν όμως
πολλοί στο διοικητικό συμβούλιο που πιστεύουν ότι ο Λα Πουάντ
είναι η καλύτερη επιλογή για τη θέση».
«Αλήθεια;» Τα μάτια της φάνταζαν τώρα σαν δυο σχισμές πίσω
από ένα σύννεφο καπνού. Η Σάμερ άρπαξε το συμβόλαιο από τα
χέρια του και το πέταξε δίπλα στο φλιτζάνι με τον κρύο καφέ της.
«Μήπως τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου σας δεν ξέρουν τι τους
γίνεται;»
«Ίσως να κάνουν λάθος», κατάφερε να πει ο Μπλέικ.
«Πράγματι». Η Σάμερ τράβηξε μια γερή ρουφηξιά καπνού και
βιάστηκε να τον βγάλει. Μισούσε τη γεύση του. «Μπορείτε να
περάσετε την Παρασκευή το βράδυ στις εννιά να με πάρετε από την
κουζίνα του κυβερνήτη, κύριε Κόκραν. Θα κουβεντιάσουμε τότε
περισσότερο το θέμα».
«Με μεγάλη μου χαρά, μις Λίντον». Ο Μπλέικ έγειρε το κεφάλι
του και φρόντισε να διατηρήσει ανέκφραστο το πρόσωπό του, μέχρι
που έκλεισε την πόρτα της πίσω του. Κατέβηκε, όμως, τα τέσσερα
πατώματα γελώντας.

Κεφάλαιο 2
Το να φτιάξεις ένα καλό επιδόρπιο από το μηδέν δεν είναι απλή
υπόθεση. Το να δημιουργήσεις όμως ένα αριστούργημα με αλεύρι,
αβγά και ζάχαρη, αυτό είναι το κάτι άλλο. Κάθε φορά που η Σάμερ
έπιανε ένα μπολ, το σύρμα για τ’ αβγά ή ένα χτυπητήρι, ένιωθε
υποχρέωσή της να δημιουργήσει ένα αριστούργημα. Το «καλό» ως
χαρακτηρισμός για τη δουλειά της ήταν η μεγαλύτερη προσβολή.
Καλό γλυκό, όπως πίστευε η Σάμερ, έφτιαχνε μια νιόπαντρη μ’ ένα
βιβλίο ζαχαροπλαστικής στο χέρι, την πρώτη μέρα μετά την
επιστροφή της από το μήνα του μέλιτος. Εκείνη δεν έψηνε, δεν
ανακάτευε, δεν πάγωνε απλώς –εκείνη εμπνεόταν, ανέπτυσσε και
πραγματοποιούσε. Ένας αρχιτέκτων, ένας μηχανικός, ένας
επιστήμονας δεν έκανε τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.
Όταν είχε αποφασίσει να σπουδάσει την τέχνη της υψηλής
μαγειρικής, δεν το είχε κάνει επιπόλαια, είχε πάντα ως στόχο την
τελειότητα. Και αυτή την τελειότητα εξακολουθούσε ν’ αναζητά
κάθε φορά που έπιανε ένα κουτάλι.
Είχε περάσει ήδη το μεγαλύτερο μέρος της μέρας στην κουζίνα του
μεγάρου του κυβερνήτη μαζί με τους άλλους σεφ που έκαναν
πραγματικό σαματά φτιάχνοντας τις σούπες τους, τις σάλτσες τους –ή
μαλώνοντας απλώς μεταξύ τους. Η Σάμερ όμως είχε επικεντρώσει
όλο το ταλέντο της στη δημιουργία του φινάλε, στον έξοχο
συνδυασμό των γεύσεων και των αρωμάτων και στην αισθητική
ομορφιά της μπόμπας.
Είχε στρώσει ήδη τη φόρμα με το σιροπιασμένο παντεσπάνι που
είχε ψήσει και το είχε τεμαχίσει προσεκτικά, δίνοντάς του ένα
συγκεκριμένο σχήμα με τη βοήθεια ενός αχναριού, όπως όταν ο
μηχανικός σχεδιάζει μια γέφυρα. Είχε ήδη γεμίσει το θόλο στο
εσωτερικό της μπόμπας με τη μους, ένα θεϊκό μείγμα σοκολάτας και
κρέμας. Αυτό το απατηλά απλό κατασκεύασμα είχε μπει στο ψυγείο
από νωρίς το πρωί. Και όσο είχε διαρκέσει η προετοιμασία, από το
ανακάτεμα και το ψήσιμο μέχρι το χτίσιμο, η Σάμερ δεν είχε καθίσει
ούτε λεπτό.
Τ ώρα τα βασικά υλικά της μπόμπας της βρίσκονταν πάνω σ’ ένα
τραπέζι που της έφτανε μέχρι τη μέση. Στο πλάι υπήρχε ένα
ανοξείδωτο μπολ με λιωμένα κεράσια και σύμφωνα με τις αυστηρές
υποδείξεις της, από τα μεγάφωνα της κουζίνας ακούγονταν μελωδίες
του Σοπέν. Στην τραπεζαρία, οι καλεσμένοι έτρωγαν ήδη το πρώτο
πιάτο. Η Σάμερ μπορούσε ν’ αγνοήσει τη σύγχυση γύρω της.
Μπορούσε να παραβλέψει την πίεση, αφού το επιδόρπιο έπρεπε να
είναι έτοιμο μια συγκεκριμένη ώρα. Όλα αυτά ήταν ρουτίνα για
εκείνη. Καθώς όμως στεκόταν εκεί, έτοιμη να προχωρήσει στο
επόμενο στάδιο, ένιωσε τη συγκέντρωσή της να διασπάται.
Ο Λα Πουάντ, σκέφτηκε, και έτριξε τα δόντια της. Φυσικά, ο
θυμός ήταν αυτός που την είχε εμποδίσει να είναι απόλυτα
συγκεντρωμένη σήμερα, το γεγονός ότι της είχαν πετάξει το όνομα
αυτό στα μούτρα. Της Σάμερ δεν της είχε πάρει πολύ για να
συνειδητοποιήσει ότι ο Μπλέικ Κόκραν είχε χρησιμοποιήσει επίτηδες
το όνομα του Λα Πουάντ. Αυτό, βέβαια, δεν την είχε βοηθήσει και
πολύ, δεν είχε αλλάξει σε τίποτε την αντίδρασή της· με τη μόνη ίσως
διαφορά ότι τώρα ήθελε να ρίξει το δηλητήριό της σε δύο άντρες κι
όχι μόνο σε έναν.
Η σκέψη της ταξίδεψε στον Μπλέικ, όπως συνέβαινε πολύ συχνά
την τελευταία βδομάδα. Ω, ο κύριος νομίζει ότι είναι πολύ έξυπνος,
συλλογίστηκε, και πήρε τρεις βαθιές ανάσες για να καθαρίσει το
μυαλό της. Κοίταξε το χρυσαφένιο θόλο μπροστά της. Ακούς να
ζητήσει από εμένα, εμένα, να του δώσω τη γνώμη μου για τον Λα
Πουάντ. Ένα αχρείο γαλλικό γουρούνι, να τι ήταν ο Λα Πουάντ.
Έχωσε το κουτάλι της στα κεράσια. Αλλά και ο Μπλέικ δεν πήγαινε
πίσω, για να σκέφτεται να συνεργαστεί με το Γάλλο, αποφάσισε.
Η Σάμερ θυμόταν πεντακάθαρα την κάθε δοσοληψία της με τον
κοντοστούμπη Λα Πουάντ με τα γουρουνίσια μάτια. Και ενώ
έστρωνε με προσοχή την εξωτερική επιφάνεια της μπόμπας με τα
λιωμένα κεράσια, σκέφτηκε για μια στιγμή να τον προτείνει με τα
καλύτερα λόγια. Θα ήταν καλό μάθημα για τον ύπουλο Αμερικανό να
φορτωθεί έναν πομπώδη αλήτη σαν τον Λα Πουάντ. Το μυαλό της
μπορεί να ταξίδευε, αλλά τα χέρια της άπλωναν πολύ προσεκτικά τα
κεράσια, δίνοντας το τελικό σχήμα στο γλυκό.
Πίσω της, κάποιος από τους βοηθούς έριξε με πάταγο ένα
μεταλλικό μπολ και άκουσε της χρονιάς του. Οι δικές της σκέψεις,
όμως, συνέχισαν ανενόχλητες την πορεία τους, το ίδιο και τα χέρια
της.
Ένας αυτάρεσκος, αλαζονικός κόπανος, να τι ήταν ο Μπλέικ,
σκέφτηκε, και άρχισε ν’ απλώνει με απόλυτη απάθεια πλούσια
γαλλική κρέμα πάνω από τα κεράσια. Αν και έδειχνε ήρεμη και
συγκεντρωμένη, τα μάτια της πρόδιδαν το θυμό της. Ήταν ένας
άντρας που του άρεσε να κατευθύνει τους άλλους, να τους οδηγεί
εκεί που ήθελε. Το έδειχναν οι αβροί, σοφιστικέ τρόποι του. Η Σάμερ
ξεφύσηξε περιφρονητικά και βάλθηκε να στρώσει την κρέμα.
Θα προτιμούσε έναν άντρα τραχύ παρά κάποιον εκλεπτυσμένο.
Έναν άντρα που να ξέρει τι σημαίνει να ιδρώνεις και να σκύβεις παρά
έναν άντρα με τέλειο μανικιούρ και κουστούμι των πεντακοσίων
δολαρίων. Έναν άντρα...
Η Σάμερ σταμάτησε να στρώνει την κρέμα καθώς
συνειδητοποίησε την πορεία που είχαν πάρει οι σκέψεις της. Από
πότε είχε αρχίσει να πιστεύει πως είχε θέση στη ζωή της ένας άντρας
και, για όνομα του Θεού, γιατί χρησιμοποιούσε τον Μπλέικ σαν
μέτρο σύγκρισης; Ήταν γελοίο.
Η μπόμπα ήταν τώρα ένας λευκός θόλος. Η Σάμερ την κοίταξε·
είχε φτάσει η ώρα να την περιχύσει μ’ ένα στρώμα πλούσιας
σοκολάτας. Συνοφρυώθηκε και περίμενε ένα βοηθό να πάρει τα άδεια
μπολ από μπροστά της. Ήταν έτοιμη να χτυπήσει τη σοκολάτα στο
τεράστιο μίξερ, όταν άκουσε δυο μαγείρους να τσακώνονται πίσω
της για το πόσο πηχτή θα έπρεπε να ήταν η σάλτσα που συνόδευε το
πρώτο πιάτο.
Έτσι κι εκείνη συνέχισε τις προηγούμενες σκέψεις της. Ήταν
πράγματι γελοίο το πόσο συχνά έφερνε στο μυαλό της τον Μπλέικ τις
τελευταίες μέρες, τις αστείες λεπτομέρειες που θυμόταν... Τα μάτια
του είχαν σχεδόν την ίδια απόχρωση με τα νερά της λίμνης στο κτήμα
του παππού της στο Ντέβον. Η φωνή του ήταν βαθιά και ευχάριστη,
μ’ εκείνη την ανεπαίσθητη προφορά των νοτιοανατολικών περιοχών
της Αμερικής. Τα χείλη του είχαν άλλο σχήμα όταν χαμογελούσε με
χιούμορ και άλλο όταν χαμογελούσε από απλή ευγένεια.
Ήταν δύσκολο να εξηγήσει γιατί είχε προσέξει όλες αυτές τις
λεπτομέρειες, και πολύ περισσότερο γιατί τις θυμόταν μέρες μετά.
Κατά κανόνα, δε σκεφτόταν έναν άντρα, εκτός κι αν ήταν μαζί του –
και πάλι, του αφιέρωνε μέρος μόνο της προσοχής της.
Τ ώρα όμως, θύμισε στον εαυτό της, καθώς άρχισε ν’ απλώνει το
γλάσο, δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να σκέφτεται κάτι άλλο πέρα
από την μπόμπα της. Ο Μπλέικ θα την απασχολούσε όταν θα
τελείωνε τη δουλειά της και θα τον αντιμετώπιζε μια και καλή στο
σουπέ που θα ακολουθούσε. Α, ναι, θα τον έβαζε στη θέση του,
σκέφτηκε σφίγγοντας τα χείλη της.
Ο Μπλέικ έφτασε νωρίς επίτηδες. Ήθελε να τη δει να δουλεύει.
Ήταν κάτι εύλογο, ακόμα και λογικό. Στο κάτω κάτω, αν ήταν να
υπογράψει μαζί της συμβόλαιο που θα τη δέσμευε για έναν ολόκληρο
χρόνο με το Κόκραν Χάουζ, θα έπρεπε να δει με τα μάτια του τι ήταν
ικανή να κάνει και πώς το έκανε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έλεγχε
πιθανούς υπαλλήλους ή συνεργάτες του στο δικό τους χώρο. Το
αντίθετο μάλιστα, το συνήθιζε πολύ. Ήταν μια καλή επαγγελματική
κίνηση.
Συνέχισε να το επαναλαμβάνει αυτό στον εαυτό του, γιατί υπήρχε
μια φωνή μέσα του που επέμενε να αμφισβητεί τα κίνητρά του. Δεν
μπορούσε ν’ αρνηθεί ότι είχε φύγει ενθουσιασμένος από το
διαμέρισμά της, ξέροντας ότι είχε νικήσει στον πρώτο γύρο. Η
έκφραση του προσώπου της τη στιγμή που της είχε αναφέρει το
όνομα του μεγάλου της αντιπάλου, του Λα Πουάντ, ήταν το κάτι
άλλο. Αλλά είχε περάσει σχεδόν μια βδομάδα και είχε σταθεί
αδύνατον να διώξει αυτό το πρόσωπο από το μυαλό του.
Ήταν ενοχλητικό, κατέληξε, τη στιγμή που έμπαινε στην πελώρια,
πολύβουη κουζίνα. Αυτή η γυναίκα τον έκανε να νιώθει άβολα. Και
θα ήθελε να μάθει το γιατί. Ήταν πολύ σημαντικό γι’ αυτόν να
γνωρίζει τους λόγους και τα κίνητρα. Από τη στιγμή που θα
μπορούσε να φτιάξει μια σαφή λίστα, η απάντηση στο οποιοδήποτε
πρόβλημα θα βρισκόταν.
Ο Μπλέικ εκτιμούσε την ομορφιά –στην τέχνη, στην
αρχιτεκτονική και ιδίως στις γυναίκες. Και η Σάμερ Λίντον ήταν
όμορφη. Αυτό όμως δε θα έπρεπε να τον κάνει να νιώθει άβολα. Η
εξυπνάδα πάλι ήταν κάτι που όχι μόνο εκτιμούσε αλλά και
απαιτούσε από τους συνεργάτες του. Και η Σάμερ ήταν
αναμφισβήτητα έξυπνη. Άρα, ούτε αυτό υπήρχε λόγος να τον κάνει
να νιώθει άβολα. Το στυλ ήταν κάτι ακόμα που γύρευε –και το είχε
βρει σίγουρα σ’ εκείνη.
Τ ι ήταν λοιπόν αυτό που έφταιγε... μήπως τα μάτια της;
αναρωτήθηκε, καθώς προσπερνούσε δύο μαγείρους που είχαν έντονη
διαφωνία για το πόσο πηχτή έπρεπε να είναι η σάλτα από αίμα
πάπιας στο πρώτο πιάτο. Τα μάτια της είχαν ένα περίεργο,
απροσδιόριστο καστανό χρώμα –οι χρυσαφένιες κηλίδες γύρω από
την κόρη τους ήταν άλλοτε αχνές και άλλοτε έντονες, ανάλογα με τη
διάθεσή της. Μάτια ειλικρινή που σε κοιτούσαν πάντα ευθέως,
σκέφτηκε. Και αυτό το σεβόταν. Σε αντίθεση με το ευμετάβλητο
χρώμα τους που κέντριζε την περιέργειά του. Ίσως και υπερβολικά.
Η σεξουαλικότητα; Ήταν τόσο χαζός ώστε να νιώθει άβολα από
τη φυσική σεξουαλικότητα αυτής της γυναίκας; Ο Μπλέικ δεν είχε
θεωρήσει ποτέ τον εαυτό του χαζό, αλλά ούτε και ιδιαίτερα ευάλωτο
σε κάτι τέτοια. Κι όμως, από την πρώτη στιγμή που είχε αντικρίσει
τη Σάμερ είχε νιώσει εκείνο τον έντονο πόθο, την άμεση έλξη του
άντρα για τη γυναίκα. Κι αυτό ήταν κάτι ασυνήθιστο, σκέφτηκε
αφηρημένα. Κάτι που θα έπρεπε να εξετάσει προσεκτικά και να το
ξεπεράσει. Δεν υπήρχε χώρος για τον πόθο ανάμεσα σε δυο
συνεργάτες.
Θα γίνονταν συνεργάτες, σκέφτηκε και χαμογέλασε. Ο Μπλέικ
στηριζόταν στη δική του πειθώ και στη χρήση του ονόματος του Λα
Πουάντ για να φέρει τη Σάμερ στα νερά του. Η πλάστιγγα είχε
αρχίσει ήδη να γέρνει προς το μέρος του, και μετά την αποψινή τους
συνάντηση... Ξαφνικά έμεινε ακίνητος. Για μια στιγμή ένιωσε σαν να
του είχαν ρίξει μια γερή μπουνιά στη βάση της σπονδυλικής του
στήλης. Και έμεινε εκεί να την κοιτάζει.
Ήταν μισοκρυμμένη πίσω από το γλυκό που ετοίμαζε. Στο
πρόσωπό της διάβασε την ένταση και διέκρινε εκείνη την αχνή
ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της, δείγμα θυμού, μπορεί και
συγκέντρωσης. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα και οι βλεφαρίδες της
χαμηλωμένες, έτσι δεν μπορούσε να ξεχωρίσει την έκφρασή τους. Το
στόμα της, εκείνο το απαλό, καλοσχηματισμένο στόμα που δε θα
πρέπει να το έβαφε ποτέ, ήταν ελαφρά σουφρωμένο. Σε προκαλούσε
να το φιλήσεις.
Με την κατάλευκη στολή θα έπρεπε να δείχνει μια ικανή
επαγγελματίας. Ο σκούφος του σεφ πάνω στα καλοχτενισμένα μαλλιά
της θα έπρεπε να προσθέτει μια κωμική νότα. Κι όμως, εκείνη
έδειχνε εξωφρενικά όμορφη. Έτσι όπως στεκόταν ακίνητος, ο
Μπλέικ άκουσε τη μελωδία του Σοπέν από τα μεγάφωνα, το σήμα
κατατεθέν της, μύρισε τις έντονες και εξωτικές μυρωδιές της
κουζίνας, ένιωσε την ένταση στην ατμόσφαιρα καθώς οι
κυκλοθυμικοί μάγειροι προσπαθούσαν να στηρίξουν τις δημιουργίες
τους. Εκείνος, όμως, το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν πώς θα
ήταν η Σάμερ γυμνή στο κρεβάτι του, λουσμένη στο φως των κεριών
μέσα στο σκοτάδι.
Φρόντισε να συγκρατηθεί και κούνησε το κεφάλι του. Σταμάτα,
σκέφτηκε συνοφρυωμένος, αν και το διασκέδαζε. Όταν μπλέκει
κανείς τη δουλειά με την ευχαρίστηση, συνήθως κάποιο, αν όχι και
τα δύο, την πληρώνει. Αυτό ήταν κάτι που το απέφευγε πάντα χωρίς
ιδιαίτερη προσπάθεια. Είχε τη θέση που είχε επειδή μπορούσε ν’
αναγνωρίσει τα πιθανά λάθη, να τα σταθμίσει και τελικά να τα
αποφύγει. Και μπορούσε να το κάνει ψυχρά και αποφασιστικά, χωρίς
κανένα δισταγμό.
Η γυναίκα αυτή μπορεί να ήταν το ίδιο νόστιμη με τα γλυκά που
έφτιαχνε, αλλά δεν την ήθελε γι’ αυτό –διόρθωση, δεν είχε το
περιθώριο να τη θέλει γι’ αυτό. Την ήθελε για τις ικανότητες, το
μυαλό, τ’ όνομά της. Αυτό ήταν όλο. Για την ώρα, παρηγόρησε τον
εαυτό του, καθώς προσπαθούσε να πνίξει μια πιο επιτακτική και
βασική ανάγκη του.
Από εκεί όπου στεκόταν, όσο πιο μακριά μπορούσε από τους σεφ
και τους βοηθούς τους, ο Μπλέικ την παρατηρούσε ν’ απλώνει
υπομονετικά και μεθοδικά τα διάφορα στρώματα του γλάσου. Δεν
υπήρχε ο παραμικρός δισταγμός στα χέρια της. Αυτό του άρεσε, όπως
του άρεσαν και τα ντελικάτα δάχτυλά της. Δεν υπήρχε καμιά έλλειψη
σιγουριάς στη στάση της. Θα μπορούσε να βρισκόταν κάπου μόνη
της, τέτοια ήταν η αδιαφορία της για το σαματά γύρω της.
Αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να φτιάξει την εντυπωσιακή μπόμπα
της ακόμα και στην Μπεν Φράνκλιν Πάρκγουεϊ σε ώρα αιχμής και να
μη χύσει ούτε μια σταγόνα σοκολάτα. Ωραία. Δεν είχε καμιά διάθεση
να συνεργαστεί με καμιά υστερική που θα λύγιζε κάτω από πίεση.
Ο Μπλέικ την περίμενε υπομονετικά να ολοκληρώσει το έργο της.
Όταν η Σάμερ έβαλε τη σαντιγί στο κορνέ και άρχισε το τελευταίο
στάδιο της διακόσμησης, οι περισσότεροι από το προσωπικό της
κουζίνας έκαναν κύκλο γύρω της και την παρακολουθούσαν. Το
γεύμα είχε πλέον σερβιριστεί. Έμενε μόνο το φινάλε.
Όταν έφτιαξε και τον τελευταίο κώνο γαρνιρίσματος, η Σάμερ
έκανε ένα βήμα πίσω. Ακούστηκε ένας ομαδικός αναστεναγμός
επιδοκιμασίας, εκείνη όμως δε βιάστηκε να χαμογελάσει. Έκανε το
γύρο της μπόμπας, ελέγχοντας και ξαναελέγχοντας το αποτέλεσμα.
Έπρεπε να είναι τέλεια. Δεν μπορούσε να δεχτεί τίποτε λιγότερο.
Ύστερα ο Μπλέικ είδε τα μάτια της να φωτίζονται και τα χείλη της
να χαλαρώνουν. Όταν άκουσε τα σκόρπια χειροκροτήματα,
χαμογέλασε. Τ ώρα δεν ήταν απλώς όμορφη, ήταν προσιτή. Και αυτό
τον τάραξε ακόμα περισσότερο.
«Πάρτε την». Η Σάμερ γέλασε και τέντωσε ψηλά τα χέρια της για
να ξεπιαστεί. Ήταν έτοιμη να κοιμηθεί για μια βδομάδα.
«Πολύ εντυπωσιακή».
Με τα χέρια πάντα ψηλά, η Σάμερ γύρισε και βρέθηκε αντιμέτωπη
με τον Μπλέικ. «Ευχαριστώ». Η φωνή της ήταν πολύ ψυχρή, τα
μάτια της επιφυλακτικά. Κάπου ανάμεσα στα κερασάκια και το
γλάσο είχε αποφασίσει να είναι πάρα, μα πάρα πολύ προσεκτική με
τον Μπλέικ Κόκραν τον Τ ρίτο. «Αυτός ήταν ο στόχος».
«Φαίνεται», συμφώνησε ο Μπλέικ και κατεβάζοντας το βλέμμα
του, είδε το μπολ με το περίσσευμα του γλάσου σοκολάτας που δεν
είχαν πάρει ακόμα οι βοηθοί. Έσυρε το δάχτυλό του στην άκρη και
το έγλειψε. Η γεύση του μπορούσε να κάνει και την πιο σκληρή
καρδιά να λιώσει. «Φανταστικό».
Η Σάμερ δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει –μια παιδιάστικη κίνηση
από έναν άντρα με υπέρκομψο κουστούμι και μεταξωτή γραβάτα.
«Φυσικά», του είπε, τινάζοντας ελαφρά το κεφάλι της. «Ό,τι φτιάχνω
εγώ είναι φανταστικό. Αυτός είναι και ο λόγος που με θέλετε –
σωστά, κύριε Κόκραν;»
«Μμμ». Ο ήχος που βγήκε από το στόμα του μπορεί να φανέρωνε
συμφωνία, μπορεί και κάτι άλλο. Πολύ σοφά, το άφησαν και οι δυο
να περάσει έτσι. «Θα πρέπει να είστε κουρασμένη τόσες ώρες όρθια».
«Διορατικός άντρας», μουρμούρισε η Σάμερ κι έβγαλε το σκούφο
του σεφ από το κεφάλι της.
«Αν θέλετε, θα μπορούσαμε ν’ απολαύσουμε το σουπέ μας στο
ρετιρέ μου. Είναι διακριτικό και ήσυχο. Θα νιώσετε άνετα».
Η Σάμερ ύψωσε το ένα της φρύδι κι έριξε μια γρήγορη καχύποπτη
ματιά στο πρόσωπό του. Ένα πριβέ σουπέ είναι κάτι που χρειάζεται
σκέψη. Ήταν κουρασμένη, αλλά θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα μια
χαρά με τον οποιονδήποτε, ιδιαίτερα έναν Αμερικανό επιχειρηματία.
Ύψωσε αδιάφορα τους ώμους της και έβγαλε τη λεκιασμένη ποδιά
της. «Πολύ καλά. Θα χρειαστώ ένα λεπτό για ν’ αλλάξω».
Λέγοντας αυτά, έφυγε χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της. Ο
Μπλέικ όμως συνέχισε να την παρακολουθεί με το βλέμμα του και
είδε έναν άντρα με σκούρο μουστάκι να την πλησιάζει, να παίρνει τα
χέρια της και να τα φέρνει με μια δραματική κίνηση στα χείλη του. Δε
χρειαζόταν να κρυφακούσει για να καταλάβει τι της έλεγε. Ένιωσε
κάποιον εκνευρισμό, αλλά προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει με
χιούμορ.
Ο άντρας μιλούσε γρήγορα, ενώ άρχισε να χαϊδεύει τα μπράτσα της
Σάμερ. Εκείνη γέλασε, κούνησε το κεφάλι της και τον παραμέρισε
μαλακά. Ο Μπλέικ είδε τον άντρα να την κοιτάζει σαν ξετρελαμένο
κουτάβι και να σφίγγει το σκούφο του σεφ πάνω στην καρδιά του.
Αυτή η γυναίκα ασκεί μεγάλη επίδραση στο αντρικό φύλο,
σκέφτηκε. Μερικές γυναίκες έλκουν τους άντρες χωρίς καμιά εμφανή
προσπάθεια, συνέχισε τις σκέψεις του. Διαθέτουν ένα έμφυτο...
χάρισμα· αυτός πρέπει να είναι ο σωστός χαρακτηρισμός. Ένα
χάρισμα που ούτε θαύμαζε ούτε αποδοκίμαζε, απλώς τον έκανε
επιφυλακτικό. Μια τέτοια γυναίκα μπορούσε να σε παίξει στα
δάχτυλα. Εκείνος προτιμούσε τις γυναίκες που δήλωναν φανερά τα
χαρίσματά τους.
Στάθηκε στην άκρη, μακριά από την κακόφωνη συναυλία των
σκευών μαγειρικής που έπλεναν οι βοηθοί. Από την άλλη, σκέφτηκε,
ήταν ένα χάρισμα που θα της φαινόταν χρήσιμο όταν θ’ αναλάμβανε
επικεφαλής των σεφ στην κουζίνα του Κόκραν Χάουζ της
Φιλαδέλφειας.
Η Σάμερ γύρισε στην κουζίνα όχι ύστερα από ένα λεπτό όπως είχε
πει, αλλά ύστερα από δέκα. Είχε διαλέξει ένα λεπτό μεταξωτό
φόρεμα στο χρώμα της παπαρούνας, επειδή ήταν τόσο απλό που
κολλούσε πάνω της και πρόβαλλε κάθε καμπύλη του κορμιού της,
τραβώντας όλα τα βλέμματα πάνω της. Τα μπράτσα της ήταν γυμνά
με μόνη εξαίρεση ένα χρυσό σκαλιστό μπρασελέ που φορούσε πάνω
από τον αγκώνα. Τα κρεμαστά, σπιράλ σκουλαρίκια της έφταναν
σχεδόν μέχρι τους ώμους της. Τα μαλλιά της, ελεύθερα τώρα,
περιέβαλλαν το πρόσωπό της, κάπως κατσαρωμένα από τη ζέστη και
την υγρασία της κουζίνας.
Η Σάμερ ήξερε ότι το αποτέλεσμα ήταν εκκεντρικό και εξωτικό
ταυτόχρονα. Όπως ήξερε ότι απέπνεε και μια πρωτόγονη
σεξουαλικότητα. Ντυνόταν –άλλοτε με τζιν και άλλοτε με
μεταξωτά– ανάλογα με τα κέφια της και για καθαρά δική της
ευχαρίστηση. Όταν όμως είδε τον τρόπο που άστραψαν για μια
στιγμή τα μάτια του Μπλέικ, ένιωσε μια διεστραμμένη ικανοποίηση.
Τελικά ο κύριος δεν ήταν παγόβουνο –αν και βέβαια το
ενδιαφέρον της γι’ αυτόν δεν ήταν προσωπικό. Η Σάμερ ήθελε να
εδραιωθεί ως άτομο, ως προσωπικότητα, να μην είναι απλώς ένα
όνομα πάνω σ’ ένα συμβόλαιο. Τα ρούχα της δουλειάς της ήταν
διπλωμένα μέσα σε μια πάνινη τσάντα που κουβαλούσε στο ένα χέρι,
ενώ στον άλλο ώμο της είχε κρεμάσει ένα κομψό τσαντάκι από
χάντρες. Με μια μάλλον μεγαλόπρεπη κίνηση πρόσφερε το χέρι της
στον Μπλέικ.
«Έτοιμος;»
«Ασφαλώς». Το χέρι της ήταν δροσερό, απαλό και λείο. Του
θύμισε το χάδι του λαμπερού ήλιου πάνω στο υγρό, μυρωδάτο
γρασίδι. Γι’ αυτό και η φωνή του ακούστηκε ψυχρή, πεζή. «Είσαι
όμορφη».
Η Σάμερ δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί. Τα μάτια της άστραψαν
γεμάτα χιούμορ. «Ασφαλώς». Και για πρώτη φορά τον είδε να
χαμογελάει αβίαστα, γοητευτικά. Επικίνδυνα. Δεν ήταν πια καθόλου
σίγουρη ποιος είχε το πάνω χέρι.
«Ο οδηγός μου μας περιμένει απέξω», της είπε ο Μπλέικ μαλακά
και βγήκε μαζί της από τη λαμπερή και θορυβώδη κουζίνα στο δρόμο
που φώτιζε το φεγγάρι. «Υποθέτω ότι είσαι ευχαριστημένη από τη
συμβολή σου στο γεύμα του κυβερνήτη. Δεν έμεινες ν’ ακούσεις την
κριτική ή τα κομπλιμέντα».
Η Σάμερ, που ήταν έτοιμη να μπει στη λιμουζίνα, σταμάτησε και
τον κοίταξε εμβρόντητη. «Την κριτική; Η μπόμπα είναι η σπεσιαλιτέ
μου, κύριε Κόκραν. Είναι πάντα εκπληκτική. Και δε χρειάζομαι
κανέναν να μου το πει αυτό». Λέγοντας αυτά, μπήκε στο αμάξι,
έστρωσε τη φούστα της και σταύρωσε τα πόδια της.
«Ασφαλώς», μουρμούρισε ο Μπλέικ και γλίστρησε δίπλα της.
«Είναι ένα πολύπλοκο επιδόρπιο», συνέχισε την κουβέντα. «Αν δε με
απατά η μνήμη μου, χρειάζονται δυο ώρες για να ετοιμαστεί,
σωστά;»
Η Σάμερ τον είδε να βγάζει μια μπουκάλα σαμπάνια από τον πάγο
και να την ανοίγει μ’ ένα σιγανό παφ του φελλού. «Υπάρχουν πολύ
λίγα εκπληκτικά πράγματα που μπορείς να κάνεις σε σύντομο
χρόνο».
«Αυτό είναι αλήθεια». Ο Μπλέικ σέρβιρε σαμπάνια σε δυο
ποτήρια φλογέρες, έδωσε το ένα στη Σάμερ και χαμογέλασε. «Σε μια
μακρά συνεργασία».
Η Σάμερ τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια στο φως της λάμπας
του δρόμου που τρύπωνε στο εσωτερικό του αμαξιού και φώτιζε το
πρόσωπό του. Θύμιζε κάτι ανάμεσα σε Σκοτσέζο πολεμιστή και
Εγγλέζο αριστοκράτη, αποφάσισε. Καθόλου εύκολος συνδυασμός.
Από την άλλη όμως, κι εκείνη δεν αναζητούσε πάντα το εύκολο.
Ύστερα από ένα στιγμιαίο δισταγμό, τσούγκρισε το ποτήρι της στο
δικό του. «Ίσως», είπε. «Απολαμβάνετε τη δουλειά σας, κύριε
Κόκραν;» Ήπιε μια γουλιά σαμπάνια και χωρίς να κοιτάξει το
μπουκάλι ή την ετικέτα, προσδιόρισε τη μάρκα της.
«Πάρα πολύ». Ο Μπλέικ την περιεργάστηκε όσο έπινε το ποτό της
και διαπίστωσε ότι δεν είχε προσθέσει παρά μια στρώση μάσκαρα
στις βλεφαρίδες της όταν πήγε ν’ αλλάξει. Για μια στιγμή αφαιρέθηκε,
ενώ αναρωτιόταν ποια θα ήταν η υφή του δέρματός της κάτω από τα
δάχτυλά του. «Είναι φανερό απ’ όσα διαπίστωσα μέσα σ’ εκείνη την
κουζίνα ότι απολαμβάνετε κι εσείς τη δική σας».
«Ναι». Η Σάμερ χαμογέλασε –εκτιμούσε αυτό τον άνθρωπο. Θα
ακολουθούσε μια ενδιαφέρουσα μάχη ισχύος. «Η πολιτική μου είναι
να κάνω μόνο πράγματα που απολαμβάνω. Και, εκτός αν πέφτω
εντελώς έξω, ακολουθείτε κι εσείς την ίδια πολιτική».
Ο Μπλέικ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, ξέροντας ότι τον
ψάρευε. «Είστε πολύ διορατική, μις Λίντον».
«Ναι». Του άπλωσε το ποτήρι της να το ξαναγεμίσει. «Έχετε
εξαιρετικό γούστο στα κρασιά. Αυτό επεκτείνεται και σε άλλους
τομείς;»
Ο Μπλέικ την κοίταξε στα μάτια καθώς της ξαναγέμιζε το ποτήρι.
«Σε όλους τους τομείς».
Η Σάμερ χαμογέλασε, έφερε το ποτήρι στα χείλη της και απόλαυσε
το χάδι των φυσαλίδων λίγο προτού γευτεί το κρασί. «Ασφαλώς. Θα
ήταν σωστό να πω ότι είστε ένας οξυδερκής άνθρωπος;»
Πού στην ευχή το πήγαινε; «Αν θέλετε», της απάντησε αβίαστα.
«Ένας επιχειρηματίας», συνέχισε η Σάμερ. «Ένα διευθυντικό
στέλεχος. Πείτε μου, τα διευθυντικά στελέχη δε συνηθίζουν να
μοιράζουν αρμοδιότητες;»
«Συχνά».
«Και εσείς; Δε μοιράζετε αρμοδιότητες;»
«Εξαρτάται».
«Αναρωτιέμαι γιατί ο Μπλέικ Κόκραν ο Τ ρίτος θα σπαταλούσε
κόπο και χρόνο ο ίδιος για να προσλάβει έναν σεφ για τον όμιλό
του».
Ο Μπλέικ ήταν σίγουρος ότι τον κορόιδευε. Το σημαντικότερο,
ήταν σίγουρος ότι ήθελε να τον κάνει να το καταλάβει. Κατέβαλε
προσπάθεια να κρύψει την ενόχλησή του. «Αυτό το εγχείρημα θα
μπορούσατε να πείτε ότι είναι το παιδί μου. Και από τη στιγμή που
θέλω το καλύτερο, δε φείδομαι ούτε χρόνου ούτε και κόπου για να
το αποκτήσω ο ίδιος προσωπικά».
«Κατάλαβα». Η λιμουζίνα σταμάτησε μαλακά δίπλα στο
πεζοδρόμιο. Η Σάμερ έδωσε στον Μπλέικ το άδειο ποτήρι της τη
στιγμή που ο οδηγός τής άνοιγε την πόρτα. «Τότε, τη στιγμή που
θέλετε τον καλύτερο, το βρίσκω πολύ παράξενο ν’ αναφέρετε καν τ’
όνομα του Λα Πουάντ», του είπε και βγήκε από το αμάξι με μια
έμφυτη υπεροψία. Αυτό, σκέφτηκε αυτάρεσκα, θα είναι ένα γερό
πλήγμα στην αλαζονεία του.
Το Κόκραν Χάουζ της Φιλαδέλφειας ήταν ένα εικοσαώροφο κτίριο
με τούβλα στην πρόσοψη. Ήταν χτισμένο σύμφωνα με την παλιά,
αποικιακή αρχιτεκτονική που κυριαρχούσε στην καρδιά της πόλης.
Μπορεί να υπήρχαν άλλα πιο ψηλά, πιο λαμπερά και πιο μοντέρνα
κτίρια, όμως ο Μπλέικ Κόκραν ήξερε τι ήθελε: κομψότητα, στυλ και
διακριτικότητα. Ό,τι ακριβώς διέθετε το Κόκραν Χάουζ. Η Σάμερ δεν
μπόρεσε παρά να επιδοκιμάσει την επιλογή του. Σε πολλά πράγματα
προτιμούσε και αυτή το παλιό από το μοντέρνο.
Η ρεσεψιόν ήταν ήσυχη. Και αν τα χρυσά διακοσμητικά ήταν
κάπως θαμπά και τα χαλιά σε πολύ απαλά χρώματα που σ’ έκαναν να
νομίζεις ότι ήταν ξεθωριασμένα, ήταν μια εσκεμμένη και έξυπνη
επιλογή. Ο παλιός καταξιωμένος πλούτος δημιουργούσε μια δική του
ατμόσφαιρα που όλη η χλιδή και η λάμψη είναι αδύνατον να
πετύχουν.
Ο Μπλέικ έπιασε τη Σάμερ από το μπράτσο και διέσχισε το χώρο,
απαντώντας μ’ ένα απλό κούνημα του κεφαλιού στα πολλά
«Καλησπέρα, κύριε Κόκραν» που ακούστηκαν από δεξιά κι αριστερά.
Έβαλε το κλειδί στο ιδιωτικό ασανσέρ του και την άφησε να περάσει
πρώτη μέσα στο ήσυχο κουβούκλιο από φιμέ τζάμια.
«Ωραίος χώρος», παρατήρησε η Σάμερ. «Πάνε χρόνια που είχα
έρθει εδώ. Τον είχα ξεχάσει». Έριξε μια ματιά γύρω της και είδε την
εικόνα τους ν’ αντανακλάται στο σκούρο γκρίζο γυαλί. «Αλλά δεν το
βρίσκετε περιοριστικό να ζείτε σ’ ένα ξενοδοχείο –να ζείτε, εννοώ,
στο χώρο όπου εργάζεστε;»
«Όχι. Το βρίσκω βολικό».
Κρίμα, σκέφτηκε η Σάμερ. Η ίδια όταν δε δούλευε ήθελε να
βρίσκεται όσο γινόταν πιο μακριά από κουζίνες και χρονόμετρα. Δεν
ήταν από τους ανθρώπους –όπως, για παράδειγμα, ο πατέρας και η
μητέρα της– που φέρνουν τη δουλειά στο σπίτι τους.
Το ασανσέρ σταμάτησε τόσο μαλακά που μόλις το κατάλαβε και
οι πόρτες άνοιξαν γλιστρώντας αθόρυβα. «Έχετε όλο τον όροφο δικό
σας;»
«Σ’ αυτό τον όροφο υπάρχουν τρεις σουίτες για τους πελάτες και
το ρετιρέ μου», της εξήγησε ο Μπλέικ καθώς προχωρούσαν στο
διάδρομο. «Αυτή τη στιγμή δεν είναι κατειλημμένη καμιά από τις
σουίτες». Έβαλε το κλειδί του σε μια διπλή δρύινη πόρτα και της
έκανε νόημα να περάσει πρώτη.
Τα φώτα ήταν ήδη αναμμένα στη χαμηλή σκάλα. Έχει διαλέξει
έξυπνα τα χρώματα, σκέφτηκε η Σάμερ, προχωρώντας πάνω στην
παχιά μολυβένια μοκέτα. Οι αποχρώσεις του γκρίζου, από το ασημί
ως το θολό του καπνού, δέσποζαν στο χαμηλό καναπέ, στις καρέκλες
και στους τοίχους. Τα χαμηλωμένα φώτα δημιουργούσαν μια
ονειρική ατμόσφαιρα, που από τη μια ήταν αισθησιακή και από την
άλλη σε χαλάρωνε.
Η συνολική εντύπωση θα μπορούσε να ήταν αδιάφορη, ακόμα και
μονότονη, αν δεν υπήρχαν χρωματικές πινελιές όπως οι κουρτίνες
στο έντονο μπλε του μεσονυκτίου, τα ιβουάρ μαξιλάρια στον καναπέ
και το πλούσιο πράσινο του κισσού που σκαρφάλωνε σε μια
βιβλιοθήκη. Τέλος, στον έναν τοίχο δέσποζε ο ζωηρόχρωμος πίνακας
ενός Γάλλου ιμπρεσιονιστή.
Δεν έβλεπες τίποτε από το συνονθύλευμα αντικειμένων που θα
διάλεγε εκείνη, αλλά ο χώρος διέθετε ένα στυλ που η Σάμερ θαύμασε
αμέσως. «Ασυνήθιστο, κύριε Κόκραν», τον επαίνεσε και έβγαλε
ασυναίσθητα τα παπούτσια της. «Και εμπνευσμένο».
«Ευχαριστώ. Θα θέλατε άλλο ένα ποτό, μις Λίντον; Το μπαρ είναι
πλήρως εξοπλισμένο. Υπάρχει και σαμπάνια, αν προτιμάτε».
Αποφασισμένη να έχει εκείνη το πάνω χέρι απόψε, η Σάμερ πήγε
στον καναπέ και κάθισε. Του χάρισε ένα ψυχρό, αβίαστο χαμόγελο.
«Πάντα προτιμώ τη σαμπάνια».
Μέχρι να την ανοίξει ο Μπλέικ, η Σάμερ εκμεταλλεύτηκε την
ευκαιρία για να ρίξει άλλη μια ματιά στο δωμάτιο. Ένας καθόλου
συνηθισμένος άντρας, σκέφτηκε. Πολύ συχνά η λέξη «συνηθισμένος»
ήταν συνώνυμη του «πληκτικός». Η Σάμερ ήταν υποχρεωμένη να
παραδεχτεί ότι, επειδή το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της
συναναστρεφόταν μποέμ και εκκεντρικούς καλλιτέχνες, είχε την
τάση να πιστεύει ότι οι επιχειρηματίες ήταν πληκτικοί.
Όχι όμως ο Μπλέικ Κόκραν. Σχεδόν λυπήθηκε γι’ αυτό. Έναν
πληκτικό άνθρωπο, όσο ελκυστικός και να ήταν, θα μπορούσες να
τον χειριστείς με ελάχιστη προσπάθεια. Τον Μπλέικ θα ήταν δύσκολο
να τον αντιμετωπίσει. Ιδίως από τη στιγμή που δεν είχε πάρει μια
οριστική απόφαση για την πρότασή του.
«Η σαμπάνια σας, μις Λίντον». Όταν η Σάμερ σήκωσε το κεφάλι
της και τον κοίταξε, ο Μπλέικ χρειάστηκε να καταβάλει προσπάθεια
για να μη συνοφρυωθεί. Τον ζύγιζε, και το βλέμμα της ήταν
υπερβολικά υπολογιστικό. Αλήθεια, τι σκάρωνε πάλι; Και για το Θεό,
γιατί έδειχνε να ταιριάζει τόσο σκανδαλιστικά στο χώρο του, έτσι
όπως ήταν κουλουριασμένη στον καναπέ του, με τα μαξιλάρια του
στην πλάτη της; «Θα πρέπει να πεινάτε», της είπε και ξαφνιάστηκε
που ένιωσε την ανάγκη της προστασίας που του πρόσφεραν οι λέξεις.
«Πείτε μου τι θα θέλατε και θα ζητήσω από την κουζίνα να σας το
ετοιμάσουν. Ή, αν προτιμάτε, μπορώ να ζητήσω να σας φέρουν το
μενού».
«Δε χρειάζομαι το μενού», του απάντησε η Σάμερ και ήπιε άλλη
μια γουλιά από την παγωμένη γαλλική σαμπάνια. «Θα ήθελα ένα
τσίζμπεργκερ».
Ο Μπλέικ είδε το μεταξωτό φουστάνι της ν’ ανεβαίνει καθώς
βολευόταν καλύτερα στη γωνιά του καναπέ. «Τ ι πράγμα;»
«Ένα τσίζμπεργκερ», επανέλαβε εκείνη. «Με λεπτοκομμένες
τηγανητές πατάτες». Σήκωσε το ποτήρι της και κοίταξε το χρώμα
της σαμπάνιας. «Το ξέρετε ότι η συγκεκριμένη χρονιά ήταν ιδιαίτερα
καλή;»
«Μις Λίντον...» Ο Μπλέικ ένιωσε την υπομονή του να φτάνει στα
όριά της. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες και διατήρησε ήρεμη τη φωνή
του. «Τ ι ακριβώς παιχνίδι παίζετε;»
Εκείνη ήπιε μια γουλιά σαμπάνια αργά, απολαμβάνοντας τη γεύση
της. «Παιχνίδι;»
«Θέλετε στ’ αλήθεια να πιστέψω ότι εσείς, μια γευσιγνώστης, μια
σεφ με δίπλωμα Κορντόν Μπλε, θέλετε να φάτε τσίζμπεργκερ και
τηγανητές πατάτες;»
«Διαφορετικά δε θα σας το είχα ζητήσει». Όταν το ποτήρι της
άδειασε, η Σάμερ σηκώθηκε να το ξαναγεμίσει μόνη της. Οι κινήσεις
της ήταν νωχελικές, δεν έκρυβαν ίχνος από την κοφτή, σχεδόν
στρατιωτική συμπεριφορά της όταν μαγείρευε. «Η κουζίνα σας
διαθέτει άπαχο βοδινό, έτσι δεν είναι;»
«Ασφαλώς». Σίγουρος ότι προσπαθούσε να τον εξοργίσει ή να τον
γελοιοποιήσει, ο Μπλέικ την άρπαξε από το μπράτσο και τη γύρισε
προς το μέρος του. «Γιατί θέλετε τσίζμπεργκερ;»
«Γιατί μου αρέσει», του απάντησε απλά. «Μου αρέσουν επίσης τα
τάκος, η πίτσα και το τηγανητό κοτόπουλο –ιδιαίτερα όταν τα
μαγειρεύει κάποιος άλλος για μένα. Αυτά τα φαγητά είναι γρήγορα,
γευστικά και ευκολοφάγωτα». Η Σάμερ χαμογέλασε. Το κρασί την
είχε χαλαρώσει και η αντίδρασή του τη διασκέδαζε. «Έχετε κάποιον
ηθικό δισταγμό για το πρόχειρο φαγητό, κύριε Κόκραν;»
«Όχι, αλλά θα περίμενα ότι θα είχατε εσείς».
«Α, κατέστρεψα την εικόνα της γαστρονομικής σνομπ που είχατε
για μένα». Η Σάμερ γέλασε και ο ήχος ήταν όμορφος και αφάνταστα
θηλυκός. «Ως σεφ, μπορώ να σας πω ότι και οι πλούσιες σάλτσες με
την κρέμα δεν είναι καθόλου εύπεπτες. Εξάλλου, η μαγειρική είναι το
επάγγελμά μου. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα απολαμβάνω γεύσεις
της υψηλής γαστρονομίας. Λιχουδιές, φαγητά που έχουν ετοιμαστεί
με αμέριστη προσοχή και το χρονόμετρο στο χέρι. Όταν δε δουλεύω,
μου αρέσει να χαλαρώνω». Ήπιε άλλη μια γουλιά σαμπάνια. «Αυτή
τη στιγμή θα προτιμούσα ένα ζουμερό τσίζμπεργκερ από ένα φιλέ
μινιόν με μανιτάρια, αν δεν έχετε αντίρρηση».
«Η επιλογή είναι δική σας», γρύλισε ο Μπλέικ και πήγε στο
τηλέφωνο να δώσει την παραγγελία. Η εξήγησή της ήταν λογική,
όφειλε να το παραδεχτεί. Και δεν τον ενοχλούσε τίποτε περισσότερο
από το να χρησιμοποιεί κάποιος άλλος τη δική του τακτική.
Με το ποτήρι της σαμπάνιας στο χέρι, η Σάμερ πήγε στο
παράθυρο. Της άρεσε η θέα της πόλης τη νύχτα. Τα κτίρια
υψώνονταν πέρα στο βάθος και τ’ αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν στις
διασταυρώσεις αθόρυβα. Φώτα, σκοτάδι, σκιές.
Δε θα μπορούσε να μετρήσει πόσες πόλεις είχε παρατηρήσει έτσι
από ψηλά τη νύχτα, αλλά η αγαπημένη της πόλη παρέμενε πάντα το
Παρίσι. Κι όμως, είχε διαλέξει να μένει για μεγάλα διαστήματα στις
Ηνωμένες Πολιτείες. Της άρεσαν οι αντιθέσεις των ανθρώπων, των
πολιτισμών και των συμπεριφορών σε τούτη τη χώρα. Της άρεσαν η
φιλοδοξία και ο ενθουσιασμός των Αμερικανών. Παράδειγμα, ο
δεύτερος σύζυγος της μητέρας της.
Η φιλοδοξία ήταν κάτι που καταλάβαινε καλά η Σάμερ. Διέθετε
μπόλικη και η ίδια. Καταλάβαινε πως αυτός ήταν ο λόγος που και
στις προσωπικές της σχέσεις έψαχνε άντρες μάλλον δημιουργικούς
παρά φιλόδοξους. Δύο ανταγωνιστικοί άνθρωποι που έχουν
πρωταρχικό στόχο την καριέρα τους δεν μπορούν να συμβιώσουν
αρμονικά. Αυτό το είχε μάθει από νωρίς, παρακολουθώντας τους
γονείς της τον καιρό που ήταν παντρεμένοι, αλλά και στους γάμους
που έκαναν στη συνέχεια. Όταν θ’ αποφάσιζε να δημιουργήσει και
αυτή ένα μόνιμο δεσμό –κάτι που τοποθετούσε σε τουλάχιστον δέκα
χρόνια από τώρα– θ’ αναζητούσε έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να
καταλάβει ότι η καριέρα της θα ερχόταν πάντα πρώτη. Κάθε
μάγειρας, από ένα παιδί που φτιάχνει σάντουιτς με φιστικοβούτυρο
μέχρι τον μεγάλο σεφ, πρέπει να γνωρίζει τις προτεραιότητές του. Και
η Σάμερ γνώριζε τις δικές της μια ζωή.
«Σας αρέσει η θέα;» Ο Μπλέικ είχε σταθεί πίσω της και την
παρακολουθούσε πέντε ολόκληρα λεπτά. Γιατί η Σάμερ να του
φαίνεται διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα είχε φέρει στο
σπίτι του; Γιατί να δείχνει απρόσιτη και ποθητή; Και γιατί και μόνο η
παρουσία της να τον δυσκολεύει να συγκεντρωθεί στο σκοπό για τον
οποίο την είχε φέρει εδώ;
«Ναι». Η Σάμερ δε γύρισε γιατί συνειδητοποίησε ξαφνικά πόσο
κοντά της βρισκόταν ο Μπλέικ. Έπρεπε να είχε αντιληφθεί την
παρουσία του νωρίτερα, σκέφτηκε και συνοφρυώθηκε ελαφρά. Αν
γύριζε, θα βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο. Τα κορμιά τους θα
έρχονταν κοντά, οι ματιές τους θα έσμιγαν. Η νευρικότητα την έκανε
να πιει μια ακόμα γουλιά σαμπάνια. Αυτό ήταν γελοίο, σκέφτηκε.
Δεν υπήρχε άντρας που να της προκαλεί νευρικότητα.
«Ζείτε αρκετό καιρό εδώ ώστε ν’ αναγνωρίζετε τα πλεονεκτήματα
αυτής της πόλης», είπε ήρεμα ο Μπλέικ, ενώ αναρωτιόταν τι γεύση
θα είχε ο λαιμός της έτσι και τον χάιδευε με τα χείλη του.
«Ασφαλώς. Όταν είμαι στη Φιλαδέλφεια, φέρομαι πλέον σαν
ντόπια. Πολλοί από τους συνεργάτες μου ισχυρίζονται ότι έχω
εξαμερικανιστεί πλήρως».
Ο Μπλέικ διέκρινε την ανεπαίσθητη ευρωπαϊκή προφορά της,
ρούφηξε το γαλλικό άρωμά της. Το θαμπό φως έπαιζε στις ξανθές
ανταύγειες των μαλλιών της, που θύμιζαν αυτές των ματιών της. Δεν
είχε παρά να τη γυρίσει για να δει το σμιλεμένο και εξωτικό
πρόσωπό της. Και ήθελε πολύ να το κάνει.
«Εξαμερικανιστεί», μουρμούρισε ο Μπλέικ και ακούμπησε τα
χέρια του στους ώμους της προτού προλάβει να συγκρατηθεί. Το
μετάξι γλίστρησε απαλά κάτω από τις παλάμες του καθώς τη γύριζε
προς το μέρος του. «Όχι...» Το βλέμμα του χάιδεψε τα μαλλιά, τα
μάτια της, και καρφώθηκε στο στόμα της. «Νομίζω ότι οι συνεργάτες
σας κάνουν πολύ μεγάλο λάθος».
«Αλήθεια;» Τα δάχτυλά της έσφιγγαν με μανία το ποτήρι, το
στόμα της είχε φλογιστεί. Επιστρατεύοντας την ισχυρή της θέληση
κατάφερε να διατηρήσει σταθερή τη φωνή της. Το κορμί της άγγιξε
το δικό του όταν την τράβηξε πιο κοντά του. Οι ανάγκες της, που ως
τώρα βρίσκονταν υπό έλεγχο, άρχισαν να σιγοκαίουν. Διάφορα
ενδεχόμενα πέρασαν από το μυαλό της καθώς έγειρε πίσω το κεφάλι
της και ρώτησε ήρεμα: «Τ ι θα γίνει με τη δουλειά που ήρθαμε να
κουβεντιάσουμε, κύριε Κόκραν;»
«Δεν έχουμε πιάσει δουλειά ακόμα». Το στόμα του έμεινε για μια
στιγμή μετέωρο πάνω από το δικό της, ύστερα τα χείλη του χάιδεψαν
ανάλαφρα το μέτωπό της. «Και προτού ξεκινήσουμε ίσως θα ήταν
καλύτερα να ξεκαθαρίσουμε αυτό το θέμα».
Η Σάμερ ένιωσε την ανάσα της να παγιδεύεται στα πνευμόνια της.
Μπορούσε ακόμα να τραβηχτεί, αλλά γιατί να το κάνει; «Θέμα;»
«Τα χείλη σας –είναι τόσο λαχταριστά όσο δείχνουν;»
Η Σάμερ πετάρισε τις βλεφαρίδες της, το κορμί της χαλάρωσε.
«Ενδιαφέρον θέμα», μουρμούρισε και έγειρε προκλητικά το κεφάλι
της.
Τα χείλη τους απείχαν μια ανάσα όταν ακούστηκε το δυνατό
χτύπημα στην πόρτα. Το μυαλό της Σάμερ καθάρισε στη στιγμή, αν
και το κορμί της εξακολουθούσε να πάλλεται από τον πόθο.
Χαμογέλασε, προσπαθώντας ν’ αρπαχτεί από εκείνο το ίχνος λογικής.
«Το σέρβις στο Κόκραν εξακολουθεί να είναι άψογο».
«Αύριο», γρύλισε ο Μπλέικ και τραβήχτηκε απρόθυμα, «θ’
απολύσω τον υπεύθυνο της υπηρεσίας δωματίου».
Η Σάμερ γέλασε, αλλά φρόντισε να πιει μια γουλιά σαμπάνια όταν
εκείνος έφυγε για ν’ ανοίξει την πόρτα. Παρά τρίχα, σκέφτηκε και
πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει. Ήταν καιρός να στρέψει το
ενδιαφέρον της βραδιάς σε επαγγελματικά μονοπάτια και να μην
παραστρατήσει. Έδωσε στον εαυτό της ένα λεπτό να συνέλθει όσο ο
σερβιτόρος έστρωνε το τραπέζι.
«Μυρίζει υπέροχα», παρατήρησε η Σάμερ, διασχίζοντας το
δωμάτιο τη στιγμή που ο Μπλέικ έδινε φιλοδώρημα στο γκαρσόνι.
Προτού καθίσει, έριξε μια ματιά στο δικό του φαγητό. Μπριζόλα με
το αίμα της, αχνιστή πατάτα με το φλούδι, σπαράγγια με βούτυρο.
«Πολύ ισορροπημένο», είπε και του έριξε μια πειρακτική ματιά πάνω
από τον ώμο της όταν της τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει.
«Μπορούμε να παραγγείλουμε επιδόρπιο αργότερα».
«Δεν αγγίζω ποτέ μου γλυκό», του απάντησε η Σάμερ
φουσκώνοντας το μάγουλο με τη γλώσσα της και άλειψε με μια γερή
δόση μουστάρδας το ψωμάκι της. «Διάβασα το συμβόλαιο που μου
δώσατε».
«Αλήθεια;» Ο Μπλέικ την είδε να κόβει το τσίζμπεργκερ στα δύο
και να παίρνει το ένα κομμάτι με το χέρι. Δε θα έπρεπε να τον
ξαφνιάσει αυτό. Στο κάτω κάτω, είχε ένα βάζο με μπισκότα Oreo
στο σπίτι της.
«Το ίδιο και ο δικηγόρος μου».
Ο Μπλέικ άλεσε λίγο φρέσκο πιπέρι πάνω στην μπριζόλα του και
άρχισε να τρώει. «Και;»
«Και φαίνεται εντάξει. Εκτός...» Η Σάμερ άφησε τη λέξη να
αιωρείται και δάγκωσε την πρώτη μπουκιά της. Έκλεισε τα μάτια της
και αφέθηκε να την απολαύσει.
«Εκτός;» την πίεσε ο Μπλέικ.
«Αν αποφασίσω να σκεφτώ την προσφορά σας, χρειάζομαι
μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων».
Ο Μπλέικ αγνόησε το αν. Η Σάμερ σκεφτόταν την πρότασή του
στα σοβαρά και το ήξεραν και οι δύο. «Σε ποιον τομέα;»
«Θα το ξέρετε σίγουρα ότι ταξιδεύω πολύ». Η Σάμερ έριξε αλάτι
στις τηγανητές πατάτες, έφαγε μία και τη βρήκε του γούστου της.
«Τα ταξίδια μου κρατάνε συνήθως δύο με τρεις μέρες. Για
παράδειγμα, ένα ταξίδι στη Βενετία για να φτιάξω ένα γλυκό Σεντ
Ονορέ. Κάποιοι από τους πελάτες μου φροντίζουν να με κλείσουν
μήνες πριν. Άλλοι πάλι το κάνουν την τελευταία στιγμή. Και
υπάρχουν φορές...» Η Σάμερ έφαγε άλλη μια μπουκιά τσίζμπεργκερ.
«...που τους ικανοποιώ και αυτούς, επειδή είναι προσωπικοί μου
φίλοι ή επειδή η πρότασή τους αποτελεί επαγγελματική πρόκληση».
«Με άλλα λόγια, θα θέλετε κάθε τόσο να παίρνετε το αεροπλάνο
για τη Βενετία ή για όπου αλλού θεωρείτε εσείς ότι είναι
απαραίτητο». Αν και ο Μπλέικ έβρισκε εξωφρενικό το συνδυασμό
της σαμπάνιας με το τσίζμπεργκερ, γέμισε πάλι το ποτήρι της.
«Ακριβώς. Μολονότι η προσφορά σας παρουσιάζει κάποιο
ενδιαφέρον για μένα, θα ήταν αδύνατον, ακόμα και ανήθικο, να
γυρίσω την πλάτη στους καταξιωμένους πελάτες μου».
«Το καταλαβαίνω». Είναι έξυπνη, σκέφτηκε ο Μπλέικ, αλλά κι
εγώ δεν πάω πίσω. «Πιστεύω πως μπορούμε να καταλήξουμε σε
κάποιο λογικό διακανονισμό. Θα μπορούσαμε να μελετήσουμε το
πρόγραμμά σας οι δυο μας».
Η Σάμερ τσιμπολόγησε μια πατάτα και σκούπισε τα δάχτυλά της
σε μια λευκή λινή πετσέτα. «Οι δυο μας;»
«Θα ήταν πιο απλό. Στη συνέχεια, αν συμφωνήσουμε, θα
μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε μεμονωμένα και όποια άλλη
περίπτωση προκύψει μέσα στο χρόνο...» Ο Μπλέικ χαμογέλασε όταν
την είδε να παίρνει το δεύτερο κομμάτι του τσίζμπεργκερ. «Θέλω να
πιστεύω ότι είμαι λογικός άνθρωπος, μις Λίντον. Και για να είμαι
ειλικρινής, προτιμώ να είμαι εγώ αυτός που θα υπογράψει το
συμβόλαιο του ξενοδοχείου μου μαζί σας. Αυτή τη στιγμή, το
διοικητικό συμβούλιο κλίνει προς το μέρος του Λα Πουάντ, αλλά...»
«Γιατί;» Η ερώτηση ήταν απαιτητική, έκρυβε κατηγόρια. Ο
Μπλέικ δε θα μπορούσε να νιώσει περισσότερο ευχαριστημένος.
«Συνήθως οι μεγάλοι σεφ είναι άντρες», της είπε και την άκουσε
να βρίζει με πάθος στα γαλλικά. Κούνησε το κεφάλι του. «Ναι,
ακριβώς. Και αφού κάναμε μερικές διακριτικές ερωτήσεις,
ανακαλύψαμε ότι ο κύριος Λα Πουάντ ενδιαφέρεται και με το
παραπάνω για τη θέση».
«Αυτό το σκουλήκι θα δεχόταν ακόμα και να ψήνει κάστανα στη
γωνιά του δρόμου αν ήταν να δει τη φωτογραφία του στις
εφημερίδες». Η Σάμερ πέταξε απότομα την πετσέτα της και
σηκώθηκε. «Ίσως να νομίζετε ότι δεν καταλαβαίνω τη στρατηγική
σας, κύριε Κόκραν». Το υπεροπτικό τίναγμα του κεφαλιού της
τόνισε ακόμα περισσότερο το λυγερό λαιμό της. Και ο Μπλέικ
θυμόταν πολύ καλά την αίσθηση του δέρματός της κάτω από τα
δάχτυλά του. «Μου πετάτε το όνομα του Λα Πουάντ στα μούτρα
και νομίζετε ότι θα βιαστώ ν’ αρπάξω τη θέση από εγωισμό, από
περηφάνια».
Ο Μπλέικ χαμογέλασε γιατί η Σάμερ ήταν πραγματικά απίθανη.
«Και έχει αποτέλεσμα;»
Η Σάμερ μισόκλεισε τα μάτια της, αλλά χρειάστηκε να καταβάλει
μεγάλη προσπάθεια για να μη χαμογελάσει. «Ο Λα Πουάντ είναι
βάρβαρος, εγώ είμαι καλλιτέχνης».
«Και;»
Η Σάμερ ήξερε ότι δεν έπρεπε ν’ αποφασίζει ποτέ εν θερμώ. Το
ήξερε, αλλά... «Αν συμφωνήσετε με το πρόγραμμά μου, κύριε
Κόκραν, τότε κι εγώ θα κάνω το εστιατόριό σας το πιο δημοφιλές
στην Ανατολική Ακτή». Να πάρει η οργή, μπορούσε να το κάνει. Και
ήθελε να το κάνει για να το αποδείξει και στους δυο τους.
Ο Μπλέικ σηκώθηκε κι αυτός, παίρνοντας και τα δυο ποτήρια από
το τραπέζι. «Πίνω στην επιτυχία της τέχνης σας, μαντεμουαζέλ». Της
έδωσε το ποτήρι της. «Και στην επιτυχία του ξενοδοχείου μου.
Εύχομαι η συνεργασία μας να είναι επικερδής και για τους δυο μας».
«Στην επιτυχία», είπε η Σάμερ και τσούγκρισε το ποτήρι της στο
δικό του. «Τελικά αυτήν αποζητούμε και οι δύο».

Κεφάλαιο 3
Ε, λοιπόν, το έκανα, σκέφτηκε η Σάμερ και συνοφρυώθηκε. Τ ράβηξε
πίσω τα μαλλιά της και τα στερέωσε με δυο χτενάκια στολισμένα με
πέρλες. Κοίταξε με κριτικό μάτι την εικόνα της στον καθρέφτη κι
έλεγξε το μακιγιάζ της. Είχε μάθει από τη μητέρα της διάφορα κόλπα
για να τονίζει τα δυνατά χαρακτηριστικά της και όταν το απαιτούσε
η περίσταση και είχε κέφι, τα έθετε σε εφαρμογή. Το πρόσωπο που
την κοιτούσε από τον καθρέφτη της άρεσε, παρ’ όλα αυτά
συνοφρυώθηκε.
Δεν ήξερε αν το είχε κάνει από θυμό, εγωισμό ή πείσμα, πάντως
είχε δεχτεί να συνεργαστεί με το Κόκραν Χάουζ και τον Μπλέικ για
έναν ολόκληρο χρόνο. Μπορεί και να χρειαζόταν την πρόκληση, αλλά
ήδη την ενοχλούσε η μακροχρόνια δέσμευση και οι υποχρεώσεις που
απέρρεαν από αυτή.
Τ ριακόσιες εξήντα πέντε μέρες. Όχι, ο αριθμός αυτός την έπνιγε.
Πενήντα δύο βδομάδες. Ούτε αυτός ήταν καλύτερος. Δώδεκα μήνες.
Ε, λοιπόν, θα έπρεπε να ζήσει μ’ αυτό. Όχι, θα έπρεπε να κάνει κάτι
καλύτερο, αποφάσισε καθώς έμπαινε στο στούντιο όπου θα γύριζε
μια επίδειξη για το εθνικό δίκτυο. Έπρεπε να τηρήσει την υπόσχεσή
της και να κάνει το εστιατόριο του Κόκραν Χάουζ το καλύτερο της
Ανατολικής Ακτής.
Και θα το έκανε, είπε στον εαυτό της, τινάζοντας πίσω τα μαλλιά
της. Θα το έκανε στα σίγουρα. Μετά, θα κοιτούσε αφ’ υψηλού τον
κύριο Μπλέικ Κόκραν τον Τ ρίτο. Τον παλιάνθρωπο.
Της την είχε φέρει. Δυο φορές μάλιστα. Και μολονότι τη δεύτερη
εκείνη το ήξερε, είχε ακολουθήσει το μονοπάτι που είχε φροντίσει να
της υποδείξει. Γιατί; Η Σάμερ πέρασε τη γλώσσα πάνω από τα δόντια
της, παρακολουθώντας το συνεργείο που έστηνε το σκηνικό για το
γύρισμα.
Για την πρόκληση, αποφάσισε, παίζοντας τη χρυσή αλυσίδα της
γύρω από το δάχτυλό της. Θα ήταν πρόκληση να δουλέψει μαζί του
και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Στο κάτω κάτω, ο
ανταγωνισμός ήταν η μεγάλη αδυναμία της. Αυτός ήταν και ο λόγος
που είχε διαλέξει να ξεχωρίσει σ’ ένα επάγγελμα όπου κυριαρχούσαν
οι άντρες. Α, ναι, της άρεσε ο ανταγωνισμός. Αυτό που της άρεσε
όμως περισσότερο ήταν να κερδίζει.
Δεν έπρεπε να ξεχνά και την ωμή αρρενωπότητά του. Οι
εκλεπτυσμένοι τρόποι δεν μπορούσαν να την κρύψουν. Τα κομψά
ρούχα δεν μπορούσαν να την καλύψουν. Αν ήθελε να είναι ειλικρινής
–και αυτή τη στιγμή αποφάσισε να το κάνει– έπρεπε να παραδεχτεί
ότι θα χαιρόταν να την εξερευνήσει.
Η Σάμερ ήξερε την επίδραση που ασκούσε στους άντρες. Ήταν ένα
δώρο που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα της, σπάνια όμως έδινε
σημασία στη σεξουαλικότητά της. Ήταν πολύ πιεσμένη από τις
απαιτήσεις της δουλειάς της και χρειαζόταν απόλυτη χαλάρωση
όποτε της δινόταν η ευκαιρία. Μπορεί όμως να είχε έρθει η ώρα ν’
αλλάξει λίγο τα πράγματα.
Ο Μπλέικ Κόκραν αποτελούσε μια πραγματική πρόκληση. Πολύ
θα ήθελε να στραπατσάρει εκείνη την αυτάρεσκη αντρική αλαζονεία
του, να τον κάνει να πληρώσει που την είχε κατευθύνει να κάνει
αυτό ακριβώς που ήθελε εκείνος. Κι ενώ σκεφτόταν διάφορους
τρόπους για να το πετύχει αυτό, είδε σιγά σιγά το στούντιο να
γεμίζει από το ακροατήριο.
Χωρούσε κάπου πενήντα άτομα και απ’ ό,τι έδειχναν τα
πράγματα, σήμερα το πρωί θα ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Ο κόσμος
μιλούσε ψιθυριστά, όπως μέσα στα θέατρα και τις εκκλησίες. Ο
σκηνοθέτης, ένας μικρόσωμος, νευρικός άντρας με τον οποίο είχε
ξαναδουλέψει η Σάμερ, έτρεχε να τα προλάβει όλα, φώτα, κάμερες,
κάνοντας διάφορες χειρονομίες που φανέρωναν άλλοτε ικανοποίηση
και άλλοτε φρίκη. Ήταν άνθρωπος των άκρων. Όταν την πλησίασε, η
Σάμερ άκουσε τις γρήγορες, νευρικές εξηγήσεις του με μισό αυτί. Δεν
είχε το νου της σ’ αυτόν, ούτε στο βασερέν που θα ετοίμαζε
μπροστά στην κάμερα. Την απασχολούσε ο καλύτερος τρόπος ν’
αντιμετωπίσει τον Μπλέικ Κόκραν.
Ίσως θα έπρεπε να του ριχτεί διακριτικά –όχι όμως και τόσο
διακριτικά, ώστε εκείνος να μην το πάρει είδηση. Και με το που θα
το έπαιρνε πάνω του, θα τον αγνοούσε παντελώς. Φανταστική ιδέα.
«Η πρώτη ψημένη βάση βρίσκεται στο κεντρικό ντουλάπι».
«Ναι, Σάιμον, το ξέρω». Η Σάμερ χτύπησε καθησυχαστικά το χέρι
του σκηνοθέτη, ενώ προσπαθούσε να βρει ψεγάδια στο σχέδιό της.
Και υπήρχε ένα πολύ μεγάλο ψεγάδι. Δεν μπορούσε να ξεχάσει τη
συγκίνηση που είχε ξυπνήσει μέσα της όταν λίγο είχε λείψει να τη
φιλήσει ο Μπλέικ πριν από μερικά βράδια. Κι αν έπαιζε ένα τέτοιο
παιχνίδι μπορεί τελικά να έβλεπε τους ρόλους να μπερδεύονται.
Άρα...
«Η δεύτερη βάση είναι ακριβώς από κάτω».
«Ναι, το ξέρω». Μα η ίδια δεν τις είχε βάλει εκεί να κρυώσουν
μετά που τις είχε ψήσει; Η Σάμερ χαμογέλασε αφηρημένα στον
εκνευρισμένο σκηνοθέτη. Θα μπορούσε πολύ καλά ν’ αγνοήσει
εντελώς τον Μπλέικ. Να του φερθεί όχι περιφρονητικά, αλλά
αδιάφορα. Το χαμόγελό της έγινε κάπως απειλητικό. Τα μάτια της
άστραψαν. Αυτό θα τον τρέλαινε στην κυριολεξία.
«Όλα τα υλικά και τα σκεύη είναι ακριβώς εκεί που τα έβαλες».
«Σάιμον», άρχισε ευγενικά η Σάμερ, «πάψε ν’ ανησυχείς. Μπορώ
να φτιάξω βασερέν ακόμα και στον ύπνο μου».
«Αρχίζουμε το γύρισμα σε πέντε λεπτά».
«Πού είναι;»
Η βροντερή φωνή έκανε τον Σάιμον και τη Σάμερ να γυρίσουν
ταυτόχρονα. Η Σάμερ είχε αρχίσει να χαμογελάει προτού ακόμα
αντικρίσει αυτόν που μιλούσε. «Κάρλο!»
«Αχά». Μελαχρινός, λεπτός και ευκίνητος σαν φίδι, ο Κάρλο
Φρανκόνι άνοιξε δρόμο ανάμεσα στον κόσμο και τα καλώδια και την
έσφιξε στο στήθος του. «Αφράτο σουδάκι μου», της είπε και τη
χτύπησε φιλικά στα οπίσθια.
Η Σάμερ γέλασε και του το ανταπέδωσε. «Κάρλο, τι γυρεύεις
Τετάρτη πρωί στη Φιλαδέλφεια;»
«Ήμουν στη Νέα Υόρκη για να προωθήσω το καινούριο βιβλίο
μου, Ζυμαρικά από τον Μαιτρ». Ο Κάρλο τραβήχτηκε λίγο και έπαιξε
πονηρά τα φρύδια του. «Και είπα στον εαυτό μου: “ Κάρλο, είσαι δυο
βήματα από την πιο σέξι γλυκατζού του κόσμου”. Κι έτσι, ήρθα».
«Δυο βήματα», επανέλαβε η Σάμερ. Ο τυπικός Κάρλο. Και στο
Λος Άντζελες να ήταν, το ίδιο θα είχε κάνει. Είχαν σπουδάσει μαζί,
είχαν μαγειρέψει μαζί, και αν η φιλία τους δεν ήταν τόσο σημαντική
και για τους δυο τους, ίσως να είχαν κοιμηθεί και μαζί. «Άσε με να
σε κοιτάξω».
Ο Κάρλο υπάκουσε, έκανε ένα βήμα πίσω και πήρε πόζα.
Φορούσε ένα ίσιο, στενό τζιν που τόνιζε τους λεπτούς γοφούς του,
ένα σομόν μεταξωτό πουκάμισο και ένα πάνινο καπέλο στραβά
πάνω από τα σκούρα αμυγδαλωτά μάτια του. Ένα εξωφρενικό
διαμάντι άστραφτε στο δάχτυλό του. Όπως πάντα, ήταν αρρενωπός,
όμορφος και το ήξερε.
«Είσαι φανταστικός, Κάρλο. Φαντάστικο».
«Ασφαλώς». Έσυρε το δάχτυλό του στο μπορ του καπέλου του.
«Και εσύ, αφράτο μου σουδάκι, είσαι...» Πήρε τα χέρια της και έφερε
πρώτα τη μία παλάμη της και ύστερα την άλλη στα χείλη του.
«...εσκουίσιτα. Θεσπέσια».
«Ασφαλώς». Η Σάμερ γέλασε πάλι και τον φίλησε στο στόμα. Είχε
εκατοντάδες γνωστούς στον επαγγελματικό και κοινωνικό κύκλο
της, αλλά φίλο μόνο τον Κάρλο Φρανκόνι. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι
που σε βλέπω, Κάρλο. Αλήθεια, πόσος καιρός πάει; Τέσσερις μήνες;
Πέντε; Εσύ ήσουν στο Βέλγιο την τελευταία φορά που εγώ ήμουν
στην Ιταλία;»
«Τέσσερις μήνες και δώδεκα μέρες», της απάντησε αβίαστα
εκείνος. «Αλλά ποιος μετράει; Απλά πεθύμησα τα εκλεράκια σου,
το...» Άρπαξε πάλι τα χέρια της κι άρχισε να γλείφει τα δάχτυλά της.
«...το κέικ σου με σοκολάτα».
«Σήμερα θα φτιάξω βασερέν», του απάντησε ξερά η Σάμερ, «και
μπορείς να φας λίγο μετά το τέλος του σόου».
«Α, πεθαίνω για τη μαρέγκα σου». Ο Κάρλο της χαμογέλασε
πονηρά. «Θα καθίσω στην πρώτη σειρά και δε θα πάρω στιγμή τα
μάτια μου από πάνω σου».
Η Σάμερ τον τσίμπησε στο μάγουλο. «Προσπάθησε να χαλαρώσεις
λίγο, Κάρλο. Είσαι πολύ σφιγμένος».
«Μις Λίντον, σας παρακαλώ...»
Η Σάμερ κοίταξε τον Σάιμον, η ανάσα του ακουγόταν πιο ρηχή
καθώς είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. «Εντάξει, Σάιμον, είμαι
έτοιμη. Πήγαινε στη θέση σου, Κάρλο, και φρόντισε να με
παρακολουθήσεις προσεκτικά. Πού ξέρεις, αυτή τη φορά μπορεί να
μάθεις και κάτι».
Η Σάμερ δε δυσκολεύτηκε να μεταφράσει την κοφτή βρισιά του
καθώς έπαιρναν ο καθένας τη θέση του. Απόλυτα χαλαρή, στάθηκε
πίσω από τον πάγκο εργασίας και κοίταξε το σκηνοθέτη, που
μετρούσε αντίστροφα. Αγνοώντας την γκριμάτσα του Κάρλο,
ξεκίνησε την επίδειξη, μιλώντας κατευθείαν στην κάμερα.
Αντιμετώπιζε αυτό το κομμάτι της δουλειάς της το ίδιο σοβαρά με
την κατασκευή της γαμήλιας τούρτας μιας Ευρωπαίας πριγκίπισσας.
Για να μάθει τις απλές νοικοκυρές να φτιάχνουν κάτι ασυνήθιστο και
νόστιμο, έπρεπε η επίδειξή της να ήταν άψογη.
Δείχνει πραγματικά θεσπέσια, σκέφτηκε ο Κάρλο. Όπως πάντα,
βέβαια. Και σίγουρη, ικανή, άνετη. Από τη μια χαιρόταν γι’ αυτό,
γιατί δεν του άρεσαν οι άνθρωποι που άλλαζαν πολύ γρήγορα –ιδίως
αν ο ίδιος δεν έπαιζε κανένα ρόλο σ’ αυτή την αλλαγή. Από την άλλη
ανησυχούσε για εκείνη.
Όσο καιρό γνώριζε τη Σάμερ –ήταν δυνατόν να είχαν περάσει
κιόλας δέκα χρόνια;– δεν τη θυμόταν να είχε δημιουργήσει μια
προσωπική σχέση. Ήταν δύσκολο για έναν άστατο και
συναισθηματικό άνθρωπο όπως εκείνος να καταλάβει αυτή την
επιφυλακτικότητά της, αυτή τη φαινομενική αδιαφορία της για μια
ρομαντική σχέση. Γιατί έκρυβε μέσα της πάθος. Ο Κάρλο την είχε δει
να το εκδηλώνει σε ξεσπάσματα θυμού, χαράς, αλλά ποτέ για έναν
άντρα.
Είναι κρίμα, σκέφτηκε, καθώς την παρακολουθούσε να φτιάχνει
δαχτυλίδια με μαρέγκα. Ο Κάρλο πίστευε πως μια γυναίκα πάει
χαμένη χωρίς έναν άντρα δίπλα της –όπως και ο άντρας πάει χαμένος
χωρίς μια γυναίκα δίπλα του. Εκείνος φρόντιζε να μοιράζεται τον
εαυτό του με πολλές.
Μια φορά που έτρωγαν τούρτα με κιρς και έπιναν Σαμπλί, η Σάμερ
είχε χαλαρώσει αρκετά ώστε να του εξομολογηθεί ότι δεν πίστευε
πως οι άντρες και οι γυναίκες προορίζονταν για μόνιμες σχέσεις. Ο
γάμος ήταν ένας θεσμός που διαλυόταν πολύ εύκολα, ως εκ τούτου
δεν ήταν καν θεσμός, αλλά μια υποκρισία που συνέχιζαν όσοι
προσποιούνταν ότι μπορούν να δεσμευτούν. Η αγάπη ήταν
ευμετάβλητη, άρα δεν μπορούσες να την εμπιστευτείς. Ήταν κάτι
που το εκμεταλλεύονταν οι άνθρωποι για να δικαιολογήσουν τα
αλλοπρόσαλλα και παλαβά φερσίματά τους. Αν ήθελε να φερθεί
παλαβά, θα το έκανε και χωρίς δικαιολογίες.
Τότε, επειδή βρισκόταν στο τέλος της σχέσης του με μια Ελληνίδα
κληρονόμο, ο Κάρλο είχε συμφωνήσει μαζί της. Αργότερα, είχε
συνειδητοποιήσει ότι μπορεί εκείνος να είχε συμφωνήσει επειδή είχε
κακή εξέλιξη μια σχέση του, η Σάμερ όμως εννοούσε πραγματικά
αυτό που έλεγε.
Κρίμα, σκέφτηκε πάλι, ενώ η Σάμερ έβγαζε τις ψημένες βάσεις
από το ντουλάπι του πάγκου για να φτιάξει το γλυκό της. Αν δεν την
ένιωθε σαν αδερφή του, θα χαιρόταν ιδιαίτερα να της αποκαλύψει τη
χαρά και το μυστήριο της σχέσης ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια
γυναίκα. Αλλά αυτό θα έπρεπε να το κάνει κάποιος άλλος, αποφάσισε
και βολεύτηκε στη θέση του.
Η Σάμερ εξήγησε τα διάφορα στάδια παρασκευής του γλυκού μ’
έναν αβίαστο μονόλογο μπροστά στην κάμερα και το ακροατήριο.
Αφού το ολοκλήρωσε, το στόλισε με μαρέγκα και ζαχαρωμένες
βιολέτες και το έβαλε στο φούρνο. Στη συνέχεια έβγαλε αυτό που
είχε ψήσει νωρίτερα και είχε κρυώσει για να προχωρήσει στο
τελευταίο στάδιο. Το γέμισε με κρέμα και φρούτα, το περιέχυσε μ’
ένα παχύ σιρόπι από βατόμουρα και το στόλισε με σαντιγί.
Ακούστηκαν μουρμουρητά επιδοκιμασίας από το κοινό, ενώ ο φακός
εστίαζε για ένα κοντινό πλάνο.
«Μπράβα!» Ο Κάρλο σηκώθηκε και χειροκρότησε το γλυκό που
βρισκόταν δελεαστικό πάνω στον πάγκο. «Μπραβίσιμα!»
Η Σάμερ χαμογέλασε και, με το κορνέ της σαντιγί στο χέρι, έκανε
μια υπόκλιση τη στιγμή που έκλεινε η κάμερα.
«Θαύμα, μις Λίντον». Ο Σάιμον έτρεξε προς το μέρος της,
βγάζοντας τ’ ακουστικά από τ’ αυτιά του. «Πραγματικά θαύμα.
Ήσασταν, όπως πάντα, τέλεια».
«Σ’ ευχαριστώ, Σάιμον. Να σερβίρουμε το γλυκό στο ακροατήριο
και στους τεχνικούς;»
«Ναι, ναι, πολύ καλή ιδέα». Ο Σάιμον έκανε νόημα σ’ έναν από
τους βοηθούς. «Φέρε μερικά πιάτα και μοίρασε σε όλους το γλυκό
προτού καθαρίσουμε το πλατό για να στήσουμε το επόμενο σκηνικό.
Αερόβιος χορός», γρύλισε και απομακρύνθηκε βιαστικά.
«Πολύ όμορφο, κάρα», της είπε ο Κάρλο και βούτηξε το δάχτυλό
του στη σαντιγί. «Πραγματικό έργο τέχνης». Πήρε ένα κουτάλι από
τον πάγκο και βούτηξε μια γερή κουταλιά κατευθείαν από την
πιατέλα με το βασερέν. «Τ ώρα, εγώ θα σε κεράσω μεσημεριανό, κι
εσύ θα με ενημερώσεις για τη ζωή σου. Η δική μου...» Ύψωσε
αδιάφορα τους ώμους, τρώγοντας. «...είναι τόσο συναρπαστική που
θα μας έπαιρνε μέρες, μπορεί και βδομάδες, για να σ’ τη διηγηθώ».
«Μπορούμε να πάρουμε ένα κομμάτι πίτσα από τη γωνία». Η
Σάμερ έβγαλε την ποδιά της και την άφησε στον πάγκο. «Τ υχαίνει να
θέλω τη συμβουλή σου για κάτι».
«Τη συμβουλή μου;» Η ιδέα ότι η Σάμερ θα καταδεχόταν να
ζητήσει τη συμβουλή του οποιουδήποτε τον διασκέδασε, αλλά
αρκέστηκε να υψώσει απλώς το φρύδι του. «Φυσικά», είπε μ’ ένα
μελιστάλαχτο χαμόγελο και την παρέσυρε μαζί του. «Σε ποιον θα
κατέφευγε μια έξυπνη γυναίκα για συμβουλή –και για οτιδήποτε
άλλο– αν όχι στον Κάρλο».
«Είσαι ένα γουρούνι, αγάπη μου».
«Πρόσεχε». Ο Κάρλο φόρεσε ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά και
έφτιαξε το καπέλο του. «Γιατί μπορεί να καταλήξεις να πληρώσεις
εσύ την πίτσα».
Λίγα λεπτά αργότερα, η Σάμερ δάγκωνε την πρώτη μπουκιά, ενώ
ο Κάρλο έτρεχε σαν μανιακός με τη νοικιασμένη Φεράρι του μέσα
στην κίνηση της Φιλαδέλφειας, τρώγοντας και αλλάζοντας ταχύτητες
ταυτόχρονα. «Πες μου λοιπόν», της φώναξε για ν’ ακουστεί πάνω
από το στερεοφωνικό που έπαιζε στη διαπασών, «τι σε απασχολεί;»
«Ανέλαβα μια δουλειά», του απάντησε η Σάμερ, φωνάζοντας κι
εκείνη. Τα μαλλιά μαστίγωναν το πρόσωπό της και τα έσπρωξε πάλι
πίσω.
«Μια δουλειά; Και λοιπόν, έχεις αναλάβει πολλές δουλειές».
«Αυτή είναι διαφορετική». Η Σάμερ μετακινήθηκε στο κάθισμα,
δίπλωσε τα πόδια από κάτω της και γύρισε στο πλάι, δαγκώνοντας
και δεύτερη μπουκιά πίτσα. «Ανέλαβα να ανακαινίσω και να
διευθύνω το εστιατόριο ενός ξενοδοχείου για έναν ολόκληρο χρόνο».
«Το εστιατόριο ενός ξενοδοχείου;» Ο Κάρλο κοίταξε
συνοφρυωμένος το κομμάτι του κι έκανε σφήνα σ’ ένα στέισον
βάγκον. «Ποιου ξενοδοχείου;»
Η Σάμερ ρούφηξε μια γενναία γουλιά αναψυκτικό με το καλαμάκι.
«Του Κόκραν Χάουζ, εδώ, στη Φιλαδέλφεια».
«Α». Το πρόσωπό του χαλάρωσε. «Πρώτης τάξεως, κάρα. Δε θα
έπρεπε ποτέ να σε αμφισβητήσω».
«Ένα χρόνο, Κάρλο».
«Περνάει γρήγορα όταν έχεις την υγειά σου», της απάντησε
εκείνος μακάρια.
Η Σάμερ χαμογέλασε. «Να πάρει η οργή, Κάρλο, στριμώχτηκα
μόνη μου στη γωνία. Ήταν μια πρόκληση στην οποία δεν μπόρεσα ν’
αντισταθώ, ιδιαίτερα όταν εκείνος... εκείνος ο Αμερικάνος, ο
οδοστρωτήρας, μου πέταξε στη μούρη τον Λα Πουάντ».
«Τον Λα Πουάντ;» βρυχήθηκε ο Κάρλο, όπως μόνο ένας Ιταλός
μπορεί να κάνει. «Τ ι σχέση έχει αυτό το γαλλικό σκουλήκι;»
Η Σάμερ έγλειψε τη σάλτσα από τον αντίχειρά της. «Στην αρχή
ήμουν έτοιμη ν’ απορρίψω την πρόταση, όταν ο Μπλέικ –αυτός είναι
ο οδοστρωτήρας– μου ζήτησε τη γνώμη μου για τον Λα Πουάντ, μια
και σκεφτόταν να κάνει και σ’ αυτόν την πρόταση».
«Κι εσύ του την έδωσες;» ρώτησε ο Κάρλο, απολαμβάνοντάς το.
«Βεβαίως, και κράτησα το συμβόλαιο για να το μελετήσω. Το
δεύτερο δέλεαρ ήταν η καταπληκτική πρόταση. Με τον
προϋπολογισμό που έχω στη διάθεσή μου, θα μπορούσα να
μετατρέψω κι ένα αχούρι δύο δωματίων σε παλάτι των γκουρμέ». Η
Σάμερ συνοφρυώθηκε και δεν πρόσεξε τον τρόπο που χώθηκε ο
Κάρλο μπροστά από ένα μικρό αμάξι. «Μετά, υπάρχει κι ο ίδιος ο
Μπλέικ».
«Ο οδοστρωτήρας».
«Ναι. Δεν μπορώ να ελέγξω την ανάγκη μου να του τη βγω. Είναι
έξυπνος, αυτάρεσκος και αναθεματισμένα σέξι».
«Α, ναι;»
«Νιώθω την ακατανίκητη επιθυμία να τον βάλω στη θέση του».
Ο Κάρλο πέρασε με πορτοκαλί. «Και πού είναι η θέση του;»
«Να σέρνεται στα πόδια μου». Η Σάμερ γέλασε και καταβρόχθισε
την υπόλοιπη πίτσα της. «Έτσι, για όλους αυτούς τους λόγους,
βρέθηκα παγιδευμένη για ένα χρόνο. Θα τη φας;»
Ο Κάρλο κοίταξε το κομμάτι του και δάγκωσε μια γερή μπουκιά.
«Ναι. Και η συμβουλή που ήθελες;»
Η Σάμερ ρούφηξε πάλι με το καλαμάκι της, αλλά ανακάλυψε ότι
το αναψυκτικό της είχε τελειώσει. «Για να μη μου στρίψει, αφού θα
πρέπει ν’ ασχολούμαι για έναν ολόκληρο χρόνο με το ίδιο πράγμα,
χρειάζομαι έναν αντιπερισπασμό». Χαμογέλασε και τέντωσε ψηλά τα
χέρια της. «Ποιος είναι ο πιο ακίνδυνος τρόπος να κάνω τον Μπλέικ
Κόκραν τον Τ ρίτο να συρθεί στα πόδια μου;»
«Άκαρδη γυναίκα», είπε ο Κάρλο μ’ ένα χαιρέκακο χαμόγελο. «Δε
χρειάζεσαι τη συμβουλή μου για να το πετύχεις αυτό. Υπάρχουν
άντρες που σέρνονται ήδη στα πόδια σου σε είκοσι διαφορετικές
χώρες».
«Όχι, δεν υπάρχουν».
«Απλά δεν κοιτάζεις ποτέ πίσω σου, κάρα μία».
Η Σάμερ συνοφρυώθηκε, καθώς ξαφνικά δεν ήταν καθόλου
σίγουρη ότι της άρεσε τελικά η ιδέα. «Στρίψε αριστερά στη γωνία,
Κάρλο, θα περάσουμε να σου δείξω την καινούρια μου κουζίνα».
Οι εικόνες και οι μυρωδιές ήταν αρκετά γνώριμες, αλλά μέσα σε
ελάχιστα λεπτά η Σάμερ εντόπισε τις δεκάδες αλλαγές που θα έκανε.
Ο φωτισμός ήταν καλός, παρατήρησε καθώς έμπαινε αγκαζέ με τον
Κάρλο. Το ίδιο και ο χώρος. Χρειάζονταν όμως έναν εντοιχισμένο
φούρνο, ψηλά στο ύψος των ματιών, με επένδυση από τούβλα για να
αντικαταστήσουν τον ηλεκτρικό φούρνο, όπως χρειάζονταν και
περισσότερους βοηθούς. Έριξε μια ματιά γύρω της, ψάχνοντας τις
γωνίες για να δει αν υπήρχαν ηχεία στο ταβάνι. Δεν είδε κανένα. Και
αυτό έπρεπε ν’ αλλάξει.
«Καθόλου άσχημα, αγάπη μου». Ο Κάρλο πήρε ένα μεγάλο μαχαίρι
και το ζύγισε στο χέρι του. «Έχεις όλα τα στοιχειώδη εδώ μέσα,
είναι σαν να πήρες ένα καινούριο παιχνίδι για τα Χριστούγεννα και
πρέπει να το συναρμολογήσεις, σι;»
«Μμμ». Η Σάμερ πήρε αφηρημένα ένα τηγάνι, είδε ότι ήταν από
ανοξείδωτο ατσάλι και το άφησε πάλι κάτω. Θα έπρεπε ν’
αντικαταστήσει όλα τα σκεύη με επικασσιτερωμένα. Έκανε
μεταβολή και έπεσε πάνω στον Μπλέικ.
Για μια στιγμή χαλάρωσε και απόλαυσε την αίσθηση του κορμιού
του πάνω στο δικό της. Το άρωμά του, σοφιστικέ και διακριτικό, της
άρεσε. Στη συνέχεια όμως, νευρίασε γιατί δεν είχε νιώσει την
παρουσία του όπως πίστευε ότι θα έπρεπε να είχε κάνει. «Κύριε
Κόκραν». Η Σάμερ τραβήχτηκε, κρύβοντας τόσο την έλξη όσο και
τον εκνευρισμό της πίσω από ένα ευγενικό χαμόγελο. «Δεν περίμενα
να σας βρω εδώ».
«Το προσωπικό μου φροντίζει να με ενημερώνει για τα πάντα, μις
Λίντον. Με ειδοποίησαν αμέσως για την παρουσία σας εδώ».
Η ιδέα αυτή μπορεί να την είχε ενοχλήσει, αλλά η Σάμερ
αρκέστηκε να κουνήσει απλώς το κεφάλι της. «Να σας γνωρίσω τον
Κάρλο Φρανκόνι», είπε, «έναν από τους καλύτερους σεφ της
Ιταλίας».
«Τον καλύτερο σεφ της Ιταλίας», τη διόρθωσε ο Κάρλο και άπλωσε
το χέρι του. «Χαίρομαι που σας γνωρίζω, κύριε Κόκραν. Έχω
απολαύσει πολλές φορές τη φιλοξενία των ξενοδοχείων σας. Το
εστιατόριό σας στο Μιλάνο σερβίρει υποφερτά λινγκουίνι».
«Το “ υποφερτά” είναι μεγάλο κομπλιμέντο από τον Κάρλο»,
εξήγησε η Σάμερ. «Νομίζει πως κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο δεν
μπορεί να μαγειρέψει σωστά ένα ιταλικό πιάτο».
«Δεν το νομίζω, το ξέρω». Ο Κάρλο άνοιξε το καπάκι μιας
κατσαρόλας που άχνιζε και μύρισε το περιεχόμενο. «Η Σάμερ με
πληροφόρησε ότι θ’ αναλάβει το εστιατόριό σας εδώ. Είστε τυχερός
άνθρωπος».
Ο Μπλέικ κοίταξε τη Σάμερ και πρόσεξε το λεπτό μαυρισμένο
χέρι που είχε ακουμπήσει ο Κάρλο στον ώμο της. Η ζήλια είναι ένα
συναίσθημα που μπορούσε να αναγνωρίσει και ας μην το είχε
ξανανιώσει ποτέ. Δεν του άρεσε καθόλου. «Ναι, είμαι. Μια και
βρίσκεστε εδώ, μις Λίντον, είναι ευκαιρία να υπογράψετε το τελικό
συμβόλαιο. Έτσι, δε θα χρειαστεί να ορίσουμε κάποια άλλη
συνάντηση».
«Εντάξει. Κάρλο;»
«Πήγαινε να κάνεις τη δουλειά σου. Βλέπω ότι εκεί ετοιμάζουν
κάτι παϊδάκια –ενδιαφέρον», της είπε και χωρίς να ρίξει δεύτερη
ματιά πίσω του, πήγε να συνεισφέρει τις γνώσεις του.
«Είναι στο στοιχείο του», παρατήρησε η Σάμερ και βγήκε από την
κουζίνα με τον Μπλέικ.
«Ήρθε για δουλειές;»
«Όχι, ήρθε για να με δει».
Η απάντησή της ήταν απλή και ειλικρινής και έκανε το στομάχι
του Μπλέικ να δεθεί κόμπος. Ώστε της άρεσαν οι κομψοί Ιταλοί,
σκέφτηκε βλοσυρά και την έπιασε κτητικά από το μπράτσο χωρίς
καν να το συνειδητοποιήσει. Αυτό ήταν σίγουρα δική της δουλειά. Η
δική του ήταν να τη χώσει γρήγορα στην κουζίνα.
Διέσχισαν αμίλητοι τη ρεσεψιόν και μπήκαν στο διάδρομο με τα
γραφεία. Ήσυχα και λειτουργικά, ήταν η πρώτη εντύπωση της Σάμερ,
προτού την οδηγήσει ο Μπλέικ σ’ ένα μεγάλο χώρο που πρέπει να
ήταν το δικό του γραφείο.
Τα χρώματα που κυριαρχούσαν εκεί ήταν το ιβουάρ, το κρεμ και
το καφέ. Η διακόσμηση ήταν λίγο πιο μοντέρνα απ’ ό,τι στο
διαμέρισμά του, αλλά διέκρινε κι εδώ τη σφραγίδα του. Χωρίς να
περιμένει να την προσκαλέσουν, η Σάμερ πήγε σε μια καρέκλα και
κάθισε. Ήταν λίγο μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, αλλά θυμήθηκε πως
ήταν στο πόδι σχεδόν έξι ώρες.
«Βολικό που έτυχε να περάσω μια ώρα που ήσασταν κι εσείς
εδώ», άρχισε να λέει, μισοβγάζοντας τα παπούτσια της. «Απλοποιεί
τα του συμβολαίου. Από τη στιγμή που δέχτηκα ν’ αναλάβω την
κουζίνα σας, δεν υπάρχει λόγος να το καθυστερούμε». Με το που θα
υπέγραφε, θα έπρεπε να περάσουν άλλες τριακόσιες εξήντα τέσσερις
μέρες, σκέφτηκε σιωπηλά και αναστέναξε.
Του Μπλέικ δεν του άρεσε η επιπόλαιη αντιμετώπιση του
συμβολαίου τους, όπως δεν του άρεσε και το επιπόλαιο ενδιαφέρον
της για τον Ιταλό. Πήγε στο γραφείο του και πήρε κάτι χαρτιά. Όταν
την ξανακοίταξε, ένιωσε ένα μέρος του θυμού του να σβήνει.
«Δείχνεις κουρασμένη, Σάμερ».
Η Σάμερ είχε κλείσει τα μάτια της, αλλά τώρα τα ξανάνοιξε
απότομα. Ήταν η πρώτη φορά που ο Μπλέικ χρησιμοποιούσε το
μικρό της όνομα και αυτό την ξάφνιασε. Το πρόφερε σαν να είχε στο
μυαλό του όλη την κάψα και τις ξαφνικές μπόρες του καλοκαιριού.
Ένιωσε το στήθος της να σφίγγεται και το απέδωσε στην κούραση.
«Είμαι. Έψηνα μαρέγκες από τις εφτά το πρωί».
«Καφέ;»
«Όχι, ευχαριστώ. Φοβάμαι πως έχω ξεπεράσει το όριο για
σήμερα». Η Σάμερ κοίταξε τα χαρτιά που κρατούσε ο Μπλέικ και
χαμογέλασε με μια δόση αυτοϊκανοποίησης. «Προτού τα υπογράψω,
θα πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι σκοπεύω να κάνω εκτεταμένες
αλλαγές στην κουζίνα».
«Αυτός είναι ένας από τους λόγους που σε προσλαμβάνω».
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και άπλωσε το χέρι της.
«Μπορεί να μην το αντιμετωπίσεις τόσο ψύχραιμα όταν θα λάβεις το
λογαριασμό».
Ο Μπλέικ πήρε ένα στυλό από το γραφείο του και της το έδωσε.
«Νομίζω πως έχουμε και οι δυο τον ίδιο στόχο, και θα
συμφωνήσουμε ότι το κόστος έρχεται δεύτερο».
«Έτσι νομίζω κι εγώ». Η Σάμερ υπέγραψε με μια αβίαστη κίνηση.
«Αλλά δεν υπογράφω εγώ τις επιταγές. Λοιπόν...» Του έδωσε το
συμβόλαιο. «...είναι πλέον επίσημο».
«Ναι». Ο Μπλέικ άφησε τα χαρτιά στο γραφείο χωρίς να ρίξει ούτε
μια ματιά στην υπογραφή της. «Θα ήθελα να σε βγάλω για δείπνο
απόψε».
Η Σάμερ σηκώθηκε, αν και ένιωθε τα πόδια της κάπως απρόθυμα
να στηρίξουν το βάρος της. «Θα πρέπει να επισφραγίσουμε κάποιο
άλλο βράδυ τη συμφωνία μας. Σήμερα θα βγω με τον Κάρλο». Του
άπλωσε χαμογελαστή το χέρι της. «Βέβαια, είσαι ευπρόσδεκτος να
έρθεις μαζί μας».
«Η πρόσκλησή μου δεν έχει καμιά σχέση με τη δουλειά». Ο
Μπλέικ έσφιξε το χέρι που του άπλωσε και, προς μεγάλη έκπληξη
και των δύο, της έπιασε και το άλλο. «Και θέλω να σε δω μόνη».
Η Σάμερ συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο.
Υποτίθεται πως αυτή θα άρχιζε το παιχνίδι της αποπλάνησης και στο
χρόνο της δικής της επιλογής. Τ ώρα ήταν υποχρεωμένη ν’
αναθεωρήσει τη στρατηγική της, ν’ αγνοήσει το αίμα που είχε πάρει
φωτιά στις φλέβες της. Αποφασισμένη να μην του παραχωρήσει το
πλεονέκτημα και αυτή τη φορά, έγειρε το κεφάλι της στο πλάι.
«Είμαστε μόνοι».
Ο Μπλέικ ύψωσε το φρύδι του. Τον προκαλούσε ή τον κορόιδευε;
Όπως και να είχε, αυτή τη φορά δε θα το άφηνε να περάσει έτσι. Την
τράβηξε στην αγκαλιά του κι εκείνη ταίριαξε αμέσως εκεί. Ήταν κάτι
που πρόσεξαν και οι δύο, κάτι που αναστάτωσε και τους δύο.
Η Σάμερ τον κοίταξε ίσια στα μάτια και ο Μπλέικ ένιωσε να
μαγεύεται. Τα χρυσαφιά στίγματα είχαν σκουρύνει, λαμποκοπούσαν
κεχριμπαρένια, δημιουργώντας αντίθεση με τις καστανές ίριδές της.
Αυθόρμητα, απομάκρυνε τα μαλλιά από τα μάγουλά της με μια
κίνηση τρυφερή και ερωτική, πολύ ασυνήθιστη για εκείνον.
Η Σάμερ πάσχισε να μην επηρεαστεί από ένα απλό άγγιγμα.
Εκατοντάδες άντρες την είχαν αγγίξει φιλικά, θυμωμένα, με λαχτάρα.
Δεν υπήρχε κανένας λόγος ένα φευγαλέο χάδι του στο μάγουλό της
να της πάρει τα μυαλά. Επιστράτευσε την ισχυρή θέλησή της για να
μην αφεθεί να λιώσει στην αγκαλιά του, αλλά και να μην τραβηχτεί
απότομα μακριά του. Παρέμεινε ακίνητη και τον κοιτούσε.
Περίμενε.
Όταν είδε το στόμα του να πλησιάζει το δικό της, ήταν
προετοιμασμένη. Το φιλί του θα ήταν φυσικά διαφορετικό, γιατί κι
εκείνος ήταν διαφορετικός. Θα ήταν κάτι καινούριο, γιατί κι εκείνος
ήταν καινούριος στη ζωή της. Αλλά αυτό ήταν όλο. Το φιλί παρέμενε
πάντα η βασική επικοινωνία ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα.
Ένα άγγιγμα των χειλιών, μια πίεση, μια διαφορετική γεύση. Δε
διέφερε σε τίποτε από το φιλί των πρωτόπλαστων, που είχε ταξιδέψει
μέσα στο χρόνο και στους διάφορους πολιτισμούς.
Τη στιγμή όμως που βίωσε αυτό το άγγιγμα των χειλιών, αυτή την
πίεση, αυτή τη γεύση, η Σάμερ κατάλαβε πως έκανε λάθος.
Διαφορετικό; Καινούριο; Αυτοί οι χαρακτηρισμοί ήταν πολύ
αδιάφοροι. Το χάδι των χειλιών του –γιατί στην αρχή δεν ήταν τίποτε
περισσότερο– άλλαξε την υφή των πάντων. Οι σκέψεις της
βυθίστηκαν στο χάος, που όμως της φάνηκε απόλυτα φυσιολογικό.
Το κορμί της λαμπάδιασε μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η
γυναίκα που νόμιζε ότι ήξερε τι ακριβώς να περιμένει αναστέναξε για
το απροσδόκητο. Και το αποζήτησε.
«Κι άλλο», ψέλλισε, νιώθοντας τα χείλη του μια ανάσα από τα
δικά της. Πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της και το τράβηξε προς
το μέρος της, παρασύροντάς τον μέσα από την καταχνιά στη φλόγα.
Ο Μπλέικ νόμιζε ότι θα ήταν ψυχρή, απαλή και ευωδιαστή. Ήταν
σίγουρος. Ίσως γι’ αυτό η φλόγα της τον ξάφνιασε. Απαλή ήταν.
Ένιωσε το δέρμα της σαν μετάξι όταν έσυρε τα χέρια του στην πλάτη
της μέχρι ψηλά στο λαιμό της. Ευωδιαστή ήταν. Το άρωμά της από
εδώ κι εμπρός θα το συνέδεε πάντα με τη γυναικεία παρουσία. Αλλά
ψυχρή δεν ήταν. Το στόμα της πάνω στο δικό του δεν ήταν καθόλου
ψυχρό, ούτε η ανάσα της, που μπερδεύτηκε με τη δική του μόλις
μισάνοιξαν τα χείλη τους. Κάτι συνέβη μεταξύ τους που τους
συνεπήρε. Κάτι που δεν μπορούσε να συλλάβει, δεν μπορούσε να
αναλύσει, μόνο να βιώσει.
Μ’ ένα βαθύ, σαν γουργούρισμα, αναστεναγμό ευχαρίστησης, η
Σάμερ έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Νόμιζε ότι δεν υπήρχε
γεύση που να μην είχε δοκιμάσει ήδη, υφή που να μην είχε νιώσει
κάτω από τα χείλη της. Η δική του όμως ξεπερνούσε τα πάντα κι
εκείνη μπορούσε τώρα να την απολαύσει. Τα χείλη της, η γλώσσα
της ρούφηξαν όλη τη γλύκα του, την άφησαν να την πλημμυρίσει.
Κι άλ λ ο. Η Σάμερ δεν είχε νιώσει ποτέ απληστία. Είχε μεγαλώσει
μέσα σ’ έναν κόσμο αφθονίας, που της παρείχε πάντα ό,τι
χρειαζόταν. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε πραγματική πείνα,
πραγματική ανάγκη. Και μαζί έναν πόνο που την άγγιξε μέχρι τα
κατάβαθα του είναι της. Κι άλ λ ο. Η σκέψη αυτή αντήχησε στο
μυαλό της, ενώ ήξερε ότι όσο περισσότερα έπαιρνε τόσο
περισσότερα θα λαχταρούσε.
Ο Μπλέικ την ένιωσε να σφίγγεται και επειδή δεν ήξερε το λόγο, η
λαβή του έγινε πιο δυνατή. Την ήθελε εδώ και τώρα, περισσότερο
απ’ όσο είχε επιθυμήσει ποτέ του γυναίκα. Ακόμα και στα πιο τρελά
του όνειρα. Εκείνη σφίχτηκε, προβάλλοντας για πρώτη φορά
αντίσταση από τη στιγμή που την είχε τραβήξει στην αγκαλιά του.
Έριξε πίσω το κεφάλι της και διάβασε το πάθος και την
ανυπομονησία στα μάτια του.
«Αρκετά».
«Όχι». Το χέρι του κρατούσε ακόμα τα μαλλιά της. «Όχι, δεν
είναι».
«Όχι, είναι», διαφώνησε η Σάμερ με μια τρεμάμενη ανάσα. «Γι’
αυτό ακριβώς πρέπει να με αφήσεις».
Ο Μπλέικ την άφησε, αλλά δεν τραβήχτηκε. «Θα πρέπει να μου το
εξηγήσεις αυτό».
Τ ώρα είχε κάπως μεγαλύτερο έλεγχο του εαυτού της –έστω και
οριακά–, συνειδητοποίησε η Σάμερ, και αυτό ήταν προτιμότερο από
το τίποτα. Ήταν καιρός να θέσει τους κανόνες, τους δικούς της
κανόνες, γρήγορα και με σαφήνεια. «Μπλέικ, εσύ είσαι
επιχειρηματίας, εγώ είμαι καλλιτέχνης. Ο καθένας μας έχει τις
προτεραιότητές του. Και αυτό...» Έκανε ένα βήμα πίσω και ίσιωσε
το κορμί της. «...δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτές».
«Θέλεις να βάλουμε στοίχημα;»
Τα μάτια της στένεψαν περισσότερο από έκπληξη παρά από
ενόχληση. Ήταν περίεργο, αλλά δεν είχε διακρίνει αυτή την
αδίστακτη πλευρά του. Θα ήταν ωστόσο καλύτερο να
προβληματιστεί γι’ αυτό αργότερα, όταν θα υπήρχε μεγαλύτερη
απόσταση ανάμεσά τους. «Θα συνεργαστούμε για ένα συγκεκριμένο
σκοπό», συνέχισε μαλακά. «Αλλά είμαστε δυο διαφορετικοί
άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές θέσεις. Εσύ είναι φυσικό να
ενδιαφέρεσαι για το κέρδος και τη φήμη της επιχείρησής σου. Εγώ
ενδιαφέρομαι να δημιουργήσω ένα σωστό μέρος για να εκθέσω την
τέχνη μου –και για τη φήμη μου, φυσικά. Θέλουμε και οι δυο να
πετύχουμε. Ας μην υπονομεύσουμε λοιπόν τη συνεργασία μας».
«Αυτό είναι ξεκάθαρο», της απάντησε ο Μπλέικ. «Όπως και το
εξής: Σε θέλω».
«Αχ». Ο αναστεναγμός της ήταν αργός. Η Σάμερ άπλωσε το χέρι
της και πήρε την τσάντα της. «Μπαίνεις κατευθείαν στο ψητό».
«Θα ήταν γελοίο ν’ αρχίσω αυτή τη στιγμή τις υπεκφυγές». Το
χιούμορ έτεινε να παραμερίσει την απογοήτευσή του. Χαιρόταν γι’
αυτό, γιατί θα του ξανάδινε το πλεονέκτημα που είχε αρχίσει να
χάνει με το που γεύτηκε τα χείλη της. «Θα έπρεπε να ήσουν
αναίσθητη για να μην το καταλάβεις».
«Όχι, δεν είμαι». Παρ’ όλα αυτά, η Σάμερ έκανε ένα ακόμα βήμα
πίσω. Βασιζόταν στην αυτοκυριαρχία της για να τη βγάλει
ασπροπρόσωπη προτού χάσει το όποιο μικρό πλεονέκτημα είχε.
«Αλλά το θέμα μας είναι η κουζίνα σου –που θα γίνει και κουζίνα
μου–, αυτό είναι το κύριο μέλημά μου αυτή τη στιγμή. Και με τα
χρήματα που με πληρώνεις, θα έπρεπε να χαίρεσαι που ξέρω τις
προτεραιότητές μου. Θα σου δώσω τη Δευτέρα μια πρώτη λίστα με
τις αλλαγές και τον καινούριο εξοπλισμό που θα ήθελα να
παραγγείλεις».
«Ωραία. Θα βγούμε για δείπνο το Σάββατο».
Η Σάμερ σταμάτησε στην πόρτα, γύρισε και κούνησε αρνητικά το
κεφάλι της. «Όχι».
«Θα περάσω να σε πάρω στις οχτώ».
Ήταν σπάνιο να μη δέχεται κάποιος τα λόγια της. Αντί να θυμώσει,
η Σάμερ αποφάσισε να του μιλήσει ήρεμα, με τον τόνο που
χρησιμοποιούσε η γκουβερνάντα της –και μπορούσε να σε εξοργίσει.
«Μπλέικ, είπα, όχι».
Αν εκείνος εξοργίστηκε, κατάφερε να το κρύψει καλά. Αρκέστηκε
απλώς να της χαμογελάσει σαν να είχε μπροστά του ένα
πεισματάρικο παιδί. Φαίνεται ότι μπορούσαν να παίξουν και οι δυο
επιδέξια το ίδιο παιχνίδι. «Στις οχτώ», επανέλαβε και κάθισε στη
γωνία του γραφείου του. «Μπορούμε να φάμε ακόμα και τάκος, αν
προτιμάς».
«Είσαι πολύ πεισματάρης».
«Ναι, είμαι».
«Κι εγώ το ίδιο».
«Ναι, είσαι. Θα σε δω το Σάββατο».
Η Σάμερ χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να τον
αγριοκοιτάξει τη στιγμή που ήθελε να βάλει τα γέλια. Στο τέλος,
πήρε την ικανοποίησή της, βροντώντας με δύναμη την πόρτα πίσω
της.

Κεφάλαιο 4
«Μωρέ μπράβο θράσος», μουρμούρισε η Σάμερ και δάγκωσε
συνοφρυωμένη άλλη μια μπουκιά χοτ-ντογκ. «Ο άνθρωπος έχει
απίστευτο θράσος».
«Δε θα έπρεπε να τον αφήσεις να σου κόψει την όρεξη, κάρα». Ο
Κάρλο τη χτύπησε φιλικά στον ώμο καθώς προχωρούσαν στο
πεζοδρόμιο προς το επιβλητικό Μέγαρο της Ανεξαρτησίας.
Η Σάμερ δάγκωσε άλλη μια μπουκιά χοτ-ντογκ. Τ ίναξε πίσω το
κεφάλι της και ο ήλιος έπαιξε στα μαλλιά της, γεμίζοντάς τα με
χρυσαφένιες ανταύγειες. «Σκάσε, Κάρλο. Είναι απίστευτα
αλ αζονικός», είπε, χειρονομώντας νευρικά με το ελεύθερο χέρι της,
ενώ συνέχιζε να δαγκώνει σχεδόν με μανία το χοτ-ντογκ. «Κάρλο, δε
δέχομαι εντολές από κανέναν, ιδιαίτερα από έναν κομψευόμενο
Αμερικανό επιχειρηματία με δικτατορικές τάσεις και απίστευτα
γαλανά μάτια».
Ο Κάρλο ύψωσε το ένα του φρύδι όταν άκουσε την περιγραφή της
και βιάστηκε να ρίξει μια επιδοκιμαστική ματιά στην ξανθούλα με τα
μακριά πόδια και την ανύπαρκτη ροζ φουστίτσα που τους
προσπέρασε. «Και βέβαια όχι, μι αμόρε», της είπε αφηρημένα και
κόντεψε να στραβολαιμιάσει για ν’ ακολουθήσει με το βλέμμα του
την ξανθιά. «Η Φιλαδέλφειά σου έχει εκπληκτικά αξιοθέατα, σι;»
«Παίρνω μόνη τις αποφάσεις μου και ζω τη ζωή μου όπως θέλω»,
γρύλισε η Σάμερ και τον τράβηξε από το μπράτσο όταν αντιλήφθηκε
πού είχε στραμμένη την προσοχή του. «Δέχομαι παρακλήσεις,
Φρανκόνι, όχι εντολές».
«Πάντα έτσι ήταν». Ο Κάρλο έριξε μια τελευταία ματιά γεμάτη
λαχτάρα πάνω από τον ώμο του. Ίσως θα μπορούσε να πείσει τη
Σάμερ να σταματήσουν στον πάγκο ενός πάρκου, σε κάποιο υπαίθριο
καφέ, κάπου όπου θα μπορούσε, τέλος πάντων, ν’ αποκτήσει μια πιο
πλήρη εικόνα των αξιοθέατων της Φιλαδέλφειας. «Θα πρέπει να
κουράστηκες με τόσο περπάτημα, αγάπη μου», άρχισε να λέει.
«Δεν πρόκειται να βγω με τίποτε απόψε μαζί του για δείπνο».
«Αυτό θα του δώσει ένα μάθημα ότι δεν πρέπει να στριμώχνει τη
Σάμερ Λίντον». Το πάρκο, σκέφτηκε ο Κάρλο, θα πρέπει να
πρόσφερε μάλλον τις πιο ενδιαφέρουσες πιθανότητες.
Η Σάμερ του έριξε μια επικίνδυνη ματιά. «Το διασκεδάζεις επειδή
είσαι άντρας».
«Εσύ το διασκεδάζεις», τη διόρθωσε ο Κάρλο, χαμογελώντας. «Και
ο άντρας αυτός σ’ ενδιαφέρει».
«Όχι».
«Α, ναι, κάρα μία, σ’ ενδιαφέρει. Γιατί δεν καθόμαστε λίγο ώστε να
μπορέσω κι εγώ να θαυμάσω και να εκτιμήσω τις... ομορφιές και τα
αξιοθέατα της δεύτερης πατρίδας σου; Στο κάτω κάτω...» Σήκωσε
ελαφρά το καπέλο του για να χαιρετήσει μια μελαχρινούλα με καυτό
σορτς. «...είμαι τουρίστας, σι;»
Η Σάμερ είδε τη λάμψη στα μάτια του και μάντεψε την αιτία που
την είχε προκαλέσει. Ξεφύσηξε και έστριψε απότομα δεξιά. «Θα σου
δείξω όλα τα αξιοθέατα, αμίκο».
«Μα, Σάμερ...» Ο Κάρλο είδε μια κοκκινομάλλα με στενό τζιν που
είχε βγάλει βόλτα ένα κανίς. «Η θέα από δω είναι πολύ παιδαγωγική,
σε τονώνει».
«Να δεις πόσο θα σε τονώσω εγώ», του υποσχέθηκε εκείνη και
τον τράβηξε αδίστακτα μέσα. «Εδώ έγινε το Δεύτερο Αμερικανικό
Συνέδριο το 1775· τότε αυτό το κτίριο ήταν το Κυβερνείο της
Πενσιλβάνια».
Ακούστηκαν φωνές και βήματα και τους προσπέρασε μια ομάδα
μαθητές. Τους συνόδευε μια αυστηρή, συντηρητική δασκάλα που
φορούσε ίσια παπούτσια. «Εντυπωσιακό», μουρμούρισε ο Κάρλο.
«Γιατί δεν πάμε στο πάρκο, Σάμερ; Είναι όμορφη μέρα». Για τις
κοπελίτσες που κάνουν τζόγκινγκ με σορτς και κοντές φουστίτσες,
συνέχισε σιωπηλά τις σκέψεις του.
«Θα ήμουν κακή φίλη αν δε φρόντιζα να σου δείξω τα ιστορικά
μνημεία πριν την απογευματινή αναχώρησή σου, Κάρλο», του
απάντησε εκείνη και τον έπιασε αποφασιστικά αγκαζέ. «Στην
πραγματικότητα, η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας διαβάστηκε στο
πλήθος που είχε μαζευτεί στην αυλή έξω από το κτίριο στις οχτώ και
όχι στις τέσσερις Ιουλίου».
«Απίστευτο». Εκείνη η μελαχρινούλα στο πάρκο δεν πήγαινε;
«Δεν ξέρεις πόσο ενδιαφέρουσα βρίσκω την αμερικανική ιστορία,
αλλά και λίγος καθαρός αέρας...»
«Δε γίνεται να φύγεις από τη Φιλαδέλφεια χωρίς να δεις το
Λίμπερτι Μπελ». Η Σάμερ τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε
μαζί της. «Τα σύμβολα της ελευθερίας είναι διεθνή, Κάρλο». Ούτε
που άκουσε την απάντησή του, καθώς οι σκέψεις της είχαν αρχίσει
να ταξιδεύουν πάλι στον Μπλέικ. «Αλήθεια, τι θέλει ν’ αποδείξει με
αυτή την επίδειξη ανδρισμού;» ρώτησε. «Εγώ ν’ αρνούμαι την
πρόσκλησή του κι αυτός να μου λέει ότι θα περάσει να με πάρει στις
οχτώ;» Έσφιξε τα δόντια, έβαλε τα χέρια στη μέση κι αγριοκοίταξε
τον Κάρλο. «Άντρες... Βασικά είστε όλοι ίδιοι, σωστά;»
«Όχι βέβαια, καρίσιμα». Ο Κάρλο της χαμογέλασε, διασκεδάζοντας,
κι έσυρε το δάχτυλό του στο μάγουλό της. «Είμαστε όλοι μας
μοναδικοί, ιδιαίτερα ο Φρανκόνι. Και υπάρχουν γυναίκες σε όλες τις
πόλεις του κόσμου που μπορούν να σ’ το βεβαιώσουν αυτό».
«Γουρούνι», του απάντησε ξερά η Σάμερ, αρνούμενη να υποκύψει
στο χιούμορ του. Τον πλησίασε ακόμα περισσότερο, αδιαφορώντας
για τις τρεις φοιτήτριες που κρυφάκουγαν κάθε λέξη τους. «Μη μου
πετάς στα μούτρα τις κατακτήσεις σου, έκφυλε Ιταλέ».
«Αχ, Σάμερ...» Ο Κάρλο έφερε την παλάμη της στα χείλη του,
κοιτάζοντας τις τρεις φοιτήτριες. «Όχι έκφυλος... ειδήμων».
Αντί για σχόλιο, η Σάμερ ξεφύσηξε κι ας μην ταίριαζε σε μια
κυρία. «Εσύ... οι άντρες», διόρθωσε και τράβηξε το χέρι της,
«αντιμετωπίζετε τις γυναίκες σαν παιχνίδι που το χαίρεστε για λίγο
και στη συνέχεια το πετάτε. Κανείς δεν πρόκειται να παίξει αυτό το
παιχνίδι μαζί μου».
Μ’ ένα χαμόγελο από το ένα αυτί ως το άλλο, ο Κάρλο πήρε τα
χέρια της και τα φίλησε. «Αχ, όχι, όχι, κάρα μία. Η γυναίκα είναι ένα
θεσπέσιο γεύμα».
Η Σάμερ μισόκλεισε τα μάτια της. Όταν είδε τις τρεις φοιτήτριες να
πλησιάζουν πιο κοντά, με δυσκολία συγκράτησε το χαμόγελό της.
«Ένα γεύμα; Τολμάς να συγκρίνεις τη γυναίκα με γεύμα;»
«Ένα θεσπέσιο γεύμα», της θύμισε ο Κάρλο. «Ένα γεύμα που
περιμένεις με μεγάλη όρεξη, ένα γεύμα που απολαμβάνεις με την
ησυχία σου, ακόμα και με λατρεία».
Η Σάμερ ύψωσε τα φρύδια της. «Και όταν αδειάσει το πιάτο σου,
Κάρλο;»
«Μένει πάντα στη μνήμη σου». Ο Κάρλο ένωσε τον αντίχειρα με
το δείκτη του και τους φίλησε με μια δραματική κίνηση. «Επιστρέφει
στα όνειρά σου και σε κάνει ν’ αναζητάς διαρκώς μια παρόμοια
αισθησιακή εμπειρία».
«Πολύ ποιητικό», του είπε ξερά η Σάμερ. «Αλλά εγώ δεν
πρόκειται να γίνω το πρώτο πιάτο κανενός».
«Όχι, Σάμερ μου, εσύ είσαι το πιο απαγορευμένο επιδόρπιο, άρα
και το πιο λαχταριστό», της απάντησε κι έκλεισε απτόητος το μάτι
του στις τρεις κοπέλες. «Νομίζεις πως του Κόκραν δεν του τρέχουν
τα σάλια κάθε φορά που σε βλέπει;»
Η Σάμερ γέλασε, απομακρύνθηκε δυο βήματα και σταμάτησε. Η
εικόνα είχε μια παράξενη, πρωτόγονη γοητεία. Γύρισε και τον
κοίταξε πάνω από τον ώμο της. «Αλήθεια;»
Ο Κάρλο κατάλαβε πως της είχε αποσπάσει την προσοχή, την
αγκάλιασε από τη μέση και την παρέσυρε έξω από το κτίριο. Είχαν
ακόμα μπόλικη ώρα για να πάρουν αέρα χαζεύοντας τις κοπελίτσες
στο πάρκο. Πίσω τους, οι τρεις φοιτήτριες κάτι μουρμούρισαν
απογοητευμένες. «Κάρα, είμαι ένας άντρας που έχει κάνει διατριβή
στον έρωτα. Ξέρω τι διαβάζω στα μάτια ενός άλλου άντρα».
Η Σάμερ πάσχισε να κρύψει τη χαρά που την πλημμύρισε και
ύψωσε αδιάφορα τους ώμους. «Εσείς οι Ιταλοί επιμένετε να
στολίζετε το βασικό ένστικτο με όμορφα επίθετα».
Ο Κάρλο αναστέναξε βαθιά και την οδήγησε έξω. «Σάμερ, δεν
είσαι καθόλου ρομαντική, για γυναίκα που κυλάει γαλλικό αίμα στις
φλέβες της».
«Ο ρομαντισμός είναι για τον κινηματογράφο και τα βιβλία».
«Ο ρομαντισμός ταιριάζει παντού», τη διόρθωσε ο Κάρλο. Το
σχόλιό της ήταν ανάλαφρο, αλλά πίστευε αυτό που έλεγε. Αυτό τον
ανησύχησε και τον στενοχώρησε γιατί ήταν φίλος της. «Θα έπρεπε να
δοκιμάσεις καμιά φορά να δειπνήσεις κάτω από το φως των κεριών,
απολαμβάνοντας ένα καλό κρασί και λίγη απαλή μουσική, Σάμερ.
Άφησε τον εαυτό σου να ζήσει αυτή την εμπειρία. Δε θα σε βλάψει».
Εκείνη του έριξε ένα περίεργο πλάγιο βλέμμα καθώς
προχωρούσαν. «Όχι;»
«Μπορείς να εμπιστευτείς τον Κάρλο όσο κανέναν άλλον».
«Ω, τον εμπιστεύομαι». Η Σάμερ γέλασε πάλι και τύλιξε το
μπράτσο της στους ώμους του. «Δεν εμπιστεύομαι κανέναν άλλον,
Φρανκόνι».
Και αυτό επίσης ήταν αλήθεια. Ο Κάρλο αναστέναξε, αλλά ο τόνος
του ήταν ανάλαφρος. «Τότε εμπιστέψου τον εαυτό σου, κάρα. Άσε
το ένστικτό σου να σε οδηγήσει».
«Μα τον εαυτό μου τον εμπιστεύομαι».
«Αλήθεια;» Τ ώρα ήταν η σειρά του Κάρλο να την κοιτάξει λοξά.
«Νομίζω ότι δεν εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου να μείνεις μόνη με τον
Αμερικανό».
«Με τον Μπλέικ;» τον ρώτησε και ο Κάρλο την ένιωσε να
σφίγγεται γεμάτη φρίκη κάτω από το μπράτσο που είχε τυλίξει στη
μέση της. «Αυτό είναι παράλογο».
«Τότε γιατί σε ταράζει τόσο η ιδέα να βγεις για ένα απλό δείπνο
μαζί του;»
«Τα αγγλικά σου πάσχουν, Κάρλο. Δε με ταράζει, με ενοχλεί». Η
Σάμερ πίεσε τον εαυτό της να χαλαρώσει και πάλι κάτω από το
μπράτσο του και έγειρε το κεφάλι της. «Με ενοχλεί γιατί ήταν
σίγουρος ότι θα δειπνούσα μαζί του και συνέχισε να το πιστεύει
αυτό ακόμα και μετά που αρνήθηκα την πρόσκλησή του. Είναι μια
φυσιολογική αντίδραση».
«Πιστεύω ότι η αντίδρασή σου απέναντί του είναι απόλυτα
φυσιολογική. Κάποιος θα μπορούσε να πει, ακόμα και ενστικτώδης».
Ο Κάρλο έβγαλε τα σκούρα γυαλιά του και τα φόρεσε. Μπορεί οι
ρυτίδες να πρόσθεταν χαρακτήρα στο πρόσωπο, αλλά εκείνος δεν
ήθελε καμιά στο δικό του. «Είδα αυτό που καθρέφτιζαν και τα δικά
σου μάτια εκείνη τη μέρα στην κουζίνα».
Η Σάμερ τον κοίταξε συνοφρυωμένη και ύψωσε ανεπαίσθητα το
πιγούνι της. «Δεν ξέρεις τι λες».
«Είμαι ένας γκουρμέ», τη διόρθωσε ο Κάρλο με μια κίνηση του
ελεύθερου χεριού του. «Τόσο στο φαγητό όσο και στην αγάπη».
«Καλύτερα να μείνεις κολλημένος στα μακαρόνια σου, Φρανκόνι».
Εκείνος χαμογέλασε και της έδωσε μια στα πλευρά. «Καρίσιμα, τα
μακαρόνια μου δεν κολλάνε ποτέ».
Η Σάμερ πρόφερε μία και μόνη λέξη στα γαλλικά όσο πιο
μελιστάλαχτα μπορούσε. Την έβλεπες συχνά γραμμένη στους τοίχους
στα σοκάκια του Παρισιού. Απόλυτα συγχρονισμένοι, συνέχισαν το
δρόμο τους αμίλητοι, κάνοντας ο καθένας τις δικές του υποθέσεις για
όσα θα διαδραματίζονταν εκείνο το βράδυ στις οχτώ.

Ήταν κάτι που έκανε εσκεμμένα, αφού το είχε σκεφτεί καλά, και την
ικανοποιούσε πολύ. Η Σάμερ φόρεσε το πιο παλιό της τζιν και το πιο
ξεθωριασμένο μπλουζάκι, που ήταν μάλιστα ξηλωμένο στο στρίφωμα
και στο μανίκι. Δεν έκανε τον κόπο να χρησιμοποιήσει ούτε ίχνος
μέικαπ. Αφού άφησε τον Κάρλο στο αεροδρόμιο, πήγε σ’ ένα τοπικό
φαστφούντ και πήρε τηγανητό κοτόπουλο με τηγανητές πατάτες κι
ένα μικρό μπολ λαχανοσαλάτα.
Άνοιξε κι ένα κουτάκι αναψυκτικό διαίτης και πάτησε το κουμπί
της τηλεόρασης για να δει την καινούρια έκδοση μιας παλιάς
κωμωδίας καταστάσεων.
Πήρε στο χέρι της ένα μπουτάκι κι άρχισε να το μασουλάει. Είχε
σκεφτεί να ντυθεί στην τρίχα και τη στιγμή που θα της χτυπούσε ο
Μπλέικ το κουδούνι να τον προσπεράσει, λέγοντάς του πως είχε
κάποιο ραντεβού. Θα το απολάμβανε. Αλλά με τον τρόπο που είχε
επιλέξει τελικά, σκέφτηκε ακουμπώντας τα πόδια της στο τραπεζάκι,
και δε θα χαλούσε την άνεσή της και θα τον πρόσβαλλε. Είχε περάσει
όλη τη μέρα τριγυρίζοντας στην πόλη παρέα με τον Κάρλο, που
φλέρταρε όλα τα θηλυκά από έξι ως εξήντα χρονών, έτσι λοιπόν η
άνεση ήταν για εκείνη το ίδιο σημαντική με την προσβολή.
Ικανοποιημένη με τη στρατηγική της, η Σάμερ βολεύτηκε
καλύτερα στον καναπέ και περίμενε το κουδούνι. Δε θ’ αργούσε να
το ακούσει. Αν τον είχε κρίνει σωστά, ο Μπλέικ ήταν πάντα συνεπής
στα ραντεβού του. Όπως και σχολαστικός, συμπλήρωσε, κοιτώντας
ικανοποιημένη γύρω της το άνετο αλλά ακατάστατο διαμέρισμά της.
Φυσικά, δεν έπρεπε να ξεχνάει και το «αυτάρεσκος», θύμισε στον
εαυτό της, καταβροχθίζοντας το μπουτάκι. Θα κατέφθανε με το
υπέρκομψο κουστούμι του, το κολλαριστό του πουκάμισο και τα
μανικετόκουμπα με το μονόγραμμα. Δε θα υπήρχε ο παραμικρός
λεκές στα δερμάτινα ιταλικά παπούτσια του. Δε θα ξέφευγε ούτε μια
τρίχα από τα μαλλιά του. Η Σάμερ κοίταξε χαρούμενη το ξηλωμένο
μπλουζάκι και το παλιό τζιν της. Κρίμα που δεν είχαν και μερικές
τρύπες.
Χαμογέλασε πλατιά και πήρε το αναψυκτικό της. Άσχετα αν τα
ρούχα της είχαν τρύπες ή όχι, σίγουρα δεν παρουσίαζε εικόνα
γυναίκας που ήθελε να εντυπωσιάσει έναν άντρα. Και ένας άντρας
σαν τον Μπλέικ σίγουρα το περίμενε αυτό. Ανυπομονούσε να τον δει
να στέκεται έκπληκτος στην πόρτα. Κι ακόμη περισσότερο,
εξοργισμένος.
Όταν χτύπησε το κουδούνι, η Σάμερ κοίταξε γύρω της τεμπέλικα
και κατέβασε τα πόδια της. Σηκώθηκε χωρίς να βιάζεται, τεντώθηκε
και πήγε στην πόρτα.
Για δεύτερη φορά, ο Μπλέικ ευχήθηκε να είχε μια κάμερα για να
απαθανατίσει τη γεμάτη έκπληξη έκφρασή της. Δεν είπε τίποτε, μόνο
έμεινε να τον κοιτάζει. Με μια υποψία χαμόγελου, ο Μπλέικ έβαλε
τα χέρια στις τσέπες του εφαρμοστού, ξεθωριασμένου τζιν του. Δεν
ήταν η πρώτη φορά που μάντευε τις προθέσεις κάποιου, με
αποτέλεσμα ν’ αντιστρέψει τους όρους του παιχνιδιού, αλλά ήταν η
πρώτη φορά που ένιωθε τέτοια ικανοποίηση. Ήταν μάλιστα τόσο
μεγάλη η χαρά του, που μπήκε στον πειρασμό να το αναγάγει σε
καριέρα.
«Το δείπνο μας είναι έτοιμο;» Σούφρωσε επιδοκιμαστικά τη μύτη
του. «Μυρίζει ωραία».
Ανάθεμα την αλαζονεία του –και τη διορατικότητά του, σκέφτηκε
η Σάμερ. Πώς στην ευχή τα κατάφερνε να βγαίνει πάντα από πάνω;
Δεν έφτανε ότι φορούσε αθλητικά παπούτσια, και μάλιστα
στραπατσαρισμένα, ήταν ντυμένος σχεδόν πανομοιότυπα μ’ εκείνη.
Εκείνο όμως που ήταν ακόμα πιο ενοχλητικό ήταν ότι έδειχνε τόσο
άνετος και γοητευτικός με το τζιν και το μπλουζάκι όσο και με το
κομψό επαγγελματικό του κουστούμι. Η Σάμερ χρειάστηκε να
καταβάλει προσπάθεια για να ελέγξει όχι μόνο το θυμό, αλλά και τον
πόθο της, ακόμα και τη διάθεσή της να γελάσει. Μπορεί οι κανόνες
να είχαν αλλάξει, αλλά το παιχνίδι δεν είχε τελειώσει ακόμα.
«Το δικό μου δείπνο είναι έτοιμο», του απάντησε ψυχρά. «Δε
θυμάμαι να σε κάλεσα».
«Σου είπα στις οχτώ».
«Και εγώ είπα όχι».
«Από τη στιγμή που αρνήθηκες να βγούμε έξω...» Ο Μπλέικ
έπιασε και τα δυο χέρια της και μπήκε. «...σκέφτηκα ότι θα
δειπνούσαμε μέσα».
Η Σάμερ έμεινε στην πόρτα, με τα χέρια της παγιδευμένα στα δικά
του. Μπορούσε να του ζητήσει να φύγει, να το απαιτήσει... Κι
εκείνος μπορεί να το έκανε. Αλλά μολονότι δεν είχε κανένα
πρόβλημα να φανεί αγενής, δε θα ένιωθε καμιά ικανοποίηση να
κερδίσει έτσι τη μάχη. Θα έπρεπε να βρει έναν άλλον, πιο πανούργο
και πιο ευχάριστο τρόπο να βγει από πάνω.
«Είσαι πολύ επίμονος, Μπλέικ. Κάποιος θα μπορούσε να πει και
ξεροκέφαλος».
«Θα μπορούσε. Τ ι έχει για φαγητό;»
«Πολύ λίγα». Η Σάμερ ελευθέρωσε το ένα χέρι της και του έδειξε
τα κουτιά του φαστφούντ.
Ο Μπλέικ ύψωσε το ένα φρύδι. «Η επιμονή σου για το πρόχειρο
φαγητό είναι πολύ περίεργη. Έχεις σκεφτεί καθόλου ν’ ανοίξεις τη
δική σου αλυσίδα –Κρουασάν Μινίτ; Παστάκια Ντράιβ Θρου;»
Η Σάμερ δε θα γελούσε. «Εσύ είσαι ο επιχειρηματίας», του θύμισε,
«εγώ είμαι η καλλιτέχνης».
«Με τα γούστα έφηβης στο φαγητό». Ο Μπλέικ προχώρησε και
βούτηξε ένα μπουτάκι από το κουτί. Κάθισε στον καναπέ, σήκωσε
τα πόδια του και τ’ ακούμπησε στο τραπεζάκι. «Καθόλου άσχημο»,
αποφάσισε όταν έφαγε την πρώτη μπουκιά. «Δεν υπάρχει κρασί;»
Η Σάμερ δε θα γελούσε, σ’ αυτό ήταν ανένδοτη, αλλά έπνιξε με
δυσκολία το χαμόγελο που ανέβηκε στα χείλη της όταν τον είδε να
βολεύεται σαν στο σπίτι του και να τρώει το φαγητό της. Μπορεί να
μην είχε καταφέρει να τον προσβάλει, αλλά είχαν όλη τη νύχτα
μπροστά τους. Ποιος ήξερε τι μπορούσε να φέρει; Μια αφορμή να
έβρισκε και το χτύπημά της θα ήταν θανατερό. «Αναψυκτικό
διαίτης». Η Σάμερ κάθισε και σήκωσε το κουτάκι. «Υπάρχει κι άλλο
στην κουζίνα».
«Αυτό μου κάνει». Ο Μπλέικ πήρε το κουτάκι από το χέρι της και
ήπιε μια γουλιά. «Έτσι λοιπόν περνάει τα βράδια της μία από τις
μεγαλύτερες σεφ επιδορπίων;»
Η Σάμερ ύψωσε το ένα της φρύδι και του ξαναπήρε το κουτάκι.
«Η μεγαλύτερη σεφ επιδορπίων περνάει τα βράδια της όπως της κάνει
κέφι».
Ο Μπλέικ σταύρωσε τους αστραγάλους του και την κοίταξε. Τα
στίγματα στα μάτια της ήταν πιο αχνά απόψε· ίσως γιατί ήταν
εντελώς χαλαρή. Του άρεσε να πιστεύει ότι θα μπορούσε να τα κάνει
να λάμψουν πάλι μέχρι να τελειώσει η νύχτα. «Ναι, είμαι σίγουρος γι’
αυτό. Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς;»
«Ναι». Η Σάμερ πήρε άλλο ένα κομμάτι κοτόπουλο και στη
συνέχεια του έδωσε μια χαρτοπετσέτα. «Έχω αποφασίσει πως μπορώ
ν’ ανεχτώ το ξενοδοχείο σου –για την ώρα».
Ο Μπλέικ έφαγε άλλη μια μπουκιά με το βλέμμα του καρφωμένο
πάνω της. «Αλήθεια;»
«Αυτός είναι και ο λόγος που απόψε απολαμβάνεις το μισό δείπνο
μου». Η Σάμερ αγνόησε το γέλιο του και ακούμπησε κι αυτή τα
πόδια της στο τραπεζάκι δίπλα στα δικά του. Είχε κάτι το οικείο
αυτό το σκηνικό, που της άρεσε –αλλά και κάτι το προσωπικό, που
την τρόμαζε. Ήταν πολύ προσεκτική γυναίκα για να επιτρέψει στον
εαυτό της να ξεχάσει την επίδραση που είχε εκείνο το μοναδικό φιλί
πάνω της. Αλλά ήταν και πολύ ξεροκέφαλη για να κάνει πίσω.
«Είμαι περίεργη γιατί επέμεινες να με δεις απόψε». Η τηλεόραση
έδειχνε μια διαφήμιση για ένα γυαλιστικό πατώματος. Η Σάμερ τη
χάζεψε για λίγο και γύρισε προς το μέρος του. «Γιατί δε μου το
εξηγείς;»
Ο Μπλέικ πήρε ένα πλαστικό πιρούνι και δοκίμασε το λάχανο.
«Θέλεις να σου πω τον επαγγελματικό ή τον προσωπικό λόγο;»
Το είχε κάνει πια συνήθεια να της απαντά τις περισσότερες φορές
με ερώτηση. Ήταν καιρός να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. «Γιατί
δε μου εξηγείς τον καθένα με τη σειρά;»
Πώς είναι δυνατόν να τρώει αυτό το πράγμα; αναρωτήθηκε ο
Μπλέικ και άφησε το πιρούνι του να πέσει πάλι στο μπολ. Όταν την
κοιτούσε, τη φανταζόταν στο πιο κομψό εστιατόριο· λουλούδια,
γαλλικό κρασί, ατσαλάκωτοι σερβιτόροι. Ντυμένη στα μεταξωτά να
τσιμπολογάει ένα εξωτικό γλυκό.
Η Σάμερ έτριψε την πατούσα του γυμνού ποδιού της πάνω στη
μύτη του άλλου και δάγκωσε μια ακόμα μπουκιά κοτόπουλο. Ο
Μπλέικ χαμογέλασε. Ήταν δυνατόν να του αρέσει αυτή η γυναίκα;
«Ας αρχίσουμε με τον επαγγελματικό. Θα συνεργαστούμε στενά
για κάμποσους μήνες. Νομίζω ότι είναι σοφό να γνωριστούμε, ν’
ανακαλύψουμε πώς δουλεύει ο καθένας μας, ώστε να
προσαρμοστούμε ανάλογα, αν χρειαστεί».
«Λογικό». Η Σάμερ τσίμπησε μερικές πατάτες και άπλωσε το
κουτί προς το μέρος του Μπλέικ. «Είναι καλό λοιπόν να μάθεις
εξαρχής ότι εγώ δεν προσαρμόζομαι. Δουλεύω μόνο μ’ έναν τρόπο –
το δικό μου τρόπο. Και τώρα ο... προσωπικός λόγος;»
Του άρεσαν η αυτοπεποίθησή της και ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας
της. Το πρώτο θα το εξερευνούσε, το δεύτερο όμως θα το άλλαζε.
«Ο προσωπικός λόγος είναι ότι σε βρίσκω όμορφη και ενδιαφέρουσα
γυναίκα». Ο Μπλέικ έχωσε το χέρι του στο κουτί με τις πατάτες,
κοιτάζοντάς τη. «Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου», της είπε και όταν
εκείνη δεν του απάντησε, έβαλε στο στόμα του μια τηγανητή
πατάτα. «Και πιστεύω ότι πρέπει να γνωριστούμε πρώτα». Η Σάμερ
συνέχιζε να τον κοιτάζει ατάραχη, πράγμα που τον έκανε να
χαμογελάσει. «Λογικό;»
«Ναι, και εγωκεντρικός. Φαίνεται πως διαθέτεις και τα δυο
γνωρίσματα. Αλλά...» Σκούπισε τα δάχτυλά της σε μια χαρτοπετσέτα
προτού ξαναπιάσει το κουτάκι με το αναψυκτικό. «...είσαι
ειλικρινής. Και θαυμάζω την ειλικρίνεια στους ανθρώπους». Η Σάμερ
σηκώθηκε και τον κοίταξε. «Τέλειωσες;»
Το βλέμμα του ήταν το ίδιο ψυχρό με το δικό της όταν της έδωσε
το κουτί πίσω. «Ναι».
«Τ υχαίνει να έχω δύο εκλέρ στο ψυγείο αν ενδιαφέρεσαι».
«Σπεσιαλιτέ του σούπερ μάρκετ;»
Η Σάμερ χαμογέλασε αχνά. «Όχι. Διαθέτω κι εγώ κάποιο επίπεδο.
Είναι δικά μου».
«Τότε δε θα μπορούσα να σε προσβάλω λέγοντας όχι».
Αυτή τη φορά η Σάμερ γέλασε. «Είμαι σίγουρη ότι η διπλωματία
είναι το μόνο σου κίνητρο».
«Αυτή και η λαιμαργία μου», συμπλήρωσε ο Μπλέικ, ενώ η Σάμερ
έβγαινε από το δωμάτιο. Είναι ψύχραιμη, ήταν η πρώτη του σκέψη
όταν θυμήθηκε την αντίδρασή της ή μάλλον την παντελή έλλειψη
αντίδρασης όταν της δήλωσε ότι ήθελε να κοιμηθεί μαζί της. Αυτός ο
αυτοέλεγχός της τον προβλημάτιζε. Ή, πιο σωστά, τον προκαλούσε.
Μήπως όμως ήταν επιφανειακός; Αν ήταν όντως έτσι, θα ήθελε να
του δινόταν η ευκαιρία να τον αποδομήσει, αργά, στρώση στρώση,
μέχρι ν’ αποκαλύψει το πάθος που κρυβόταν από κάτω. Θα ήταν σαν
κάποιο από τα γλυκά της –απαγορευμένη σκούρα σοκολάτα κάτω
από μια στρώση λευκής κρέμας. Σκόπευε να το γευτεί προτού
περάσει πολύς καιρός.
Τα χέρια της δεν ήταν σταθερά. Η Σάμερ αναθεμάτισε τον εαυτό
της καθώς άνοιγε το ψυγείο. Ο Μπλέικ την είχε κλονίσει –όπως
ακριβώς το είχε σχεδιάσει. Ήλπιζε μόνο να μην την είχε προδώσει η
απότομη απάντησή της. Ναι, ήθελε να την κλονίσει, αλλά
τουλάχιστον αυτό που της είχε πει εννοούσε. Ήταν μια γλώσσα που
η Σάμερ καταλάβαινε. Αυτή τη στιγμή, όμως, δεν είχε το χρόνο να
αφομοιώσει και να αναλύσει τα αισθήματά της. Ήταν απλώς η πρώτη
της αντίδραση –ούτε σοκ ούτε έκρηξη, μόνο μια έξαψη μαζί με
νευρικότητα που είχε χρόνια να νιώσει.
Χαζή, είπε στον εαυτό της, σερβίροντας τα εκλέρ σε δυο πιάτα
Μάισεν. Δεν ήταν καμιά έφηβη για να ενθουσιάζεται. Ούτε θ’
ανεχόταν από κανέναν να της λέει τόσο ωμά ότι θα γινόταν ερωμένη
του. Με τέτοιου είδους σχέσεις κινδυνεύεις, χάνεις το χρόνο σου και
την αυτοσυγκέντρωσή σου. Χώρια που πάντα ο ένας από τους δύο
δίνεται πιο ζεστά, με αποτέλεσμα να είναι πιο τρωτός. Δε θα
επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να βρεθεί σ’ αυτή τη θέση.
Συνέχιζε, όμως, να νιώθει εκείνη την έξαψη.
Έπρεπε να κάνει οπωσδήποτε κάτι με τον Μπλέικ Κόκραν,
συλλογίστηκε, και γέμισε δυο φλιτζάνια καφέ. Και έπρεπε να το
κάνει γρήγορα. Το πρόβλημα ήταν, τι;
Έβαλε τα πιάτα και τα φλιτζάνια σ’ ένα δίσκο και αποφάσισε να
κάνει αυτό που έκανε πάντα όταν βρισκόταν υπό πίεση: να μην το
πάρει σοβαρά.
«Θα ζήσεις μια αξέχαστη, αισθησιακή εμπειρία».
Ο Μπλέικ σήκωσε το κεφάλι του όταν άκουσε τη φωνή της και
την είδε να μπαίνει στο δωμάτιο με το δίσκο στο χέρι. Ήταν τόσο
απότομος και τόσο έντονος ο πόθος του, που κατάλαβε πως, αν
ήθελε να διατηρήσει τον έλεγχο της κατάστασης, θα έπρεπε να
χρησιμοποιήσει όλο το ταλέντο του στο παιχνίδι.
«Κανείς δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει αδιάφορα τα εκλέρ μου»,
συνέχισε η Σάμερ. «Ούτε να τα φάει χωρίς τον απαιτούμενο
σεβασμό».
Ο Μπλέικ την περίμενε να ξανακαθίσει δίπλα του και πήρε το ένα
πιάτο. Πολύ όμορφο φαίνεται, σκέφτηκε κι ένιωσε το άρωμά της να
τον τυλίγει. «Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ».
«Στην πραγματικότητα...» Η Σάμερ έκοψε την πρώτη μπουκιά με
το πιρούνι της. «...δε χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια. Μόνο
να τα γευτείς». Ανίκανη ν’ αντισταθεί, πλησίασε το πιρούνι της στα
χείλη του.
Κοιτάζονταν στα μάτια όσο τον τάιζε. Το φως έμπαινε λοξά από
το παράθυρο πίσω τους και παιχνίδιζε στα μάτια της, που έδειχναν
τώρα πιο πράσινα, σχεδόν γατίσια. Ένας άντρας, ο οποιοσδήποτε
άντρας, θα μπορούσε να χαθεί στα βάθη τους, προσπαθώντας να
προσδιορίσει το χρώμα τους, να διαβάσει την έκφρασή τους. Ο
Μπλέικ ένιωσε την πλούσια κρέμα και την αφράτη ζύμη να λιώνουν
στο στόμα του. Το γλυκό ήταν ιδιαίτερο, μοναδικό, επιθυμητό –
όπως και η δημιουργός του. Μετά την πρώτη γεύση, όπως και μετά
το πρώτο φιλί, ήθελε κι άλλο.
«Απίστευτο», της είπε κι όταν είδε τα χείλη της να χαμογελούν,
ένιωσε την επιθυμία να τα γευτεί με τα δικά του.
«Φυσικά». Όταν η Σάμερ έκοψε μια δεύτερη πιρουνιά, ο Μπλέικ
τύλιξε τα δάχτυλά του γύρω από τον καρπό της. Ο σφυγμός της
πετάρισε για μια στιγμή, και εκείνος τον ένιωσε, αλλά τα μάτια της
παρέμειναν ήρεμα και ανέκφραστα.
«Σειρά μου», της είπε μαλακά και τα δάχτυλά του παρέμειναν
τυλιγμένα γύρω από τον καρπό της καθώς έπαιρνε το πιρούνι με το
άλλο χέρι. Οι κινήσεις του ήταν επίτηδες αργές, ενώ δεν τράβηξε
στιγμή το βλέμμα του από το δικό της. Έφερε το γλυκό μέχρι τα
χείλη της και την περίμενε να τ’ ανοίξει, περίμενε να δει την άκρη της
γλώσσας της να προβάλλει. Θα ήταν πολύ εύκολο να αιχμαλωτίσει
εκείνη τη στιγμή το στόμα της με το δικό του, γιατί από τον ξέφρενο
τρόπο που χτυπούσε ο σφυγμός της κάτω από τα δάχτυλά του
κατάλαβε πως δε θα του έφερνε καμιά αντίσταση. Αντί γι’ αυτό
όμως, την τάισε με το εκλέρ κι ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται
καθώς φαντάστηκε τη γεύση της να γίνεται ένα με τη γεύση του
γλυκού που έλιωνε εκείνη τη στιγμή στο στόμα της.
Η Σάμερ δεν είχε νιώσει ποτέ κάτι παρόμοιο. Είχε δοκιμάσει
αμέτρητες φορές τη μαγειρική της, αλλά ποτέ οι αισθήσεις της δεν
ήταν τόσο οξυμένες. Τα αρώματα του γλυκού λες και γέμιζαν
ολόκληρο το στόμα της. Δεν ήθελε να το καταπιεί, ήθελε να το
κρατήσει εκεί, ώστε να εξερευνήσει αυτή την αίσθηση που εντελώς
απροσδόκητα είχε γίνει απίστευτα ερωτική. Χρειάστηκε να
καταβάλει συνειδητή προσπάθεια για να καταπιεί την μπουκιά και
στη συνέχεια να μιλήσει.
«Κι άλλο;» τον ρώτησε.
Το βλέμμα του κατέβηκε από τα μάτια στο στόμα της και
ξαναγύρισε πίσω. «Πάντα».
Το παιχνίδι αυτό ήταν επικίνδυνο, η Σάμερ το ήξερε, αλλά
αποφάσισε να το παίξει. Χωρίς να βιάζεται, τον τάισε την επόμενη
μπουκιά. Το χρώμα των ματιών του είχε γίνει ξαφνικά πιο σκούρο; Η
εντύπωση αυτή δεν μπορεί να ήταν της φαντασίας της, όπως δεν ήταν
της φαντασίας της και τα κύματα πόθου που την είχαν τυλίξει. Άραγε
πήγαζαν από μέσα της ή από εκείνον;
Στην τηλεόραση κάποιος ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια, αλλά κανείς
από τους δυο τους δεν το πρόσεξε. Θα ήταν φρόνιμο να κάνει πίσω
τώρα, με προσοχή. Ενώ όμως αυτή η σκέψη τριγύριζε στο μυαλό της,
άνοιξε το στόμα της για να δοκιμάσει ξανά.
Ένιωσε κάτι σαν έκρηξη στη γλώσσα της· ζεστά, γαργαλιστικά
αρώματα απελευθερώθηκαν. Ήταν μια ιδιαίτερη, φίνα εμπειρία,
αισθησιακή σαν τη σαμπάνια, πρωτόγονη σαν το ώριμο φρούτο. Τα
νεύρα της άρχισαν να ηρεμούν, αλλά οξύνθηκαν οι αισθήσεις της. Ο
Μπλέικ φορούσε μια απαλή κολόνια που της θύμισε τα αρώματα του
δάσους το φθινόπωρο. Τα μάτια του είχαν το βαθύ μπλε τ’ ουρανού
το σούρουπο. Όταν το γόνατό του άγγιξε το δικό της, ένιωσε τη
θέρμη του να διαπερνά τα ρούχα τους και ν’ αγγίζει τη σάρκα της. Τα
λεπτά κυλούσαν χωρίς να συνειδητοποιεί ότι δε μιλούσαν, ότι τάιζαν
αργά και αισθησιακά ο ένας τον άλλον. Η οικειότητα που την τύλιγε
ήταν το ίδιο έντονη και συναρπαστική με την εμπειρία της ερωτικής
πράξης. Ο καφές κρύωνε και οι σκιές γέμιζαν το δωμάτιο, καθώς ο
ήλιος έγερνε στη δύση του.
«Αυτή είναι η τελευταία μπουκιά», του ψιθύρισε και του την
έδωσε. «Εγκρίνεται;»
Ο Μπλέικ έπαιξε τις άκρες των μαλλιών της ανάμεσα στα δάχτυλά
του. «Απόλυτα».
Η Σάμερ ένιωσε ένα ευχάριστο μυρμήγκιασμα. Δεν τραβήχτηκε,
αλλά άφησε πολύ προσεκτικά το πιρούνι. Ένιωθε πολύ χαλαρή. Και
ευάλωτη. «Έχω έναν πελάτη που τρέφει ένα μυστικό πάθος για τα
εκλέρ μου. Τέσσερις φορές το χρόνο πηγαίνω στη Βρετανία και του
φτιάχνω δύο ντουζίνες. Το φθινόπωρο που μας πέρασε μου δώρισε
ένα σμαραγδένιο κολιέ».
Ο Μπλέικ ύψωσε το φρύδι του, τυλίγοντας μια μπούκλα από τα
μαλλιά της στο δάχτυλό του. «Αυτό είναι μπηχτή;»
«Τ ρελαίνομαι για τα δώρα», του απάντησε αβίαστα. «Από την
άλλη, όμως, κάτι τέτοιο δεν είναι απόλυτα ηθικό ανάμεσα σε
επαγγελματικούς συνεργάτες».
Η Σάμερ έσκυψε να πάρει τον καφέ της, αλλά ο Μπλέικ έσφιξε
περισσότερο τα μαλλιά της και την κράτησε ακίνητη. Όταν το
βλέμμα της συνάντησε το δικό του, καθρέφτιζε κάτι σαν έκπληξη και
ενόχληση συνάμα. Δεν της άρεσε να την καταπιέζουν. «Η
επαγγελματική συνεργασία μας είναι μόνο ένα επίπεδο της σχέσης
μας. Αυτό το ξέρουμε καλά και οι δύο πλέον».
«Έρχεται όμως πρώτη και έχει προτεραιότητα».
«Ίσως». Του ήταν δύσκολο να παραδεχτεί, ακόμα και στον εαυτό
του, ότι είχε αρχίσει να έχει τις αμφιβολίες του ως προς αυτό. «Όπως
και να έχει το πράγμα, εγώ δε σκοπεύω να περιοριστώ σ’ αυτή».
Αν ήθελε να τον χειριστεί, ήταν η κατάλληλη στιγμή. Η Σάμερ
άπλωσε νωχελικά το μπράτσο της στην πλάτη του καναπέ και
ευχήθηκε να μην ένιωθε εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι της. «Με
ελκύεις. Και πιστεύω πως θα είναι δύσκολο και θα έχει ενδιαφέρον να
προσπαθήσω να το αγνοήσω τους επόμενους μήνες. Είπες ότι θέλεις
να με καταλάβεις. Σπάνια δίνω εξηγήσεις για τον εαυτό μου, αλλά θα
κάνω μια εξαίρεση». Έγειρε μπροστά και πήρε ένα τσιγάρο από τη
θήκη. «Έχεις φωτιά;»
Ήταν παράξενη η ικανότητά της να ξυπνάει αστραπιαία
συναισθήματα μέσα του. Αυτή τη φορά, ήταν ενόχληση. Ο Μπλέικ
έβγαλε τον αναπτήρα του και της άναψε το τσιγάρο. Την είδε να
ρουφά τον καπνό και να τον βγάζει γρήγορα. Ήταν μια κίνηση που
πρόδιδε μάλλον συνήθεια παρά ευχαρίστηση. «Συνέχισε».
«Είπες ότι έχεις γνωρίσει τη μητέρα μου», άρχισε να λέει η Σάμερ.
«Το σίγουρο είναι ότι την έχεις ακουστά. Είναι μια όμορφη,
ταλαντούχα και έξυπνη γυναίκα. Την αγαπώ πολύ και ως μητέρα και
ως ένα άτομο γεμάτο ζωή. Αν έχει μια αδυναμία, αυτή είναι οι
άντρες».
Η Σάμερ τύλιξε τα πόδια της από κάτω της και προσπάθησε να
χαλαρώσει. «Έχει παντρευτεί τρεις φορές και έχει αποκτήσει
αναρίθμητους εραστές. Κάθε φορά είναι σίγουρη πως η σχέση της θα
κρατήσει για πάντα. Όταν είναι μ’ έναν άντρα, είναι απίστευτα
ευτυχισμένη. Τα ενδιαφέροντά του γίνονται και δικά της, το ίδιο και
οι αντιπάθειές του. Βέβαια, όταν η σχέση φτάσει στο τέλος της,
νιώθει συντετριμμένη».
Η Σάμερ τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά από το τσιγάρο της. Περίμενε
πως ο Μπλέικ θα έκανε κάποιο σχόλιο, αλλά όταν εκείνος συνέχισε
να την κοιτάζει σιωπηλός, προχώρησε στις εκμυστηρεύσεις της
περισσότερο απ’ όσο σκόπευε αρχικά. «Ο πατέρας μου είναι πιο
πρακτικός άνθρωπος, κι όμως, κι αυτός παντρεύτηκε δυο φορές, ενώ
έζησε και κάμποσες διακριτικές περιπετειούλες. Αντίθετα με τη
μητέρα μου, που δέχεται τα ελαττώματα των άλλων –τα
απολαμβάνει κιόλας για ένα σύντομο διάστημα–, εκείνος αναζητά
την τελειότητα. Και από τη στιγμή που δεν υπάρχει τελειότητα στους
ανθρώπους αλλά μόνο σ’ αυτά που είναι ικανοί να δημιουργήσουν,
απογοητεύεται συνεχώς. Η μητέρα μου αναζητά κάτι συναρπαστικό,
κάτι ρομαντικό, ο πατέρας μου αναζητά την τέλεια σύντροφο. Εγώ
δεν αναζητώ τίποτε από αυτά».
«Και τότε γιατί δε μου λες τι αναζητάς εσύ;»
«Την επιτυχία», του απάντησε απλά. «Τα ειδύλλια έχουν αρχή,
άρα και τέλος. Ο σύντροφος απαιτεί συμβιβασμούς και υπομονή.
Εγώ επικεντρώνω όλη μου την υπομονή στη δουλειά μου και δεν
έχω καθόλου ταλέντο στους συμβιβασμούς».
Τα λόγια της θα έπρεπε να τον είχαν ικανοποιήσει, ακόμα και
ανακουφίσει. Στο κάτω κάτω, κι αυτός το μόνο που ήθελε ήταν μια
περιπετειούλα, χωρίς μπλεξίματα και χωρίς δεσμεύσεις. Δεν
καταλάβαινε, λοιπόν, γιατί ήθελε να την κάνει να τα πάρει πίσω.
Απλώς το ήθελε. «Δε θέλεις ρομαντισμό», είπε κουνώντας το κεφάλι
του. «Δεν αναζητάς συντροφικότητα. Αυτό όμως δε σ’ εμποδίζει να
με θέλεις, όπως σε θέλω κι εγώ».
«Όχι». Ο καπνός είχε αφήσει μια πικρή γεύση στο στόμα της. Τη
στιγμή που η Σάμερ έσβηνε το τσιγάρο της, συνειδητοποίησε ότι η
κουβέντα τους έμοιαζε πολύ με διαπραγμάτευση. Αυτό όμως δεν
ήθελε; «Σου είπα ότι θα μου είναι δύσκολο να το παραβλέψω, αλλά
πρέπει. Θέλεις μια δουλειά από μένα, Μπλέικ, και συμφώνησα να την
κάνω, γιατί θέλω και την εμπειρία και τη διαφήμιση που θα μου
προσφέρει. Το ν’ αλλάξω όμως το ύφος και τις γεύσεις του
εστιατορίου σου θα είναι και δύσκολο και χρονοβόρο. Αν προσθέσεις
και τις άλλες υποχρεώσεις μου, δε θα έχω καθόλου χρόνο για
προσωπικούς αντιπερισπασμούς».
«Αντιπερισπασμούς;» Γιατί τον είχε εξοργίσει τόσο αυτή η λέξη;
Το ίδιο τον είχε εξοργίσει και η ψυχρή, επαγγελματική απόρριψη του
πόθου της. Μπορεί να μην είχε τη διάθεση να τον προκαλέσει, αλλά
εκείνος δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει αλλιώς. «Αυτό είναι ένας
αντιπερισπασμός για σένα;» Έσυρε το δάχτυλό του στο πλάι του
λαιμού της και στη συνέχεια την έπιασε από τον αυχένα.
Η Σάμερ ένιωσε την έντονη πίεση των δαχτύλων του πάνω στη
σάρκα της, διάβασε το θυμό και την ανάγκη στα μάτια του. Δεν την
άφησαν αδιάφορη. «Με πληρώνεις πολλά λεφτά για να σου κάνω μια
δουλειά, Μπλέικ», του είπε και η φωνή της ακούστηκε σταθερή.
Ωραία. Οι χτύποι της καρδιάς της όμως δεν ήταν. «Και ως
επιχειρηματίας θα ήθελες τις λιγότερες δυνατές επιπλοκές».
«Επιπλοκές», επανέλαβε εκείνος. Πέρασε το ελεύθερο χέρι του
στα μαλλιά της και τράβηξε πίσω το κεφάλι της. Ένα ρίγος έξαψης
διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της. «Αυτό», είπε καθώς έσυρε τα χείλη
του στο μάγουλό της, «είναι επιπλοκή;»
«Ναι». Το μυαλό της της έλεγε να τραβηχτεί, αλλά το κορμί της
αρνούνταν να υπακούσει.
«Και αντιπερισπασμός;»
Ο Μπλέικ έσυρε βασανιστικά αργά τα χείλη του πάνω στα δικά
της. Δεν υπήρχε καμιά πίεση στη στάση του, τα δάχτυλά του στη
βάση του λαιμού της κινήθηκαν αργά, ρυθμικά. Η Σάμερ δεν
τραβήχτηκε, αν και είπε στον εαυτό της ότι μπορούσε ακόμα να το
κάνει. Δεν είχε επιτρέψει ποτέ σε κανέναν να την αποπλανήσει και
το αποψινό βράδυ δε θα ήταν η εξαίρεση.
Θα έπαιρνε μόνο μια γεύση. Ήξερε πολύ καλά πώς να δοκιμάζει
όσο χρειαζόταν για να κρίνει και στη συνέχεια να κάνει πίσω,
μπροστά και στις πιο δελεαστικές γεύσεις. Αλλά και να αντλεί τη
μέγιστη ευχαρίστηση από αυτό το ενδεικτικό τεστ.
«Ναι», μουρμούρισε και τα βλέφαρά της έκλεισαν. Δεν ήθελε
πλέον να τον βλέπει, μόνο να τον αισθάνεται. Το στόμα του πάνω
στο δικό της ήταν ζεστό, απαλό, υγρό. Τα δάχτυλά του πάνω στη
σάρκα της ήταν δυνατά, αποφασιστικά, πειστικά. Το άρωμά του την
τύλιγε διακριτικό, αρρενωπό, συναρπαστικό. Όταν πρόφερε τ’ όνομά
της, η φωνή του τη χάιδεψε σαν ζεστή αύρα που προμήνυε
καταιγίδα.
«Πόσο πιο απλό το θέλεις, Σάμερ;» Του συνέβαινε πάλι,
συνειδητοποίησε. Το συναισθηματικό μπλέξιμο που ούτε
επιθυμούσε ούτε αναζητούσε –εκείνη την απόλυτη δέσμευση στην
οποία δεν μπορούσε να αντισταθεί. «Υπάρχουμε μόνο εσύ κι εγώ».
«Δεν υπάρχει τίποτε απλό σ’ αυτό», διαφώνησε μαζί του, αλλά τα
μπράτσα της τυλίχτηκαν γύρω του, το στόμα της αναζήτησε το δικό
του.
Δεν ήταν παρά ένα φιλί, είπε στον εαυτό της, νιώθοντας τα χείλη
του να χαϊδεύουν τα δικά της. Μπορούσε να το σταματήσει όποτε
ήθελε, είχε ακόμα τον έλεγχο στα χέρια της. Αλλά πρώτα ήθελε να
δοκιμάσει άλλη μια φορά. Χωρίς να σκεφτεί, άγγιξε τη γλώσσα του
με τη δική της για ν’ απολαύσει τη γεύση σε βάθος. Το βογκητό της
αντήχησε γλυκά στ’ αυτιά της τη στιγμή που τον τραβούσε ακόμα
πιο κοντά της. Τα κορμιά τους ταίριαξαν τέλεια, απόλυτα, σκέφτηκε
και επικεντρώθηκε στο φιλί τους.
Γιατί ως τώρα θεωρούσε τα φιλιά μια απλή, βασική ευχαρίστηση;
Κι όμως, τώρα ανακάλυπτε άπειρα ευαίσθητα σημεία του κορμιού
της, τα οποία πάλλονταν από μια επιθυμία βαθιά κρυμμένη μέσα της
που δε φανταζόταν ότι θα μπορούσε να βγει στην επιφάνεια με ένα
απλό φιλί. Νόμιζε ότι ήξερε τα όρια των αναγκών της, το βάθος του
πάθους της... μέχρι τώρα. Μ’ ένα του άγγιγμα, ο Μπλέικ μπορούσε
να ξυπνήσει μια πλευρά του εαυτού της καθόλου ήρεμη, οργανωμένη
και πειθαρχημένη. Και όταν θα ήταν τελείως ελεύθερη, τι θα γινόταν;
Η Σάμερ βρισκόταν στα πρόθυρα μιας αλλαγής τρομακτικής –οι
αισθήσεις να ελέγχουν απόλυτα το μυαλό. Ένα βήμα ακόμα και ο
Μπλέικ θα την κατακτούσε ολοκληρωτικά. Δε θα κατακτούσε μόνο
το κορμί, δε θα κατακτούσε μόνο τις σκέψεις της, θα κατακτούσε και
την καρδιά της, που τη φυλούσε με τόση επιμέλεια.
Ένιωσε τη λαίμαργη πείνα της γι’ αυτόν κι έκανε πίσω. Αν ενέδιδε
στην ανάγκη της, θα παρέσερνε κι εκείνον. Ο Μπλέικ την είχε πάντα
στην αγκαλιά του, αρκετά μαλακά ώστε να τραβηχτεί αν ήθελε κι
αρκετά σταθερά ώστε να την κρατά κοντά του. Η Σάμερ ήταν
ξέπνοη, συγκινημένη. Πάσχισε να σκεφτεί καθαρά, αλλά αποφάσισε
πως θα ήταν ανώφελο ν’ αρνηθεί αυτά που ένιωθε.
«Νομίζω ότι απέδειξα την άποψή μου», κατάφερε να πει.
«Τη δική σου;» ρώτησε ο Μπλέικ, σέρνοντας το χέρι στην πλάτη
της. «Ή τη δική μου;»
Η Σάμερ πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει αργά. Αυτή
η απλή αντίδρασή της έκανε τον πόθο του να φουντώσει πάλι. «Έχω
αναμείξει αρκετά υλικά ώστε να ξέρω ότι η επαγγελματική σχέση
όταν μπερδεύεται με την προσωπική δημιουργεί έναν καθόλου
γευστικό συνδυασμό. Τη Δευτέρα ξεκινώ τη δουλειά μου στο
Κόκραν. Σκοπεύω να σου αποδείξω ότι αξίζω τα λεφτά που με
πληρώνεις. Δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε άλλο ανάμεσά μας».
«Υπάρχουν ήδη πολλά». Ο Μπλέικ την έπιασε από το πιγούνι και
τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Μέσα του πονούσε από τη
σύγχυση και την ανάγκη. Μ’ εκείνο το φιλί, μ’ εκείνο το αργό,
ατελείωτο φιλί, είχε ξεχάσει τον πιο αυστηρό κανόνα του: να
χαλιναγωγεί τα αισθήματά του τόσο στην επαγγελματική όσο και
στην προσωπική του ζωή. Διαφορετικά, μπορούσε κανείς να
οδηγηθεί σε λάθη που δεν ήταν εύκολο να διορθώσει. Χρειαζόταν
χρόνο και απόσταση, συνειδητοποίησε. «Γνωριζόμαστε καλύτερα
τώρα», της είπε ύστερα από λίγο. «Όταν κάνουμε έρωτα, θα
καταλαβαινόμαστε ακόμη περισσότερο».
Όταν εκείνος σηκώθηκε, η Σάμερ παρέμεινε καθιστή. Δεν ήταν
απόλυτα σίγουρη ότι θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. «Τη
Δευτέρα», του είπε πιο αποφασιστικά, «θα ξεκινήσουμε να
δουλεύουμε μαζί. Από κει και πέρα, η σχέση μας θα είναι καθαρά
επαγγελματική».
«Όταν διαχειρίζεσαι τόσα συμβόλαια όσα εγώ, Σάμερ, μαθαίνεις
ότι ένα χαρτί είναι απλώς ένα χαρτί. Δεν κάνει καμιά διαφορά».
Ο Μπλέικ πήγε στην πόρτα. Του χρειαζόταν λίγος φρέσκος αέρας
για να καθαρίσει το μυαλό του, ένα ποτό για να ηρεμήσει τα νεύρα
του. Και απόσταση, μεγάλη απόσταση, προτού ξεχάσει τα πάντα και
παραδοθεί στην ανάγκη που του έτρωγε τα σωθικά και την κάνει
δική του.
Με το χέρι στο πόμολο, γύρισε και της έριξε μια τελευταία ματιά.
Υπήρχε κάτι στον τρόπο που είχε συνοφρυωθεί, στον τρόπο που τον
κοιτούσε σοβαρή και συγκεντρωμένη, στον τρόπο που είχε
σουφρώσει τα χείλη της, που τον έκανε να χαμογελάσει.
«Τη Δευτέρα», της είπε κι έφυγε.
Κεφάλαιο 5
Γιατί στην ευχή δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του; Ο
Μπλέικ καθόταν στο γραφείο του και μελετούσε τις λεπτομέρειες
ενός εικοσασέλιδου συμβολαίου, προσπαθώντας να προετοιμαστεί
για την πολύωρη και δύσκολη συνεδρίαση του διοικητικού
συμβουλίου που είχε μπροστά του. Αλλά δεν μπορούσε να
συγκρατήσει λέξη. Σπάνια του συνέβαινε. Το ήξερε και τον
εκνεύριζε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να το
αντιμετωπίσει.
Μέρες τώρα, η Σάμερ τρύπωνε στο μυαλό του και δεν άφηνε χώρο
για τίποτε άλλο. Του έσπαγε τα νεύρα γιατί ήταν ένας άντρας που
θεωρούσε την τάξη και τον αυτοέλεγχο δεδομένα.
Λογικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος για την εμμονή του μαζί της. Ο
Μπλέικ αποκαλούσε αυτό που ένιωθε εμμονή γιατί δεν έβρισκε
καλύτερο όρο, αλλά δεν του άρεσε. Ήταν όμορφη, σκέφτηκε,
αφήνοντας το μυαλό του να ξεστρατίσει ακόμα περισσότερο από τα
συμβόλαια και τους όρους τους. Είχε γνωρίσει όμως εκατοντάδες
όμορφες γυναίκες. Ήταν έξυπνη, αλλά είχε συναναστραφεί ξανά
έξυπνες γυναίκες. Ήταν επιθυμητή –εδώ, μέσα στο κομψό και ήσυχο
γραφείο του, ένιωσε τον πόθο του να ξυπνά. Η επιθυμία όμως δεν
του ήταν κάτι άγνωστο.
Απολάμβανε τις γυναίκες και σαν φίλες και σαν ερωμένες του.
Ίσως το «απολάμβανε» ήταν η λέξη-κλειδί. Δεν είχε επιδιώξει ποτέ
μια πιο βαθιά σχέση με γυναίκα. Δεν ήταν όμως πλέον σίγουρος ότι η
συγκεκριμένη λέξη μπορούσε να περιγράψει ό,τι υπήρχε ανάμεσα σ’
εκείνον και τη Σάμερ. Η γυναίκα αυτή τον συγκινούσε, βαθιά,
έντονα, τόσο που κλόνιζε τον έμφυτο αυτοέλεγχό του. Όχι, αυτό
σίγουρα δεν το απολάμβανε, αλλά δεν τον εμπόδιζε και να θέλει
περισσότερα. Γιατί;
Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που ακολουθούσε πάντα για να λύσει
ένα πρόβλημα, ο Μπλέικ έγειρε πίσω, πήρε ένα στυλό και άρχισε να
καταγράφει τις πιθανότητες.
Ίσως ένας από τους λόγους που αυτή η γυναίκα τού ασκούσε
τέτοια επίμονη έλξη να ήταν το ότι του άρεσε να της τη φέρνει. Μαζί
της δεν ήταν εύκολο και απαιτούσε γρήγορη σκέψη και προσεκτικό
σχεδιασμό. Μέχρι τώρα, την περίμενε σε κάθε γωνία. Ο Μπλέικ ήταν
αρκετά ρεαλιστής για να ξέρει ότι αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί,
αλλά ήθελε να το δοκιμάσει. Αλήθεια, ποια θα ήταν η επόμενη
σύγκρουσή τους; Θα ήταν σε επαγγελματικό ή προσωπικό επίπεδο;
Όπως και να είχε, η επιθυμία του να αντιπαρατεθεί μαζί της ήταν
σχεδόν το ίδιο έντονη με την επιθυμία του να της κάνει έρωτα.
Ίσως ένας άλλος λόγος να ήταν το ότι ήξερε πως κι εκείνη ένιωθε
μια εξίσου δυνατή έλξη, αλλά επέμενε να την αγνοεί. Θαύμαζε την
ισχυρή θέληση της Σάμερ. Η οικειότητα την έκανε επιφυλακτική. Να
έφταιγε το παρελθόν των γονιών της; Ως ένα σημείο, ναι, αποφάσισε.
Δεν πίστευε ωστόσο ότι αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος. Έπρεπε να
σκάψει πιο βαθιά για να σχηματίσει ολόκληρη την εικόνα.
Συνειδητοποίησε ότι ήθελε να το κάνει. Για πρώτη φορά στη ζωή
του ο Μπλέικ ήθελε να γνωρίσει ολοκληρωτικά μια γυναίκα. Να
γνωρίσει τον τρόπο που σκεφτόταν, τις εκκεντρικότητές της, τα
πράγματα που την έκαναν να γελά, αυτά που την ενοχλούσαν, τι
αποζητούσε πραγματικά στη ζωή. Όταν θα μάθαινε όσα είχε να
μάθει... Δεν μπορούσε να δει πέρα από αυτό. Αλλά ήθελε να τη
γνωρίσει, να την καταλάβει. Και την ήθελε για ερωμένη του όσο δεν
είχε επιθυμήσει τίποτε στη ζωή του.
Όταν άκουσε το εσωτερικό τηλέφωνο να χτυπά, ο Μπλέικ
απάντησε αυτόματα, με το μυαλό του πάντα στη Σάμερ Λίντον.
«Έρχεται ο πατέρας σας, κύριε Κόκραν».
Ο Μπλέικ κοίταξε το συμβόλαιο μπροστά του και το ταξινόμησε
νοερά. Ήθελε καμιά ώρα ακόμα να το μελετήσει πριν από τη
συνεδρίαση. «Ευχαριστώ». Δεν είχε προλάβει να διακόψει τη
σύνδεση, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Μπλέικ Κόκραν ο
Δεύτερος, γεμίζοντας το χώρο με την παρουσία του.
Ο πατέρας είχε τα ίδια χρώματα και την ίδια κορμοστασιά με το
γιο του. Η άθληση και η άσκηση τον είχαν διατηρήσει όλα αυτά τα
χρόνια σφριγηλό. Κάτω από το καπέλο του καπετάνιου διακρίνονταν
λίγες γκρίζες τρίχες στα σκούρα μαλλιά του, αλλά τα μάτια του είχαν
μια ζωηρή, νεανική λάμψη. Κινούνταν με την άνεση ανθρώπου
μαθημένου να περπατά περισσότερο σε καταστρώματα παρά σε
γραφεία. Φορούσε πάνινα παπούτσια χωρίς κάλτσες κι ένα ελβετικό
ρολόι στον καρπό του. Όταν χαμογέλασε, οι ρυτίδες από τον ήλιο και
το χρόνο βάθυναν γύρω από τα μάτια και τα χείλη του. Ο Μπλέικ
σηκώθηκε να τον χαιρετήσει κι ένιωσε την αλμύρα της θάλασσας στα
ρουθούνια του, άρωμα που ταύτιζε πάντα στο μυαλό του με τον
πατέρα του.
«Μπι-Σι». Έσφιξαν τα χέρια, το ένα πιο γέρικο και τραχύ από το
άλλο, αλλά και τα δύο σταθερά. «Είσαι περαστικός;»
«Ναι, πάω για ιστιοπλοΐα στην Ταϊτή». Ο Μπι-Σι χαμογέλασε
γοητευτικά, πιάνοντας το μπορ του καπέλου του. «Θέλεις να έρθεις
για πλήρωμα;»
«Δεν μπορώ. Είμαι κλεισμένος για τις επόμενες δυο βδομάδες».
«Δουλεύεις πολύ, αγόρι μου». Σύμφωνα με μια παλιά του
συνήθεια, ο Μπι-Σι πήγε στο μπαρ στ’ αριστερά του δωματίου και
σέρβιρε στον εαυτό του ένα σκέτο μπέρμπον.
Ο Μπλέικ χαμογέλασε, κοιτάζοντας την πλάτη του πατέρα του,
που κατέβασε μονορούφι τα τρία δάχτυλα αλκοόλ. Δεν είχε πάει
ακόμα μεσημέρι. «Το κληρονόμησα από σένα».
Ο Μπι-Σι γέλασε και σέρβιρε και δεύτερο ποτό. Όταν αυτό ήταν
το γραφείο του, φρόντιζε το μπαρ να είναι γεμάτο με το καλύτερο
μπέρμπον. Χαιρόταν που ο γιος του είχε διατηρήσει την παράδοση.
«Μπορεί, αλλά εγώ έχω μάθει και να διασκεδάζω εξίσου πολύ».
«Εσύ έκανες το χρέος σου, Μπι-Σι».
«Ναι». Ο Μπι-Σι είχε δουλέψει είκοσι πέντε χρόνια επί δέκα ώρες
την ημέρα. Ξενοδοχεία, αεροδρόμια, συνεδριάσεις. «Το ίδιο και ο
γέρος μου –το ίδιο κι εσύ», είπε και κοίταξε πάλι το γιο του. Είναι
σαν να κοιτάζω στον καθρέφτη είκοσι πέντε χρόνια πριν, σκέφτηκε
και χαμογέλασε χωρίς να αναστενάξει. «Σ’ το έχω ξαναπεί, δεν
μπορείς να ξοδεύεις όλη τη ζωή σου στα ξενοδοχεία». Αυτή τη φορά
απόλαυσε αργά το ουίσκι, το στριφογύρισε στο ποτήρι του. «Θα
πάθεις έλκος».
«Για την ώρα, την έχω σκαπουλάρει». Ο Μπλέικ κάθισε πάλι,
έπλεξε τα χέρια του και παρατήρησε τον πατέρα του. Τον ήξερε πολύ
καλά, είχε μαθητεύσει δίπλα του και τον είχε παρακολουθήσει να
κλείνει συμφωνίες και να ελίσσεται. Μπορεί να ήταν η Ταϊτή ο
προορισμός του, αλλά δεν είχε κάνει στάση στη Φιλαδέλφεια χωρίς
λόγο. «Ήρθες για τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου».
Ο Μπι-Σι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και στη συνέχεια
βρήκε μερικά αλμυρά αμύγδαλα κάτω από το μπαρ. «Πρέπει να κάνω
κι εγώ την εμφάνισή μου πότε πότε». Έβαλε δυο αμύγδαλα στο
στόμα του και τα μάσησε με βουλιμία. Ευγνωμονούσε το Θεό που
ακόμα όλα τα δόντια του ήταν στη θέση τους και η όρασή του
οξύτατη. Όταν ένας άντρας διαθέτει αυτά τα δύο και ένα
εικοσάμετρο σκαρί, δε χρειάζεται πολύ περισσότερα. «Αν
αγοράσουμε την αλυσίδα Χάμιλτον, θ’ αποκτήσουμε είκοσι νέα
ξενοδοχεία και θα εντάξουμε πάνω από δύο χιλιάδες ανθρώπους
ακόμα στο εργατικό δυναμικό μας. Είναι μεγάλο βήμα».
Ο Μπλέικ ύψωσε το ένα του φρύδι. «Υπερβολικά μεγάλο;»
Ο Μπι-Σι γέλασε και κάθισε σε μια καρέκλα απέναντι από το
γραφείο. «Δεν είπα αυτό, δεν πιστεύω κάτι τέτοιο. Απ’ ό,τι φαίνεται,
ούτε κι εσύ το πιστεύεις».
«Όχι, δεν το πιστεύω», του απάντησε ο Μπλέικ και κούνησε
αρνητικά το κεφάλι του, όταν ο πατέρας του του πρόσφερε
αμύγδαλα. «Τα ξενοδοχεία Χάμιλτον είναι μια πολύ καλή αλυσίδα,
απλώς αυτή τη στιγμή πάσχουν από κακή διαχείριση. Και μόνο τα
κτίρια αξίζουν τα λεφτά που ζητούν». Έριξε στον πατέρα του ένα
βλέμμα όλο νόημα. «Θα μπορούσες να ρίξεις μια ματιά στο Χάμιλτον
της Ταϊτής όσο θα βρίσκεσαι εκεί».
Ο Μπι-Σι χαμογέλασε και βολεύτηκε στην καρέκλα. Ο γιος του
είχε μυαλό ξυράφι, σκέφτηκε χαρούμενος. Αλλά και αυτό το είχε
κληρονομήσει. «Μου πέρασε αυτή η σκέψη από το νου. Τ ώρα που
το θυμήθηκα, η μητέρα σου σου στέλνει την αγάπη της».
«Τ ι κάνει;»
«Είναι χωμένη μέχρι το λαιμό στην προσπάθεια να σώσει ένα
ακόμα παλιό μνημείο που κοντεύει να καταρρεύσει». Το χαμόγελο
του Μπι-Σι έγινε πιο πλατύ. «Έχει ν’ ασχολείται με κάτι. Θα έρθει να
με συναντήσει στο νησί την ερχόμενη βδομάδα». Μασούλησε ένα
ακόμα αμύγδαλο. Χαιρόταν που θα περνούσε λίγες μέρες μόνος με τη
γυναίκα του σ’ ένα τροπικό νησί. «Δε μου λες, Μπλέικ, σε τι φάση
βρίσκεται η σεξουαλική σου ζωή;»
Ο Μπλέικ ήξερε καλά τον πατέρα του για να ενοχληθεί από την
ερώτησή του. Έγειρε το κεφάλι του. «Σε πολύ ικανοποιητική,
ευχαριστώ».
Ο Μπι-Σι γέλασε κοφτά και ήπιε το υπόλοιπο ουίσκι. «Το
“ ικανοποιητική” είναι σκέτη προσβολή στο όνομα Κόκραν. Εμείς
κάνουμε τα πάντα στον υπερθετικό».
Ο Μπλέικ έβγαλε ένα τσιγάρο. «Ναι, έχω ακούσει τις ιστορίες».
«Και είναι όλες αλήθεια», του απάντησε ο πατέρας του,
κουνώντας το άδειο ποτήρι του. «Μια μέρα θα πρέπει να σου πω για
εκείνη τη χορεύτρια στην Μπανγκόκ το ’39. Στο μεταξύ, άκουσα ότι
σκοπεύεις να κάνεις ανακαίνιση στο ξενοδοχείο εδώ, στη
Φιλαδέλφεια».
«Στο εστιατόριο». Ο Μπλέικ κούνησε το κεφάλι του και στο
μυαλό του ήρθε η Σάμερ. «Δείχνει... συναρπαστική προοπτική».
Ο Μπι-Σι έπιασε την αλλαγή στον τόνο του και άρχισε να τον
πιέζει μαλακά. «Δεν μπορώ να διαφωνήσω ότι το μέρος χρειάζεται
μια καινούρια λάμψη. Έτσι προσέλαβες ένα Γάλλο σεφ να επιβλέψει
τη δουλειά».
«Γαλλίδα κατά το ήμισυ».
«Μια γυναίκα;»
«Ακριβώς». Ο Μπλέικ φύσηξε τον καπνό του, ξέροντας πολύ καλά
πού το πήγαινε ο πατέρας του.
Ο Μπι-Σι τέντωσε τα πόδια του. «Ξέρει τη δουλειά της, σωστά;»
«Διαφορετικά δε θα την προσλάμβανα».
«Νέα;»
Ο Μπλέικ τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του κι έπνιξε το
χαμόγελό του. «Αρκετά, υποθέτω».
«Γοητευτική;»
«Εξαρτάται από το τι εννοείς λέγοντας γοητευτική –εγώ δε θα την
έλεγα γοητευτική». Πολύ γλυκανάλατος χαρακτηρισμός, σκέφτηκε ο
Μπλέικ, πάρα πολύ γλυκανάλατος. Εξωτική, συναρπαστική, αυτοί οι
χαρακτηρισμοί τής ταίριαζαν περισσότερο. «Μπορώ να σου πω ότι
είναι αφοσιωμένη στη δουλειά της, φιλόδοξη, τελειομανής και ότι τα
εκλέρ της...» Οι σκέψεις του πέταξαν σ’ εκείνο το μεθυστικό
ιντερλούδιο. «Τα εκλέρ της είναι μια εμπειρία που δεν πρέπει να
χάσει κανείς».
«Τα εκλέρ της», επανέλαβε ο Μπι-Σι.
«Είναι φανταστικά». Ο Μπλέικ έγειρε πίσω στην καρέκλα του.
«Ναι, φανταστικά», είπε και συγκράτησε το χαμόγελό του όταν
άκουσε το εσωτερικό τηλέφωνο να χτυπά πάλι.
«Είναι εδώ η μις Λίντον, κύριε Κόκραν».
Δευτέρα πρωί, σκέφτηκε εκείνος. Στη δουλειά ως συνήθως. «Πες
της να περάσει».
«Λίντον». Ο Μπι-Σι άφησε το ποτήρι του. «Αυτή είναι η
μαγείρισσα, σωστά;»
«Η σεφ», τον διόρθωσε ο Μπλέικ. «Δεν είμαι σίγουρος ότι θα σου
απαντούσε αν την αποκαλούσες μαγείρισσα».
Ακούστηκε ένα κοφτό χτύπημα και μπήκε η Σάμερ. Στο ένα χέρι
κρατούσε ένα λεπτό, δερμάτινο ντοσιέ. Είχε πιάσει κοτσίδα τα
μαλλιά της και οι χρυσαφένιες ανταύγειες τους έρχονταν σε αντίθεση
με το καστανό χρώμα τους. Φορούσε ένα κουστούμι Σανέλ στο βαθύ
χρώμα του δαμάσκηνου, σε απλή και κομψή γραμμή, και μια
μεταξωτή μπλούζα με ψηλό γιακά που πλαισίωνε το πρόσωπό της.
Το αυστηρά επαγγελματικό ντύσιμό της έκανε τον Μπλέικ να
φανταστεί τι θα μπορούσε να φοράει από κάτω –κάτι μικροσκοπικό,
μεταξωτό και σέξι, στο ίδιο χρώμα με το δέρμα της.
«Μπλέικ». Η Σάμερ άπλωσε το χέρι της, προσπαθώντας ν’
ακολουθήσει τη λίστα με τις προτεραιότητες που είχε συντάξει για
τον εαυτό της. Η συμπεριφορά της θα ήταν απρόσωπη,
επαγγελματική και τυπική. Δε θα σκεφτόταν πώς ένιωθε όταν το
στόμα του άγγιζε το δικό της. «Σου έφερα τη λίστα με τον εξοπλισμό
που πρέπει ν’ αντικατασταθεί και τις προτάσεις που κουβεντιάσαμε».
«Ωραία», της απάντησε εκείνος και την είδε να στρέφει το κεφάλι
της όταν ο Μπι-Σι σηκώθηκε από την καρέκλα του. Πρόσεξε τον
τρόπο που άστραψαν τα μάτια του πατέρα του, όπως συνέβαινε
πάντα όταν βρισκόταν μπροστά σε μια ωραία γυναίκα. «Σάμερ
Λίντον, ο Μπλέικ Κόκραν ο Δεύτερος. Μπι-Σι, η μις Λίντον θ’
αναλάβει την κουζίνα του Κόκραν εδώ, στη Φιλαδέλφεια».
«Κύριε Κόκραν». Η Σάμερ βρέθηκε με το χέρι της παγιδευμένο
μέσα σε μια μεγάλη παλάμη γεμάτη κάλους. Συνειδητοποίησε
ξαφνιασμένη ότι σε τριάντα χρόνια ο Μπλέικ θα έδειχνε ακριβώς σαν
αυτό τον άντρα. Αρχοντικός, με τις ρυτίδες του κι εκείνο το
διαχρονικό λούστρο. Ο Μπι-Σι της χαμογέλασε και κατάλαβε πως,
και σε τρεις δεκαετίες από τώρα, ο Μπλέικ θα ήταν εξίσου
επικίνδυνα γοητευτικός.
«Μπι-Σι», τη διόρθωσε εκείνος κι έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη
του. «Καλώς όρισες στην οικογένεια».
Η Σάμερ έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στον Μπλέικ. «Στην
οικογένεια;»
«Στη μεγάλη οικογένεια των Κόκραν Χάουζ». Ο Μπι-Σι της
έδειξε την καρέκλα από την οποία είχε σηκωθεί. «Παρακαλώ,
κάθισε. Να σου βάλω ένα ποτό;»
«Ευχαριστώ. Ίσως ένα Περιέ». Η Σάμερ τον παρακολούθησε να
διασχίζει το δωμάτιο, κάθισε και ακούμπησε το χαρτοφύλακα στα
γόνατά της. «Νομίζω ότι γνωρίζεστε με τη μητέρα μου, τη Μονίκ
Ντιμπουά».
Ο Μπι-Σι έμεινε κόκαλο. Γύρισε, κρατώντας στο ένα χέρι το
μπουκάλι με το Περιέ και στο άλλο ένα άδειο ποτήρι. «Τη Μονίκ;
Είσαι η κόρη της Μονίκ; Θα με πάρει και θα με σηκώσει».
Κυριολεκτικά, σκέφτηκε ο Μπι-Σι. Χρόνια πριν –μπορεί και
είκοσι–, σε μια δύσκολη περίοδο του γάμου του, είχε μια σύντομη
αλλά καυτή περιπέτεια με μια Γαλλίδα ηθοποιό. Οι δυο τους είχαν
χωρίσει σαν φίλοι κι εκείνος είχε συμφιλιωθεί με τη γυναίκα του.
Όμως οι δυο βδομάδες που είχε περάσει με τη Μονίκ του είχαν μείνει
αλησμόνητες. Τ ώρα, βρισκόταν στο γραφείο του γιου του και
σέρβιρε Περιέ στην κόρη της. Η μοίρα, σκέφτηκε ειρωνικά, είναι
μεγάλη πόρνη...
Η Σάμερ είχε μια υποψία ότι η μητέρα της και ο Μπι-Σι είχαν
υπάρξει εραστές, αλλά τώρα πλέον ήταν βέβαιη. Καθώς σταύρωνε τα
πόδια της, έκανε κι αυτή την ίδια σκέψη για τη μοίρα. Βάδιζε και η
ίδια στα χνάρια της μητέρας της; Α, όχι, δεν ήταν το ίδιο. Ο Μπι-Σι
συνέχιζε να την κοιτάζει. Για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινε
απόλυτα, αποφάσισε να τον διευκολύνει.
«Η μητέρα μου είναι πιστή πελάτισσα των Κόκραν Χάουζ. Δε
μένει πουθενά αλλού. Το ανέφερα και στον Μπλέικ ότι μια φορά
είχαμε δειπνήσει με τον πατέρα σας. Ήταν πολύ ευγενικός».
«Ναι, είναι –όταν τον βολεύει», της απάντησε ο Μπι-Σι
ανακουφισμένος. Ξέρει, σκέφτηκε, στρέφοντας το βλέμμα του στον
Μπλέικ, και πρόσεξε αμέσως το συνοφρύωμα του γιου του. Θα το
μάθει κι αυτός αν δεν προσέξω. Και τότε, θα βρεθώ στα βαθιά. Έχουν
περάσει είκοσι χρόνια, αλλά μπορώ ακόμα να πνιγώ. Η γυναίκα του
ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, η καλύτερη φίλη του, αλλά
είκοσι χρόνια δεν είναι αρκετά για να σε απαλλάξουν από μια
απιστία.
«Ώστε αποφάσισες να μην ακολουθήσεις τα βήματα της μητέρας
σου, αλλά να γίνεις σεφ», είπε κι έδωσε το Περιέ στη Σάμερ.
«Είμαι σίγουρη ότι ο Μπλέικ θα συμφωνήσει ότι το ν’
ακολουθήσεις τα βήματα του γονιού σου είναι συχνά επικίνδυνο».
Ο Μπλέικ κατάλαβε από ένστικτο ότι εκείνη τη στιγμή η Σάμερ δε
μιλούσε για τη δουλειά. Την είδε ν’ ανταλλάσσει ένα βλέμμα με τον
πατέρα του που δεν κατάλαβε. «Εξαρτάται από το πού οδηγεί το
μονοπάτι», είπε. «Στην περίπτωσή μου, προτιμώ να το
αντιμετωπίζω σαν πρόκληση».
«Ο Μπλέικ έχει μοιάσει στον παππού του», είπε ο Μπι-Σι. «Έχει
τετράγωνη λογική».
«Ναι», μουρμούρισε η Σάμερ. «Το έχω διαπιστώσει στην πράξη».
«Προφανώς η επιλογή σου ήταν σωστή», συνέχισε ο Μπι-Σι. «Ο
Μπλέικ μου μίλησε για τα εκλέρ σου».
Η Σάμερ γύρισε αργά το κεφάλι της και κοίταξε τον Μπλέικ,
νιώθοντας τους μυς στους μηρούς και στο στομάχι της να σφίγγονται
από την ανάμνηση. Η φωνή της παρέμεινε ήρεμη και άνετη.
«Αλήθεια; Στην πραγματικότητα, η σπεσιαλιτέ μου είναι η μπόμπα».
Ο Μπλέικ αντιμετώπισε θαρρετά το βλέμμα της. «Κρίμα που δεν
είχες μία έτοιμη τις προάλλες».
Ο Μπι-Σι αισθάνθηκε τις δονήσεις στην ατμόσφαιρα και ένιωσε
σαν ο τρίτος τροχός της αμάξης. «Ε, λοιπόν, θ’ αφήσω εσάς τους δυο
να συνεχίσετε τη δουλειά σας. Θέλω να κουβεντιάσω με κάποιους
ανθρώπους πριν από τη συνεδρίαση. Χάρηκα που σε γνώρισα,
Σάμερ». Πήρε πάλι το χέρι της και το κράτησε, κοιτάζοντάς τη στα
μάτια. «Σε παρακαλώ, δώσε τους χαιρετισμούς μου στη μητέρα
σου».
Η Σάμερ πρόσεξε πως τα μάτια του είχαν το ίδιο χρώμα, το ίδιο
σχήμα και την ίδια γοητεία με του Μπλέικ. Χαμογέλασε. «Θα τους
δώσω».
«Μπλέικ, θα σε δω το απόγευμα».
Εκείνος κάτι μουρμούρισε, κοιτάζοντας τη Σάμερ κι όχι τον
πατέρα του. Περίμενε να κλείσει η πόρτα και μετά μίλησε. «Γιατί
έχω την αίσθηση ότι εσείς οι δυο ανταλλάξατε μηνύματα μπροστά
στα μάτια μου;»
«Δεν έχω ιδέα», του απάντησε αβίαστα η Σάμερ και πήρε το
χαρτοφύλακα. «Αν έχεις χρόνο, θα ήθελα να ρίξεις μια ματιά σ’ αυτά
τα χαρτιά τώρα που είμαι κι εγώ εδώ». Άνοιξε το φερμουάρ του
χαρτοφύλακα και τα έβγαλε. «Έτσι, αν έχεις καμιά απορία ή
διαφωνείς με κάτι, μπορούμε να το κουβεντιάσουμε αμέσως, προτού
ξεκινήσω τη δουλειά κάτω».
«Εντάξει». Ο Μπλέικ πήρε την πρώτη σελίδα, αλλά συνέχισε να
κοιτάζει εκείνη. «Υποτίθεται ότι αυτό το κουστούμι θα με κρατήσει
σε απόσταση;»
Η Σάμερ του έριξε ένα υπεροπτικό βλέμμα. «Δεν έχω ιδέα για τι
πράγμα μιλάς».
«Ναι, έχεις. Και κάποια άλλη φορά θα ήθελα να σ’ το βγάλω αργά,
κομμάτι κομμάτι. Για την ώρα όμως, θα παίξουμε με τους δικούς σου
όρους». Χωρίς άλλη λέξη, χαμήλωσε το βλέμμα του και άρχισε να
διαβάζει τη σελίδα που κρατούσε στα χέρια του.
«Ξιπασμένο γουρούνι», μουρμούρισε ευδιάκριτα η Σάμερ, αλλά
όταν εκείνος δεν καταδέχτηκε καν να σηκώσει το βλέμμα του από το
χαρτί, σταύρωσε τα μπράτσα της στο στήθος. Ήθελε ένα τσιγάρο για
ν’ απασχολήσει με κάποιο τρόπο τα χέρια της, αλλά αρνήθηκε στον
εαυτό της αυτή την πολυτέλεια. Θα καθόταν εκεί σαν βράχος και
όταν θα ερχόταν η ώρα, θα πάλευε με νύχια και με δόντια για τις
αλλαγές που ήθελε να κάνει. Στο συγκεκριμένο τομέα είχε αυτή τον
απόλυτο έλεγχο.
Ήθελε να τον μισήσει που είχε μαντέψει ότι το κομψό,
συντηρητικό κουστούμι ήταν ένα μέσο για να καθορίσει το είδος της
σχέσης τους. Ταυτόχρονα ένιωσε να τον σέβεται που ήταν αρκετά
διορατικός ώστε να προσέχει και τις μικρές λεπτομέρειες. Ήθελε να
τον μισήσει επειδή ένα βλέμμα, ένας λόγος του έφτανε για να
ξυπνήσει τον πόθο μέσα της. Αλλά ήταν αδύνατο τη στιγμή που είχε
περάσει το υπόλοιπο Σαββατοκύριακο από τη μια να εύχεται να μην
τον είχε γνωρίσει ποτέ και από την άλλη παρακαλώντας να γυρίσει
κοντά της ώστε να ξαναζήσει εκείνη τη συγκίνηση. Ο άνθρωπος
αυτός ήταν ένα πρόβλημα, δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Και ήξερε
πως, για να λύσεις ένα πρόβλημα, πρέπει να προχωρήσεις βήμα βήμα.
Το πρώτο βήμα λοιπόν ήταν η κουζίνα, η δική της κουζίνα.
«Δύο καινούριοι φούρνοι γκαζιού», μουρμούρισε ο Μπλέικ,
ρίχνοντας μια ματιά στα χαρτιά. «Ένας ηλεκτρικός φούρνος και δύο
ακόμα στόφες από το κάθε είδος». Χωρίς να χαμηλώσει το χαρτί, την
κοίταξε πάνω από την κορυφή της σελίδας.
«Νομίζω ότι σου εξήγησα την ανάγκη ύπαρξης τόσο των
ηλεκτρικών φούρνων όσο και των φούρνων γκαζιού. Πρώτον, οι
δικοί σου είναι αντίκες. Δεύτερον, σε ένα εστιατόριο αυτού του
μεγέθους οι δύο φούρνοι γκαζιού είναι απαραίτητοι».
«Προσδιορίζεις τις μάρκες».
«Ασφαλώς, έχω άποψη για τις συσκευές που θέλω να
χρησιμοποιώ».
Ο Μπλέικ ύψωσε το ένα φρύδι του, γνωρίζοντας ότι οι
προμηθευτές τους θα γκρίνιαζαν. «Και θέλεις ν’ αντικαταστήσεις όλα
τα μαγειρικά σκεύη με καινούρια».
«Οπωσδήποτε».
«Ίσως θα έπρεπε να οργανώσουμε ένα παζάρι στην πίσω αυλή του
ξενοδοχείου», μουρμούρισε ο Μπλέικ και έστρεψε πάλι το βλέμμα
του στο χαρτί. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι ήταν το σοτουάρ ή
γιατί η Σάμερ χρειαζόταν τρία. «Και αυτό το συγκεκριμένο
επαγγελματικό μίξερ;»
«Είναι απαραίτητο. Αυτό που έχετε κάνει ικανοποιητική δουλειά,
αλλά εμένα δε με καλύπτει».
Ο Μπλέικ έπνιξε το γέλιο του καθώς θυμήθηκε τη γνώμη του
πατέρα του για το συγκεκριμένο χαρακτηρισμό σε συνάρτηση με την
ερωτική του ζωή. «Έγραψες τόσα πολλά είδη στα γαλλικά απλώς και
μόνο για να με μπερδέψεις;»
«Τα έγραψα στα γαλλικά», τον αντέκρουσε η Σάμερ, «γιατί στα
γαλλικά είναι η σωστή ορολογία».
Ο Μπλέικ έβγαλε έναν απροσδιόριστο ήχο από το στόμα του και
πέρασε στη δεύτερη σελίδα. «Όπως και να έχει το πράγμα, δεν έχω
καμιά διάθεση να κάτσω να ψειρίσω τον εξοπλισμό της κουζίνας
ούτε στα γαλλικά ούτε στα αγγλικά».
«Ωραία. Γιατί κι εγώ δεν έχω καμιά διάθεση να δουλέψω παρά
μόνο με τον καλύτερο». Η Σάμερ του χαμογέλασε και έγειρε πίσω.
Είχε κερδίσει τον πρώτο πόντο.
Ο Μπλέικ έριξε μια ματιά στη δεύτερη σελίδα και προχώρησε στην
τρίτη. «Σκοπεύεις να ξηλώσεις τους πάγκους που υπάρχουν, να
εντοιχίσεις τις καινούριες συσκευές, να δημιουργήσεις μια εστία στο
κέντρο και μια άλλη επιφάνεια πάγκων που να φτάνει τα τρία μέτρα».
«Είναι πιο λειτουργικό», του απάντησε απλά η Σάμερ.
«Και χρονοβόρο».
«Βιάζεσαι; Εμένα προσέλαβες, Μπλέικ, όχι τον σεφ Μινίτ», τον
αντέκρουσε και το χαμόγελό του την έκανε να στενέψει τα μάτια
της. «Αποστολή μου είναι να οργανώσω την κουζίνα σου, πράγμα
που σημαίνει να την κάνω όσο πιο λειτουργική και δημιουργική
μπορώ. Μόλις τελειώσω με αυτό το σκέλος, θα καταπιαστώ με τη
βελτίωση του μενού».
«Και αυτά...» Ο Μπλέικ ξεφύλλισε τις πέντε δακτυλογραφημένες
σελίδες. «...είναι όλα απαραίτητα για το αποτέλεσμα που θέλεις;»
«Στη δουλειά μου δεν ασχολούμαι ποτέ με κάτι που δεν είναι
απαραίτητο. Αν δε συμφωνείς», του είπε και σηκώθηκε, «μπορούμε
να βάλουμε ένα τέλος στη συνεργασία μας και να προσλάβεις τον Λα
Πουάντ. Έτσι, θ’ αποκτήσεις μια πομπώδη, υπερτιμημένη και
δεύτερης κατηγορίας κουζίνα, που θα σερβίρει πομπώδη,
υπερτιμημένα και δεύτερης κατηγορίας γεύματα».
«Πρέπει να γνωρίσω αυτόν τον Λα Πουάντ», μουρμούρισε ο
Μπλέικ και σηκώθηκε κι αυτός. «Θα έχεις αυτά που θέλεις, Σάμερ»,
της είπε και όταν είδε το χαμόγελο ικανοποίησης που χαράχτηκε στα
χείλη της, μισόκλεισε τα μάτια του. «Και το καλό που σου θέλω, να
τηρήσεις το λόγο σου και να κάνεις όσα υποσχέθηκες».
Τα μάτια της άστραψαν, τονίζοντας τους χρυσαφένιους κύκλους
γύρω από τις ίριδές της. Ο Μπλέικ το πρόσεξε και ο πόθος του
φούντωσε.
«Σου έδωσα το λόγο μου. Το μικρομεσαίο εστιατόριό σου με τις
μέτριες μπριζόλες και τα λαπαδιασμένα γλυκά μέσα σε έξι μήνες θα
σερβίρει τα καλύτερα πιάτα υψηλής μαγειρικής».
«Διαφορετικά;»
Ώστε ήθελε εγγύηση, σκέφτηκε η Σάμερ, ξεφυσώντας.
«Διαφορετικά θα προσφέρω τις υπηρεσίες μου για την υπόλοιπη
περίοδο μέχρι τη λήξη του συμβολαίου μου δωρεάν. Σε ικανοποιεί
αυτό;»
«Απόλυτα». Ο Μπλέικ της άπλωσε το χέρι του. «Όπως σου είπα,
θα έχεις όσα ακριβώς ζήτησες, μέχρι το τελευταίο χτυπητήρι για τ’
αβγά».
«Είναι χαρά να δουλεύει κανείς μαζί σου, Μπλέικ». Η Σάμερ
επιχείρησε να τραβήξει το χέρι της, αλλά εκείνος συνέχισε να της το
κρατά σφιχτά. «Μπορεί εσύ να μην έχεις δουλειά», άρχισε να του
λέει, «αλλά εγώ έχω μπόλικη. Γι’ αυτό, με συγχωρείς...»
«Θέλω να σε δω».
Η Σάμερ κράτησε το χέρι της χαλαρό μέσα στο δικό του αντί ν’
αρχίσει μια μάχη που κατά πάσα πιθανότητα θα έχανε. «Με είδες».
«Απόψε».
«Λυπάμαι». Η Σάμερ χαμογέλασε πάλι, αλλά δεν ήθελε πολύ για
να του δείξει τα δόντια της. «Έχω ραντεβού».
Τα δάχτυλά του έσφιξαν αυτόματα τα δικά της, πράγμα που την
έκανε να νιώσει μια διεστραμμένη ικανοποίηση. «Εντάξει, πότε;» τη
ρώτησε.
«Θα είμαι στην κουζίνα κάθε μέρα, αλλά και μερικά απογεύματα
για να επιβλέπω την ανακαίνιση. Δεν έχεις παρά να πάρεις το
ασανσέρ και να κατέβεις».
Ο Μπλέικ την τράβηξε πιο κοντά του και, μολονότι υπήρχε το
γραφείο ανάμεσά τους, η Σάμερ ένιωσε το πάτωμα κάτω από τα
πόδια της λιγότερο σταθερό. «Θέλω να σε δω μόνη», της είπε ήρεμα,
έφερε το χέρι της στα χείλη του και φίλησε ένα ένα τα δάχτυλά της.
«Μακριά από δω, εκτός ωραρίου».
Αν ο Μπλέικ Κόκραν ο Δεύτερος ήταν στα νιάτα του σαν τον
Μπλέικ Κόκραν τον Τ ρίτο, τότε η Σάμερ καταλάβαινε γιατί η μητέρα
της είχε μπλέξει τόσο γρήγορα και τόσο παθιασμένα μαζί του. Η
λαχτάρα και ο πειρασμός υπήρχαν, αλλά η Σάμερ δεν ήταν η Μονίκ.
Και στην προκειμένη περίπτωση, ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει
να επαναληφθεί η ιστορία. «Σου εξήγησα γιατί αυτό δε γίνεται. Δε
μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι».
«Ο σφυγμός σου χτυπά σαν τρελός», της είπε ο Μπλέικ, σέρνοντας
το δάχτυλό του στον καρπό της.
«Συμβαίνει αυτό όταν ταράζομαι».
«Ή διεγείρεσαι».
Η Σάμερ έγειρε το κεφάλι της και του έστειλε ένα δολοφονικό
βλέμμα. «Θα το διασκέδαζες και με τον Λα Πουάντ μ’ αυτό τον
τρόπο;»
Ο Μπλέικ ένιωσε το θυμό του να φουντώνει, αλλά τον έπνιξε,
γιατί ήξερε πως αυτός ήταν ο στόχος της. «Αυτή τη στιγμή δε με
νοιάζει αν είσαι σεφ, υδραυλικός ή νευροχειρουργός. Αυτή τη
στιγμή», επανέλαβε, «το μόνο που με νοιάζει είναι ότι είσαι μια
γυναίκα που επιθυμώ πάρα πολύ».
Η Σάμερ ήθελε να καταπιεί, γιατί ξαφνικά ένιωσε ξερό το λαιμό
της, αλλά έπνιξε την ανάγκη. «Αυτή τη στιγμή είμαι μία σεφ κι έχω
μια συγκεκριμένη δουλειά να κάνω. Και σου ζητάω για μια ακόμη
φορά να με συγχωρέσεις, γιατί πρέπει να φύγω ώστε να μπορέσω να
την αρχίσω».
Αυτή τη φορά, σκέφτηκε ο Μπλέικ καθώς άφηνε το χέρι της.
Αλλά, μα το Θεό, αυτή η φορά θα ήταν και η τελευταία. «Αργά ή
γρήγορα, Σάμερ».
«Μπορεί και ναι», συμφώνησε εκείνη, παίρνοντας το δερμάτινο
χαρτοφύλακά της. «Μπορεί και όχι», συνέχισε κι έκλεισε με μια
κίνηση το φερμουάρ. «Καλή σου μέρα, Μπλέικ», κατέληξε,
προχώρησε μέχρι την πόρτα και βγήκε, κι ας ένιωθε τα πόδια της να
τρέμουν.
Η Σάμερ διέσχισε ήρεμα τον προθάλαμο με την παχιά μοκέτα,
προσπέρασε τα γραφεία όπου κάθονταν οι γραμματείς και βγήκε στη
ρεσεψιόν. Όταν μπήκε στο ασανσέρ, έγειρε πάνω στον τοίχο και
άφησε την ανάσα που κρατούσε τόση ώρα να βγει αργά. Πάτησε το
κουμπί για να κατέβει, νιώθοντας τα νεύρα της τεντωμένα.
Πάει, τέλειωσε, είπε στον εαυτό της. Τον είχε αντιμετωπίσει στο
γραφείο του και είχε κερδίσει όλους τους πόντους εκείνη.
Αργά ή γρήγορα, Σάμερ.
Άφησε πάλι την ανάσα της να βγει αργά. Σχεδόν όλους τους
πόντους, διόρθωσε τον εαυτό της. Το σημαντικό τώρα ήταν να
συγκεντρωθεί στην κουζίνα της και να φροντίσει να είναι διαρκώς
απασχολημένη. Δε θα βοηθούσε σε τίποτε να κάθεται και να
σκέφτεται τον Μπλέικ όπως είχε κάνει το Σαββατοκύριακο.
Όταν τα νεύρα της ηρέμησαν κάπως, η Σάμερ απομακρύνθηκε από
τον τοίχο. Τα είχε καταφέρει μια χαρά, είχε ξεκαθαρίσει τη θέση της
και είχε φύγει. Γενικά το πρωινό της ήταν πολύ πετυχημένο. Πίεσε
το χέρι της στο στομάχι της, που εξακολουθούσε να είναι σφιγμένο.
Να πάρει η οργή, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο απλά αν δεν τον
ήθελε τόσο πολύ.
Όταν οι πόρτες άνοιξαν, βγήκε από το ασανσέρ και προχώρησε
προς την κουζίνα. Μέσα στον πανικό που επικρατούσε καθώς
πλησίαζε η ώρα του μεσημεριανού, κανείς δεν την πρόσεξε. Η Σάμερ
εκτίμησε τη φασαρία που βασίλευε εκεί μέσα. Κατά τη γνώμη της,
ήσυχη κουζίνα σημαίνει έλλειψη επικοινωνίας. Άρα και έλλειψη
συνεργασίας. Για μια στιγμή στάθηκε απλά στην πόρτα να
παρακολουθήσει.
Της άρεσαν οι μυρωδιές στην ατμόσφαιρα. Ένα μείγμα από τα
φαγητά που ετοιμάζονταν για το μεσημεριανό με αυτά που είχαν
μείνει από το πρόγευμα. Μπέικον, λουκάνικα και καφές από τη μια,
ψητό κοτόπουλο, κρέας στη σχάρα και φρεσκοψημένα κεκάκια από
την άλλη. Μισόκλεισε τα μάτια της και φαντάστηκε τη μορφή που θα
έπαιρνε σύντομα αυτός ο χώρος. Σύμφωνα με τις δικές της επιθυμίες.
Θα γινόταν καλύτερος, αποφάσισε, κουνώντας το κεφάλι της.
«Μις Λίντον».
Αφηρημένη, κοίταξε συνοφρυωμένη το μεγαλόσωμο άντρα με την
ποδιά και το σκούφο. «Ναι;»
«Είμαι ο Μαξ», της είπε εκείνος κοφτά και φούσκωσε το στήθος
του. «Ο επικεφαλής σεφ».
Εδώ έχουμε πρόβλημα θιγμένου εγωισμού, σκέφτηκε η Σάμερ και
του άπλωσε το χέρι. «Τ ι κάνεις, Μαξ; Δε σε πέτυχα όταν πέρασα την
περασμένη βδομάδα».
«Ο κύριος Κόκραν μου έδωσε την εντολή να συνεργαστώ απόλυτα
μαζί σας κατά τη διάρκεια αυτής της... μεταβατικής περιόδου».
Θαύμα, σκέφτηκε εκείνη και βόγκηξε σιωπηλά. Η δυσαρέσκεια
μέσα σε μια κουζίνα μοιάζει με το καθισμένο σουφλέ –δεν μπορείς
να κάνεις και πολλά για να την αντιμετωπίσεις. Αν την είχαν αφήσει
να χειριστεί το όλο θέμα μόνη της, μπορεί και να μην είχε πληγωθεί ο
εγωισμός του, αλλά το κακό τώρα είχε γίνει. Κράτησε, λοιπόν, μια
νοερή σημείωση να πει στον Μπλέικ την άποψή της για το τακτ και
τη διπλωματία του.
«Ε, λοιπόν, Μαξ, θα ήθελα να κουβεντιάσουμε μαζί τις
διαρθρωτικές αλλαγές που έχω προτείνει, τη στιγμή που εσύ
γνωρίζεις καλύτερα από τον καθένα τη ρουτίνα που επικρατεί εδώ
μέσα».
«Διαρθρωτικές αλλαγές;» επανέλαβε εκείνος και το στρογγυλό
πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο. Το μουστάκι πάνω από τα χείλη
του άρχισε να τρέμει, αφήνοντας να φανεί το χρυσό δόντι του από
κάτω. «Στην κουζίνα μου;»
Στην κουζίνα μου, τον διόρθωσε νοερά η Σάμερ, αλλά χαμογέλασε.
«Είμαι σίγουρη ότι θα χαρείς με τις βελτιώσεις... και το νέο
εξοπλισμό. Θα πρέπει να είναι απογοητευτικό εσύ να προσπαθείς να
φτιάξεις κάτι μοναδικό, αλλά οι συσκευές που έχεις στη διάθεσή σου
να είναι απαρχαιωμένες».
«Αυτός ο φούρνος», της είπε και τον έδειξε με μια δραματική
κίνηση, «αυτή η στόφα –και οι δυο συσκευές βρίσκονται εδώ από
τότε που ξεκίνησα να δουλεύω στο Κόκραν. Κανένας και τίποτε εδώ
μέσα δεν είναι απαρχαιωμένο».
Ως εδώ ήταν η συνεργασία, σκέφτηκε η Σάμερ με σαρκασμό. Αν,
λοιπόν, ήταν πολύ αργά για μια φιλική αλλαγή σκυτάλης στην
εξουσία, ήταν καιρός να περάσει στην επίθεση. «Θα παραλάβουμε
τρεις καινούριους φούρνους», άρχισε να λέει κοφτά. «Δύο γκαζιού
και έναν ηλεκτρικό. Τον ηλεκτρικό θα τον χρησιμοποιούμε
αποκλειστικά για τα επιδόρπια και τα γλυκά. Αυτός ο πάγκος»,
συνέχισε προχωρώντας, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της για να
δει αν ο Μαξ την ακολουθούσε, «θα φύγει και τα ηλεκτρικά μάτια
που παρήγγειλα θα προσαρμοστούν σ’ έναν καινούριο συμπαγή
πάγκο. Η ηλεκτρική ψηστιέρα παραμένει. Θα τοποθετηθεί και ένας
πάγκος στη μέση του δωματίου ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη
επιφάνεια εργασίας, αλλά και για να εκμεταλλευτούμε όλο αυτόν το
χώρο που τώρα μένει στην ουσία άχρηστος».
«Δεν υπάρχει άχρηστος χώρος στην κουζίνα μου».
Η Σάμερ γύρισε και τον κοίταξε με το πιο υπεροπτικό της
χαμόγελο. «Δε θα καθίσω να το κουβεντιάσω αυτό. Η
δημιουργικότητα θα είναι η πρώτη προτεραιότητα αυτής της
κουζίνας, η αποδοτικότητα η δεύτερη. Οι πελάτες θα περιμένουν από
εμάς να συνεχίσουμε να σερβίρουμε ποιοτικά γεύματα καθ’ όλη τη
διάρκεια της ανακαίνισης –δύσκολο αλλά όχι αδύνατο, αν
προσαρμοστούμε όλοι ανάλογα. Στο μεταξύ, εμείς οι δυο θα
μελετήσουμε το μενού που υπάρχει τώρα ώστε να προσθέσουμε
καινούριες, ενδιαφέρουσες γεύσεις για να πάψει να είναι τόσο πεζό».
Άκουσε την κοφτή ανάσα του, αλλά συνέχισε προτού προλάβει
εκείνος να ξεσπάσει: «Ο κύριος Κόκραν με προσέλαβε για να κάνω
αυτό το εστιατόριο το καλύτερο της πόλης. Και αυτό ακριβώς
σκοπεύω να κάνω. Τ ώρα, θα ήθελα να επιθεωρήσω το προσωπικό
ενώ ετοιμάζει το μεσημεριανό γεύμα». Η Σάμερ άνοιξε το φερμουάρ
του χαρτοφύλακά της κι έβγαλε ένα στυλό κι ένα σημειωματάριο.
Χωρίς άλλη λέξη, άρχισε να περιφέρεται ανάμεσα στους
πολυάσχολους μαγείρους.
Όπως διαπίστωσε ύστερα από λίγο, το προσωπικό ήταν πολύ καλά
εκπαιδευμένο και τακτικό. Μπράβο στον Μαξ. Η καθαριότητα
προφανώς αποτελούσε πρώτη προτεραιότητα. Άλλος ένας πόντος
υπέρ του. Στη συνέχεια παρακολούθησε ένα μάγειρα που ξεκοκάλιζε
επιδέξια ένα κοτόπουλο. Καθόλου άσχημα, αποφάσισε. Η ψηστιέρα
τσιτσίριζε, οι κατσαρόλες άχνιζαν. Σήκωσε ένα καπάκι κι έβγαλε με
μια κουτάλα λίγη από τη σούπα της ημέρας. Τη δοκίμασε, κρατώντας
τη στη γλώσσα της για λίγο.
«Βασιλικό», είπε απλώς και προχώρησε, παρατηρώντας έναν άλλο
μάγειρα που έβγαζε τις μηλόπιτες από το φούρνο. Η μυρωδιά τους
ήταν έντονη και μεστή. Ωραία, σκέφτηκε, αλλά κάθε έμπειρη γιαγιά
μπορεί να το πετύχει αυτό. Εδώ χρειαζόταν κάτι πρωτότυπο. Οι
άνθρωποι θα έρχονταν σε τούτο το εστιατόριο για να γευτούν κάτι
που δεν μπορούσαν να βρουν στο σπίτι τους. Σαρλότ, Κλαφουτί,
φλαμπέ.
Οι διαρθρωτικές αλλαγές ήταν καθαρά πρακτικές, αλλά το μενού
ήταν κάτι παραγωγικό, πράγμα που είχε μεγάλη σημασία για εκείνη.
Όσο επιθεωρούσε το προσωπικό και την κουζίνα, ρουφούσε τις
μυρωδιές κι αφομοίωνε τους ήχους, ένιωσε την πρώτη πραγματική
συγκίνηση. Θα το έκανε, και θα το έκανε για δική της ικανοποίηση,
αλλά και για ν’ ανταποκριθεί στην πρόκληση του Μπλέικ. Όταν θα
τελείωνε, αυτή η κουζίνα θα έφερε τη δική της σφραγίδα. Αυτό που
θα έκανε εδώ θα ήταν εντελώς διαφορετικό από το να ταξιδεύει
διαρκώς από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο για να φτιάξει ένα
και μόνο γλυκό που θα έμενε αλησμόνητο σε όσους το έτρωγαν. Εδώ
η δουλειά της θα είχε συνέχεια, σταθερότητα. Σ’ ένα χρόνο από
τώρα, σε πέντε χρόνια, η κουζίνα αυτή θα εξακολουθούσε να έχει
κάτι από το άγγιγμα, την επίδρασή της.
Η σκέψη αυτή την ευχαρίστησε περισσότερο απ’ όσο περίμενε.
Ποτέ μέχρι τώρα δεν έψαχνε για τη συνέχεια, αλλά μόνο για τη
λάμψη του προσωπικού θριάμβου. Εδώ όμως δε θα δούλευε στα
παρασκήνια; Μέχρι τώρα, μπορεί εκείνη να βρισκόταν σε μια κουζίνα
στο Μιλάνο ή στην Αθήνα, αλλά οι καλεσμένοι στο σαλόνι ήξεραν
ποιος τους ετοίμαζε τη Σαρλότ Ρουαγιάλ. Οι πελάτες όμως δε θα
έρχονταν σε τούτο το εστιατόριο για να φάνε ένα γλυκό της Σάμερ
Λίντον, αλλά για ν’ απολαύσουν ένα γεύμα στο Ξενοδοχείο Κόκραν.
Παίδεψε για λίγο αυτή τη σκέψη στο μυαλό της, αλλά ανακάλυψε
πως δεν είχε καμιά σημασία. Το γιατί δεν μπορούσε να το πει ακόμα.
Για την ώρα, ήταν σίγουρη για ένα πράγμα: Τη συγκινούσε ο
σχεδιασμός του όλου εγχειρήματος. Σκέψου το αργότερα,
συμβούλεψε τον εαυτό της και κράτησε μια τελευταία σημείωση.
Είχε μήνες μπροστά της ν’ ανησυχήσει για τις συνέπειες, τους λόγους,
τους κρυφούς κινδύνους. Ήθελε να ξεκινήσει, να πέσει με τα μούτρα
στην υλοποίηση αυτού του σχεδίου που για κάποιον περίεργο λόγο
θεωρούσε πλέον δικό της.
Στερέωσε το χαρτοφύλακα κάτω από τη μασχάλη της και βγήκε.
Δεν έβλεπε την ώρα ν’ αρχίσει να δουλεύει τα μενού.
Κεφάλαιο 6
Ρωσικό χαβιάρι Μπελούγκα Μαλασόλ θα σέρβιραν τόσο στο
μεσημεριανό όσο και στο δείπνο, αλλά και τη νύχτα μέσω της
υπηρεσίας δωματίου.
Η Σάμερ κράτησε μια ακόμα σημείωση. Τ ις τελευταίες δυο
βδομάδες είχε αλλάξει το προτεινόμενο μενού μια ντουζίνα φορές.
Ύστερα από μια άκαρπη προσπάθεια να συνεργαστεί με τον Μαξ,
αποφάσισε να το κάνει μόνη της. Ήξερε την ατμόσφαιρα που ήθελε
να δημιουργήσει, αλλά και πώς να το πετύχει αυτό μέσω του
φαγητού.
Για να κερδίσει χρόνο, είχε στήσει ένα μικρό γραφείο σ’ ένα κελάρι
δίπλα στην κουζίνα. Από εκεί μπορούσε να επιβλέπει το προσωπικό
και την ανακαίνιση, αλλά και να είναι αρκετά απομονωμένη ώστε να
μπορεί να δουλεύει το νέο της σχέδιο.
Μέχρι τώρα ήταν πολύ απασχολημένη και δεν της ήταν καθόλου
δύσκολο ν’ αποφεύγει τον Μπλέικ. Κατά τα φαινόμενα, ήταν κι
αυτός πνιγμένος με τις διαπραγματεύσεις μιας σημαντικής συμφωνίας.
Την αγορά μιας καινούριας αλυσίδας ξενοδοχείων, αν αλήθευαν οι
φήμες. Η Σάμερ έδινε λίγη σημασία σ’ αυτές· είχε επικεντρώσει την
προσοχή της σε άλλα θέματα, όπως οι ροδέλες βοδινού με σάλτσα
σαμπάνιας.
Όσο κρατούσε η ανακαίνιση, το προσωπικό βρισκόταν διαρκώς σε
μια κατάσταση που πλησίαζε τα όρια του πανικού. Η Σάμερ το είχε
αποδεχτεί. Στις περισσότερες κουζίνες που είχε δουλέψει
επικρατούσαν η ένταση και ο τρόμος που μόνο ένας μάγειρας μπορεί
να καταλάβει. Ίσως ήταν αυτή η δημιουργική ένταση και ο τρόμος
της αποτυχίας που οδηγούσαν σε υπέροχα γεύματα.
Συνήθως, άφηνε την επίβλεψη του προσωπικού στον Μαξ.
Παρέμβαινε στη ρουτίνα του όσο γινόταν λιγότερο, ενσωματώνοντας
τις αλλαγές που ήθελε σταδιακά. Είχε μάθει τη δύναμη και τη
χρησιμότητα της διπλωματίας από τον πατέρα της. Δεν ήξερε αν αυτό
είχε μαλακώσει καθόλου τον Μαξ, που παρέμενε ευγενικός αλλά
ψυχρός απέναντί της. Η Σάμερ έδιωξε αυτή τη σκέψη από το μυαλό
της υψώνοντας αδιάφορα τους ώμους της και συγκεντρώθηκε στη
λίστα με τα πρώτα πιάτα που θα πρόσφερε η κουζίνα της.
Συκώτι γάλακτος Μπερλινουάζ. Εξαιρετικό πρώτο πιάτο, ίσως όχι
τόσο δημοφιλές όσο το φιλέτο ή τα παϊδάκια, αλλά εξαιρετικό. Αρκεί
να μην έπρεπε να το φάει η ίδια, σκέφτηκε μ’ ένα μορφασμό και το
κατέγραψε.
Όταν θα τελείωνε με το κρέας και τα πουλερικά, θα καταπιανόταν
με τα ψαρικά. Φυσικά, θα έπρεπε να υπάρχει και ένας κρύος μπουφές,
διαθέσιμος είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μέσω της
υπηρεσίας δωματίου. Αυτό ήταν κάτι ακόμα που έπρεπε να
οργανώσει. Σούπες, ορεκτικά, σαλάτες –όλα αυτά έπρεπε να τα
σκεφτεί και να τα καταγράψει προτού προχωρήσει στα γλυκά. Και
εκείνη τη στιγμή θα άλλαζε οποιοδήποτε από τα γκουρμέ πιάτα που
είχε στη λίστα μπροστά της με ένα ζουμερό τσίζμπεργκερ μέσα σε
ψωμάκι ολικής άλεσης και μια σακούλα τηγανητές πατάτες.
«Ώστε εδώ κρύβεσαι», είπε ο Μπλέικ, γερμένος στην παραστάδα
της πόρτας. Είχε μόλις τελειώσει μια δύσκολη τετράωρη συνεδρίαση
και σκόπευε ν’ ανέβει στη σουίτα του, να κάνει ένα ωραίο ντους και
ν’ απολαύσει το γεύμα του μόνος του. Αντί γι’ αυτό όμως, είχε
κατέβει στην κουζίνα και στη Σάμερ.
Του θύμισε την πρώτη φορά που την είχε δει –με τα μαλλιά κάτω
και ξυπόλυτη. Στο τραπέζι μπροστά της είχε διάφορα χαρτιά με
σημειώσεις κι ένα μισογεμάτο ποτήρι με ξεθυμασμένο αναψυκτικό.
Πίσω της υπήρχαν στοίβες κουτιά και σακιά. Το δωμάτιο μύριζε
ελαφρά απορρυπαντικά και χαρτόνια. Εκείνη, όμως, είχε τον τρόπο
της να δείχνει ικανή και κύρια της κατάστασης.
«Δεν κρύβομαι», τον διόρθωσε. «Δουλεύω». Είναι κουρασμένος,
σκέφτηκε. Δείχνει κουρασμένος. Φαινόταν από τις ρυτίδες γύρω από
τα μάτια του. «Είχες πολλή δουλειά; Έχουμε δυο βδομάδες να σε
δούμε εδώ κάτω».
«Πάρα πολλή δουλειά». Ο Μπλέικ μπήκε κι άρχισε να σκαλίζει τις
σημειώσεις της.
«Έχεις πνιγεί στις διαπραγματεύσεις, απ’ ό,τι ακούω». Η Σάμερ
έγειρε πίσω, συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι την πονούσε η πλάτη
της. «Θ’ αγοράσεις την αλυσίδα Χάμιλτον».
Εκείνος την κοίταξε, ύψωσε τους ώμους του και στράφηκε πάλι
στις σημειώσεις της. «Υπάρχει αυτή η πιθανότητα».
«Διακριτικός». Η Σάμερ χαμογέλασε και ευχήθηκε να μην ένιωθε
τόσο χαρούμενη που τον ξανάβλεπε. «Ε, λοιπόν, όσο εσύ έπαιζες
Μονόπολη, εγώ ρύθμιζα πιο σαρκικά θέματα», του είπε κι όταν
εκείνος στράφηκε πάλι προς το μέρος της υψώνοντας το φρύδι του,
όπως το περίμενε, την έπιασαν τα γέλια. «Το φαγητό, Μπλέικ, είναι
η πιο βασική και προσωπική επιθυμία, κι ας λένε μερικοί το
αντίθετο. Για πολλούς, το φαγητό είναι μια ιεροτελεστία και την
απολαμβάνουν τρεις φορές τη μέρα. Είναι δουλειά του σεφ να κάνει
αυτή την απόλαυση αξέχαστη».
«Το λες αυτό εσύ που καταβροχθίζεις το πρόχειρο φαγητό σαν
έφηβη».
«Όπως είπα», συνέχισε ήρεμα η Σάμερ, «το φαγητό είναι πολύ
προσωπική υπόθεση».
«Σύμφωνοι». Ο Μπλέικ έριξε άλλη μια ματιά στο δωμάτιο γύρω
και στράφηκε πάλι προς το μέρος της. «Σάμερ, δεν υπάρχει λόγος να
δουλεύεις στο κελάρι. Μπορώ να σου φτιάξω ένα γραφείο σε μία από
τις σουίτες».
Η Σάμερ έψαξε μέσα στα χαρτιά της να βρει τη λίστα με τα
πουλερικά. «Με βολεύει εδώ γιατί είναι κοντά στην κουζίνα».
«Μα δεν έχει ούτε παράθυρο. Ο χώρος είναι γεμάτος κουτιά».
«Έτσι δεν έχω τίποτα να μου αποσπά την προσοχή». Η Σάμερ
ύψωσε τους ώμους της. «Αν ήθελα μια σουίτα, θα σ’ την είχα
ζητήσει. Για την ώρα, αυτός ο χώρος με βολεύει». Και βρίσκεται
αρκετές εκατοντάδες μέτρα μακριά από σένα, πρόσθεσε σιωπηλά.
«Μια και ήρθες εδώ, ίσως θα ήθελες να ρίξεις μια ματιά σ’ αυτά που
κάνω».
Ο Μπλέικ πήρε ένα από τα χαρτιά με τα ορεκτικά. «Κοκίγ Σεν Ζακ,
Σαλ ιγκάρια Μπουργκινιόν, Πατέ ντε Καμπάν. Είναι πολύ προσωπικό
να ρωτήσω αν έχεις δοκιμάσει ποτέ αυτά που προτείνεις;»
«Μόνο όταν έχω εμπιστοσύνη στον σεφ. Θα δεις, αν διαβάσεις πιο
προσεκτικά τις σημειώσεις μου, ότι θέλω να προσφέρω ένα πιο
εξεζητημένο μενού. Βλέπεις, τώρα πια έχει αρχίσει και ο
αμερικανικός ουρανίσκος να γίνεται πιο εκλεπτυσμένος».
Ο Μπλέικ χαμογέλασε με τον όρο αμερικανικός και τον τρόπο που
το είπε, και κάθισε απέναντί της. «Αλήθεια;»
«Πρόκειται για μια αργή διαδικασία», του απάντησε ξερά.
«Σήμερα μπορείς να βρεις ένα καλό πολυμίξερ σχεδόν σε κάθε
κουζίνα. Με αυτό κι ένα καλό βιβλίο μαγειρικής, ακόμα κι εσύ
μπορείς να φτιάξεις μια καλούτσικη μους».
«Εκπληκτικό».
«Άρα», συνέχισε η Σάμερ, χωρίς να του δώσει σημασία, «για να
δελεάσεις τον κόσμο να έρθει σ’ ένα εστιατόριο όπου θα πληρώσει
αδρά για να φάει, θα πρέπει να του προσφέρεις κάτι εξαιρετικό. Λίγα
τετράγωνα πιο κάτω μπορούν να βρουν ένα πλήρες γεύμα με το ένα
δέκατο αυτών που θα πληρώσουν στο Κόκραν Χάουζ». Σταύρωσε
τα χέρια της και ακούμπησε το πιγούνι της πάνω τους. «Άρα, θα
πρέπει να τους προσφέρεις μια πολύ ξεχωριστή ατμόσφαιρα,
ασύγκριτο σέρβις και εκπληκτικό φαγητό». Πήρε το αναψυκτικό της
και ήπιε μια γουλιά. «Προσωπικά θα προτιμούσα να πάρω μια πίτσα
και να τη φάω σπίτι μου, αλλά...» Ύψωσε τους ώμους της.
Ο Μπλέικ κοίταξε το επόμενο χαρτί. «Επειδή σου αρέσει η πίτσα
ή επειδή προτιμάς να τρως μόνη;»
«Και τα δύο. Τ ώρα...»
«Μένεις μακριά από τα εστιατόρια επειδή περνάς τόσο πολύ χρόνο
στις κουζίνες τους ή επειδή απλώς δε σ’ αρέσει να βρίσκεσαι με
κόσμο;»
Η Σάμερ άνοιξε το στόμα της ν’ απαντήσει, αλλά διαπίστωσε ότι
δεν ήξερε την απάντηση. Έπαιξε αμήχανη με το αναψυκτικό της. «Οι
ερωτήσεις σου γίνονται όλο και πιο προσωπικές και ξεφεύγουν από
το θέμα».
«Δε νομίζω. Μου λες ότι θα πρέπει να δελεάσουμε τους
ανθρώπους που έχουν αποκτήσει πλέον την ικανότητα να ετοιμάζουν
οι ίδιοι πιάτα που πρώτα αποτελούσαν αποκλειστικότητα των
ειδικών, αλλά και μια διαφορετική κατηγορία, που θα προτιμούσε ένα
γρήγορο και λιγότερο ακριβό γεύμα σ’ ένα εστιατόριο στην επόμενη
γωνία. Εσύ, λόγω του επαγγέλματος, αλλά και των γευστικών σου
προτιμήσεων, εμπίπτεις και στις δύο κατηγορίες. Τ ι θα έπρεπε να
προσφέρει ένα εστιατόριο για να σε δελεάσει να το επισκεφθείς όχι
μόνο μία αλλά πολλές φορές;»
Λογική ερώτηση. Η Σάμερ συνοφρυώθηκε. Μισούσε τις λογικές
ερωτήσεις γιατί δε σου άφηναν άλλο περιθώριο από το να τις
απαντήσεις. «Ησυχία, απομόνωση», του απάντησε στο τέλος. «Δεν
είναι κάτι που μπορείς να πετύχεις εύκολα σ’ ένα εστιατόριο, και
φυσικά δεν είναι κάτι που το αποζητούν όλοι. Είναι πολλοί αυτοί
που βγαίνουν για φαγητό για να δουν κόσμο και για να τους δουν οι
άλλοι. Υπάρχουν όμως και μερικοί, σαν κι εμένα, που προτιμούν
έστω μια ψευδαίσθηση μοναξιάς. Για να καταφέρεις να προσφέρεις
και τα δύο, θα πρέπει να έχεις κάποια τραπέζια τοποθετημένα με
τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται απομονωμένα από τα υπόλοιπα».
«Πράγμα που μπορείς να πετύχεις εύκολα με τον κατάλληλο
φωτισμό και την έξυπνη τοποθέτηση φυτών».
«Οι λέξεις-κλειδιά είναι “ κατάλληλο” και “ έξυπνη”».
«Η ησυχία και η απομόνωση είναι τα πρώτα που ζητάς εσύ για να
επιλέξεις ένα εστιατόριο».
«Δε συνηθίζω να τρώω σ’ εστιατόρια», του απάντησε η Σάμερ,
υψώνοντας ανυπόμονα τους ώμους. «Αλλά αν πάω να φάω σ’ ένα
εστιατόριο, η ησυχία και η απομόνωση μπαίνουν στην ίδια σειρά με
την ατμόσφαιρα, το φαγητό και το σέρβις».
«Γιατί;»
Η Σάμερ είχε αρχίσει να μαζεύει τα χαρτιά της σε στοίβες πάνω
στο γραφείο της. «Αυτή είναι σίγουρα μια προσωπική ερώτηση».
«Ναι». Ο Μπλέικ κάλυψε τα χέρια της με το δικό του και τα
κράτησε ακίνητα. «Γιατί;»
Τον κοίταξε για μια στιγμή, σίγουρη ότι δε θα του απαντούσε.
Έπιασε όμως τον εαυτό της να παρασύρεται από το ήρεμο βλέμμα
και το τρυφερό άγγιγμά του. «Υποθέτω πως φταίει το ότι έτρωγα
πολύ συχνά σ’ εστιατόρια όταν ήμουν παιδί. Υποθέτω ότι και ένας
από τους λόγους που ενδιαφέρθηκα για τη μαγειρική ήταν μια άμυνα
στην ατελείωτη ιεροτελεστία αυτών των γευμάτων. Η μητέρα μου
ήταν –είναι– από τους τύπους που βγαίνουν για να δουν κόσμο και
για να τους δουν οι άλλοι. Ο πατέρας μου, πάλι, θεωρούσε το να βγει
έξω για φαγητό μέρος της δουλειάς του. Ένα μεγάλο κομμάτι της
ζωής των γονιών μου, άρα και της δικής μου, ήταν δημόσιο. Απλά
προτιμώ το δικό μου τρόπο».
Τ ώρα που την είχε αγγίξει, ο Μπλέικ ήθελε κάτι περισσότερο.
Τ ώρα που είχε αρχίσει να τη μαθαίνει, ήθελε να μάθει τα πάντα.
Έπρεπε να το φανταστεί ότι θα γινόταν αυτό. Είχε καταφέρει σχεδόν
να πείσει τον εαυτό του ότι είχε υπό έλεγχο τα αισθήματά του για τη
Σάμερ. Αλλά τώρα, μέσα σε τούτο το γεμάτο κουτιά κελάρι, με τους
ήχους της κουζίνας από δίπλα να φτάνουν στ’ αυτιά τους, την ήθελε
τόσο... όχι, περισσότερο από όσο ποτέ».
«Δε θα σε θεωρούσα εσωστρεφή ή μονόχνοτη».
«Όχι». Η Σάμερ δεν είχε προσέξει καν ότι είχε δέσει τα δάχτυλά
της με τα δικά του. Ήταν μια κίνηση που της φάνηκε απόλυτα
φυσική και άνετη. «Απλά προτιμώ να κρατώ την προσωπική μου
ζωή για τον εαυτό μου».
«Κι όμως, στον τομέα σου, είσαι διάσημη». Ο Μπλέικ
μετακινήθηκε και το πόδι του άγγιξε κάτω από το τραπέζι το δικό
της. Ένιωσε τη θέρμη του και η ανάγκη του γι’ αυτή διπλασιάστηκε.
Χωρίς να σκεφτεί, η Σάμερ μετακίνησε το πόδι της ώστε ν’ αγγίξει
πάλι το δικό του. Ένιωσε να λιώνει. «Μπορεί. Ή μάλλον θα έπρεπε
να πεις ότι τα γλυκά μου είναι διάσημα».
Ο Μπλέικ σήκωσε τα ενωμένα χέρια τους και τα κοίταξε. Τα δικά
της ήταν πιο ανοιχτόχρωμα, πιο μικρά και πιο λεπτά. Φορούσε ένα
οβάλ ζαφείρι με δέσιμο αντίκα που έκανε το χέρι της να φαντάζει
ακόμα πιο κομψό. «Αυτό θέλεις;»
Η Σάμερ έγλειψε τα χείλη της γιατί, όταν το βλέμμα του
καρφώθηκε πάλι επίμονο στο δικό της, τα μάτια του είχαν το ίδιο
βαθύ μπλε χρώμα με το ζαφείρι που φορούσε στο δάχτυλό της.
«Θέλω να είμαι πετυχημένη. Θέλω να με θεωρούν την καλύτερη σε
αυτό που κάνω».
«Τ ίποτε περισσότερο;»
«Όχι, τίποτε». Γιατί, αναρωτήθηκε με αγωνία, νιώθω ξέπνοη; Τα
νεαρά κορίτσια έμεναν ξέπνοα –ή γίνονταν ρομαντικά. Όχι εκείνη.
«Και όταν το έχεις πετύχει αυτό;» Ο Μπλέικ σηκώθηκε και τη
σήκωσε κι εκείνη χωρίς προσπάθεια. «Τ ι άλλο;»
Επειδή τώρα ήταν όρθιοι, η Σάμερ έπρεπε να σηκώσει το κεφάλι
της για να τον κοιτάξει κατευθείαν στα μάτια. «Μου είναι αρκετό»,
του απάντησε, αλλά καθώς το έλεγε ένιωσε τις πρώτες αμφιβολίες για
την αλήθεια των λόγων της. «Κι εσύ;» τον ρώτησε. «Κι εσύ δε
γυρεύεις επιτυχία –περισσότερη επιτυχία; Τα καλύτερα ξενοδοχεία,
τα καλύτερα εστιατόρια...»
«Είμαι επιχειρηματίας». Ο Μπλέικ έκανε αργά το γύρο του
τραπεζιού. Τ ώρα δεν τους χώριζε τίποτε. Τα χέρια τους ήταν πάντα
ενωμένα. «Έχω ένα επίπεδο το οποίο πρέπει να διατηρήσω ή να το
βελτιώσω. Αλλά είμαι και άντρας». Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά
της και τ’ άφησε να κυλήσουν ανάμεσα στα δάχτυλά του. «Και έχω
στο μυαλό μου και άλλα πράγματα πέρα από τα λογιστικά βιβλία».
Ήταν κοντά τώρα. Το κορμί της τρίφτηκε στο δικό του κι ένιωσε
ν’ ανατριχιάζει. Η Σάμερ ξέχασε όλους τους κανόνες που είχε ορίσει
και για τους δυο τους, σήκωσε το χέρι της και άγγιξε το μάγουλό
του. «Τ ι άλλο έχεις στο μυαλό σου;»
«Εσένα». Το χέρι του ανέβηκε από τη μέση στην πλάτη της και
την τράβηξε πιο κοντά του. «Έχω εσένα στο μυαλό μου και αυτό».
Τα χείλη τους άγγιξαν τρυφερά. Τα μάτια τους παρέμειναν ανοιχτά
και σε εγρήγορση. Ο σφυγμός και των δύο χτυπούσε πιο γρήγορα και
ο πόθος τους φούντωσε.
Η Σάμερ βρισκόταν στην αγκαλιά του και ένιωθε ξαναμμένη,
πεινασμένη. Όλες οι ώρες των τελευταίων δύο βδομάδων, όλη η
δουλειά, τα σχέδια, οι κανόνες έσβησαν κάτω από τη φλόγα του
πάθους. Ένιωσε την ανυπομονησία του να ταυτίζεται με τη δική της.
Το φιλί του ήταν άγριο, βαθύ, απελπισμένο. Η τριβή των κορμιών
τους, ένα γλυκό βασανιστήριο.
Σφίξε με. Η Σάμερ δεν ήξερε αν είχε πει φωναχτά τις λέξεις ή τις
είχε απλώς σκεφτεί, αλλά ο Μπλέικ θα πρέπει να ένιωσε την επιθυμία
της. Τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και την έσφιξε πάνω του, όπως
ακριβώς λαχταρούσε. Τα κορμιά τους ταίριαξαν απόλυτα, όπως και
τα χείλη τους, και η Σάμερ ένιωσε πιο μαλακή απ’ όσο θα μπορούσε
ποτέ της να φανταστεί.
Θηλυκή, αισθησιακή, ευαίσθητη, παθιασμένη. Ήταν δυνατόν να
ήταν όλ’ αυτά ταυτόχρονα; Η ανάγκη της για τον Μπλέικ μεγάλωσε·
ήθελε να τον γευτεί, να τον αγγίξει όσο κανέναν άλλον. Το βογκητό
της πάνω στα χείλη του πήγαζε από τη σύγχυση και την ηδονή της
συνάμα.
Για όνομα του Θεού, ήταν δυνατόν μια γυναίκα να τον ταξιδεύει
τόσο μακριά μ’ ένα και μόνο φιλί; Ο Μπλέικ ήταν ήδη μισότρελος για
κείνη. Έχανε τον έλεγχο μπροστά σε μια πολύ πιο επιτακτική
ανάγκη. Το ήξερε πως η σάρκα της θα γλιστρούσε σαν μετάξι κάτω
από τα δάχτυλά του. Έπρεπε να τη νιώσει.
Έχωσε το χέρι του κάτω από το πουλόβερ της. Ένιωσε τους
ξέφρενους χτύπους της καρδιάς της κάτω από την παλάμη του. Δεν
του αρκούσε αυτό. Δε θα του αρκούσε ποτέ. Αλλά οι ερωτήσεις, η
λογική ήταν για αργότερα. Έκρυψε το πρόσωπό του στο λαιμό της
και γεύτηκε τη σάρκα της. Το γνώριμο άρωμά της τον πλάνεψε, τον
παρέσυρε ένα βήμα πιο κοντά στον γκρεμό απ’ όπου δε θα υπήρχε
επιστροφή. Η κούραση που ένιωθε όταν είχε μπει στο δωμάτιο είχε
εξαφανιστεί. Η ένταση που ένιωθε όποτε βρισκόταν κοντά του είχε
διαλυθεί. Εκείνη τη στιγμή τη θεωρούσε ολοκληρωτικά δική του,
χωρίς να συνειδητοποιεί ότι την ήθελε κατ’ αποκλειστικότητα.
Τα μαλλιά της χάιδεψαν το πρόσωπό του, ένα απαλό, μυρωδάτο
σύννεφο. Του θύμισαν το Παρίσι όταν το καλοκαίρι είναι έτοιμο να
διαδεχτεί την άνοιξη. Αλλά η καυτή σάρκα της που παλλόταν τον
ταξίδεψε στις ατέλειωτες αποπνικτικές νύχτες γεμάτες νωχελικό
έρωτα. Ήθελε να την κάνει δική του εκεί μέσα, στο μικρό δωμάτιο
που το πάτωμά του ήταν γεμάτο κούτες.
Η Σάμερ δεν μπορούσε να σκεφτεί. Ένιωθε τα κόκαλά της να
λιώνουν και το μυαλό της ν’ αδειάζει, ενώ την έπνιγε η μια
συγκίνηση μετά την άλλη. Κι όμως αποζητούσε κάτι περισσότερο.
Ένιωσε τη λαχτάρα του κορμιού της. Τα ήθελε όλα –καταιγίδα,
βροντή, φλόγα. Για μια φορά... Η λαχτάρα την πότισε με λάγνες
υποσχέσεις. Θα μπορούσε να τον αφήσει να την κάνει δική του... να
τον κάνει κι αυτή δικό της. Μόνο μια φορά. Κι ύστερα...
Μ’ ένα βογκητό, τράβηξε το στόμα της από το δικό του και
έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο του. Αν κοιμόταν μια φορά με τον
Μπλέικ, η εμπειρία θα τη στοίχειωνε μια ζωή.
«Έλα πάνω μαζί μου», της ψιθύρισε εκείνος, ραίνοντας με φιλιά το
πρόσωπό της. «Έλα πάνω μαζί μου όπου θα μπορώ να σου κάνω
έρωτα όπως πρέπει. Σε θέλω στο κρεβάτι μου, Σάμερ. Απαλή, γυμνή,
δική μου».
«Μπλέικ...» Η Σάμερ γύρισε το πρόσωπό της στο πλάι και
προσπάθησε να ξαναβρεί την ανάσα της. Τ ι της είχε συμβεί; Πότε –
πώς; «Είναι λάθος –και για τους δυο μας».
«Όχι». Την έπιασε από τους ώμους και την ανάγκασε να τον
κοιτάξει. «Είναι σωστό –και για τους δυο μας».
«Δεν μπορώ να μπλέξω...»
«Είσαι ήδη μπλεγμένη».
Η Σάμερ άφησε την ανάσα της να βγει αργά. «Δεν μπορώ να
μπλέξω πιο πολύ. Έχω ήδη προχωρήσει περισσότερο απ’ όσο
σκόπευα».
Όταν πήγε να τραβηχτεί, ο Μπλέικ την κράτησε αποφασιστικά
μπροστά του. «Θέλω να μου πεις ένα λόγο, Σάμερ, έναν πολύ καλό
λόγο».
«Με μπερδεύεις», ξεστόμισε χωρίς να το συνειδητοποιήσει και
αναθεμάτισε τον εαυτό της. «Να πάρει η οργή, δε μου αρέσει να με
μπερδεύουν».
«Κι εγώ πονάω για σένα». Η φωνή του ακούστηκε το ίδιο
ανυπόμονη με τη δική της, το κορμί του ήταν το ίδιο σφιγμένο. «Και
δε μου αρέσει να πονάω».
«Έχουμε πρόβλημα», κατάφερε να ψελλίσει η Σάμερ και έχωσε το
χέρι στα μαλλιά της.
«Σε θέλω». Ο τρόπος που το είπε αυτό ο Μπλέικ έκανε το χέρι
της να μείνει μετέωρο στον αέρα και το βλέμμα της αναζήτησε το
δικό του. Δεν έκρυβαν τίποτε το επιπόλαιο αυτές οι δυο λέξεις. «Σε
θέλω περισσότερο απ’ όσο θέλησα ποτέ μου γυναίκα. Και αυτό δε
μου αρέσει».
«Έχουμε μεγάλο πρόβλημα», ψέλλισε η Σάμερ και κάθισε
τρέμοντας στην άκρη του γραφείου.
«Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να το λύσουμε».
Του χαμογέλασε. «Δύο τρόποι», τον διόρθωσε. «Και νομίζω ότι ο
δικός μου είναι πιο ασφαλής».
«Ασφαλής». Ο Μπλέικ έσυρε το δάχτυλό του στο μάγουλό της.
«Αναζητάς την ασφάλεια, Σάμερ;»
«Ναι», του απάντησε χωρίς να διστάσει, γιατί ήταν αλήθεια. Μέχρι
να γνωρίσει τον Μπλέικ, δεν την είχε απασχολήσει ποτέ η ασφάλεια,
γιατί κανείς δεν την είχε κάνει να νιώσει ότι κινδύνευε. «Έχω δώσει
στον εαυτό μου πολλές υποσχέσεις, Μπλέικ, έχω θέσει πολλούς
στόχους. Το ένστικτό μου με προειδοποιεί ότι εσύ θα μπορούσες να
με αποσπάσεις από αυτούς. Και ακολουθώ πάντα το ένστικτό μου».
«Δεν έχω κανένα σκοπό να σε αποσπάσω από τους στόχους σου».
«Όπως και να έχει το πράγμα, έχω θέσει μερικούς πολύ αυστηρούς
κανόνες. Ένας από αυτούς είναι να μη δημιουργώ ποτέ προσωπικές
σχέσεις με τους συνεργάτες ή τους πελάτες μου. Κι εσύ εμπίπτεις και
στις δύο κατηγορίες».
«Και πώς σκοπεύεις να το εμποδίσεις αυτό; Μια σχέση για να γίνει
προσωπική περνά από διάφορα στάδια, Σάμερ. Κι εμείς έχουμε
διανύσει ήδη πολλά από αυτά».
Πώς μπορούσε να το αρνηθεί αυτό; Απλώς ήθελε να το
παραβλέψει. «Δυο βδομάδες τώρα καταφέραμε να μείνουμε μακριά ο
ένας από τον άλλον», του είπε. «Δεν έχουμε παρά να συνεχίσουμε
έτσι. Είμαστε και οι δυο πολυάσχολοι για την ώρα, άρα δε θα πρέπει
να είναι και τόσο δύσκολο».
«Κάποια στιγμή, ένας από τους δυο μας θα σπάσει τους κανόνες».
Και θα μπορούσα να ήμουν εγώ το ίδιο εύκολα όπως θα μπορούσε
να ήταν κι εκείνος, παραδέχτηκε η Σάμερ. «Δεν μπορώ να προβλέψω
τι θα γίνει κάποια στιγμή, το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι το
τώρα. Εγώ θα μείνω εδώ κάτω και θα κάνω τη δουλειά μου. Κι εσύ
θα μείνεις πάνω και θα κάνεις τη δική σου».
«Με τίποτα», γρύλισε ο Μπλέικ κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος
της. Η Σάμερ είχε μισοσηκωθεί όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην
πόρτα.
«Κύριε Κόκραν, σας ζητούν στο τηλέφωνο. Η γραμματέας σας λέει
ότι είναι επείγον».
Ο Μπλέικ συγκράτησε την οργή του. «Έρχομαι», είπε κι έριξε ένα
σκληρό και επίμονο βλέμμα στη Σάμερ. «Εμείς οι δυο δεν
τελειώσαμε».
Η Σάμερ τον περίμενε να φτάσει στην πόρτα. «Μπορώ να
μετατρέψω τούτο το μέρος σε παλάτι ή σε ένα λιγδιάρικο στέκι», του
είπε ήρεμα. «Η επιλογή είναι δική σου».
Ο Μπλέικ γύρισε και τη ζύγιασε με το βλέμμα. «Εκβιασμός;»
«Διασφάλιση», τον διόρθωσε και χαμογέλασε. «Παίξε με τους
δικούς μου όρους, Μπλέικ, και θα μείνουμε όλοι ευχαριστημένοι».
«Δικός σου ο πόντος, Σάμερ», της είπε, κουνώντας το κεφάλι του.
«Αυτή τη φορά».
Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω του, η Σάμερ κάθισε πάλι. Μπορεί να
είχε ξεγλιστρήσει, αλλά το παιχνίδι ήθελε πολύ ακόμα για να
τελειώσει.
Η Σάμερ έδωσε στον εαυτό της άλλη μια ώρα, ύστερα έφυγε από το
γραφείο της και επέστρεψε στην κουζίνα. Οι σερβιτόροι
μπαινόβγαιναν με δίσκους γεμάτους βρόμικα πιάτα. Το πλυντήριο
δούλευε πυρετωδώς. Οι κατσαρόλες έβραζαν. Μια μαγείρισσα
τραγουδούσε, ενώ έραβε ένα γεμιστό κοτόπουλο. Ήθελαν δυο ώρες
ακόμα για τη φούρια του δείπνου. Σε μια ώρα ο πανικός και η
σύγχυση θα έφταναν στο κατακόρυφο.
Και τότε, καθώς τη χτύπησαν στη μύτη οι μυρωδιές, η Σάμερ
συνειδητοποίησε ότι δεν είχε φάει. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια,
σκέφτηκε κι άρχισε ν’ ανοίγει τα ντουλάπια. Όλο και κάτι θα έβρισκε
να τσιμπήσει και ταυτόχρονα θα διαπίστωνε πόσο καλά οργανωμένες
ήταν οι προμήθειες.
Για το τελευταίο δεν μπορούσε να έχει κανένα παράπονο. Τα
ντουλάπια δεν ήταν μόνο καλά αλλά και συστηματικά στοκαρισμένα.
Ο Μαξ είχε πολλές ικανότητες, συνειδητοποίησε. Κρίμα που δεν
ήταν και ανοιχτόμυαλος. Συνέχισε να επιθεωρεί ράφι ράφι, αλλά δε
βρήκε πουθενά αυτό που έψαχνε.
«Μις Λίντον;»
Όταν άκουσε τη φωνή του Μαξ πίσω της, η Σάμερ έκλεισε αργά
την πόρτα του ντουλαπιού. Δε χρειαζόταν να γυρίσει για ν’
αντικρίσει την ψυχρή ευγένεια στο βλέμμα του και την αποδοκιμασία
στο σφιγμένο στόμα του. Θα έπρεπε να κάνει κάτι για ν’ αλλάξει
αυτή η κατάσταση και μάλιστα σύντομα, αποφάσισε. Για την ώρα,
ήταν κουρασμένη, πεινούσε και δεν είχε καμιά διάθεση για
διαπραγματεύσεις.
«Ναι, Μαξ». Άνοιξε τη διπλανή πόρτα και συνέχισε να επιθεωρεί
τις προμήθειες.
«Ίσως θα μπορούσα να σας βοηθήσω να βρείτε αυτό που
ψάχνετε».
«Ίσως. Για να είμαι ειλικρινής, προσπαθώ να διαπιστώσω πόσο
καλά οργανωμένες είναι οι προμήθειες, ενώ ψάχνω ένα βάζο με
φιστικοβούτυρο, Απ’ ό,τι φαίνεται...» Η Σάμερ έκλεισε και αυτή την
πόρτα και άνοιξε την επόμενη. «...οι προμήθειές μας είναι και καλές
και οργανωμένες».
«Η κουζίνα μου είναι απόλυτα οργανωμένη», άρχισε να λέει
σφιγμένα ο Μαξ. «Ακόμα και μέσα σ’ αυτό το χάος... με τους
ξυλουργούς».
«Οι ξυλουργοί κοντεύουν να τελειώσουν», του απάντησε
αβίαστα. «Και πιστεύω ότι οι καινούριοι φούρνοι έχουν καλή
απόδοση».
«Για κάποιους το καινούριο είναι πάντα καλύτερο».
«Για κάποιους», τον αντέκρουσε η Σάμερ, «η πρόοδος είναι πάντα
άγγελμα θανάτου. Πού μπορώ να βρω το φιστικοβούτυρο, Μαξ;
Θέλω στ’ αλήθεια να φτιάξω ένα σάντουιτς».
Αυτή τη φορά η Σάμερ γύρισε και τον είδε να υψώνει τα φρύδια
και να σουφρώνει το στόμα του. «Από κάτω», της είπε μ’ ένα
μειδίαμα και της έδειξε. «Όλα αυτά τα είδη τα έχουμε πρόχειρα για
τα παιδικά μενού».
«Ωραία». Χωρίς να προσβληθεί καθόλου, η Σάμερ έσκυψε να το
βρει. «Θα ήθελες κι εσύ ένα σάντουιτς να μου κάνεις παρέα;»
«Ευχαριστώ, όχι. Έχω δουλειά».
«Πολύ καλά». Η Σάμερ πήρε δυο φέτες ψωμί και άρχισε να τις
αλείφει με φιστικοβούτυρο. «Αύριο, στις εννιά το πρωί, θα
κουβεντιάσουμε οι δυο μας τα προτεινόμενα μενού στο γραφείο
μου».
«Έχω πολλή δουλειά στις εννιά».
«Όχι», τον διόρθωσε μαλακά εκείνη. «Έχουμε πολλή δουλειά από
τις εφτά μέχρι τις εννιά, ύστερα τα πράγματα ηρεμούν, ιδίως
μεσοβδόμαδα, μέχρι τη φούρια του μεσημεριανού. Στις εννιά»,
επανέλαβε και τον άκουσε να ξεφυσά. «Συγνώμη, πρέπει να πάρω
και λίγο ζελέ για το σάντουιτς».
Η Σάμερ άφησε τον Μαξ να τρίζει τα δόντια του και πήγε σ’ ένα
από τα μεγάλα ψυγεία. Ξιπασμένε, στενόμυαλε, τον στόλισε μέχρι να
βρει το πελώριο βάζο με ζελέ σταφύλι. Όσο ο Μαξ θα συνέχιζε να το
παίζει σκληρός και να μη συνεργάζεται, τα πράγματα θα ήταν
δύσκολα. Μια δυο φορές είχε σκεφτεί ότι ήταν έτοιμος να δηλώσει
την παραίτησή του –και ήταν στιγμές, όσο και αν δεν της άρεσε να
είναι απόλυτη, που ευχόταν να το κάνει.
Οι αλλαγές στην κουζίνα είχαν ήδη αρχίσει ν’ αποδίδουν, σκέφτηκε
και έκλεισε το σάντουιτς. Ακόμα και ένας ηλίθιος θα μπορούσε να
διαπιστώσει ότι οι ηλεκτρικές στόφες και τα καινούρια μαγειρικά
σκεύη είχαν μειώσει σημαντικά το χρόνο παρασκευής και είχαν
βελτιώσει την ποιότητα των φαγητών. Δάγκωσε μια μπουκιά
σάντουιτς τσατισμένη και τότε άκουσε την έντονη συζήτηση πίσω
της.
«Ο Μαξ θα γίνει έξαλλος. Έ-ξαλ -λ ος».
«Δεν μπορεί να κάνει τίποτε τώρα».
«Εκτός από το ν’ αρχίσει να φωνάζει και να πετάει ό,τι βρει
μπροστά του».
Ίσως να ήταν η κρυφή χαιρεκακία στην τελευταία δήλωση που
έκανε τη Σάμερ να γυρίσει. Είδε δύο μαγείρους που κουβέντιαζαν
σκυμμένοι πάνω από τη στόφα. «Για ποιο πράγμα θα γίνει έξαλλος ο
Μαξ;» ρώτησε, μασουλώντας μια δεύτερη μπουκιά σάντουιτς.
Οι δυο άντρες στράφηκαν προς το μέρος της. Τα πρόσωπά τους
ήταν αναψοκοκκινισμένα είτε από τη ζέστη της κουζίνας ή από την
έξαψη της συζήτησης. «Ίσως θα πρέπει να του το πείτε εσείς, μις
Λίντον», της είπε ο ένας μάγειρας ύστερα από ένα στιγμιαίο
δισταγμό, κρύβοντας και πάλι με δυσκολία τη χαιρεκακία του.
«Να του πω τι;»
«Ο Χούλιο και η Τ ζόρτζια κλέφτηκαν –μόλις μας ειδοποίησε ο
αδερφός του Χούλιο. Έφυγαν για τη Χαβάη».
Ο Χούλιο και η Τ ζόρτζια; Η Σάμερ έκανε μια γρήγορη αναδρομή
στο νοερό σημειωματάριό της και θυμήθηκε ότι οι συγκεκριμένοι
είχαν βάρδια τέσσερις με έντεκα. Έριξε μια ματιά στο ρολόι της και
διαπίστωσε ότι είχαν ήδη αργήσει δεκαπέντε λεπτά.
«Να υποθέσω ότι δε θα έρθουν σήμερα;»
«Παραιτήθηκαν, έτσι απλά», της απάντησε ο ένας από τους
μαγείρους χτυπώντας τα δάχτυλά του και κοίταξε τον Μαξ, που
ετοίμαζε παϊδάκια στη σχάρα. «Ο Μαξ θα γίνει μπουρλότο».
«Δεν πρόκειται να βοηθήσει αυτό σε τίποτα», μουρμούρισε η
Σάμερ. «Ώστε έχουμε δύο άτομα λιγότερα στη βάρδια του δείπνου».
«Τ ρία», τη διόρθωσε ο δεύτερος μάγειρας. «Ο Τσάρλι τηλεφώνησε
πριν από μια ώρα για να ειδοποιήσει ότι είναι άρρωστος».
«Θαύμα». Η Σάμερ τέλειωσε το σάντουιτς και σήκωσε τα μανίκια
της. «Τότε καλύτερα να στρωθούμε στη δουλειά οι υπόλοιποι».
Η Σάμερ φόρεσε μια ποδιά πάνω από το τζιν και το πουλόβερ της
και ανασκουμπώθηκε στη μια άκρη του καινούριου πάγκου. Μπορεί
να μην ήταν αυτό το συνηθισμένο στυλ της, σκέφτηκε χτυπώντας το
βούτυρο για το κέικ, αλλά οι περιστάσεις απαιτούσαν άμεση δράση.
Και το καλό που τους ήθελε, να τοποθετούσαν τα μεγάφωνα πριν
από το τέλος της βδομάδας, συνέχισε τις σκέψεις της, γλείφοντας λίγο
βούτυρο από τα δάχτυλά της. Η Σάμερ μπορούσε να μαγειρέψει σε
μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης χωρίς ν’ ακούει Σοπέν, αλλά δεν
επρόκειτο να το επαναλάβει δεύτερη φορά.
Έβαζε να ψήσει στο φούρνο τις βάσεις για την Μπλακ Φόρεστ
όταν της μίλησε ο Μαξ πάνω από τον ώμο της.
«Αποφασίσατε τώρα να φτιάξετε και γλυκό να φάτε;» τη ρώτησε.
«Όχι». Η Σάμερ ρύθμισε το χρονόμετρο και γύρισε στον πάγκο να
ετοιμάσει τη μους σοκολάτα. «Απ’ ό,τι φαίνεται, έχουμε ένα γάμο
και μια ασθένεια –αν και δε νομίζω ότι το ένα έχει σχέση με το άλλο.
Μας λείπει προσωπικό απόψε. Θ’ αναλάβω εγώ τα γλυκά, Μαξ, και
δε συνηθίζω να φλυαρώ όταν δουλεύω».
«Γάμο; Ποιο γάμο;»
«Ο Χούλιο και η Τ ζούλια κλέφτηκαν και έφυγαν για τη Χαβάη,
και ο Τσάρλι είναι άρρωστος. Και τώρα εγώ πρέπει να φτιάξω αυτή
τη μους».
«Κλέφτηκαν!» οργίστηκε ο Μαξ. «Κλέφτηκαν χωρίς την άδειά
μου;»
Η Σάμερ έκανε μια παύση και τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της.
«Υποθέτω ότι και ο Τσάρλι θα έπρεπε να είχε συνεννοηθεί μαζί σου
προτού αρρωστήσει. Άσε τις υστερίες, Μαξ, και βάλε κάποιον να μου
καθαρίσει μερικά μήλα. Μόλις το τελειώσω αυτό, θα φτιάξω και μία
Σαρλότ με μήλα».
«Τ ώρα αλλάζετε και το μενού μου!» ξέσπασε εκείνος.
Η Σάμερ γύρισε και τα μάτια της πετούσαν φλόγες. «Έχω να
ετοιμάσω μια ντουζίνα διαφορετικά επιδόρπια σε πολύ λίγο χρόνο.
Σε συμβουλεύω λοιπόν να κρατηθείς μακριά μου όσο δουλεύω. Δεν
είμαι γνωστή για τους καλούς μου τρόπους όταν μαγειρεύω».
Ο Μαξ ρούφηξε το στομάχι του και ίσιωσε τους ώμους του. «Θα
δούμε τι θα έχει να πει ο κύριος Κόκραν γι’ αυτό».
«Θαύμα. Φρόντισε να τον κρατήσεις κι αυτόν μακριά μου για τις
επόμενες τρεις ώρες, διαφορετικά κάποιος θα φάει το μπολ με τη
φρεσκοχτυπημένη κρέμα μου στα μούτρα», του είπε, έκανε
μεταβολή και συνέχισε τη δουλειά της.
Δεν είχε το χρόνο, δεν είχε την πολυτέλεια να εγκρίνει κάθε
επιδόρπιο όταν το τελείωνε. Η Σάμερ θ’ αναλογιζόταν αργότερα τις
ώρες της στη γραμμή παραγωγής. Τ ώρα ήταν πολύ βιαστική για να
σκεφτεί. Ο Χούλιο και η Τ ζούλια ήταν οι σεφ των επιδορπίων.
Τ ώρα, έπρεπε εκείνη να βγάλει δουλειά για δύο στον ίδιο χρόνο.
Αγνόησε το μενού και συνέχισε να φτιάχνει συνταγές που θυμόταν
απέξω. Όσοι θα δειπνούσαν απόψε εκεί, θα είχαν μια έκπληξη,
σκέφτηκε η Σάμερ τελειώνοντας τη δεύτερη τούρτα Μπλακ Φόρεστ,
αλλά η έκπληξη θα ήταν ευχάριστη. Τη στόλισε στα γρήγορα με τα
κεράσια, αναθεματίζοντας την ανάγκη για τόση βιασύνη. Ήταν
αδύνατο να δημιουργήσει κανείς κάτω από τέτοια πίεση χρόνου,
συνέχισε τις σκέψεις της, βρίζοντας με μανία μέσα από τα δόντια της.
Μέχρι τις έξι είχε τελειώσει τα ψησίματα και αφοσιώθηκε στην
ολοκλήρωση των γλυκών, που θα μπορούσαν να θρέψουν ένα
στρατό. Λίγο γλάσο σοκολάτας εδώ, λίγη κρέμα εκεί, ένα γαρνίρισμα,
ένα κουταλάκι μαρμελάδα ή ζελέ. Ήταν ξαναμμένη και τα μπράτσα
της την πονούσαν. Η κάτασπρη ποδιά της ήταν τώρα γεμάτη λεκέδες.
Κανείς δεν της μιλούσε, γιατί δε θα του απαντούσε. Κανείς δεν την
πλησίαζε, γιατί θα του έδειχνε τα δόντια της.
Κάθε τόσο, έδειχνε με μια κίνηση του χεριού της μια στοίβα σκεύη
που ήταν για πλύσιμο. Οι βοηθοί υπάκουαν αμέσως, χωρίς να
βγάλουν κιχ. Και να μιλούσε κανείς, το έκανε σιγανά και μακριά της.
Κανείς τους δεν είχε δει ποτέ τη Σάμερ Λίντον να δουλεύει.
«Προβλήματα;»
Η Σάμερ άκουσε τον Μπλέικ να μιλάει σιγανά πάνω από τον ώμο
της, αλλά δε γύρισε. «Τ ’ αυτοκίνητα παρουσιάζουν προβλήματα»,
μουρμούρισε, «όχι τα γλυκά».
«Τα πρώτα σχόλια από την τραπεζαρία είναι κάτι παραπάνω από
κολακευτικά».
Η Σάμερ κάτι γρύλισε και άνοιξε τη ζύμη για τα ταρτάκια. «Την
επόμενη φορά που θα πάω στη Χαβάη, θα ψάξω να βρω τον Χούλιο
και την Τ ζόρτζια και θα τους σπάσω τα κεφάλια».
«Νευράκια;» τη ρώτησε και σαν απάντηση εισέπραξε ένα
θανατηφόρο βλέμμα. «Και έχεις ανάψει». Άγγιξε το μάγουλό της με
το δάχτυλό του. «Πόση ώρα δουλεύεις;»
«Άρχισα λίγο μετά τις τέσσερις». Η Σάμερ απομάκρυνε στα
γρήγορα το δάχτυλό του κι άρχισε να κόβει τα ταρτάκια. Ο Μπλέικ
την παρακολούθησε ξαφνιασμένος. Δεν την είχε δει ποτέ μέχρι τώρα
να δουλεύει βιαστικά. «Φύγε».
Ο Μπλέικ έκανε ένα βήμα πίσω, αλλά συνέχισε να την
παρακολουθεί. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, η Σάμερ θα
πρέπει να είχε περάσει τουλάχιστον έξι ώρες μέσα σ’ εκείνο το
κελάρι που δεν είχε καν παράθυρο φτιάχνοντας τα μενού και στη
συνέχεια είχε δουλέψει άλλες τρεις ώρες όρθια εδώ μέσα. Ήταν πολύ
μικροκαμωμένη, πολύ ντελικάτη, σκέφτηκε, κι ένιωσε την επιθυμία
να την προστατέψει.
«Σάμερ, δεν μπορεί ν’ αναλάβει κάποιος άλλος από δω και πέρα;
Θα πρέπει να ξεκουραστείς».
«Κανείς δεν αγγίζει τα γλυκά μου», του απάντησε εκείνη με
τέτοια αυταρχικότητα, ώστε η εικόνα του ντελικάτου λουλουδιού
έσβησε αμέσως από το μυαλό του. Παρ’ όλ’ αυτά στα χείλη του
σχηματίστηκε ένα χαμόγελο.
«Εγώ μπορώ να κάνω κάτι;»
«Σε μια ώρα δε θα έλεγα όχι για λίγη σαμπάνια. Ντομ Περινιόν του
’73».
Ο Μπλέικ κούνησε το κεφάλι του και μια ιδέα άρχισε να
σχηματίζεται στο μυαλό του. Η Σάμερ είχε ποτίσει με το άρωμα των
γλυκών που βρίσκονταν αραδιασμένα μπροστά της. Γαργαλιστικό,
νόστιμο. Από τη μέρα που την είχε γνωρίσει, ο Μπλέικ είχε
ανακαλύψει ότι διέθετε μια πολύ εκλεπτυσμένη γεύση για τα γλυκά.
«Έχεις φάει;»
«Ένα σάντουιτς πριν από κάμποσες ώρες», του απάντησε με το
ζόρι. «Νομίζεις ότι μπορώ να φάω τέτοια ώρα;»
Ο Μπλέικ κοίταξε τις εντυπωσιακές τούρτες και τα γλυκά. Στη
μύτη του έφτασαν οι γαργαλιστικές μυρωδιές από τα ψητά κρέατα
και τις πικάντικες σάλτσες. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι,
και βέβαια όχι. Θα επιστρέψω».
Η Σάμερ κάτι μουρμούρισε και πατίκωσε τις άκρες της ζύμης στα
ταρτάκια.

Κεφάλαιο 7
Η Σάμερ τέλειωσε κατά τις οχτώ και δεν είχε και την καλύτερη
διάθεση. Τέσσερις ώρες σχεδόν χτυπούσε στο μίξερ, ζύμωνε, έπλαθε,
έψηνε. Συχνά είχε χρειαστεί να περάσει διπλάσιες ώρες και να
καταβάλει διπλάσια προσπάθεια για να τελειοποιήσει ένα και μόνο
γλυκό. Αλλά εκείνο ήταν τέχνη. Τούτο, από την άλλη μεριά, ήταν
σκληρή δουλειά, μια απλή και κοινή δουλειά.
Δεν ένιωθε κανένα θρίαμβο, καμιά ικανοποίηση, ένιωθε απλώς
κούραση. Κι ένας μάγειρας του στρατού, σκέφτηκε περιφρονητικά,
κάνει περίπου την ίδια δουλειά, φτιάχνοντας γρήγορα κι εύκολα
φαγητά για τις μάζες. Αυτή τη στιγμή, ούτε που ήθελε να ξαναδεί
αβγό στα μάτια της.
«Όσα έφτιαξα πρέπει να αρκούν για το δείπνο, αλλά και την
υπηρεσία δωματίου αργότερα», είπε κοφτά στον Μαξ, βγάζοντας τη
λεκιασμένη ποδιά της, και κοίταξε συνοφρυωμένη τις τάρτες.
Διέκρινε μια δυο που δεν είχαν τέλειο σχήμα. Αν υπήρχε χρόνος, θα
τις είχε βάλει στην άκρη και θα είχε φτιάξει άλλες. «Αύριο το πρωί,
θέλω να έρθει κάποιος σ’ επαφή με τη διεύθυνση προσωπικού ώστε
να φροντίσουν να προσλάβουν δύο καινούριους σεφ για τα
επιδόρπια».
«Ο κύριος Κόκραν το έκανε ήδη», της απάντησε σφιγμένα ο Μαξ,
που δεν ήθελε να μαλακώσει τη στάση του απέναντί της, αν και είχε
εντυπωσιαστεί με τον τρόπο που είχε αποτρέψει η Σάμερ την
καταστροφή, ικανά και γρήγορα. Εκείνος επέμενε να είναι
πικρόχολος, κι ας όφειλε να παραδεχτεί –έστω και σιωπηλά– ότι οι
τάρτες της με το βερίκοκο ήταν οι καλύτερες που είχε φάει ποτέ του.
«Ωραία». Η Σάμερ έτριψε το σβέρκο με το χέρι της. Το δέρμα της
ήταν ιδρωμένο, οι μύες της σφιγμένοι. «Εννιά η ώρα αύριο, Μαξ, στο
γραφείο μου. Για να δούμε μήπως και καταφέρουμε να οργανωθούμε.
Εγώ θα πάω τώρα σπίτι μου, θα γεμίσω την μπανιέρα μου με ζεστό
νερό και θα μουλιάσω μέχρι το πρωί».
Ο Μπλέικ στεκόταν ακουμπισμένος στον τοίχο και την
παρακολουθούσε. Ήταν εντυπωσιακό να βλέπει πόσο γρήγορα η
καπριτσιόζα καλλιτέχνις είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά.
Με αυτό τον τρόπο, του είχε δείξει δύο πράγματα που δεν
περίμενε από εκείνη: ταχύτητα χωρίς ίχνος θεατρινισμού όταν
βρισκόταν αντιμέτωπη με μια μάλλον όχι ιδανική κατάσταση, και
ήρεμη αποδοχή της δύσκολης σχέσης της με τον Μαξ. Όσο και να το
έπαιζε πριμαντόνα, τα έβγαζε μια χαρά πέρα όταν βρισκόταν με την
πλάτη στον τοίχο.
Όταν η Σάμερ έβγαλε την ποδιά της, ο Μπλέικ την πλησίασε. «Να
σε πάω σπίτι σου;»
Εκείνη τον κοίταξε όσο έβγαζε τις φουρκέτες που κρατούσαν
μαζεμένα τα μαλλιά της, που έπεσαν τώρα σαν αναμαλλιασμένη
χαίτη στους ώμους της, νωπά από τη ζέστη της κουζίνας. «Έχω το
αμάξι μου».
«Κι εγώ το δικό μου». Η υπεροψία και η έπαρση ήταν πάντα εκεί,
ακόμα και όταν χαμογελούσε.
«Και μια μπουκάλα Ντομ Περινιόν του ’73. Ο οδηγός μου μπορεί
να περάσει το πρωί να σε πάρει».
Η Σάμερ είπε στον εαυτό της ότι το μόνο που την ενδιέφερε ήταν
η σαμπάνια. Το αβίαστο χαμόγελό του δεν είχε επηρεάσει καθόλου
την απόφασή της. «Καλά παγωμένη;» ρώτησε, υψώνοντας το φρύδι
της. «Η σαμπάνια, εννοώ».
«Φυσικά».
«Εντάξει, κύριε Κόκραν. Δε λέω ποτέ όχι για σαμπάνια».
«Το αυτοκίνητο είναι στο πίσω μέρος», της είπε και την έπιασε
από το χέρι και όχι από το μπράτσο όπως περίμενε. Προτού προλάβει
να κάνει κάποια κίνηση, την οδήγησε έξω από την κουζίνα. «Θα σε
έφερνα σε δύσκολη θέση αν σου έλεγα ότι εντυπωσιάστηκα από
αυτό που έκανες απόψε;»
Η Σάμερ ήταν συνηθισμένη στα κομπλιμέντα, τα περίμενε. Αλλά
δε θυμόταν να την είχε ευχαριστήσει κάποιο άλλο τόσο πολύ.
Ύψωσε τους ώμους της, ελπίζοντας να δώσει πιο ανάλαφρο τόνο
στην απάντησή της. «Το έχω κάνει σκοπό της ζωής μου να
εντυπωσιάζω. Είναι κάτι που δε με φέρνει ποτέ σε δύσκολη θέση».
Ίσως, αν δεν ήταν τόσο κουρασμένη, ο Μπλέικ να μην είχε
καταφέρει να μαντέψει με τέτοια ευκολία τι έκρυβε η ετοιμόλογη
απάντησή της. Όταν έφτασαν στο αμάξι του, γύρισε και την έπιασε
από τους ώμους. «Δούλεψες πολύ σκληρά εκεί μέσα».
«Είναι κι αυτό μέρος της συμφωνίας».
«Όχι», τη διόρθωσε εκείνος, μαλάζοντας τους σφιγμένους μυς της.
«Δε σε προσέλαβα γι’ αυτό».
«Όταν υπέγραψα το συμβόλαιο, η κουζίνα του ξενοδοχείου σου
έγινε η κουζίνα μου· αυτό σημαίνει πως ό,τι βγαίνει από κει πρέπει
να ικανοποιεί τους στόχους και την περηφάνια μου».
«Καθόλου εύκολη υπόθεση».
«Ήθελες την καλύτερη».
«Και απ’ ό,τι φαίνεται, τη βρήκα».
Η Σάμερ του χαμογέλασε, αν και το μόνο που ήθελε ήταν να
καθίσει. «Αυτό σίγουρα. Τ ώρα, κάτι είπες για σαμπάνια».
«Ναι, πράγματι». Ο Μπλέικ της άνοιξε την πόρτα. «Μυρίζεις
βανίλια».
«Κέρδισα αυτό το προνόμιο με τον κόπο μου». Η Σάμερ κάθισε,
αναστέναξε ηδονικά και άφησε το μυαλό της να ταξιδέψει. Σαμπάνια,
ένα ζεστό μπάνιο με μπόλικο αφρόλουτρο και απαλά, δροσερά
σεντόνια. Με αυτή τη σειρά, ολοκλήρωσε τις σκέψεις της. «Υπάρχει
μεγάλη πιθανότητα», μουρμούρισε, «ακόμα και αυτή τη στιγμή που
μιλάμε, κάποιος στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου σου να τρώει την
πρώτη κουταλιά από την τούρτα Μπλακ Φόρεστ που έφτιαξα».
Ο Μπλέικ έκλεισε την πόρτα του οδηγού και την κοίταξε,
γυρίζοντας το κλειδί στη μηχανή. «Σου φαίνεται περίεργο;» τη
ρώτησε. «Να τρώνε οι ξένοι κάτι που σου πήρε τόσο χρόνο και
φροντίδα για να το φτιάξεις;»
«Περίεργο;» Η Σάμερ τεντώθηκε πίσω, απολαμβάνοντας το
μαλακό κάθισμα και τη θέα του ουρανού την ώρα του σούρουπου
μέσα από την ηλιοροφή. «Ο ζωγράφος ζωγραφίζει τον καμβά του για
να τον δουν όλοι, ο συνθέτης γράφει τη συμφωνία του για να την
ακούσει όποιος θέλει».
«Αυτό είναι αλήθεια». Ο Μπλέικ έκανε μανούβρα και βγήκε στην
κίνηση του δρόμου. Ο ήλιος ήταν κατακόκκινος χαμηλά στον
ορίζοντα. Η νύχτα θα έπεφτε ξάστερη. «Αλλά δε θα ένιωθες
μεγαλύτερη ικανοποίηση αν βρισκόσουν εκεί την ώρα που θα
σέρβιραν τα γλυκά σου;»
Η Σάμερ έκλεισε τα μάτια της και χαλάρωσε για πρώτη φορά εδώ
και ώρες. «Όταν κάποιος μαγειρεύει για την οικογένεια ή για τους
φίλους του, μπορεί να το κάνει από ευχαρίστηση ή από καθήκον.
Τότε, μπορεί να νιώσει χαρά βλέποντας τους άλλους να εκτιμούν
αυτά που μαγείρεψε. Αλλά όπως είπα και πριν, είναι κάτι που έκανε
από ευχαρίστηση ή από καθήκον, δεν είναι αυτή η δουλειά του».
«Σπάνια τρως αυτά που μαγειρεύεις».
«Σπάνια μαγειρεύω για τον εαυτό μου», του απάντησε. «Εκτός
από πολύ απλά πράγματα».
«Γιατί;»
«Όταν μαγειρεύεις για τον εαυτό σου, δεν υπάρχει κανένας να
πλύνει στη συνέχεια το χάος που δημιουργείς».
Ο Μπλέικ γέλασε και μπήκε σ’ ένα πάρκινγκ. «Με το δικό σου
περίεργο τρόπο, είσαι πολύ πρακτική γυναίκα».
«Είμαι πρακτική γυναίκα από κάθε άποψη», του δήλωσε η Σάμερ
και άνοιξε τεμπέλικα τα μάτια της. «Γιατί σταματήσαμε;»
«Πεινάς;»
«Πάντα πεινάω μετά τη δουλειά», του απάντησε, γύρισε το κεφάλι
της και αντίκρισε τη φωτεινή, μπλε πινακίδα μιας πιτσαρίας.
«Βλέπεις, έχω μάθει πλέον τις προτιμήσεις σου και σκέφτηκα ότι
θα θεωρούσες την πίτσα τέλειο συνοδευτικό για τη σαμπάνια».
Η Σάμερ χαμογέλασε, νιώθοντας την κούραση να υποχωρεί
μπροστά στα πρώτα τσιμπήματα της πείνας. «Τέλεια».
«Περίμενε εδώ», της είπε ο Μπλέικ και άνοιξε την πόρτα του.
«Έβαλα κάποιον να τηλεφωνήσει και να την παραγγείλει όταν είδα
ότι κόντευες να τελειώσεις».
Νιώθοντας ευγνωμοσύνη και συγκίνηση ταυτόχρονα, η Σάμερ
έγειρε πάλι πίσω και έκλεισε τα μάτια της. Αλήθεια, αναρωτήθηκε,
πότε ήταν η τελευταία φορά που επέτρεψα σε κάποιον να με
φροντίσει; Αν θυμόταν καλά, την τελευταία φορά που την είχαν
κανακέψει ήταν οχτώ χρονών, άρρωστη με ανεμοβλογιά. Οι γονείς
της ήθελαν πάντα η κόρη τους να είναι ανεξάρτητη και το ίδιο ήθελε
κι εκείνη για τον εαυτό της. Αλλά απόψε, για μια φορά, ένιωσε
όμορφα, αφήνοντας κάποιον άλλον να φροντίσει τα πάντα με σκοπό
τη δική της απόλαυση.
Όφειλε να το παραδεχτεί· δεν περίμενε αυτό το στοργικό
ενδιαφέρον από τον Μπλέικ. Στυλ, ναι, διέθετε και με το παραπάνω –
αλλά όχι στοργικό ενδιαφέρον. Είχε περάσει μια δύσκολη μέρα και ο
ίδιος, σκέφτηκε, όταν θυμήθηκε πόσο κουρασμένος της είχε φανεί το
απόγευμα. Κι όμως, είχε μείνει και την περίμενε πολύ μετά την ώρα
που θα μπορούσε να αποσυρθεί, ν’ απολαύσει το δείπνο του και να
χαλαρώσει. Περίμενε μέχρι να τελειώσει κι εκείνη.
Εκπλήξεις, σκέφτηκε. Ο Μπλέικ Κόκραν ο Τ ρίτος έκρυβε πολλούς
άσους στο μανίκι του. Κι εκείνης της άρεσαν πάντα οι εκπλήξεις.
Όταν ο Μπλέικ άνοιξε την πόρτα, η μυρωδιά της πίτσας γέμισε
ευχάριστα το χώρο. Η Σάμερ πήρε το κουτί από τα χέρια του,
έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο. «Ευχαριστώ».
«Θα έπρεπε να είχα δοκιμάσει να σου πάρω πίτσα πιο μπροστά»,
μουρμούρισε εκείνος.
Η Σάμερ έγειρε πάλι πίσω, έκλεισε τα μάτια της και χαμογέλασε.
«Μην ξεχνάς τη σαμπάνια. Αυτές είναι δύο από τις μεγαλύτερες
αδυναμίες μου».
«Το έχω σημειώσει». Ο Μπλέικ βγήκε από το πάρκινγκ και μπήκε
πάλι στην κίνηση. Η απλή ευγνωμοσύνη της δε θα έπρεπε να τον
ξαφνιάσει. Σίγουρα, δε θα έπρεπε να τον συγκινήσει. Κάτι του έλεγε
πως η αντίδρασή της θα ήταν η ίδια ακόμα κι αν της πρόσφερε μια
ζιμπελίνα ή ένα μπρασελέ με διαμάντια. Για τη Σάμερ δε μετρούσε το
δώρο, αλλά η χειρονομία. Συνειδητοποίησε ότι του άρεσε πολύ αυτή
η ιδέα. Δεν ήταν μια γυναίκα που μπορούσες να την εντυπωσιάσεις
εύκολα, παρ’ όλ’ αυτά ήταν μια γυναίκα που μπορούσες να την
ευχαριστήσεις εύκολα.
Η Σάμερ έκανε κάτι ασυνήθιστο για την ίδια, εκτός κι αν ήταν
μόνη. Χαλάρωσε τελείως. Μπορεί τα μάτια της να ήταν κλειστά,
αλλά δε νύσταζε, αντίθετα αισθανόταν ζωντανή. Ένιωθε το απαλό
ταρακούνημα του αμαξιού, άκουγε το θόρυβο της κίνησης έξω από
το παράθυρο. Δεν είχε παρά να πάρει μια βαθιά ανάσα για να
ρουφήξει το άρωμα των μυρωδικών από τη σάλτσα της πίτσας. Το
αυτοκίνητο ήταν φαρδύ, αλλά ένιωθε τη θέρμη του Μπλέικ από το
κάθισμα δίπλα της.
Ευχάριστα. Αυτή ήταν η λέξη που ήρθε στο μυαλό της. Ένιωθε
τόσο ευχάριστα που δεν υπήρχε κανένας λόγος να είναι επιφυλακτική
ή αμυντική. Κρίμα, σκέφτηκε, που δεν έκαναν μια βόλτα άσκοπα...
Περίεργο, δεν είχε επιλέξει ποτέ να κάνει κάτι άσκοπα. Κι όμως,
απόψε θα ήθελε να πάει βόλτα σε μια απέραντη, ερημική παραλία και
να χαζέψει το φως του φεγγαριού ν’ αντανακλάται στα νερά και την
κατάλευκη άμμο. Θα μπορούσε ν’ ακούσει το κύμα να φουσκώνει
και να σκάει, να δει τα εκατοντάδες αστέρια που σπάνια διακρίνεις
στην πόλη. Θα μύριζε την αρμύρα της θάλασσας, θα την ένιωθε να
την πιτσιλά. Η υγρή, ζεστή αύρα θα χάιδευε τη σάρκα της.
Ένιωσε το αυτοκίνητο να βγαίνει από το δρόμο και να σταματά,
αλλά έμεινε για λίγο γαντζωμένη στη φαντασίωσή της.
«Τ ι σκέφτεσαι;»
«Την παραλία», του απάντησε. «Τ ’ αστέρια». Σταμάτησε
απότομα, ξαφνιασμένη που είχε γίνει ρομαντική έτσι ξαφνικά. «Εγώ
θα πάρω την πίτσα», είπε και στήθηκε στο κάθισμά της. «Εσύ
μπορείς να φέρεις τη σαμπάνια».
Ο Μπλέικ ακούμπησε μαλακά το χέρι του στο μπράτσο της, αλλά
τη σταμάτησε. Έσυρε αργά το δάχτυλό του στη σάρκα της. «Σου
αρέσει η παραλία;»
«Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ στ’ αλήθεια». Αυτή τη στιγμή δε θα της
άρεσε τίποτε περισσότερο από το ν’ ακουμπήσει το κεφάλι της στον
ώμο του και να χαζέψει τα κύματα να σκάνε στην ακτή. Να μετρήσει
τ’ αστέρια. Αλλά γιατί να θέλει να κάνει κάτι τόσο τρελό τη στιγμή
που δεν το είχε επιθυμήσει ποτέ ως τώρα; «Για κάποιο λόγο μου
φάνηκε η κατάλληλη νύχτα», είπε και αναρωτήθηκε αν αυτό
απαντούσε στη δική του ερώτηση ή στη δική της.
«Από τη στιγμή που δεν υπάρχει παραλία, θα πρέπει να βρούμε
κάτι άλλο. Πώς τα πας από φαντασία;»
«Αρκετά καλά». Πολύ καλά, σκέφτηκε η Σάμερ, τόσο που μπορώ
να δω πού θα καταλήξει αυτή η βραδιά αν δεν κάνω κάτι για ν’
αλλάξω τόσο τη δική μου διάθεση όσο και τη δική σου. «Και αυτή τη
στιγμή φαντάζομαι την πίτσα να παγώνει και τη σαμπάνια να
ζεσταίνεται». Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκε
κρατώντας την πίτσα. Μπήκε στην πολυκατοικία και άρχισε ν’
ανεβαίνει τις σκάλες.
«Αυτό το ασανσέρ δουλεύει ποτέ;» Ο Μπλέικ άλλαξε χέρι τη
σακούλα και την ακολούθησε.
«Πότε πότε, αλλά τον περισσότερο καιρό είναι εκτός λειτουργίας.
Προσωπικά, δεν το εμπιστεύομαι».
«Τότε γιατί διάλεξες να μένεις στον τέταρτο;»
Η Σάμερ του χαμογέλασε από το δεύτερο πλατύσκαλο. «Μου
αρέσει η θέα, αλλά και το ότι οι διάφοροι πλασιέ παραιτούνται όταν
πρέπει ν’ ανέβουν πάνω από δυο πατώματα».
«Θα μπορούσες να είχες διαλέξει μια πιο μοντέρνα πολυκατοικία
με θέα, σύστημα ασφαλείας και ασανσέρ που να δουλεύει».
«Θεωρώ απαραίτητα τα μοντέρνα εργαλεία, επιβεβλημένο ένα
καινούριο, στρωμένο αμάξι». Η Σάμερ έβγαλε τα κλειδιά της και τα
έπαιξε σιγανά καθώς πλησίαζαν στην πόρτα της. «Ως προς την
κατοικία μου όμως, έχω πιο ανοιχτές αντιλήψεις. Το διαμέρισμά μου
στο Παρίσι έχει προβληματικά υδραυλικά, αλλά τις πιο θεαματικές
μαρκίζες που έχω δει ποτέ».
Όταν άνοιξε την πόρτα της, τους έπνιξε η μυρωδιά των
τριαντάφυλλων. Υπήρχαν μια ντουζίνα λευκά τριαντάφυλλα σ’ ένα
καλάθι, μια ντουζίνα κόκκινα σ’ ένα βάζο Σεβρών, μια ντουζίνα
κίτρινα σ’ ένα πήλινο βάζο και μια ντουζίνα ροζ σ’ ένα βάζο από
βενετσιάνικο γυαλί.
«Είχαν ειδική προσφορά στο ανθοπωλείο;»
Η Σάμερ ύψωσε τα φρύδια της, ακουμπώντας την πίτσα στο
τραπέζι. «Δεν αγοράζω ποτέ λουλούδια για τον εαυτό μου. Μου τα
έστειλε ο Ενρίκο».
Ο Μπλέικ ακούμπησε τη σακούλα δίπλα στο κουτί με την πίτσα
και έβγαλε τη σαμπάνια. «Όλα αυτά;»
«Είναι κάπως υπερβολικός –ο Ενρίκο Γκραβάντι, μπορεί να τον
έχεις ακουστά. Ιταλικά παπούτσια και τσάντες».
Αν θυμόταν καλά ο Μπλέικ, η αξία της επιχείρησής του με
παπούτσια και τσάντες άγγιζε τα διακόσια εκατομμύρια δολάρια.
Έσυρε το δάχτυλό του στο πέταλο ενός τριαντάφυλλου. «Δεν έτυχε
να πάρει το αυτί μου ότι ο Γκραβάντι βρίσκεται στην πόλη μας. Όταν
έρχεται, μένει συνήθως στο Κόκραν».
«Όχι, είναι στη Ρώμη», του είπε η Σάμερ και πήγε στην κουζίνα
για να φέρει πιάτα και ποτήρια. «Μου τα έστειλε όταν δέχτηκα να
φτιάξω την τούρτα για τα γενέθλιά του τον ερχόμενο μήνα».
«Τέσσερις ντουζίνες τριαντάφυλλα για μια τούρτα;»
«Πέντε», τον διόρθωσε, επιστρέφοντας από την κουζίνα. «Υπάρχει
μια ακόμα ντουζίνα στην κρεβατοκάμαρά μου. Έχουν ένα πολύ
όμορφο πορτοκαλί χρώμα». Άπλωσε τα ποτήρια προς το μέρος του
και περίμενε. «Εξάλλου, μιλάμε για μια δική μου τούρτα».
Ο Μπλέικ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Απασφάλισε το
φελλό και ο αφρός έγλειψε το στόμιο της μπουκάλας. «Άρα, να
συμπεράνω ότι θα πας στην Ιταλία για να τη φτιάξεις».
«Δε σκοπεύω να τη στείλω κάργκο», του απάντησε,
παρακολουθώντας τη χρυσαφένια σαμπάνια να γεμίζει το ποτήρι της.
«Θα μείνω στη Ρώμη δύο, το πολύ τρεις μέρες». Η Σάμερ έφερε το
ποτήρι στα χείλη της και ρούφηξε το κρασί με τα μάτια κλειστά και
τις αισθήσεις της οξυμένες. «Τέλεια». Ήπιε μια δεύτερη γουλιά
προτού ανοίξει πάλι τα μάτια της και του χαμογελάσει. «Είμαι
ξελιγωμένη». Σήκωσε το καπάκι του κουτιού της πίτσας και πήρε
μια βαθιά ανάσα. «Πεπερόνι».
«Δεν ξέρω γιατί, αλλά σκέφτηκα ότι σου ταιριάζει».
Η Σάμερ γέλασε αβίαστα και κάθισε. «Πολύ διορατικός. Να
σερβίρω;»
«Παρακαλώ». Ενώ εκείνη άρχισε να γεμίζει τα πιάτα τους, ο
Μπλέικ έβγαλε τον αναπτήρα του και άναψε τα λεπτά κεριά που είχε
η Σάμερ πάνω στο τραπέζι της. «Σαμπάνια με πίτσα», είπε κι έσβησε
τα φώτα. «Ένας συνδυασμός που απαιτείται να τον απολαύσεις κάτω
από το φως των κεριών, δε συμφωνείς;»
«Αν θέλεις». Η Σάμερ περίμενε να καθίσει και ο Μπλέικ, κι έφερε
το πρώτο κομμάτι πίτσας στο στόμα της. Το τυρί ήταν τόσο καυτό
που της έκοψε την ανάσα, η σάλτσα πικάντικη. «Μμμ. Θαύμα».
«Το έχεις σκεφτεί καμιά φορά ότι περνάμε ένα μεγάλο μέρος του
χρόνου μας μαζί τρώγοντας;»
«Μμμ –ε, λοιπόν, είναι κάτι που απολαμβάνω πολύ. Προσπαθώ
πάντα ν’ αντιμετωπίζω το φαγητό σαν ευχαρίστηση και όχι σαν μια
φυσική ανάγκη. Προσθέτει κάτι στη ζωή μας».
«Κιλά, συνήθως».
Η Σάμερ ύψωσε τους ώμους της κι άπλωσε το χέρι να πάρει τη
σαμπάνια της. «Ασφαλώς, αν δεν είσαι αρκετά σοφός ώστε ν’
απολαμβάνεις τη χαρά σε μικρές δόσεις. Η λαιμαργία είναι αυτή που
μας προσθέτει κιλά, καταστρέφει το δέρμα και μας κάνει
δυστυχισμένους».
«Κι εσύ δεν υποκύπτεις στη λαιμαργία;»
Η Σάμερ θυμήθηκε ξαφνικά ότι αυτό ακριβώς είχε νιώσει για
εκείνον. Αλλά το είχε ελέγξει, θύμισε στον εαυτό της. Δεν είχε
υποκύψει. «Όχι», του απάντησε, μασώντας αργά, καθώς απολάμβανε
την κάθε μπουκιά. «Δεν υποκύπτω. Στη δουλειά μου, αυτό θα ήταν
καταστροφικό».
«Και πώς περιορίζεις τις απολαύσεις σου σε μικρές δόσεις;»
Η Σάμερ δεν ήταν σίγουρη πως εμπιστευόταν τον τρόπο που είχε
θέσει ο Μπλέικ την ερώτηση. Χωρίς να βιάζεται, έβαλε και δεύτερο
κομμάτι στα πιάτα τους. «Προτιμώ να φάω μια κουταλιά από ένα
εκπληκτικό σουφλέ σοκολάτα παρά ένα ολόκληρο πιάτο φαγητό
χωρίς καμιά ιδιαίτερη γεύση».
Ο Μπλέικ δάγκωσε άλλη μια μπουκιά πίτσα. «Και αυτή έχει
γεύση;»
Η Σάμερ χαμογέλασε γιατί ήταν φανερό ότι ο Μπλέικ δεν ήταν
μαθημένος σε τέτοια φαγητά. «Διαθέτει μια άψογη ισορροπία
μπαχαρικών –ίσως τσιμπάει λίγο η ρίγανη–, αρμονικό πάντρεμα
ανάμεσα στη σάλτσα και τη ζύμη, το τυρί και το πικάντικο πεπερόνι.
Αν χρησιμοποιήσεις σωστά τις αισθήσεις, σχεδόν το κάθε γεύμα
μπορεί να σου μείνει αξέχαστο».
«Αν χρησιμοποιήσεις σωστά τις αισθήσεις», την αντέκρουσε ο
Μπλέικ, «μπορούν κι άλλα πράγματα να σου μείνουν αξέχαστα».
Η Σάμερ πήρε πάλι το ποτήρι της και όταν τον κοίταξε από πάνω,
τα μάτια της γελούσαν. «Μιλάμε για φαγητό. Η γεύση, βέβαια, παίζει
τον πρώτο ρόλο, αλλά η εμφάνιση...» Τον ένιωσε να πλέκει τα
δάχτυλά του με τα δικά της και έμεινε να τον κοιτάζει. «Τα μάτια
σου είναι αυτά που σου δίνουν το πρώτο ερέθισμα ώστε να νιώσεις
τη διάθεση να γευτείς κάτι». Το πρόσωπό του ήταν λεπτό, τα μάτια
του είχαν ένα βαθύ μπλε χρώμα που το έβρισκε πάντα πολύ
ελκυστικό...
«Ύστερα μια μυρωδιά σε γαργαλάει, σε ξελογιάζει». Η δική του
ήταν βαριά, σου θύμιζε δάσος, σε προκαλούσε...
«Ακούς τον τρόπο που αφρίζει η σαμπάνια στο ποτήρι και θέλεις
να τη δοκιμάσεις». Ή τον τρόπο που πρόφερε σιγανά τ’ όνομά της.
«Ύστερα απ’ όλα αυτά», συνέχισε η Σάμερ, που είχε αρχίσει ν’
ακούγεται κάπως βραχνή, κάπως φορτισμένη, «έχεις να εξερευνήσεις
την ίδια τη γεύση, την ουσία». Και το στόμα του είχε μια γεύση που
της ήταν αδύνατον να ξεχάσει.
«Άρα...» Ο Μπλέικ σήκωσε το χέρι της και κόλλησε τα χείλη του
στην παλάμη της. «...η συμβουλή σου είναι να γεύεσαι κάθε πλευρά
της εμπειρίας για να μπορέσεις να αφομοιώσεις όλη την ευχαρίστηση.
Ύστερα...» Γύρισε το χέρι της και έσυρε τα χείλη του, και στη
συνέχεια τη γλώσσα του, στους κόμπους των δαχτύλων της. «...και η
πιο βασική επιθυμία γίνεται μοναδική».
Η Σάμερ ένιωσε τη φλόγα του να διαπερνάει σαν βέλος το
μπράτσο της. «Διαφορετικά δεν είναι αποδεκτή καμιά εμπειρία».
«Και η ατμόσφαιρα;» Ανάλαφρα, με τ’ ακροδάχτυλό του, διέγραψε
το περίγραμμα του αυτιού της. «Δε θα έλεγες ότι και το κατάλληλο
σκηνικό μπορεί να αναβαθμίσει μια εμπειρία; Το φως των κεριών, για
παράδειγμα».
Τα πρόσωπά τους ήταν κοντά τώρα και η Σάμερ είδε τις
μυστηριώδεις σκιές που έριχνε το απαλό φως. «Εξωτερικοί
παράγοντες μπορούν συχνά να ενισχύσουν τη διάθεση».
«Αυτό θα μπορούσες να το ονομάσεις ρομαντισμό». Ο Μπλέικ
κατέβασε το δάχτυλό του και το έσυρε στο πιγούνι της.
«Θα μπορούσες». Η σαμπάνια δεν τη χτυπούσε ποτέ στο κεφάλι,
κι όμως τώρα η Σάμερ το ένιωθε να γυρίζει. Αργά, νωχελικά, το
κορμί της χαλάρωνε. Έκανε μια προσπάθεια να θυμηθεί γιατί δε θα
έπρεπε να επιτρέψει να συμβεί τίποτε από τα δύο, αλλά δε βρήκε
καμιά απάντηση.
«Και ο ρομαντισμός, για κάποιους, είναι μια ακόμη βασική
ανάγκη».
«Για κάποιους», μουρμούρισε ο Μπλέικ και τα χείλη του
ακολούθησαν το μονοπάτι που είχε χαράξει το δάχτυλό του.
«Αλλά όχι για σένα». Ο Μπλέικ δάγκωσε τα χείλη της και τα
βρήκε απαλά και ζεστά.
«Όχι για μένα». Αλλά κι ο αναστεναγμός της ήταν το ίδιο απαλός
και ζεστός.
«Μια πρακτική γυναίκα». Ο Μπλέικ τη σήκωσε έτσι ώστε ν’
αγγίξουν τα κορμιά τους.
«Ναι». Η Σάμερ έγειρε πίσω το κεφάλι της, αφήνοντας το πεδίο
ελεύθερο για τα χείλη του.
«Το φως των κεριών δε σε συγκινεί;»
«Είναι απλά ένα όμορφο τέχνασμα». Η Σάμερ τύλιξε τα μπράτσα
της στην πλάτη του για να τον τραβήξει πιο κοντά της. «Ως σεφ,
μάθαμε ότι τέτοια πράγματα μπορούν να δημιουργήσουν την
κατάλληλη ατμόσφαιρα για τα γεύματά μας».
«Και δε θα είχε καμιά σημασία αν σου έλεγα ότι είσαι όμορφη;
Κάτω από τον ήλιο που η επιδερμίδα σου λάμπει αψεγάδιαστη –κάτω
από το φως των κεριών που την κάνει να μοιάζει με πορσελάνη. Δε
θα είχε σημασία», συνέχισε, ραίνοντας με υγρά, καυτά φιλιά το λαιμό
της, «αν σου έλεγα ότι με συναρπάζεις όσο καμιά άλλη γυναίκα;
Μόνο που σε βλέπω, σε θέλω. Όταν σε αγγίζω, τρελαίνομαι».
«Λόγια», κατάφερε να πει η Σάμερ, αν και το κεφάλι της γύριζε.
«Δε χρειάζομαι...»
Το στόμα του κάλυψε το δικό της. Το βαθύ, παθιασμένο φιλί του
διέψευσε όλους τους πρακτικούς ισχυρισμούς της. Απόψε, αν και δεν
είχε λαχταρήσει ποτέ άλλοτε τέτοια πράγματα στη ζωή της, η Σάμερ
είχε ανάγκη το ρομαντισμό του απαλού φωτισμού, τα γλυκόλογα.
Λαχταρούσε να ζήσει τον αργό, αισθησιακό έρωτα που αδειάζει το
μυαλό και μετατρέπει το κορμί σε καμίνι. Απόψε λαχταρούσε ένα
μόνο άντρα. Και αν αύριο υπήρχαν συνέπειες, το αύριο αργούσε
ακόμα. Και εκείνος ήταν εκεί.
Η Σάμερ δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση όταν ο Μπλέικ τη σήκωσε
στα χέρια του. Απόψε, έστω κι αν αυτό θα κρατούσε λίγο, θα ήταν
ευάλωτη και ευαίσθητη. Τον άκουσε να σβήνει τα κεριά. Το άρωμά
τους τους ακολούθησε μέχρι την κρεβατοκάμαρα.
Το φεγγάρι. Το μαγικό ασημένιο φως του τρύπωνε από τα
παράθυρα. Τα τριαντάφυλλα. Το απαλό άρωμά τους πλανιόταν στον
αέρα. Η μουσική. Η μαγεία του Μπετόβεν έφτανε στ’ αυτιά τους από
το κάτω διαμέρισμα.
Το αεράκι. Η Σάμερ το ένιωσε να της χαϊδεύει το πρόσωπο καθώς
ο Μπλέικ την ακουμπούσε στο κρεβάτι. Η ατμόσφαιρα, σκέφτηκε
νωχελικά. Αν είχε σχεδιάσει μια νύχτα έρωτα, δε θα μπορούσε να την
είχε σκηνοθετήσει καλύτερα. Ίσως... Τον τράβηξε να ξαπλώσει δίπλα
της. Ίσως αυτό να ήταν το πεπρωμένο της.
Κοίταξε τα μάτια του. Σκούρα μπλε, ειλικρινή, καθρέφτιζαν το
ενδιαφέρον του. Την περιεργάζονταν ενώ διέγραφε το περίγραμμα του
προσώπου, των χειλιών της με το δάχτυλό του. Της είχε δείξει ποτέ
κανείς τέτοια τρυφερότητα; Το είχε θελήσει ποτέ εκείνη;
Όχι. Και αν η απάντηση ήταν άλλοτε αρνητική, αυτή η απάντηση
είχε αλλάξει απότομα τώρα. Η Σάμερ ήθελε να ζήσει την καινούρια
εμπειρία, να γευτεί αυτή τη γλυκύτητα που παραμέριζε τα πάντα.
Όπως ήθελε και τον άντρα που θα μπορούσε να της τα χαρίσει.
Πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της και τον κοίταξε. Ήταν ο
άντρας με τον οποίο θα μοιραζόταν αυτή την απόλυτα προσωπική
στιγμή, ο άντρας που θα γνώριζε σύντομα το κορμί και τις
ευαισθησίες της. Μπορεί να δίσταζε, να θύμιζε στον εαυτό της τους
κρυφούς κινδύνους, αν ήταν ικανή ν’ αντισταθεί στην ανάγκη και στη
δύναμη που διάβασε στα μάτια του.
«Φίλησέ με πάλι», ψέλλισε. «Κανείς δεν κατάφερε ποτέ να με
κάνει να νιώσω αυτό που με κάνεις να νιώθω εσύ με τα φιλιά σου».
Η χαρά του ήταν τόσο μεγάλη που τον ξάφνιασε. Ο Μπλέικ
έσκυψε το κεφάλι του και χάιδεψε τα χείλη της με τα δικά του,
έπαιξε μαζί τους, χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα του από το
δικό της. Οι συγκινήσεις τους φούντωσαν και η ανάγκη του ενός για
τον άλλον έγινε ακόμα πιο έντονη. Θα έπρεπε να το φανταστεί ότι η
Σάμερ θα έδειχνε ακόμα πιο όμορφη κάτω από το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά της απλωμένα στο μαξιλάρι; Θα έπρεπε να το ξέρει ότι
ο πόθος του γι’ αυτή δε θα συγκρινόταν με καμιά άλλη επιθυμία του;
Εξακολουθούσε, άραγε, να είναι ένας απλός πόθος ή είχε ξεπεράσει
κάποια αόρατη διαχωριστική γραμμή χωρίς να το πάρει καν είδηση;
Αυτή τη στιγμή δεν υπήρχαν απαντήσεις. Θα τις έβρισκε στο φως της
ημέρας.
Μ’ ένα βογκητό βάθυνε το φιλί του κι ένιωσε το κορμί της κάτω
από το δικό του να λιώνει. Το στόμα της έγινε πιο απαιτητικό. Οι
φλόγες του πάθους σιγόκαιγαν κάτω από την τρυφερότητα που
έδειχναν να έχουν ανάγκη και οι δύο. Περίεργο, γιατί κανείς τους δεν
είχε νιώσει αυτή την ανάγκη ως τώρα, ούτε είχε σκεφτεί να τη δείξει.
Τα χέρια της χάιδεψαν απαλά το πρόσωπο, το λαιμό του, χώθηκαν
στα μαλλιά του. Ένιωθε το κορμί του σκληρό πάνω στο δικό της,
αλλά καθόλου απαιτητικό για την ώρα.
Γεύσου με. Η σκέψη αυτή πέρασε από το μυαλό της, όταν ένιωσε
τα χείλη του να χαϊδεύουν το πρόσωπό της. Αργά. Δεν είχε γνωρίσει
ποτέ της άντρα με τέτοια υπομονή, όπως δεν είχε γνωρίσει και
τέτοια μεθυστική έξαψη. Το στόμα του τρυγούσε το δικό της,
διέτρεχε τη σάρκα της, και την παρέσυρε όλο και πιο βαθιά στη
χαύνωση που τύλιγε το κορμί και το μυαλό της.
Άγγιξέ με. Εκείνος έδειξε να καταλαβαίνει αυτή την καινούρια
ανάγκη της. Τα χέρια του κινήθηκαν, αλλά χωρίς βιασύνη ακόμα,
χάιδεψαν τους ώμους, τα πλευρά, τα στήθη της. Αλλά αυτό πλέον δεν
ήταν αρκετό για κανέναν από τους δυο τους. Αμίλητοι, άρχισαν να
γδύνουν ο ένας τον άλλον.
Οι αχτίδες του φεγγαριού σημάδευαν την εκτεθειμένη σάρκα –έναν
ώμο, ένα μπράτσο, ένα στέρνο. Η Σάμερ έσυρε αργά τα χέρια της στο
στήθος του Μπλέικ, απομνημονεύοντας το σχήμα, τους δυνατούς
μυς, ενώ εκείνος έσυρε τα δικά του χέρια σε κάθε γωνιά του κορμιού
της, απομνημονεύοντας τις απαλές, μεταξένιες καμπύλες της. Ακόμα
και όταν έβγαλαν και το τελευταίο ρούχο που στεκόταν εμπόδιο
ανάμεσά τους, δεν επιτάχυναν το ρυθμό. Είχαν τόσα ν’ αγγίξουν, να
γευτούν –και ο χρόνος δεν είχε καμιά σημασία.
Το αεράκι εξακολουθούσε να φυσάει δροσερό, αλλά εκείνοι
ένιωθαν να ζεσταίνονται όλο και περισσότερο. Κάτω από τα δάχτυλά
της η σάρκα του έκαιγε, αλλά και να κρύωνε, ένα νέο άγγιγμα τη
φλόγιζε πάλι. Τα χείλη του τη γεύονταν, εξερευνούσαν, μάθαιναν
μυστικά, βάζοντας φωτιά στο κορμί της. Οι απαιτήσεις φούντωναν
μέσα τους.
Πιο επιτακτικά πλέον, με γρήγορα βογκητά και τρεμουλιαστές
ανάσες παρέσερναν ο ένας τον άλλον όλο και πιο μακριά. Ο Μπλέικ
δε φανταζόταν ότι θα μπορούσε κάποιος να τον οδηγήσει, και η
Σάμερ αρνιόταν πάντα να επιτρέψει σε κάποιον να το κάνει, κι όμως
τώρα οδηγούσαν ο ένας τον άλλον προς τον ίδιο προορισμό.
Η Σάμερ ένιωσε να χάνει την αίσθηση της πραγματικότητας, αλλά
δεν είχε καμιά διάθεση ν’ αρπαχτεί από αυτή. Είχε μια ανεπαίσθητη
συνείδηση της μουσικής, άκουγε όμως ολοκάθαρα όσα της ψιθύριζε
εκείνος. Η μυρωδιά του κορμιού του και όχι των τριαντάφυλλων
ερέθιζε πλέον τις αισθήσεις της. Η Σάμερ ήταν πρόθυμη ν’ αφεθεί στις
αισθήσεις, ν’ ακολουθήσει το πεπρωμένο της, αρκεί να το μοιραζόταν
μαζί του. Γιατί παράλληλα με την πιο έντονη φυσική επιθυμία που
είχε γνωρίσει ποτέ της, ένιωθε και μια συναισθηματική ανάγκη να
φουντώνει μέσα της. Δεν μπορούσε να την αγνοήσει, δεν μπορούσε
να την αρνηθεί. Το κορμί, το μυαλό και η καρδιά της πονούσαν γι’
αυτόν.
Τον δέχτηκε μέσα της μουρμουρίζοντας τρεμουλιαστά τ’ όνομά
του. Η ηδονή ήταν τόσο έντονη και για τους δυο τους που ξέχασαν
γρήγορα κάθε λογική. Οι συγκινήσεις τούς κατέκλυσαν ορμητικά σαν
καταιγίδα. Η ηρεμία είχε αντικατασταθεί από μια ηδονική λαίλαπα
και αφέθηκαν να τους παρασύρει.
Είχαν περάσει ώρες ή λεπτά; Η Σάμερ, ξαπλωμένη στο φως του
φεγγαριού, προσπάθησε να προσανατολιστεί. Δεν είχε ξανανιώσει
ποτέ έτσι. Χορτασμένη, χαρούμενη, εξαντλημένη. Κάποτε θα
ισχυριζόταν ότι ήταν αδύνατον να τα νιώσει κανείς όλ’ αυτά
ταυτόχρονα.
Ένιωθε τα μαλλιά του Μπλέικ να χαϊδεύουν τον ώμο της, την
ανάσα του να χαϊδεύει το μάγουλό της. Η μυρωδιά του κορμιού του
είχε μπερδευτεί με τη δική της, σβήνοντας σχεδόν τη μυρωδιά των
τριαντάφυλλων. Η μουσική είχε σταματήσει, αλλά σαν ν’ άκουγε
ακόμα την ηχώ της. Το κορμί του σκέπαζε το δικό της, αλλά το
βάρος του της ήταν ευπρόσδεκτο. Η Σάμερ ήξερε πως θα μπορούσε
χωρίς καμιά προσπάθεια να τυλίξει τα μπράτσα της γύρω του και να
μείνει εκεί για την υπόλοιπη ζωή της. Και τότε, μέσα στη θολούρα
της ηδονής, ένιωσε τα πρώτα σκιρτήματα του φόβου.
Ω Θεέ μου, πόσο μακριά είχε φτάσει σε τόσο σύντομο χρονικό
διάστημα; Ήταν πάντα της σίγουρη ότι ήταν συναισθηματικά
ασφαλής. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που κοιμόταν με άντρα, αλλά
ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε ότι είχε κάνει πραγματικά έρωτα.
Λάθος. Κατέβαλε προσπάθεια να εδραιώσει αυτή τη λέξη στο
μυαλό της, ενώ η καρδιά της επιχείρησε να την εμποδίσει. Έπρεπε να
σκεφτεί, να φανεί πρακτική. Δεν είχε διαπιστώσει από πρώτο χέρι
πού μπορούν να οδηγήσουν τα ανεξέλεγκτα συναισθήματα και τα
όνειρα δυο έξυπνους ανθρώπους; Και οι δυο γονείς της, χρόνια τώρα,
έκαναν τη μια σχέση μετά την άλλη αναζητώντας... τι;
Αυτό, της απάντησε η καρδιά της, αλλά και πάλι μπλόκαρε την
απάντηση. Ήταν αρκετά λογική ώστε να μην ψάξει για κάτι που
ήξερε ότι δεν υπήρχε. Μονιμότητα, δέσμευση –αυτά ήταν
ψευδαισθήσεις. Και οι ψευδαισθήσεις δεν είχαν θέση στη ζωή της.
Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της και περίμενε να ηρεμήσει.
Ήταν μια ώριμη και αρκετά εξεζητημένη γυναίκα ώστε να δεχτεί τον
αμοιβαίο πόθο χωρίς δεσμεύσεις. Αντιμετώπισέ το ανάλαφρα, είπε
στον εαυτό της. Μην προσποιείσαι ότι πίσω απ’ όλα αυτά κρύβεται
κάτι περισσότερο.
Αλλά δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί και χάιδεψε τα μαλλιά του καθώς
έλεγε: «Η πίτσα και η σαμπάνια έχουν έναν περίεργο τρόπο να μ’
επηρεάζουν».
Ο Μπλέικ σήκωσε το κεφάλι του και της χαμογέλασε. Αυτή τη
στιγμή ένιωθε ότι θα μπορούσε να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο.
«Νομίζω ότι αυτή θα πρέπει να είναι η βασική διατροφή σου», της
είπε και τη φίλησε στον ώμο. «Σίγουρα θα είναι η δική μου. Θέλεις
λίγο ακόμα;»
«Πίτσα και σαμπάνια;»
Ο Μπλέικ γέλασε κι έτριψε τη μύτη του στο λαιμό της. «Και απ’
αυτά», της είπε και γύρισε, τραβώντας τη να κουρνιάσει δίπλα του.
Μία ακόμα κίνηση οικειότητας που βαθιά μέσα της την έκανε να
τρέμει.
Βάλε τους κανόνες, είπε η Σάμερ στον εαυτό της. Κάν’ το τώρα
προτού... τους ξεχάσεις.
«Μου αρέσει να είμαι μαζί σου», του είπε ήρεμα.
«Κι εμένα μου αρέσει να είμαι μαζί σου». Ο Μπλέικ έβλεπε τις
σκιές στο ταβάνι, άκουγε υπόκωφα την κίνηση από το δρόμο, αλλά
οι αισθήσεις του ήταν ακόμα ποτισμένες από εκείνη.
«Και τώρα που σμίξαμε έτσι, υπάρχουν δύο πιθανοί τρόποι με τους
οποίους μπορεί να επηρεαστεί η σχέση μας».
Ο Μπλέικ γύρισε το κεφάλι του και την κοίταξε σαστισμένος.
«Δύο πιθανοί τρόποι;»
«Είτε θα αυξηθεί η ένταση όταν θα δουλεύουμε μαζί, είτε θα
εκλείψει εντελώς. Ελπίζω να γίνει το δεύτερο».
Ο Μπλέικ συνοφρυώθηκε μέσα στο σκοτάδι. «Αυτό που συνέβη
πριν από λίγο μεταξύ μας δεν έχει καμιά σχέση με τη δουλειά».
«Η προσωπική μας σχέση θα επηρεάσει αναπόφευκτα και την
επαγγελματική μας». Η Σάμερ έγλειψε τα χείλη της και προσπάθησε
να συνεχίσει στον ίδιο ανάλαφρο τόνο. «Ο έρωτας που κάναμε ήταν
κάτι καθαρά... προσωπικό μας, αύριο το πρωί όμως θα είμαστε και
πάλι συνεργάτες. Και δεν μπορεί... θα ήταν λάθος να επιτρέψουμε σ’
αυτό που συνέβη εδώ απόψε ν’ αλλάξει τη μορφή της
επαγγελματικής συνεργασίας μας». Μήπως φλυαρούσε άσκοπα;
Έβγαζαν νόημα αυτά που έλεγε; Η Σάμερ ευχήθηκε να έλεγε και ο
Μπλέικ κάτι, οτιδήποτε. «Νομίζω ότι το ξέραμε και οι δυο μας ότι
αργά ή γρήγορα αυτό θα συνέβαινε. Και τώρα που συνέβη,
ξεκαθάρισε η ατμόσφαιρα».
«Ξεκαθάρισε η ατμόσφαιρα;» Ο Μπλέικ στηρίχτηκε στον αγκώνα
του έξαλλος και, προς μεγάλη του έκπληξη, πληγωμένος. «Να πάρει η
οργή, Σάμερ, έγινε κάτι πολύ πιο σημαντικό. Το ξέρουμε πολύ καλά
και οι δυο μας».
«Ας το δούμε αντικειμενικά». Ήταν δυνατόν να το είχε εκφράσει
τόσο άσχημα; Και ήταν δυνατόν να συνεχίσει αυτή την κουβέντα τη
στιγμή που το μόνο που ήθελε ήταν να κουλουριαστεί δίπλα του και
να συνεχίσει από εκεί που είχαν σταματήσει; «Είμαστε και οι δυο
αδέσμευτοι και νιώθουμε αμοιβαία έλξη. Σ’ αυτό το στάδιο, δε θα
πρέπει να περιμένουμε κάτι περισσότερο ο ένας από τον άλλον. Σε
επαγγελματικό επίπεδο όμως, η συμμετοχή μας θα πρέπει να είναι
απόλυτη».
Κάθε φορά που αναφερόταν στην επαγγελματική τους σχέση, ο
Μπλέικ ευχόταν να πνιγόταν με τα λόγια της. Το συναίσθημα αυτό
δεν τον ευχαρίστησε καθόλου, όπως και το ότι εκείνος θα ήθελε την
απόλυτη δέσμευσή της και σε προσωπικό επίπεδο. Κατάφερε όμως
να συγκρατήσει την οργή του. Έπρεπε να κάνει πρώτα μερικές
ερωτήσεις στον εαυτό του και να πάρει τις απαντήσεις. Στο μεταξύ,
έπρεπε να παραμείνει ψύχραιμος.
«Σάμερ, σκοπεύω να κάνω πολύ τακτικά έρωτα μαζί σου και τότε
η δουλειά μπορεί να πάει στο διάβολο», της είπε και έσυρε το χέρι
του στα πλευρά της, νιώθοντας το κορμί της ν’ ανταποκρίνεται. Αφού
ήθελε κανόνες, σκέφτηκε έξαλλος, θα της έβαζε αυτός κανόνες. Τους
δικούς του. «Όταν είμαστε εδώ, δεν υπάρχει ούτε ξενοδοχείο ούτε
εστιατόριο. Μόνο εσύ κι εγώ. Πίσω, στο Κόκραν Χάουζ, μπορούμε
να φερόμαστε όσο επαγγελματικά θέλεις».
Η Σάμερ δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να συμφωνήσει ήρεμα μαζί
του ή να διαμαρτυρηθεί βάζοντας τις φωνές. Έτσι, έμεινε σιωπηλή.
«Και τώρα», συνέχισε ο Μπλέικ και την τράβηξε ακόμα πιο κοντά
του, «θέλω να ξανακάνω έρωτα μαζί σου, και στη συνέχεια θέλω να
κοιμηθώ μαζί σου. Και στις εννιά αύριο το πρωί, μπορούμε να
ξαναγυρίσουμε στη δουλειά μας».
Στο σημείο αυτό η Σάμερ μπορεί και να είχε μιλήσει, αλλά το
στόμα του χάιδεψε το δικό της. Το αύριο ήταν πολλές ώρες μακριά.

Κεφάλαιο 8
Να πάρει η οργή, ήταν εκνευριστικό. Ο Μπλέικ είχε ακούσει άντρες
να παραπονιούνται για τις γυναίκες, να τις αποκαλούν ακατανόητες,
αντιφατικές, ανεξήγητες. Επειδή όμως εκείνος μπορούσε πάντοτε να
συνεννοείται μαζί τους, δεν είχε δώσει μεγάλη βάση σε όλ’ αυτά,
μέχρι που γνώρισε τη Σάμερ. Τ ώρα έπιασε τον εαυτό του ν’ αναζητά
κι άλλα επίθετα για να την περιγράψει. Σηκώθηκε από το γραφείο
του, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε συνοφρυωμένος την πόλη.
Την πρώτη φορά που είχαν κάνει έρωτα, είχε συνειδητοποιήσει ότι
δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι μια γυναίκα μπορεί να είναι τόσο
τρυφερή και γενναιόδωρη. Δυνατή, ναι, εξακολουθούσε να είναι
δυνατή, αλλά διέθετε και μια ευαισθησία που τύλιγε τον άντρα σαν
βελούδο. Ήταν της φαντασίας του ή είχε γίνει ολοκληρωτικά δική
του με κάθε δυνατό τρόπο που μπορεί να δοθεί ένας άνθρωπος σ’
έναν άλλον; Θα μπορούσε να πάρει όρκο ότι εκείνη τη συγκεκριμένη
ώρα δεν είχε κανέναν άλλον στο μυαλό της παρά μόνο εκείνον. Κι
όμως, προτού προλάβουν να ηρεμήσουν τα κορμιά τους, είχε μιλήσει
εντελώς πρακτικά, χωρίς ίχνος συναισθήματος.
Να πάρει η οργή, κανονικά ένας άντρας δε θα έπρεπε να είναι
ευγνώμων γι’ αυτό; Ένας άντρας που ήθελε να γνωρίσει το πάθος και
τη συντροφικότητα με μια γυναίκα, αλλά χωρίς μπλεξίματα;
Θυμήθηκε άλλες σχέσεις, τότε που μια σειρά αυστηροί κανόνες είχαν
αποδειχτεί αναποτελεσματικοί, αλλά τώρα...
Στο πεζοδρόμιο κάτω είδε ένα ζευγάρι να προχωρά αγκαλιασμένο.
Τους παρακολούθησε και τους φαντάστηκε να γελάνε μ’ ένα αστείο
που κανείς άλλος δε θα μπορούσε να καταλάβει. Καθώς τους
κοιτούσε, θυμήθηκε τη δική του δήλωση για τους βαθμούς
οικειότητας. Το ένστικτο του έλεγε ότι με τη Σάμερ είχαν μοιραστεί
την πιο βαθιά οικειότητα που θα μπορούσαν να βιώσουν δυο
άνθρωποι μεταξύ τους. Δε μιλούσε μόνο για το σμίξιμο των κορμιών,
αλλά και για το συναπάντημα, το δέσιμο των σκέψεων, των αναγκών
και των επιθυμιών τους, που ήταν απόλυτο. Αν όμως το ένστικτό
του του είχε πει ένα πράγμα, εκείνη του είχε πει κάτι άλλο. Τ ι από
τα δύο έπρεπε να πιστέψει;
Εκνευριστικό, σκέφτηκε πάλι και απομακρύνθηκε από το
παράθυρο. Δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί ότι είχε πάει στο διαμέρισμά της
το προηγούμενο βράδυ με σκοπό να την ξελογιάσει και να βάλει ένα
τέρμα στην ένταση ανάμεσά τους. Όπως δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί ότι
πέντε λεπτά μαζί της και τον είχε ξελογιάσει εκείνη. Δεν μπορούσε
να τη βλέπει και να μην την αγγίζει. Δεν μπορούσε να την ακούει να
γελάει και να μη θέλει να γευτεί τα χείλη της. Τ ώρα που είχε κάνει
έρωτα μαζί της, δεν ήταν σίγουρος πως θα μπορούσε να περάσει
έστω και μια νύχτα χωρίς η επιθυμία του γι’ αυτή να φουντώσει πάλι.
Θα πρέπει να υπήρχε κάποιος όρος για την εμπειρία που είχε ζήσει.
Ο Μπλέικ ένιωθε πάντα πιο άνετα όταν μπορούσε να βάλει μια
ετικέτα σε κάτι και να το ταξινομήσει. Όσο πιο αντιπροσωπευτική η
ετικέτα, τόσο πιο εύκολη η κατηγοριοποίηση. Αλλά τι ετικέτα να
βάλεις στην εμμονή ενός άντρα να σκέφτεται μια γυναίκα τη στιγμή
που θα έπρεπε να σκέφτεται κάτι άλλο; Τ ι όνομα να δώσεις σ’ αυτό
το επίμονο και έντονο συναίσθημα;
Αγάπη... Η λέξη τρύπωσε στο μυαλό του και δεν τον χαροποίησε
ιδιαίτερα. Έλα, Θεέ. Ο Μπλέικ κάθισε ταραγμένος και κάρφωσε το
βλέμμα του στον απέναντι τοίχο. Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Ήταν
τόσο απλό και τόσο τρομακτικό. Ήθελε να είναι μαζί της, να την
κάνει να γελά, να την κάνει να τρέμει από πόθο. Ήθελε να βλέπει τα
μάτια της ν’ αστράφτουν από θυμό –και πάθος. Ήθελε να περνά
ήσυχα απόβραδα και ξέφρενες νύχτες μαζί της. Και ήταν απόλυτα
σίγουρος ότι το ίδιο θα ήθελε και μετά από είκοσι χρόνια.
Από εκείνη την πρώτη φορά που είχε κατέβει τα τέσσερα
πατώματα από το διαμέρισμά της, δεν είχε ξανασκεφτεί άλλη
γυναίκα. Η αγάπη –αν κάποιος μπορούσε ν’ αποκαλέσει λογική την
αγάπη– ήταν το λογικό συμπέρασμα. Και δεν μπορούσε να κάνει
τίποτε γι’ αυτό. Ο Μπλέικ έβγαλε ένα τσιγάρο κι έσυρε το δάχτυλό
του κατά μήκος του. Δεν το άναψε, μόνο συνέχισε να κοιτάζει τον
τοίχο απέναντι.
Και τώρα, αναρωτήθηκε, τι κάνω; Ήταν ερωτευμένος με μια
γυναίκα που του είχε δηλώσει ξεκάθαρα τη γνώμη της για τις μόνιμες
σχέσεις και τις δεσμεύσεις. Δεν την ενδιέφεραν καθόλου. Εκείνος,
από την άλλη, πίστευε στη μονιμότητα, ακόμα και στο ρομαντισμό,
στο γάμο –αν και δεν ήταν θέματα που τον είχαν απασχολήσει
ιδιαίτερα, γιατί δεν πίστευε ότι του ταίριαζαν.
Τα πράγματα ήταν διαφορετικά τώρα. Ήταν ένας πολύ
ισορροπημένος άντρας, ψυχικά και σωματικά, για να μη θεωρήσει το
γάμο φυσική κατάληξη της αγάπης. Όταν αγαπάς, αναζητάς τη
σταθερότητα, τους όρκους, τη διάρκεια. Ήθελε τη Σάμερ. Ο Μπλέικ
έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Πίστευε απόλυτα ότι πάντα υπάρχει
κάποιος τρόπος για να πετύχεις αυτό που θέλεις.
Αν προσπαθούσε όμως να της αναφέρει τη λέξη «αγάπη», εκείνη
θα γινόταν καπνός. Εδώ κι ο ίδιος δεν ένιωθε εντελώς άνετα.
Στρατηγική, είπε στον εαυτό του. Όλα ήταν θέμα στρατηγικής –ή
τουλάχιστον το ήλπιζε. Έπρεπε απλώς να την πείσει ότι ήταν
σημαντικός για τη ζωή της, ότι η σχέση τους ήταν προορισμένη να
διαψεύσει τους κανόνες της.
Το παιχνίδι δεν είχε τελειώσει ακόμα, και ο Μπλέικ σκόπευε να το
κερδίσει. Συνοφρυώθηκε κοιτάζοντας τον τοίχο και βάλθηκε να λύσει
το πρόβλημα με τον τρόπο του.
Η Σάμερ, πάλι, είχε τα δικά της προβλήματα. Είχε πιει τέσσερα
φλιτζάνια δυνατό σκέτο καφέ, αλλά δεν μπορούσε να πει ότι
λειτουργούσε ακόμα στο εκατό τοις εκατό των δυνατοτήτων της.
Με δέκα ώρες ύπνο τα πήγαινε μια χαρά, με οχτώ καλούτσικα, με
λιγότερες –και το προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί πολύ λιγότερες–
γινόταν κακιά. Αν πρόσθετες σ’ αυτό τη συναισθηματική της
αναστάτωση και την παγερή αντιπάθεια του Μαξ, το πρωινό της δεν
προβλεπόταν ούτε ευχάριστο ούτε παραγωγικό.
«Αν χρησιμοποιήσουμε κάποια γαλλική γαρνιτούρα για το ψητό
αρνί, θα προσθέσουμε ένα όμορφο ευρωπαϊκό χρώμα στο πιάτο»,
είπε η Σάμερ και σταύρωσε τα χέρια της πάνω στα σκόρπια χαρτιά
στο γραφείο της. Είχε φέρει μερικά από τα τριαντάφυλλα του Ενρίκο
μαζί της και τα είχε βάλει σ’ ένα ποτήρι. Σκέπαζαν κάπως τη
μυρωδιά της σκόνης.
«Το ψητό αρνί μου είναι τέλειο όπως είναι».
«Για τα γούστα κάποιων μπορεί», του απάντησε η Σάμερ ξερά.
«Για τα δικά μου είναι απλώς υποφερτό. Και αυτό δεν το δέχομαι».
Αναμετρήθηκαν με το βλέμμα. Κανείς δεν έκανε πίσω, κι έτσι εκείνη
συνέχισε: «Προτιμώ να συνοδεύεται με μια γαρνιτούρα κλ αμάρ,
καρδιές αγκινάρας γεμισμένες με βουτυρωμένα μπιζέλια, και πατάτες
σοταρισμένες με βούτυρο».
«Εμείς χρησιμοποιούμε πάντα νεροκάρδαμο και μανιτάρια».
Η Σάμερ άλλαξε προσεκτικά τη θέση σ’ ένα τριαντάφυλλο. Ο
μικρός αυτός αντιπερισπασμός τη βοήθησε να διατηρήσει την
ψυχραιμία της. «Τ ώρα θα χρησιμοποιούμε κλ αμάρ», είπε, το
σημείωσε και το υπογράμμισε. «Όσο για τα παϊδάκια...»
«Δε θ’ αγγίξετε τα παϊδάκια μου».
Η Σάμερ πήγε να του απαντήσει το ίδιο απότομα, αλλά έσφιξε τα
δόντια της. Ήταν κοινό μυστικό ότι τα παϊδάκια ήταν η σπεσιαλιτέ
του Μαξ, το μωρό του. Ήταν λοιπόν σοφό να υποχωρήσει σ’ αυτό το
πιάτο και να επιμείνει σε όλα τ’ άλλα. Σ’ αυτό τη βοήθησε η
βρετανική κληρονομιά της, που την είχε διδάξει να παίζει τίμια.
«Τα παϊδάκια παραμένουν ως έχουν», του είπε. «Ο ρόλος μου εδώ
είναι να βελτιώσω τα πιάτα που χρειάζονται βελτίωση και να τα
προσαρμόσω στα στάνταρντ του Κόκραν Χάουζ». Καλά τα είπες,
έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό της, ενώ ο Μαξ υποχώρησε
ξεφυσώντας. «Επίσης θα κρατήσουμε ως έχουν το Νιου Γιορκ Στριπ
Στέικ και το φιλέτο». Νιώθοντας πως ο Μαξ είχε μαλακώσει, η
Σάμερ έκανε επίθεση στο μενού με τα πουλερικά. «Θα συνεχίσουμε
να σερβίρουμε ψητό κοτόπουλο με πατάτες, ρύζι και βραστά
λαχανικά, αλλά θα προσθέσουμε και πάπια με το αίμα της».
«Πάπια με το αίμα της;» ξέσπασε ο Μαξ. «Δεν έχουμε κανένα
μάγειρα στο προσωπικό μας που να ξέρει να φτιάχνει σωστά αυτό το
πιάτο, ούτε έχουμε πρέσα για να το ετοιμάσουμε».
«Όχι, γι’ αυτό κι εγώ παρήγγειλα να μας φέρουν πρέσα, και θα
προσλάβω κάποιον που να μπορεί να τη χρησιμοποιήσει».
«Θα φέρετε κάποιον ξένο στην κουζίνα μου μόνο γι’ αυτό το
πιάτο;»
«Θα φέρω κάποιον στην κουζίνα μου», τον διόρθωσε η Σάμερ,
«για να μαγειρεύει την πάπια με το αίμα της, το αρνί και πολλά άλλα.
Είναι πρόθυμος ν’ αφήσει τη δουλειά που έχει αυτή τη στιγμή στο
Σικάγο και να έρθει εδώ απλώς και μόνο επειδή εμπιστεύεται την
κρίση μου. Ίσως θα έπρεπε ν’ αρχίσεις να κάνεις κι εσύ το ίδιο».
Λέγοντας αυτά, άρχισε να τακτοποιεί τα χαρτιά της. «Τελειώσαμε
για σήμερα, Μαξ. Θα ήθελα να πάρεις μαζί σου αυτές τις
σημειώσεις». Του έδωσε τα χαρτιά, νιώθοντας τα μηνίγγια της να
σφυροκοπάνε από τον πονοκέφαλο. «Αν έχεις κάποιες προτάσεις στα
όσα έχω καταγράψει, σε παρακαλώ να τις σημειώσεις», κατέληξε κι
έσκυψε να συνεχίσει τη δουλειά της, ενώ εκείνος έβγαινε αμίλητος
από το δωμάτιο.
Ίσως δε θα έπρεπε να του είχε μιλήσει τόσο απότομα. Ήξερε πολύ
καλά τι σημαίνει πληγωμένος εγωισμός. Ίσως θα έπρεπε να το είχε
χειριστεί καλύτερα. Ναι, ίσως να το είχε κάνει, σκέφτηκε
αναστενάζοντας κουρασμένα και έτριψε τον κρόταφό της, αν δεν
ένιωθε κι εκείνη λίγο ευάλωτη και πληγωμένη. Δικό σου ήταν το
λάθος, θύμισε στον εαυτό της. Ακούμπησε τους αγκώνες της στο
γραφείο και στήριξε το κεφάλι στα χέρια της.
Τ ώρα, είχε φτάσει το αύριο και έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει τις
συνέπειες. Είχε σπάσει έναν από τους βασικότερους κανόνες της: να
μη δημιουργεί ποτέ προσωπική σχέση με συνεργάτες της. Κανονικά
θα έπρεπε να μπορεί να το παραβλέψει, λέγοντας πως οι κανόνες
γίνονται για να τους παραβαίνουμε, αλλά... εκείνο που την
ανησυχούσε περισσότερο ήταν πως την αναστάτωση δεν της την
προκαλούσε το γεγονός ότι είχε σπάσει αυτόν το συγκεκριμένο
κανόνα, αλλά κάποιον άλλον: να μην αφήσεις ποτέ κάποιον που
μπορεί να σ’ αγγίξει πραγματικά να σε πλησιάσει. Και ο Μπλέικ, αν
δε φρόντιζε να χαράξει τώρα τις διαχωριστικές γραμμές και να τις
τηρήσει, θα μπορούσε να την αγγίξει πραγματικά.
Ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ και ευχήθηκε να είχε μια ασπιρίνη,
καθώς μελετούσε για μια ακόμη φορά το μενού. Ήταν σίγουρη πως η
στάση της την προηγούμενη νύχτα ήταν αρκετά άνετη και ξεκάθαρη
σχετικά με τους δεσμούς και τις υποχρεώσεις. Αλλά όταν στη
συνέχεια είχαν ξανακάνει έρωτα, όσα είχε πει έμοιαζαν να μην έχουν
κανένα νόημα. Κούνησε το κεφάλι της, προσπαθώντας να
απομακρύνει αυτή τη σκέψη από το μυαλό της. Το πρωί η
συμπεριφορά τους ήταν απόλυτα φυσική –δυο ενήλικες που
ετοιμάζονταν για τη δουλειά τους χωρίς καμιά αμηχανία. Αυτό
ακριβώς ήθελε κι εκείνη.
Είχε δει πολλές φορές τη μητέρα της να λάμπει τρισευτυχισμένη
στην αρχή μιας σχέσης. Αυτός ο άντρας ήταν ο άντρας –αυτός ο
άντρας ήταν ο πιο συναρπαστικός, ο πιο στοργικός, ο πιο ρομαντικός.
Μέχρι που η λάμψη ξεθώριαζε. Έτσι η Σάμερ πίστευε πως, αν δε
λάμπεις από την αρχή, δεν υπάρχει κίνδυνος να ξεθωριάσεις, και η
ζωή σου είναι πιο εύκολη.
Κι όμως, εξακολουθούσε να τον θέλει.
Ακούστηκε ένα κοφτό χτύπημα κι ένας από τους μαγείρους έχωσε
το κεφάλι του στην πόρτα. «Μις Λίντον, ο κύριος Κόκραν θα ήθελε
να σας δει στο γραφείο του».
Η Σάμερ αποτέλειωσε τον καφέ της, που είχε αρχίσει να κρυώνει.
«Ναι; Πότε;»
«Αμέσως».
Ύψωσε το φρύδι της. Κανείς δε διέταζε τη Σάμερ Λίντον να
παρουσιαστεί αμέσως. Όλοι της ζητούσαν ευγενικά να περάσει να
τους δει όποτε τη βόλευε. «Μάλιστα». Το παγωμένο χαμόγελό της
έκανε τον αγγελιαφόρο να ζαρώσει. «Ευχαριστώ».
Όταν η πόρτα έκλεισε πάλι, η Σάμερ έμεινε εντελώς ακίνητη.
Αυτές ήταν οι εργάσιμες ώρες της και είχε υπογράψει συμβόλαιο.
Ήταν και σωστό και λογικό να της ζητήσει ο Μπλέικ να πάει να τον
δει στο γραφείο του. Αυτό το δεχόταν. Δεν έπαυε όμως να είναι η
Σάμερ Λίντον –και δεν παρουσιαζόταν σε κανέναν αμέσως.
Πέρασε τα επόμενα δεκαπέντε λεπτά τακτοποιώντας τα χαρτιά της
και ύστερα σηκώθηκε. Διέσχισε αργά την κουζίνα, σταματώντας
κάθε τόσο για να ελέγξει τι έβραζε στη μια κατσαρόλα και τι
τσιγαριζόταν στο τηγάνι, και μπήκε στο ασανσέρ. Ανεβαίνοντας,
έριξε μια ματιά στο ρολόι της και χάρηκε όταν διαπίστωσε ότι θα
χτυπούσε την πόρτα του σχεδόν είκοσι πέντε λεπτά αφότου την είχε
καλέσει. Όταν άνοιξαν οι πόρτες του ασανσέρ, τίναξε μια κλωστούλα
από το μανίκι της μπλούζας της και βγήκε.
«Ο κύριος Κόκραν ζήτησε να μου μιλήσει;» είπε δίνοντας
ερωτηματικό τόνο στη φωνή της και χαμογέλασε στη ρεσεψιονίστ.
«Μάλιστα, μις Λίντον, μπορείτε να περάσετε κατευθείαν. Σας
περιμένει».
Η Σάμερ δεν ήξερε αν το τελευταίο σχόλιο ήταν επικριτικό ή
προειδοποιητικό, πάντως εκείνη προχώρησε στο διάδρομο, χτύπησε
κοφτά την πόρτα του Μπλέικ και μπήκε. «Καλημέρα, Μπλέικ».
Όταν η Σάμερ μπήκε, ο Μπλέικ άφησε στο πλάι το φάκελο που
είχε μπροστά του και έγειρε πίσω στην καρέκλα του.
«Δυσκολεύτηκες να βρεις το ασανσέρ;»
«Όχι». Η Σάμερ διέσχισε το δωμάτιο, διάλεξε μια καρέκλα και
κάθισε. Έχει το ίδιο ύφος που είχε και την πρώτη φορά που μπήκα
μέσα σε τούτο το γραφείο και τον είδα, σκέφτηκε –υπεροπτικό,
αριστοκρατικό. Το τέλειο ύφος για διαπραγματεύσεις. «Αυτό είναι
ένα από τα λίγα ξενοδοχεία που δε γερνάει κανείς περιμένοντας να
έρθει το ασανσέρ».
«Και ξέρεις τι σημαίνει ο όρος “ αμέσως”;»
«Ξέρω. Είχα δουλειά».
«Ίσως θα έπρεπε να σου ξεκαθαρίσω ότι δεν ανέχομαι να με
αφήνει να περιμένω μια υπάλληλος».
«Τότε θα σου ξεκαθαρίσω κι εγώ δυο πράγματα», τον αντέκρουσε
εκείνη. «Πρώτον, δεν είμαι μια απλή υπάλληλος, αλλά μια
καλλιτέχνις. Δεύτερον, δεν εμφανίζομαι ποτέ μόλις κάποιος χτυπήσει
τα δάχτυλά του».
«Είναι έντεκα και είκοσι», άρχισε να λέει ο Μπλέικ με τέτοια
ηρεμία που η Σάμερ έγινε αμέσως επιφυλακτική. «Είναι εργάσιμη
μέρα. Τ ις επιταγές με τις οποίες πληρώνεσαι τις υπογράφω εγώ. Άρα,
δίνεις λόγο σ’ εμένα».
Ένα προδοτικό κοκκίνισμα απλώθηκε στα μάγουλά της. «Πας να
μετατρέψεις τη δουλειά μου σε δολάρια και λεπτά της ώρας...»
«Η δουλειά είναι δουλειά», την έκοψε εκείνος, απλώνοντας τα
χέρια του. «Ήσουν απόλυτα σαφής σ’ αυτό το θέμα».
Η Σάμερ είχε φροντίσει να στριμωχτεί μόνη της στη γωνία και ο
Μπλέικ της έδωσε την τελευταία σπρωξιά για να χωθεί ακόμα πιο
βαθιά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γίνει ακόμα πιο υπεροπτική.
«Όπως βλέπεις, είμαι εδώ τώρα. Χάνεις την ώρα σου».
Ήταν φανταστική ως βασίλισσα των πάγων, σκέφτηκε ο Μπλέικ.
Άραγε αντιλαμβανόταν πόσο άλλαζε την εικόνα της μια έκφραση,
ένας διαφορετικός τόνος στη φωνή της; Μέσα σε μια μέρα μπορούσε
να εμφανιστεί με έξι διαφορετικά πρόσωπα. Είτε το ήξερε είτε όχι, η
Σάμερ διέθετε το ταλέντο της μητέρας της. «Δέχτηκα άλλο ένα
τηλεφώνημα από τον Μαξ για να μου εκφράσει τη δυσαρέσκειά
του», της είπε ξερά.
Η Σάμερ ύψωσε το φρύδι της και τον κοίταξε σαν βασίλισσα
έτοιμη να αποπέμψει τον υποτακτικό της. «Ναι;»
«Έχει έντονες αντιρρήσεις σε ορισμένες από τις προτάσεις σου για
το μενού. Α...» Ο Μπλέικ έριξε μια ματιά στο σημειωματάριο
μπροστά του. «...το τρέχον πρόβλημα φαίνεται να είναι η πάπια με το
αίμα της, αν και μου ανέφερε και κάμποσα ακόμα».
Η Σάμερ τέντωσε την πλάτη στην καρέκλα της και πρότεινε το
πιγούνι της. «Νόμιζα ότι με προσέλαβες για να βελτιώσω το μενού
του εστιατορίου του Κόκραν Χάουζ».
«Γι’ αυτό σε προσέλαβα».
«Αυτό ακριβώς κάνω».
Η γαλλική προφορά είχε αρχίσει να γίνεται έντονη στα λόγια της
και τα μάτια της άστραψαν. Μπορεί να τον ενοχλούσε, αλλά δεν την
είχε δει ποτέ πιο γοητευτική. «Σε προσέλαβα όμως και για να
διευθύνεις την κουζίνα –πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να
μπορείς να ελέγχεις το προσωπικό σου».
«Να ελέγχω». Η Σάμερ σηκώθηκε και η βασίλισσα των πάγων είχε
μεταμορφωθεί τώρα σε έξαλλη καλλιτέχνιδα. Οι χειρονομίες της ήταν
γρήγορες, οι κινήσεις της δραματικές. «Θα χρειαζόμουν μαστίγιο και
αλυσίδες για να ελέγξω έναν τόσο στενόμυαλο γερο-ιδιότροπο που
το μόνο που τον απασχολεί είναι ο εγωισμός του. Δεν υπάρχει άλλος
τρόπος από τον δικό του. Το μενού του είναι χαραγμένο σε πέτρα,
και είναι ιερό. Παφ!» Αυτό ήταν ένα ιδιαίτερο γαλλικό επιφώνημα
που θ’ ακουγόταν γελοίο από το στόμα οποιουδήποτε άλλου. Από το
δικό της, όμως, ακούστηκε τέλειο.
Ο Μπλέικ χτυπούσε το στυλό στην άκρη του γραφείου του όσο
παρακολουθούσε την παράστασή της. Μπήκε στον πειρασμό να
χειροκροτήσει. «Αυτό εννοούν όταν μιλούν για καλλιτεχνικό
ταμπεραμέντο;»
Η Σάμερ πήρε μια βαθιά ανάσα. Την κορόιδευε; Πώς τολμούσε;
«Δεν είδες ακόμα τίποτε, μον αμί».
Ο Μπλέικ κούνησε το κεφάλι του. Μπήκε στον πειρασμό να τη
σπρώξει στα άκρα, αλλά η δουλειά ήταν δουλειά. «Ο Μαξ δουλεύει
στο Κόκραν πάνω από είκοσι πέντε χρόνια». Άφησε το στυλό και
σταύρωσε τα χέρια του απόλυτα ήρεμος, σε αντίθεση με τη Σάμερ,
που έβραζε. «Είναι πιστός, ικανός και, απ’ ό,τι φαίνεται, εύθικτος».
«Εύθικτος». Η Σάμερ μόνο που δεν έφτυσε τη λέξη. «Του άφησα
τα παϊδάκια του και το πολύτιμο κοτόπουλό του, αλλά εξακολουθεί
να μην είναι ευχαριστημένος. Στο καινούριο μενού θα περιλάβω και
την πάπια με το αίμα και την κλ αμάρ μου. Το μενού μου δε θα είναι
το μενού που έχει το μαγαζάκι στη γωνία».
Αν είχα μαγνητοφωνήσει τη συζήτηση, αναρωτήθηκε ο Μπλέικ,
και της την έβαζα να την ακούσει αργότερα, θα παραδεχόταν τη
γελοιότητα του πράγματος; Για την ώρα, είχε τις αμφιβολίες του, και
χρειάστηκε να ξεροβήξει για να κρύψει τη διάθεσή του να γελάσει.
«Ακριβώς», της είπε ανέκφραστα. «Δεν έχω πρόθεση ν’ ανακατευτώ
στο μενού. Το θέμα είναι ότι δεν έχω πρόθεση ν’ ανακατευτώ
καθόλου».
Αυτό δεν την ηρέμησε. Η Σάμερ τίναξε τα μαλλιά πίσω από τους
ώμους της και τον αγριοκοίταξε. «Τότε γιατί σπαταλάς το χρόνο μου
με ασήμαντα πράγματα;»
«Αυτά τα ασήμαντα πράγματα», την αντέκρουσε εκείνος, «είναι
δικό σου πρόβλημα, όχι δικό μου. Είναι μέρος των καθηκόντων σου.
Αυτό σημαίνει προϊσταμένη. Να προΐστασαι. Και αν ο σεφ ο οποίος
βρίσκεται κάτω από τις διαταγές σου είναι διαρκώς δυσαρεστημένος,
σημαίνει ότι δεν κάνεις τη δουλειά σου. Είσαι ελεύθερη να κάνεις
όσους συμβιβασμούς θεωρείς απαραίτητους».
«Συμβιβασμούς;» Το κορμί της σφίχτηκε και ο Μπλέικ τη βρήκε
πάλι φανταστική. «Εγώ δεν κάνω συμβιβασμούς».
«Αν το παίξεις ξεροκέφαλη, δεν πρόκειται να φέρεις την ειρήνη
στην κουζίνα σου».
Η ανάσα της βγήκε σφυριχτή. «Ξεροκέφαλη;»
«Ακριβώς. Τ ώρα, το πρόβλημα του Μαξ βρίσκεται πάλι στο
γήπεδό σου. Δε θέλω να δεχτώ άλλο τηλεφώνημα από αυτόν».
Η Σάμερ κάτι είπε στα γαλλικά, και μολονότι ήταν ιδιωματικό, ο
Μπλέικ μπήκε στο νόημα. Ύστερα τίναξε το κεφάλι της και ξεκίνησε
για την πόρτα.
«Σάμερ».
Σταμάτησε και η στάση της θύμισε στον Μπλέικ τις μυθικές
γυναίκες τοξοβόλους με τις θανατηφόρες βολές. Δε θα έκανε ούτε ένα
μορφασμό καθώς θα έστελνε το βέλος κατευθείαν στην καρδιά του
στόχου της. Βασίλισσα των πάγων ή πολεμίστρια, την ήθελε. «Θέλω
να σε δω απόψε».
Τα μάτια της έγιναν δυο σχισμές. «Πώς τολμάς».
«Τ ώρα που θέσαμε επί τάπητος το πρώτο θέμα, είναι καιρός να
κουβεντιάσουμε το δεύτερο. Θα μπορούσαμε να δειπνήσουμε μαζί».
«Θέσαμε επί τάπητος το πρώτο θέμα», επανέλαβε η Σάμερ. «Εγώ
δεν παραμερίζω έτσι τα θέματα. Κι όσο για το δείπνο, μπορείς να
δειπνήσεις με τα λογιστικά βιβλία σου. Είναι τα μόνα που
καταλαβαίνεις».
Ο Μπλέικ σηκώθηκε και την πλησίασε χωρίς να βιάζεται.
«Συμφωνήσαμε ότι, όταν θα βρισκόμαστε μακριά από δω, δε θα
είμαστε συνεργάτες».
«Δεν είμαστε μακριά από δω». Η Σάμερ πρότεινε πάλι το πιγούνι
της. «Βρίσκομαι στο γραφείο σου μετά από εντολή σου».
«Δε θα βρίσκεσαι στο γραφείο μου απόψε».
«Απόψε θα βρίσκομαι όπου μου κάνει κέφι».
«Άρα απόψε», συνέχισε αβίαστα εκείνος, «δε θα είμαστε
συνεργάτες. Αυτοί δεν ήταν οι κανόνες σου;»
Προσωπική και επαγγελματική σχέση με μια σαφή γραμμή να τις
διαχωρίζει. Ναι, έτσι το ήθελε, αλλά δεν της ήταν τόσο εύκολο να
κάνει αυτόν το διαχωρισμό όσο είχε πιστέψει. «Απόψε», είπε
υψώνοντας τους ώμους της, «μπορεί να είμαι απασχολημένη».
Ο Μπλέικ έριξε μια ματιά στο ρολόι του. «Κοντεύει μεσημέρι.
Ώρα για φαγητό». Την κοίταξε πάλι μισοχαμογελώντας. Σήκωσε το
χέρι του και το έχωσε στα μαλλιά της. «Το διάλειμμα δε
συγκαταλέγεται στις εργάσιμες ώρες, Σάμερ. Και απόψε θέλω να
είμαι μαζί σου». Χάιδεψε με το στόμα του πρώτα τη μια άκρη των
χειλιών της και μετά την άλλη. «Θέλω να περάσω ατέλειωτες ώρες
μόνος μαζί σου», κατέληξε και τα χείλη του χαμογέλασαν πάνω στα
δικά της.
Κι εκείνη το ήθελε, γιατί να προσποιηθεί το αντίθετο; Δεν πίστευε
ποτέ στην προσποίηση, μόνο στην άμυνα. Όπως και να είχε το
πράγμα, είχε ήδη αποφασίσει να χειριστεί τον Μαξ και την κουζίνα
της με το δικό της τρόπο. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό
του και του χαμογέλασε. «Εντάξει τότε, απόψε θα είμαστε μαζί. Θα
φέρεις εσύ τη σαμπάνια;»
Είχε μαλακώσει, αλλά δεν είχε λυγίσει. Ο Μπλέικ το βρήκε αυτό
πολύ πιο συναρπαστικό από την πλήρη παράδοση. «Με το
κατάλληλο τίμημα».
Το γέλιο της ήταν ζεστό και πονηρό. «Τ ι τίμημα;»
«Θέλω να κάνεις κάτι για μένα που δεν το έχεις κάνει ποτέ μέχρι
τώρα».
Έγειρε το κεφάλι της και άγγιξε τα χείλη του με την άκρη της
γλώσσας της. «Τ ι πράγμα;»
«Να μου μαγειρέψεις».
Τα μάτια της άστραψαν γεμάτα έκπληξη και γέλασε πάλι. «Να σου
μαγειρέψω; Ε, λοιπόν, αυτό σου το αίτημα είναι πολύ διαφορετικό
από ό,τι περίμενα».
«Μετά το δείπνο, μπορεί να σκαρφιστώ και μερικά ακόμα».
«Ώστε θέλεις να σου ετοιμάσει το δείπνο σου η Σάμερ Λίντον». Η
Σάμερ τραβήχτηκε σκεφτική. «Μπορεί και να το κάνω, αν και
συνήθως αυτό κοστίζει πολύ ακριβότερα από μια σαμπάνια. Κάποτε
στο Χιούστον μαγείρεψα για ένα μεγιστάνα του πετρελαίου και τη
νέα του σύζυγο. Και πληρώθηκα με μετοχές. Μπλου τσιπς».
Ο Μπλέικ πήρε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. «Και εγώ
σου πήρα πίτσα. Πεπερόνι».
«Αυτό είναι αλήθεια. Στις οχτώ λοιπόν. Και σε συμβουλεύω να
φας ένα πολύ ελαφρύ μεσημεριανό σήμερα». Έπιασε το πόμολο και
τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της χαμογελώντας. «Σου αρέσουν τα
Σερβέλ Μπρεζέ;»
«Μπορεί και να μου άρεσαν, αν ήξερα τι είναι».
Η Σάμερ άνοιξε την πόρτα χαμογελώντας πάντα. «Ψητά βοδινά
μυαλά. Ορεβουάρ».
Ο Μπλέικ έμεινε να κοιτάζει την πόρτα. Αυτή τη φορά, είχε
σίγουρα εκείνη την τελευταία λέξη.

Η κουζίνα μύριζε φαγητό, αλλά η απαλή μελωδία του Σοπέν που


ακουγόταν από τα μεγάφωνα σ’ έκανε να νομίζεις ότι βρισκόσουν σε
σαλόνι, καθώς η Σάμερ αλεύρωνε το ξεκοκαλισμένο στήθος του
κοτόπουλου. Στην ηλεκτρική εστία, το βούτυρο είχε μόλις αρχίσει να
ροδίζει. Τέλεια. Οι γεμιστές ντομάτες ήταν ήδη έτοιμες και περίμεναν
στο ψυγείο. Τα βουτυρωμένα μπιζέλια είχαν αρχίσει να
τσιγαρίζονται. Τ ώρα θα σόταρε τις πατάτες μαζί με τα φιλέτα.
Ο χρόνος, βέβαια, ήταν το παν. Η συνταγή Συπρέμ ντε Βολ έιγ α
Μπρυν έπρεπε να εκτελεστεί με ακρίβεια λεπτού, διαφορετικά θα την
πετούσε αηδιασμένη, όπως κάθε ιδιότροπος σεφ. Το ζεστό βούτυρο
τσιτσίρισε όταν έριξε μέσα το αλευρωμένο κοτόπουλο.
Η Σάμερ άκουσε το χτύπημα στην πόρτα, αλλά έμεινε ακίνητη στη
θέση της. «Είναι ανοιχτά», φώναξε και ρύθμισε μεθοδικά τη
θερμοκρασία της κουζίνας. «Θα πιω τη σαμπάνια εδώ».
«Σερί, μακάρι να σκεφτόμουν να φέρω μία».
Η Σάμερ γύρισε έκπληκτη και είδε τη Μονίκ να στέκεται
εντυπωσιακή στην πόρτα της κουζίνας, φορώντας ένα ασημί και
μαύρο σύνολο. «Μητέρα!» Κρατώντας το πιρούνι πάντα στο χέρι, η
Σάμερ κάλυψε την απόσταση και έκλεισε τη μητέρα της στην
αγκαλιά της.
Μ’ εκείνο το γάργαρο και αισθησιακό γέλιο που την είχε κάνει
διάσημη, η Μονίκ φίλησε την κόρη της και στα δυο μάγουλα. Ύστερα
την απομάκρυνε λίγο. «Σου έκανα έκπληξη, ουί; Λατρεύω τις
εκπλήξεις».
«Με άφησες άφωνη», της απάντησε η Σάμερ. «Τ ι γυρεύεις στην
πόλη;»
Η Μονίκ κοίταξε προς την κουζίνα. «Αυτή τη στιγμή διακόπτω,
απ’ ό,τι φαίνεται, τις προετοιμασίες για ένα τρυφερό τετ α τετ».
«Ω!» Η Σάμερ έκανε μεταβολή, έτρεξε στο τηγάνι και γύρισε το
κοτόπουλο. Ένα δευτερόλεπτο ακόμα και θα ήταν για πέταμα!
«Αυτό που εννοούσα είναι, τι γυρεύεις στη Φιλαδέλφεια;» Έλεγξε
πάλι τη θερμοκρασία και διαπίστωσε ότι ήταν εντάξει. «Δεν είχες
ορκιστεί κάποτε ότι δε θα ξαναπατούσες το πόδι σου στην πόλη του
βασιλιά των σιδερικών;»
«Ο χρόνος σε μαλακώνει», είπε η Μονίκ με μια χαρακτηριστική
κίνηση του καρπού της. «Και ήθελα να δω την κόρη μου. Δεν έρχεσαι
και πολύ συχνά στο Παρίσι τελευταία».
«Όχι, δεν έρχομαι». Η Σάμερ μοίραζε την προσοχή της ανάμεσα
στο τηγάνι και τη μητέρα της, κάτι που δε θα έκανε για κανέναν
άλλον. «Δείχνεις απίθανη».
Δυο λακκάκια φάνηκαν στα μάγουλα της Μονίκ. «Νιώθω απίθανα,
μινιόν. Σε έξι βδομάδες ξεκινάω τα γυρίσματα μιας καινούριας
ταινίας».
«Μια καινούρια ταινία». Η Σάμερ πίεσε προσεκτικά το δάχτυλό
της στη σάρκα του κοτόπουλου. Όταν την είδε να επανέρχεται
αμέσως, έβγαλε τα φιλέτα και τα σέρβιρε σε μια ζεστή πιατέλα.
«Πού;»
«Στο Χόλιγουντ. Μ’ έχουν ζαλίσει χρόνια τώρα, και τελικά
ενέδωσα». Το μεταδοτικό γέλιο της Μονίκ αντήχησε πάλι στο χώρο.
«Το σενάριο είναι απίθανο. Ήρθε στο Παρίσι ο ίδιος ο σκηνοθέτης για
να με πείσει. Ο Κάιλ Μόρισον».
Ψηλός, κάπως ξερακιανός, με έξυπνο πρόσωπο, γύρω στα
πενήντα. Η Σάμερ είχε μια ξεκάθαρη εικόνα αυτού του άντρα στο
μυαλό της από τις φωτογραφίες του στα περιοδικά, αλλά τον είχε δει
και από κοντά στο πάρτι μιας διάσημης σταρ όπου είχε πάει για να
φτιάξει Ιλ Φλ οτάντ. Από τον τόνο της μητέρας της, η Σάμερ μάντεψε
την απάντηση προτού ακόμα κάνει την ερώτηση. «Και ο σκηνοθέτης
πώς είναι;»
«Είναι κι αυτός απίθανος. Πώς θα σου φαινόταν αν αποκτούσες
καινούριο πατριό, σερί;»
«Θα το αντιμετώπιζα στωικά», της απάντησε η Σάμερ και
χαμογέλασε. Μάλλον ήταν σκληρή η απάντησή της. «Θα χαιρόμουν,
βέβαια, αν εσύ είσαι ευτυχισμένη», είπε και άρχισε να ετοιμάζει τη
σάλτσα βουτύρου, ενώ η Μονίκ της ανέλυε την κατάσταση.
«Ω, μα είναι απίθανος και πολύ ευαίσθητος! Δεν έχω γνωρίσει
άλλον άντρα που να καταλαβαίνει τόσο καλά μια γυναίκα. Επιτέλους,
βρήκα το τέλειο ταίρι μου. Έναν άντρα που μου χαρίζει όλα όσα
χρειάζομαι και επιθυμώ στη ζωή μου. Έναν άντρα που με κάνει να
νιώθω γυναίκα».
Η Σάμερ κούνησε το κεφάλι της, τράβηξε από το μάτι το τηγάνι,
έριξε μέσα βασιλικό και λεμόνι και ανακάτεψε τη σάλτσα. «Πότε ο
γάμος;»
«Έγινε την περασμένη βδομάδα». Η Μονίκ χαμογέλασε πλατιά
όταν η Σάμερ σήκωσε το κεφάλι της και την κοίταξε.
«Παντρευτήκαμε αθόρυβα στην αυλή μιας εκκλησούλας έξω από το
Παρίσι. Υπήρχαν και περιστέρια –καλό σημάδι. Βρήκα τη δύναμη να
εγκαταλείψω τον Κάιλ, επειδή ήθελα να σου πω τα νέα η ίδια».
Έκανε μερικά βήματα και της έδειξε μια λεπτή βέρα με διαμαντάκια.
«Κομψή, ουί; Ο Κάιλ δεν είναι οπαδός του –αλήθεια, πώς το λέτε–
κραυγαλέου».
Άρα, για την ώρα δεν ήταν οπαδός του ούτε η Μονίκ Ντιμπουά
Λίντον Σμιθ Κλάριον Μόρισον. Η Σάμερ όμως υπέθεσε πως, μόλις
γίνονταν γνωστά τα νέα, οι δημοσιογράφοι θα τα έδιναν όλα και η
Μονίκ θα χόρταινε δημοσιότητα. Φίλησε τη μητέρα της στο μάγουλο.
«Να είσαι ευτυχισμένη, μα μερ».
«Είμαι πανευτυχής. Θα πρέπει να έρθεις στην Καλιφόρνια να
γνωρίσεις τον Κάιλ μου, και μετά...» Το χτύπημα στην πόρτα έκοψε
τη φράση της στη μέση. «Αυτός θα πρέπει να είναι ο καλεσμένος
σου. Ν’ ανοίξω εγώ για σένα;»
«Αν θέλεις». Η Σάμερ δάγκωσε τη γλώσσα της και περιέχυσε τα
φιλέτα κοτόπουλου με τη σάλτσα. Ή θα τα σέρβιρε σε πέντε λεπτά ή
θα τα πετούσε στα σκουπίδια.
Όταν άνοιξε η πόρτα, ο Μπλέικ αντίκρισε μια ελαφρά πιο
πληθωρική και φανταχτερή έκδοση της Σάμερ. Το φως των κεριών
έκρυβε την ηλικία της και πρόβαλλε τα κλασικά χαρακτηριστικά της.
Το χαμόγελό της ήταν αργό, όπως και της κόρης της, καθώς του
άπλωνε το χέρι.
«Γεια σας, η Σάμερ είναι απασχολημένη στην κουζίνα. Είμαι η
μητέρα της, η Μονίκ». Έκανε μια μικρή παύση τη στιγμή που του
έσφιγγε το χέρι. «Αλλά μου είστε γνωστός, ναι. Μα ναι!» συνέχισε
προτού προλάβει να μιλήσει ο Μπλέικ. «Κόκραν Χάουζ. Είστε ο γιος
–ο γιος του Μπι-Σι. Έχουμε ξανασυναντηθεί».
«Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω, μαντεμουαζέλ Ντιμπουά».
«Είναι περίεργο, ουί; Και διασκεδαστικό. Θα μείνω στο ξενοδοχείο
σας όσο θα είμαι στη Φιλαδέλφεια. Έχουν ανεβάσει ήδη τις βαλίτσες
μου στο δωμάτιό μου κι έχουν ετοιμάσει το κρεβάτι μου για ύπνο».
«Θέλω να επικοινωνήσετε μαζί μου, έτσι και χρειαστείτε κάποια
εξυπηρέτηση όσο θα μένετε κοντά μας».
«Ασφαλώς», του είπε η Μονίκ και τον περιεργάστηκε με το
γρήγορο αλλά διαπεραστικό βλέμμα της έμπειρης γυναίκας. Η κόρη
της είχε πάρει από εκείνη. Είχαν και οι δυο άψογο γούστο.
«Παρακαλώ, περάστε. Η Σάμερ βάζει τις τελευταίες πινελιές στο
δείπνο σας. Πάντα θαύμαζα το ταλέντο της στην κουζίνα. Εγώ είμαι
απελπιστική σ’ αυτό τον τομέα».
«Διαβολικά απελπιστική», συμπλήρωσε η Σάμερ, που μπήκε
κρατώντας τη ζεστή πιατέλα. «Φρόντιζε πάντα να καίει τα φαγητά κι
έτσι ποτέ κανείς δεν της ζητούσε να μαγειρέψει».
«Έξυπνη κίνηση, κατά την άποψή μου», συμφώνησε αβίαστα η
Μονίκ. «Και τώρα σας αφήνω ν’ απολαύσετε το δείπνο σας».
«Είσαι ευπρόσδεκτη να μας κάνεις παρέα, μητέρα».
«Πολύ γλυκό αυτό που είπες». Η Μονίκ πήρε το πρόσωπο της
Σάμερ στα χέρια της και τη φίλησε και στα δυο μάγουλα.
«Χρειάζομαι όμως τον ύπνο μου μετά από ένα τόσο μακρύ ταξίδι.
Θα τα πούμε αύριο, νον; Μεσιέ Κόκραν, θα μας κάνετε την τιμή να
δειπνήσουμε όλοι μαζί στο υπέροχο ξενοδοχείο σας προτού φύγω;»
Πήγε στην πόρτα με τη συνηθισμένη της μεγαλοπρέπεια. «Μπον
απετί».
«Εντυπωσιακή γυναίκα», παρατήρησε ο Μπλέικ.
«Ναι», συμφώνησε η Σάμερ και γύρισε στην κουζίνα για να φέρει
και τα υπόλοιπα φαγητά. «Εξακολουθεί να με ξαφνιάζει».
Ακούμπησε τα λαχανικά στο τραπέζι και σήκωσε το ποτήρι της.
«Μόλις παντρεύτηκε τον τέταρτο σύζυγό της. Τ ι θα έλεγες να πιούμε
στην υγειά τους;»
Ο Μπλέικ είχε αρχίσει να αφαιρεί το κάλυμμα από το στόμιο της
μπουκάλας, αλλά ο τόνος της τον έκανε να σταματήσει. «Είσαι λίγο
κυνική;»
«Ρεαλίστρια. Όπως και να έχει το πράγμα, τους εύχομαι κάθε
ευτυχία». Όταν ο Μπλέικ έβγαλε το φελλό, η Σάμερ τον πήρε και τον
έφερε αφηρημένα στη μύτη της. «Και ζηλεύω την αιώνια αισιοδοξία
της». Τον περίμενε να γεμίσει τα ποτήρια, σήκωσε το δικό της και το
τσούγκρισε στο δικό του. «Στην υγειά της νέας κυρίας Μόρισον».
«Στην υγειά της αισιοδοξίας», είπε ο Μπλέικ προτού πιει μια
γουλιά.
«Αν προτιμάς», του απάντησε υψώνοντας τους ώμους της και
κάθισε. Του σέρβιρε ένα κομμάτι κοτόπουλο. «Δυστυχώς τα βοδινά
μυαλά δεν ήταν καλά σήμερα, γι’ αυτό θα πρέπει ν’ αρκεστείς στο
κοτόπουλο».
«Κρίμα». Η πρώτη μπουκιά ήταν τρυφερή και είχε τέλεια γεύση.
«Μήπως θα ήθελες κάποιες ώρες άδεια να τις περάσεις με τη μητέρα
σου όσο θα βρίσκεται στην πόλη;»
«Όχι, δεν είναι απαραίτητο. Κατά τη διάρκεια της μέρας, η μητέρα
μου θα μοιράζει το χρόνο της ανάμεσα στα μαγαζιά και στα σπα
ομορφιάς. Μου είπε πως πρόκειται να ξεκινήσει τα γυρίσματα μιας
καινούριας ταινίας».
«Αλήθεια». Ο Μπλέικ δε χρειάστηκε πάνω από ένα λεπτό για να
συνδυάσει τα πράγματα. «Ο Μόρισον... ο σκηνοθέτης;»
«Είσαι πολύ γρήγορος», παραδέχτηκε η Σάμερ και ήπιε στην υγειά
του.
«Σάμερ». Ο Μπλέικ ακούμπησε το χέρι του πάνω από τα δικά της.
«Έχεις αντίρρηση;»
Εκείνη άνοιξε το στόμα της για να του δώσει μια γρήγορη
απάντηση, αλλά το ξανασκέφτηκε. «Όχι. Η αντίρρηση δεν είναι η
σωστή λέξη. Δική της είναι η ζωή. Απλώς δεν μπορώ να καταλάβω
πώς ή γιατί μπλέκεται συνέχεια σε σχέσεις, δεσμεύεται με γάμους
που κατά μέσο όρο δεν κρατούν πάνω από 5,2 χρόνια ο καθένας.
Αναρωτιέμαι, το κάνει αυτό από αισιοδοξία ή από αφέλεια;»
«Η Μονίκ δε μου φαίνεται καθόλου αφελής».
«Ρομαντική; Το ίδιο κάνει».
«Όχι, ο ρομαντισμός κρύβει ελπίδα, όχι αφέλεια. Απλώς ο τρόπος
της δεν είναι ο δικός σου».
Κι όμως, και οι δυο επιλέξαμε εραστές που τρέχει το ίδιο αίμα στις
φλέβες τους, θύμισε η Σάμερ στον εαυτό της. Αλήθεια, ποια θα ήταν
η αντίδραση του Μπλέικ σ’ αυτό; Άφησε το παρελθόν να μείνει
παρελθόν, συμβούλεψε τον εαυτό της. Και συγκεντρώσου στο παρόν.
Του χαμογέλασε. «Όχι, δεν είναι. Αλήθεια, πώς σου φαίνεται η
μαγειρική μου;»
Ίσως ήταν καλύτερα ν’ αλλάξουν θέμα, για την ώρα. Έπρεπε να
προχωρήσει με το μαλακό. «Όπως και όλα τ’ άλλα πάνω σου», της
απάντησε ο Μπλέικ. «Εξαίσια».
Η Σάμερ γέλασε και άρχισε πάλι να τρώει. «Θα σε συμβούλευα να
μην την πολυσυνηθίσεις. Σπάνια ετοιμάζω γεύματα απλώς και μόνο
για ν’ ακούσω κομπλιμέντα».
«Το φαντάστηκα. Γι’ αυτό και σου έφερα το κατάλληλο, κατά την
άποψή μου, αναμνηστικό δωράκι».
Η Σάμερ ήπιε μια ακόμη γουλιά σαμπάνια. «Ναι, η σαμπάνια είναι
τέλεια».
«Αλλά ανεπαρκής μπροστά σ’ ένα γεύμα της Σάμερ Λίντον».
Όταν η Σάμερ τον κοίταξε ξαφνιασμένη, ο Μπλέικ έχωσε το χέρι
στην εσωτερική τσέπη του και έβγαλε ένα λεπτό κουτάκι.
«Α, δώρο». Η Σάμερ πήρε το κουτάκι, διασκεδάζοντας.
«Μου είπες ότι σου αρέσουν τα δώρα», της απάντησε ο Μπλέικ
και είδε το γέλιο να σβήνει από τα μάτια της όταν άνοιξε το κουτί.
Μέσα υπήρχε ένα φίνο, λεπτό διαμαντένιο μπρασελέ. Τα διαμάντια
άστραφταν λευκά και μεγαλόπρεπα πάνω στο σκούρο βελούδο του
κουτιού.
Η Σάμερ δεν ένιωθε συχνά συνεπαρμένη. Τ ώρα όμως
προσπαθούσε να ελέγξει την έκπληξή της. «Το γεύμα είναι πολύ
απλό για ένα τέτοιο δώρο», κατάφερε να πει. «Αν το ήξερα, θα είχα
ετοιμάσει κάτι εντυπωσιακό».
«Δε θα χαρακτήριζα ποτέ την τέχνη απλή».
«Ίσως όχι, αλλά...» Η Σάμερ σήκωσε το κεφάλι της,
προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι δεν έπρεπε να συγκινείται
από τέτοιες χειρονομίες. Στο κάτω κάτω δεν ήταν παρά όμορφες
πέτρες. Αλλά ένιωθε την καρδιά της γεμάτη. «Μπλέικ, είναι όμορφο,
υπέροχο. Νομίζω ότι με πήρες πολύ στα σοβαρά όταν σου μίλησα για
πληρωμές και δώρα. Απόψε σου μαγείρεψα μόνο επειδή το ήθελα».
«Μόλις το είδα, θυμήθηκα εσένα», της είπε εκείνος σαν να μην την
είχε ακούσει. «Βλέπεις πόσο ψυχρές και υπεροπτικές φαντάζουν οι
πέτρες; Αλλά...» Έβγαλε το μπρασελέ από το κουτί. «Αν τις κοιτάξεις
από κοντά, αν τις κρατήσεις στο φως, κρύβουν μέσα τους ζεστασιά,
ακόμα και φλόγα». Καθώς μιλούσε, κρέμασε το μπρασελέ στα
δάχτυλά του. Τα διαμάντια άστραψαν στο φως των κεριών. Εκείνη τη
στιγμή θα μπορούσες να τα θεωρήσεις ζωντανά.
«Έχουν τόσες πολλές διαστάσεις, που μπορείς να δεις κάτι
διαφορετικό ανάλογα με τη γωνία που τα κοιτάζεις. Τα διαμάντια
είναι σκληρή πέτρα, αλλά η πιο όμορφη απ’ όλες». Ο Μπλέικ τύλιξε
το μπρασελέ στον καρπό της και το κούμπωσε. Το βλέμμα του
καρφώθηκε στο δικό της. «Και σ’ τα χάρισα απόψε μόνο επειδή το
ήθελα».
Η Σάμερ ένιωσε ξέπνοη, ευάλωτη. Αυτό θα γινόταν κάθε φορά
που εκείνος θα την κοιτούσε; «Έχεις αρχίσει να με ανησυχείς»,
ψέλλισε.
Η ήρεμη δήλωσή της έκανε την ανάγκη του γι’ αυτή να φουντώσει
και να ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Ο Μπλέικ σηκώθηκε και αφού τη
σήκωσε κι εκείνη, την έσφιξε πάνω του χωρίς να της αφήσει το
περιθώριο να αμυνθεί ή να συναινέσει. «Ωραία».
Αυτή τη φορά το στόμα του δεν ήταν υπομονετικό, έκρυβε μια
απόγνωση να γευτεί γρήγορα, να γευτεί τα πάντα. Η πείνα που
φούντωνε μέσα του δεν είχε καμιά σχέση με το φαγητό, που τους
περίμενε μισοτελειωμένο στο τραπέζι. Πεινούσε για τη Σάμερ, αυτή
ήταν η μόνη επιθυμία του, η μόνη απάντηση. Έπνιξε μια βρισιά και
την παρέσυρε στο πάτωμα.
Η Σάμερ ένιωσε να στροβιλίζεται μέσα σε μια δίνη. Ήταν κάτι που
δεν είχε ξαναζήσει κι αφέθηκε να τη συνεπάρει. Ενθουσιασμένη από
το γρήγορο ρυθμό, τρέμοντας από τη δύναμη, τον ακολούθησε. Αυτή
τη φορά δεν έδειξαν καμιά υπομονή με τα ρούχα τους. Τα τράβηξαν,
τα πέταξαν, λαχταρώντας να σμίξουν οι σάρκες τους. Καυτό και
πρόθυμο, το κορμί της έγινε τόξο για να συναντήσει το δικό του, ενώ
την παρέσερνε ο καυτός ανεμοστρόβιλος που μόνο εκείνος μπορούσε
να ξεσηκώσει.
Τα χέρια του διέτρεχαν το κορμί της· τη μάγευε η δύναμη, η
αποφασιστικότητα των δαχτύλων του. Αλλά είχε κι αυτή τις δικές
της απαιτήσεις. Το στόμα της ταξίδεψε το λαιμό του, τα δόντια της
δάγκωσαν τη σάρκα του, η γλώσσα της χάραξε ένα υγρό μονοπάτι.
Από το λαχάνιασμά του κατάλαβε ότι τον τρέλαινε, όπως την
τρέλαινε κι εκείνος. Αυτή η συνειδητοποίηση ήταν ηδονική από μόνη
της. Δεν πρόσφερες μόνο, έπαιρνες κιόλας. Το μυαλό της είχε αρχίσει
να θολώνει, αλλά ήξερε ακριβώς τη στιγμή που εκείνος έχασε κάθε
έλεγχο.
Ξαφνικά έγινε τραχύς, αλλά η Σάμερ το απόλαυσε. Είχε καταφέρει
να τον κάνει να ξεχάσει τα πολιτισμένα του ένστικτα με το να είναι
απλώς ο εαυτός της. Το στόμα του νόμιζες πως βρισκόταν παντού,
διέγραψε ένα ξέφρενο ταξίδι από τα χείλη στα στήθη της και συνέχισε
ακόμα πιο χαμηλά, κόβοντάς της την ανάσα.
Η Σάμερ ξέχασε ξαφνικά τα πάντα καθώς στροβιλιζόταν σ’ ένα
τούνελ όπου βασίλευαν μόνο οι αισθήσεις. Το κορμί της δε γνώριζε
όρια, εκείνη δεν είχε πια κανέναν έλεγχο πάνω του. Βόγκηξε,
πασχίζοντας μια στιγμή να ανακτήσει τον έλεγχο, αλλά την παρέσυρε
το πρώτο κύμα του οργασμού, διαλύοντας κάθε αυταπάτη λογικής.
Ο Μπλέικ την ήθελε ακριβώς έτσι. Κάποιο σκοτεινό, πρωτόγονο
κομμάτι του εαυτού του είχε ανάγκη να γνωρίζει ότι είχε τη δύναμη
να την κάνει να παραληρεί μέσα στον κόσμο των αισθήσεων. Την
ένιωσε να τρέμει από κάτω του, αλλά συνέχισε το γλυκό
βασανιστήριο, χρησιμοποιώντας μόνο τα χέρια και το στόμα του.
Μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό της στο φως των κεριών –να
διαβάσει το πάθος, την ηδονή, την ανάγκη. Ήταν υγρή και καυτή. Κι
εκείνος, αχόρταγος.
Ένιωθε το σφυγμό της να πάλλεται σε όποιο σημείο κι αν την
άγγιζε. Όταν το στόμα του χάιδεψε την ευαίσθητη καμπύλη όπου ο
μηρός της συναντούσε το γοφό, η Σάμερ έκανε τόξο το κορμί της,
προφέροντας τ’ όνομά του. Το βογκητό της τον διαπέρασε, έκανε το
αίμα να κοχλάσει στις φλέβες του και ας βασίλευε τώρα η σιωπή.
«Πες μου ότι με θέλεις», απαίτησε ο Μπλέικ, διατρέχοντας πάλι το
κορμί της με τα χείλη του, αυτή τη φορά με κατεύθυνση προς τα
πάνω. «Ότι θέλεις μόνο εμένα».
«Σε θέλω». Η Σάμερ δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί τίποτα. Θα
μπορούσε να του δώσει τα πάντα. «Θέλω μόνο εσένα».
Έσμιξαν βίαια και βυθίστηκαν στην απόλυτη έκσταση.

Η Σάμερ έμεινε ακίνητη κάτω από το κορμί του. Δεν είχε τη δύναμη
να κουνηθεί. Μόλις που είχε τη δύναμη ν’ ανασάνει. Δεν είχε
σημασία. Για πρώτη φορά πρόσεξε ότι το πάτωμα ήταν σκληρό κάτω
από την πλάτη της, αλλά δεν ένιωσε καμιά διάθεση να γυρίσει για να
βολευτεί καλύτερα. Αναστέναξε κι έκλεισε τα μάτια της. Θα
μπορούσε να κοιμηθεί εκεί που βρισκόταν, χωρίς καμιά προσπάθεια.
Ο Μπλέικ κουνήθηκε και στηρίχτηκε στα μπράτσα του για να μην
την πιέζει με το βάρος του. Ξαφνικά του φάνηκε πολύ εύθραυστη και
εντελώς ανυπεράσπιστη. Δεν είχε φανεί τρυφερός μαζί της, παρ’ όλ’
αυτά, όσο έκαναν έρωτα εκείνη ήταν γεμάτη δύναμη και φλόγα.
Πρόσφερε στον εαυτό του την ευχαρίστηση να την παρατηρήσει
έτσι όπως ήταν μισοκοιμισμένη, φορώντας μόνο το διαμαντένιο
μπρασελέ στον καρπό της. Και ενώ την κοιτούσε, εκείνη άνοιξε τα
μάτια της και του έριξε ένα γατίσιο βλέμμα κάτω από τις
μισόκλειστες βλεφαρίδες της. Του χαμογέλασε. Ο Μπλέικ της
ανταπέδωσε το χαμόγελο και τη φίλησε.
«Τ ι έχουμε για επιδόρπιο;»

Κεφάλαιο 9
Δυστυχώς, η Σάμερ θα χρειαζόταν ένα τηλέφωνο στο γραφείο της.
Προτιμούσε να μην την ενοχλεί κανείς όταν δούλευε, και τα
τηλέφωνα έχουν τη συνήθεια να σ’ ενοχλούν, αλλά είχε ολοκληρώσει
σχεδόν το τελικό μενού και τώρα πλησίαζε στο πρακτικό στάδιο της
επιλογής των προμηθευτών. Με τόσα καινούρια είδη, και μάλιστα
δυσεύρετα, θα έπρεπε ν’ αναζητήσει τους κατάλληλους προμηθευτές.
Θα προτιμούσε ν’ αναθέσει αυτή τη δουλειά σε κάποιον άλλον, αλλά
εμπιστευόταν τις διαπραγματευτικές της ικανότητες και τη διαίσθησή
της περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου. Και για να διαλέξεις τον
καλύτερο προμηθευτή στρειδιών ή μπάμιας, σου χρειάζονταν και τα
δύο.
Η Σάμερ τακτοποίησε την πρωινή δουλειά της και κοίταξε τα
στοιβαγμένα χαρτιά μπροστά της, κουνώντας ικανοποιημένη το
κεφάλι της. Το ένστικτό της την είχε οδηγήσει σωστά όταν είχε
αποφασίσει να δεχτεί αυτή την εντελώς διαφορετική δουλειά. Της
ταίριαζε και την έκανε καλά. Η ανακαίνιση της κουζίνας είχε
εξελιχτεί όπως ακριβώς τη φανταζόταν, το προσωπικό ήταν καλά
εκπαιδευμένο και με τις δικές της προσεκτικές και επιλεκτικές
προσλήψεις, το αποτέλεσμα ήταν ακόμα καλύτερο. Οι δύο καινούριοι
σεφ για τα γλυκά ήταν καλύτεροι απ’ ό,τι περίμενε. Ο Χούλιο και η
Τ ζόρτζια είχαν στείλει μια κάρτα από τη Χαβάη και οι υπόλοιποι
συνάδελφοί τους την είχαν κολλήσει τιμητικά στην πόρτα του
ψυγείου. Η Σάμερ είχε μπει μόνο για μια στιγμή στον πειρασμό να
την κάνει στόχο για βελάκια.
Είχε παρέμβει ελάχιστα στο στήσιμο της τραπεζαρίας. Ο φωτισμός
ήταν εξαιρετικός, τα τραπεζομάντιλα άψογα. Το φαγητό –το δικό της
φαγητό– ήταν η μοναδική νότα ανανέωσης που χρειαζόταν το
εστιατόριο.
Πολύ γρήγορα, θα είχε τυπωμένα στα χέρια της τα καινούρια
μενού. Είχε να βάλει μόνο κάτι τελευταίες τιμές και να
διαπραγματευτεί τους όρους και τις ώρες παράδοσης. Το επόμενο
βήμα ήταν η εγκατάσταση ενός τηλεφώνου. Αποφάσισε να το
φροντίσει αμέσως. Μπήκε στην κουζίνα από τη μια πόρτα, τη στιγμή
που η Μονίκ έμπαινε από την άλλη. Κάθε εργασία σταμάτησε.
Η Σάμερ το διασκέδαζε, και μάλλον χαιρόταν, που η μητέρα της
είχε τέτοια επίδραση στους ανθρώπους. Ο Μαξ είχε μείνει και την
κοιτούσε με το κουτάλι στο χέρι και τη σάλτσα να στάζει στο
πάτωμα. Η Μονίκ, βέβαια, ήξερε πώς να κάνει μια εντυπωσιακή
είσοδο. Ήταν γεννημένη γι’ αυτό.
Χαμογέλασε αργά –σχεδόν διστακτικά– και μπήκε κουβαλώντας
μαζί της τη μυρωδιά του Παρισιού και της άνοιξης. Τα μάτια της
ήταν γκρίζα και, παρ’ όλη τη διαφορά στα χρόνια και στις εμπειρίες,
έδειχναν αθώα. Η Σάμερ δεν μπορούσε ακόμα ν’ αποφασίσει αν ήταν
προϊόν σκόπιμης προσπάθειας ή κάτι έμφυτο.
«Θα μπορούσε να με βοηθήσει κάποιος;»
Έξι άντρες έκαναν ένα βήμα μπροστά. Ο Μαξ μάλιστα την
πλησίασε τόσο, ώστε παραλίγο να στάξει το κουτάλι στον ώμο της.
Η Σάμερ αποφάσισε ότι ήταν καιρός ν’ αποκαταστήσει την τάξη.
«Μητέρα», είπε και άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους άντρες που είχαν
περικυκλώσει τη Μονίκ.
«Α, Σάμερ, εσένα έψαχνα», είπε η Μονίκ, χαμογέλασε στους
άντρες γύρω της και πήρε τα χέρια της κόρης της στα δικά της. «Πολύ
εντυπωσιακή. Δε νομίζω ότι έχω ξαναβρεθεί σε κουζίνα
ξενοδοχείου. Είναι τόσο... μεγάλη, ουί;»
«Παρακαλώ, μις Ντιμπουά... μαντάμ». Ανίκανος να συγκρατηθεί, ο
Μαξ έπιασε τη Μονίκ από το χέρι. «Θα ήταν τιμή μου να σας δείξω
ό,τι θα θέλατε να δείτε. Ίσως θα θέλατε να δοκιμάσετε λίγη σούπα;»
«Τ ι ευγενικό». Το χαμόγελό της θα ήταν ικανό να λιώσει
σοκολάτα από απόσταση είκοσι μέτρων. «Θέλω να δω τα πάντα στο
χώρο όπου δουλεύει η κόρη μου».
«Η κόρη σας;»
Κατά τα φαινόμενα, ο Μαξ ονειροβατούσε, άκουγε βιολιά από τη
στιγμή που είχε μπει η Μονίκ στην κουζίνα. «Η μητέρα μου», είπε
τονίζοντας τη λέξη η Σάμερ. «Η Μονίκ Ντιμπουά. Από δω ο Μαξ,
υπεύθυνος του προσωπικού της κουζίνας».
Μητέρα; Ο Μαξ τα έχασε. Αλλά, βέβαια, η ομοιότητα ήταν τόσο
έντονη που ένιωσε εντελώς χαζός που δεν την είχε διακρίνει
νωρίτερα. Δεν υπήρχε ούτε μια ταινία της Μονίκ Ντιμπουά που να
μην την είχε δει τουλάχιστον τρεις φορές. «Χαρά μου». Έφερε
ιπποτικά το χέρι της στα χείλη του. «Τ ιμή μου».
«Είναι πολύ όμορφο να ξέρω ότι η κόρη μου δουλεύει δίπλα σ’
έναν τέτοιο κύριο», είπε η Μονίκ, προκαλώντας την γκριμάτσα της
κόρης της, η οποία, όμως, δεν προχώρησε σε κάποιο σχόλιο. «Και θα
ήθελα πολύ να δω τα πάντα, μα τα πάντα... ίσως λίγο αργότερα;»
πρόσθεσε προτού προλάβει ο Μαξ να μιλήσει. «Τ ώρα θα πρέπει να
σας κλέψω για λίγο τη Σάμερ. Μήπως θα μπορούσατε να πείτε να
μου ανεβάσουν μια σαμπάνια και λίγο χαβιάρι στη σουίτα μου;»
«Το χαβιάρι δεν περιλαμβάνεται στο μενού», είπε η Σάμερ,
ρίχνοντας ένα πλάγιο βλέμμα στον Μαξ. «Ακόμα».
«Ω». Η Μονίκ σούφρωσε χαριτωμένα τα χείλη. «Υποθέτω πως
μπορώ να συμβιβαστώ με λίγο πατέ ή κάποιο τυρί».
«Θα το φροντίσω προσωπικά. Αμέσως, μαντάμ».
«Καλοσύνη σας». Η Μονίκ πετάρισε τις βλεφαρίδες της, έπιασε
αγκαζέ τη Σάμερ και βγήκε από την κουζίνα.
«Το παράκανες», μουρμούρισε η Σάμερ.
Η Μονίκ έγειρε πίσω το κεφάλι της και ξέσπασε σ’ ένα γάργαρο
γέλιο. «Μη γίνεσαι τόσο Αγγλίδα, σερί. Μόλις σου έκανα μια
τεράστια χάρη. Σήμερα το πρωί έμαθα από τον γοητευτικό νεαρό
Κόκραν όχι μόνο ότι η κόρη μου δουλεύει ως υπάλληλος σε τούτο το
ξενοδοχείο –πράγμα που δεν έκανες τον κόπο να μου το πεις εσύ–,
αλλά και ότι αντιμετωπίζει κάποια εσωτερικά προβλήματα στην
κουζίνα».
«Δε σ’ το είπα γιατί είναι κάτι προσωρινό, και γιατί είχα πνιγεί στη
δουλειά. Όσο για τα εσωτερικά προβλήματα...»
«Βλέπε τον θεόρατο Μαξ», είπε η Μονίκ, μπαίνοντας χαριτωμένα
στο ασανσέρ.
«...μπορώ να τα χειριστώ μια χαρά μόνη μου», ολοκλήρωσε η
Σάμερ.
«Δεν κάνει κακό όμως να τον εντυπωσιάσεις με την καταγωγή
σου». Η Μονίκ πάτησε το κουμπί για τον όροφο της σουίτας της,
ύστερα γύρισε και περιεργάστηκε την κόρη της. «Λοιπόν, τώρα που
σε κοιτάζω στο φως της μέρας, βλέπω πως έγινες πιο όμορφη
μεγαλώνοντας. Χαίρομαι. Αφού έχω μια κόρη, καλύτερα να έχω μια
όμορφη κόρη».
Η Σάμερ κούνησε το κεφάλι της γελώντας. «Είσαι το ίδιο
ματαιόδοξη όπως πάντα».
«Θα είμαι πάντα ματαιόδοξη», της απάντησε απλά η Μονίκ. «Και
αν θέλει ο Θεός, θα έχω πάντα κάποιο λόγο να είμαι. Τ ώρα...» Έκανε
νόημα στη Σάμερ να βγει από το ασανσέρ. «...έχω πιει τον πρωινό
καφέ μου μαζί μ’ ένα κρουασάν και έχω κάνει το μασάζ μου. Είμαι
έτοιμη, λοιπόν, ν’ ακούσω για την καινούρια δουλειά και τον
καινούριο εραστή σου. Απ’ ό,τι βλέπω, σου ταιριάζουν και τα δύο».
«Απ’ ό,τι ξέρω, οι κόρες συνηθίζουν να κουβεντιάζουν με τις
μητέρες τους για τις καινούριες δουλειές τους, όχι και για τους
καινούριους εραστές τους».
«Πουφ». Η Μονίκ άνοιξε την πόρτα της σουίτας της. «Εμείς δεν
ήμαστε ποτέ απλά μητέρα και κόρη, εμείς είμαστε φίλες, ν’ ες πα; Και
οι καλές φίλες κουβεντιάζουν πάντα τους καινούριους εραστές τους».
«Η δουλειά», είπε η Σάμερ, τονίζοντας τη λέξη καθώς καθόταν με
τα πόδια ψηλά σε μια μαλακή ξαπλώστρα, «πάει πολύ καλά. Αρχικά
τη δέχτηκα γιατί μου κίνησε το ενδιαφέρον και... ε, γιατί ο Μπλέικ
μου πέταξε στα μούτρα το όνομα του Λα Πουάντ».
«Του Λα Πουάντ; Του ανθρωπάκου με τα γουρουνίσια μάτια που
μισείς όσο κανέναν; Αυτού που είπε στις παρισινές εφημερίδες ότι
ήσουν...»
«Μαιτρέσα του», συμπλήρωσε η Σάμερ οργισμένη.
«Α, ναι, τι γελοία λέξη· μαιτρέσα, εντελώς απαρχαιωμένη, δε
συμφωνείς; Εκτός κι αν κάποιος τη θεωρήσει ως το θηλυκό του
μαιτρ». Η Μονίκ χαμογέλασε γαλήνια και ξάπλωσε στον καναπέ.
«Και ήσουν;»
«Ασφαλώς όχι. Ακόμα και να ήταν ο σπουδαίος σεφ που
ισχυρίζεται ότι είναι, δε θα τον είχα αφήσει με τίποτα ν’ ακουμπήσει
τα χοντρόχερά του πάνω μου».
«Θα μπορούσες να του είχες κάνει μήνυση».
«Και τότε θα είχαν φουντώσει ακόμα περισσότερο τα χαιρέκακα
γελάκια και τα σχόλια του τύπου “ όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και
φωτιά”. Πολύ θα το είχε χαρεί αυτό το γαλλικό γουρούνι». Η Σάμερ
είχε σφίξει τα δόντια της, γι’ αυτό πίεσε τον εαυτό της να χαλαρώσει.
«Μη με κάνεις τώρα ν’ αρχίσω για τον Λα Πουάντ. Αρκεί που ο
Μπλέικ με στρίμωξε να δεχτώ αυτή τη δουλειά χρησιμοποιώντας τ’
όνομά του».
«Πολύ έξυπνος άντρας –ο Μπλέικ σου, εννοώ».
«Δεν είναι ο Μπλέικ μου», της απάντησε δηκτικά η Σάμερ. «Όπως
κι εγώ δεν είμαι η Σάμερ του. Είμαστε δύο αυτόνομα άτομα. Το
ξέρεις ότι εγώ δεν πιστεύω σ’ αυτά». Το διακριτικό χτύπημα στην
πόρτα έκανε τη Μονίκ να κουνήσει νωχελικά το χέρι της και τη
Σάμερ να σηκωθεί ν’ ανοίξει. Όταν ο σερβιτόρος κύλησε μέσα το
δίσκο με το τυρί, τα φρέσκα φρούτα και την παγωνιέρα με τη
σαμπάνια, η πρώτη σκέψη της ήταν ότι, για να τους σερβίρουν τόσο
γρήγορα, ο Μαξ θα πρέπει να τους είχε βάλει όλους να δουλέψουν
σαν τρελοί. Υπέγραψε το λογαριασμό και έκλεισε την πόρτα πίσω
από το σερβιτόρο.
Η Μονίκ επιθεώρησε τεμπέλικα το δίσκο και τσίμπησε έναν κύβο
τυρί. «Μα είσαι ερωτευμένη μαζί του».
Η Σάμερ, που άνοιγε εκείνη την ώρα τη σαμπάνια, σήκωσε το
κεφάλι της. «Τ ι είπες;»
«Είσαι ερωτευμένη με τον νεαρό Κόκραν».
Ο φελλός πετάχτηκε ψηλά και η σαμπάνια ξεχύθηκε σαν πίδακας
από την μπουκάλα. Η Μονίκ σήκωσε το ποτήρι της για να της το
γεμίσει. «Δεν είμαι ερωτευμένη μαζί του», την αντέκρουσε η Σάμερ
με μια κρυφή απόγνωση που η μητέρα της αναγνώρισε αμέσως.
«Πάντα είμαστε ερωτευμένες με τους εραστές μας».
«Όχι, δεν είμαστε». Η Σάμερ σέρβιρε τη σαμπάνια, κάπως πιο
ψύχραιμη τώρα. «Οι σχέσεις δεν είναι απαραίτητο να είναι όλο
αγάπες και λουλούδια. Μου αρέσει ο Μπλέικ, τον σέβομαι. Τον
βρίσκω γοητευτικό, έξυπνο και απολαμβάνω την παρέα του».
«Μπορείς να πεις το ίδιο για τον αδερφό ή το θείο σου. Ακόμα και
για έναν πρώην σύζυγο», παρατήρησε η Μονίκ. «Και δε νομίζω ότι
νιώθεις έτσι για τον Μπλέικ».
«Νιώθω πάθος γι’ αυτόν», της απάντησε ανυπόμονα η Σάμερ. «Το
πάθος δεν είναι συνώνυμο με την αγάπη».
«Αχ, Σάμερ». Η Μονίκ πήρε ένα σταφύλι, διασκεδάζοντας.
«Μπορεί να διαθέτεις βρετανική λογική, αλλά η καρδιά σου είναι
γαλλική. Και ο νεαρός Κόκραν δεν είναι ένας άντρας που μια γυναίκα
μπορεί να προσπεράσει εύκολα».
«Όπως και ο πατέρας του;» Με το που το είπε αυτό, η Σάμερ το
μετάνιωσε αμέσως.
Η Μονίκ όμως αρκέστηκε να χαμογελάσει γλυκά, νοσταλγικά. «Το
σκέφτηκα κι εγώ αυτό. Δεν έχω ξεχάσει τον Μπι-Σι».
«Ούτε εκείνος εσένα».
Η Μονίκ επέστρεψε από το παρελθόν γεμάτη περιέργεια.
«Συνάντησες τον πατέρα του Μπλέικ;»
«Για λίγο. Όταν αναφέρθηκε τ’ όνομά σου, νόμισα ότι τον χτύπησε
κεραυνός».
Το απαλό χαμόγελο της Μονίκ έγινε τώρα λαμπερό. «Τ ι
κολακευτικό. Σε μια γυναίκα αρέσει να ξέρει ότι ένας άντρας
συνεχίζει να τη σκέφτεται και πολύ μετά το χωρισμό τους».
«Εσύ μπορεί να νιώθεις κολακευμένη, εγώ όμως ένιωσα πολύ
άβολα».
«Μα γιατί;»
«Μητέρα». Η Σάμερ σηκώθηκε κι άρχισε να πηγαινοέρχεται
νευρικά. «Ο Μπλέικ με έλκυε –πάρα πολύ– και τον έλκυα κι εγώ.
Πώς νομίζεις ότι ένιωσα κουβεντιάζοντας με τον πατέρα του, όταν η
σκέψη που κυριαρχούσε τόσο στο μυαλό του Μπι-Σι όσο και στο
δικό μου ήταν ότι είχατε υπάρξει κι εσείς εραστές; Δε νομίζω ότι ο
Μπλέικ έχει την παραμικρή ιδέα. Αν είχε, συνειδητοποιείς πόσο
άβολη θα ήταν η όλη κατάσταση;»
«Γιατί;»
Η Σάμερ πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε προς το μέρος της
μητέρας της. «Ο Μπι-Σι ήταν τότε και εξακολουθεί να είναι μέχρι
σήμερα παντρεμένος με τη μητέρα του Μπλέικ. Και απ’ ό,τι έχω
καταλάβει, ο Μπλέικ έχει μεγάλη αδυναμία και στη μητέρα και στον
πατέρα του».
«Και τι σχέση έχει αυτό;» Η αντίδραση της Μονίκ ήταν τυπικά
γαλλική –ένα μικρό ανασήκωμα των ώμων, μια ανεπαίσθητη κίνηση
του χεριού με την παλάμη προς τα πάνω. «Και εγώ είχα αδυναμία
στον πατέρα του. Άκουσέ με», συνέχισε προτού προλάβει η κόρη της
να την αντικρούσει. «Ο Μπι-Σι ήταν πάντα ερωτευμένος με τη
γυναίκα του. Το ήξερα αυτό και τότε. Απλώς παρηγορήσαμε ο ένας
τον άλλον, διασκεδάσαμε μαζί σε μια περίοδο που ήταν δύσκολη και
για τους δυο μας. Νιώθω ευγνωμοσύνη γι’ αυτό, δεν ντρέπομαι. Ούτε
κι εσύ θα έπρεπε να ντρέπεσαι».
«Δεν ντρέπομαι». Η Σάμερ πέρασε το χέρι στα μαλλιά της γεμάτη
απόγνωση. «Ούτε ζητάω από σένα να το κάνεις, αλλά να πάρει η
οργή, μητέρα, νιώθω αμήχανα».
«Η ζωή μάς φέρνει συχνά σε αμηχανία. Και μόλις μου θύμισες πως
υπάρχουν κανόνες, αυτό είναι αλήθεια». Η Μονίκ τίναξε το κεφάλι
της πίσω και το πρόσωπό της πήρε το υπεροπτικό ύφος που είχε
κληρονομήσει και η κόρη της. «Εγώ όμως δεν παίζω σύμφωνα με
τους κανόνες, ούτε απολογούμαι γι’ αυτό».
«Μητέρα». Η Σάμερ γονάτισε δίπλα στον καναπέ,
αναθεματίζοντας τον εαυτό της. «Δε σου έκανα κριτική. Απλώς,
αυτό που είναι καλό, αυτό που είναι σωστό για σένα δεν είναι
απαραίτητα καλό ή σωστό και για μένα».
«Νομίζεις ότι δεν το ξέρω αυτό; Νομίζεις ότι θα ήθελα να ζήσεις
τη ζωή μου;» Η Μονίκ ακούμπησε το χέρι στο κεφάλι της κόρης της.
«Μπορεί εγώ να έχω γνωρίσει μεγαλύτερη ευτυχία από σένα. Αλλά
έχω γνωρίσει και μεγαλύτερη απόγνωση. Και δεν μπορώ να σου
ευχηθώ το πρώτο χωρίς να ξέρω ότι θα βρεθείς αντιμέτωπη και με το
δεύτερο. Εγώ το μόνο που θέλω για σένα είναι αυτό που θέλεις κι
εσύ για τον εαυτό σου».
«Μερικά πράγματα φοβάσαι ακόμα και να τα ευχηθείς».
«Όχι, απλώς πρέπει να είσαι πιο προσεκτική προτού ευχηθείς
κάποια πράγματα. Θα σου δώσω μια συμβουλή». Η Μονίκ χάιδεψε
τρυφερά το κεφάλι της κόρης της και την τράβηξε να καθίσει στον
καναπέ δίπλα της. «Όταν ήσουν κοριτσάκι, δε σου έδωσα καμία,
γιατί τα μικρά παιδιά αποτελούσαν πάντα μυστήριο για μένα. Κι όταν
μεγάλωσες λίγο, έτσι κι αλλιώς δεν επρόκειτο να με ακούσεις. Ίσως
τώρα να έχουμε φτάσει στο στάδιο όπου υπάρχει κατανόηση
ανάμεσα σε μητέρα και κόρη».
Η Σάμερ γέλασε και πήρε μια φράουλα από το δίσκο. «Εντάξει, θα
σε ακούσω».
«Το να έχεις ανάγκη έναν άντρα δε σε μειώνει ως γυναίκα». Η
Μονίκ είδε τη Σάμερ να συνοφρυώνεται και συνέχισε: «Το να τον
έχεις ανάγκη για να υπάρξεις, ναι, αυτό είναι βλακεία. Το να τον
έχεις ανάγκη για να σε κάνει να νιώθεις σημαντική και σπουδαία
είναι ανέντιμο. Αλλά το να έχεις ανάγκη έναν άντρα, ένα
συγκεκριμένο άντρα, για να σου χαρίσει τη χαρά και το πάθος; Αυτό
είναι η ζωή».
«Μπορεί να υπάρχουν η χαρά και το πάθος στη ζωή μιας γυναίκας
χωρίς να έχει απαραίτητα κάποιον άντρα δίπλα της».
«Μια κάποια χαρά κι ένα κάποιο πάθος», συμφώνησε η Μονίκ.
«Γιατί όμως ν’ αρκεστείς σ’ αυτό; Τ ι θ’ αποδείξεις στερώντας από
τον εαυτό σου μια φυσική του ανάγκη; Μπορεί να είναι χαζό μια
γυναίκα να παντρεύεται τέσσερις διαφορετικούς συζύγους. Αλλά
ούτε και γι’ αυτό θ’ απολογηθώ, θα σου θυμίσω μόνο ότι η Σάμερ
Λίντον δεν είναι η Μονίκ Ντιμπουά. Γυρεύουμε διαφορετικά
πράγματα από τη ζωή και με εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Αλλά
είμαστε και οι δυο γυναίκες. Δε μετανιώνω για τις επιλογές μου».
Η Σάμερ αναστέναξε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο της
μητέρας της. «Θέλω να μπορώ να το πω κι εγώ αυτό για τον εαυτό
μου. Πάντα πίστευα ότι μπορούσα».
«Είσαι έξυπνη γυναίκα. Όποια επιλογή και να κάνεις θα είναι η
σωστή για σένα».
«Ο μεγαλύτερος φόβος μου πάντα ήταν μήπως κάνω λάθος».
«Ίσως ο μεγαλύτερος φόβος σου να είναι και το μεγαλύτερο λάθος
σου», της είπε η Μονίκ και τη χάιδεψε στο μάγουλο. «Έλα, βάλε μου
λίγη ακόμα σαμπάνια. Θα σου μιλήσω για τον Κάιλ μου».
Όταν η Σάμερ επέστρεψε στην κουζίνα, εξακολουθούσε να έχει
στο μυαλό της τη συζήτησή της με τη Μονίκ. Σπάνια η μητέρα της
την πίεζε να της πει λεπτομέρειες γύρω από την προσωπική της ζωή
και ακόμα πιο σπάνια της έδινε συμβουλές. Μπορεί το μεγαλύτερο
μέρος της μιας ώρας που είχαν περάσει μαζί να την άκουγε να της
απαριθμεί τις αρετές του Κάιλ Μόρισον, αλλά στην αρχή της
κουβέντας τους, η Μονίκ της είχε πει μερικά πράγματα που είχαν
βάλει τη Σάμερ σε σκέψεις –την είχαν κάνει ν’ αμφισβητήσει τις
προτεραιότητές της.
Όταν όμως πλησίασε την πόρτα που οδηγούσε στην κουζίνα και
άκουσε τον καβγά από μέσα, συνειδητοποίησε ότι οι σκέψεις της
έπρεπε να περιμένουν.
«Το ψητό μου είναι τέλειο».
«Έχει πολύ γάλα και πολύ λίγο τυρί».
«Ποτέ δεν μπόρεσες να παραδεχτείς ότι τα ψητά που φτιάχνω εγώ
είναι καλύτερα από τα δικά σου».
Μπορεί η σκηνή να ήταν αστεία: Ο θεόρατος Μαξ και ο
λιλιπούτειος Τσάρλι, ο μικροσκοπικός Κορεάτης μάγειρας που έφτανε
μέχρι το στήθος του προϊσταμένου του, στέκονταν εκεί και
αγριοκοιτάζονταν, τραβώντας μια ο ένας και μια ο άλλος ένα πιάτο
με σπανάκι. Η σκηνή θα ήταν αστεία, αν το υπόλοιπο προσωπικό δεν
είχε χωριστεί στα δύο, παρακολουθώντας τους κι αγνοώντας τις
παραγγελίες των πελατών για το μεσημεριανό.
«Είναι πολύ κατώτερα», τον αντέκρουσε ο Μαξ, που δεν είχε
συγχωρήσει ακόμα τον Τσάρλι επειδή είχε αρρωστήσει και είχε
λείψει τρεις μέρες στη σειρά.
«Τα ψητά σου είναι πάντα κατώτερα. Τα δικά μου είναι τέλεια».
«Πάρα πολύ γάλα», επανέλαβε ο Μαξ. «Όχι αρκετό τυρί».
«Πρόβλημα;» Η Σάμερ μπήκε στην κουζίνα και στάθηκε ανάμεσά
τους.
«Αυτό το ανθρωπάκι που παριστάνει το μάγειρα προσπαθεί να
πλασάρει τούτα τα νερουλιασμένα φύλλα για σπανάκι φούρνου». Ο
Μαξ προσπάθησε να τραβήξει το γυάλινο πιάτο, αλλά διαπίστωσε ότι
ο κοκαλιάρης Ασιάτης είχε παράδοξα μεγάλη δύναμη.
«Τούτος ο παραφουσκωμένος λουκουμάς που παριστάνει τον σεφ
ζηλεύει γιατί ξέρω περισσότερα από αυτόν γύρω από τα λαχανικά».
Η Σάμερ δάγκωσε δυνατά το κάτω χείλι της. Να πάρει η οργή, η
κατάσταση ήταν για γέλια, μόνο που δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή.
«Ίσως οι υπόλοιποι θα μπορούσατε να γυρίσετε στις δουλειές σας»,
άρχισε να λέει ψυχρά, «προτού η πελατεία που μας έχει απομείνει
στην τραπεζαρία καταφύγει στο κοντινότερο φαστ-φουντάδικο για να
βρει ένα ικανοποιητικό σέρβις. Τ ώρα...» Στράφηκε πάλι στους δύο
αντιπάλους, που ήταν έτοιμοι να δείξουν τα δόντια τους. «Υποθέτω
πως αυτό είναι το πιάτο για το οποίο τσακώνεστε».
«Κατ’ όνομα», της πέταξε ο Μαξ. «Γιατί αυτό που βρίσκεται εδώ
μέσα είναι για τα σκουπίδια».
«Για τα σκουπίδια!» τσίριξε εξοργισμένος ο Κορεάτης και
σούφρωσε τα χείλη του. «Για τα σκουπίδια είναι τα παϊδάκια σου. Το
μόνο που τρώγεται από εκείνο το πιάτο είναι το κλαράκι ο μαϊντανός
με το οποίο το στολίζεις».
«Κύριοι, μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;» Χωρίς να περιμένει
απάντηση, η Σάμερ ακούμπησε το δάχτυλό της στο πιάτο. Ήταν
ακόμα ζεστό, αλλά δε θ’ αργούσε να κρυώσει. «Το δοκίμασε κανείς;»
«Εγώ δε δοκιμάζω δηλητήριο», είπε ο Μαξ και προσπάθησε να
τραβήξει πάλι το πιάτο. «Τ ’ αδειάζω στο νεροχύτη».
«Δε θα ήθελα αυτό... αυτό το βόδι να δοκιμάσει ούτε μια πιρουνιά
από το σπανάκι μου», είπε ο Τσάρλι και τράβηξε το πιάτο με τη
σειρά του. «Θα το μολύνει».
«Εντάξει, παιδιά», είπε μελιστάλαχτα η Σάμερ κι έκανε τους δυο
άντρες να στραφούν σ’ εκείνη τώρα, νευριασμένοι. «Γιατί να μην το
δοκιμάσω εγώ;»
Οι δυο άντρες αντάλλαξαν επιφυλακτικά βλέμματα. «Πείτε του ν’
αφήσει το σπανάκι μου», επέμεινε ο Τσάρλι.
«Μαξ...»
«Να το αφήσει εκείνος πρώτος, είμαι ανώτερός του».
«Τσάρλι...»
«Στο μόνο που είναι ανώτερός μου είναι στο βάρος», απάντησε
εκείνος και συνεχίστηκε η διελκυστίνδα.
Η Σάμερ έχασε την υπομονή της και σήκωσε τα χέρια ψηλά.
«Εντάξει, αρκετά!»
Μπορεί να ήταν το σοκ τους που ύψωσε τη φωνή της, κάτι που
δεν είχε ξανακάνει σε κουζίνα –ή το πιάτο να γλιστρούσε ύστερα από
τόσο τράβηγμα. Πάντως ξέφυγε από τα χέρια και των δυο αντρών,
χτύπησε στον πάγκο κι έγινε κομμάτια. Τα γυαλιά πετάχτηκαν προς
όλες τις κατευθύνσεις προτού το περιεχόμενο αγγίξει το πάτωμα. Ο
Μαξ και ο Τσάρλι ξέσπασαν ταυτόχρονα σε βρισιές, κατηγορώντας ο
ένας τον άλλον.
Η Σάμερ ένιωσε έναν πόνο στο δεξί της μπράτσο και είδε το αίμα.
Έμεινε να το κοιτάζει, μη μπορώντας να πιστέψει ότι το αίμα που
έτρεχε ποτάμι ήταν το δικό της.
«Με συγχωρείτε», κατάφερε να πει στο τέλος. «Μήπως εσείς οι
δυο θα μπορούσατε να τελειώσετε τον καβγά σας αργότερα, προτού
πεθάνω από αιμορραγία;»
Ο Τσάρλι κοίταξε προς το μέρος της, συγκρατώντας τις βρισιές που
είχε στην άκρη της γλώσσας του. Όταν είδε την πληγή, γούρλωσε τα
μάτια του κι άρχισε να μιλάει γρήγορα στα κορεάτικα.
«Αν δεν είχες ανακατευτεί...» άρχισε να λέει ο Μαξ, αλλά όταν
είδε το αίμα που έτρεχε στο μπράτσο της Σάμερ άσπρισε και, προς
μεγάλη έκπληξη όλων, κινήθηκε αστραπιαία. Άρπαξε μια καθαρή
πετσέτα και την πίεσε στο κόψιμο. «Κάθισε», τη διέταξε και την
έσπρωξε σ’ ένα σκαμπό. «Εσύ», φώναξε, χωρίς ν’ απευθύνεται σε
κάποιον συγκεκριμένα, «καθάρισε τούτο το χάος». Είχε φτιάξει ήδη
έναν αιμοστατικό επίδεσμο. «Χαλάρωσε», είπε στη Σάμερ με
ασυνήθιστη γλυκύτητα. «Θέλω να δω πόσο βαθύ είναι το κόψιμο».
Η Σάμερ κούνησε το κεφάλι της ζαλισμένη και κράτησε
καρφωμένο το βλέμμα της στον ατμό που έβγαινε από την
κατσαρόλα απέναντι. Η πληγή δεν την πονούσε τόσο πολύ,
σκέφτηκε, νιώθοντας για μια στιγμή την όρασή της να θολώνει,
προτού καθαρίσει ξανά. Μάλλον θα είχε φανταστεί όλο εκείνο το
αίμα.
«Τ ι στην ευχή γίνεται εδώ μέσα;» άκουσε αμυδρά τη φωνή του
Μπλέικ κάπου πίσω της. «Η φασαρία ακούγεται μέχρι την
τραπεζαρία». Δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτό –η Σάμερ και ο Μαξ
ή θα αποφάσιζαν να συνυπάρξουν ειρηνικά ή θα έμεναν άνεργοι. Η
ματωμένη πετσέτα όμως τον έκανε να κοκαλώσει. «Σάμερ;»
«Ήταν ατύχημα», βιάστηκε να του πει ο Μαξ, ενώ η Σάμερ
κούνησε το κεφάλι της για να καθαρίσει τις σκέψεις της. «Το κόψιμο
είναι βαθύ –θα χρειαστεί ράμματα».
Ο Μπλέικ άρπαξε την πετσέτα από τον Μαξ και τον παραμέρισε.
«Σάμερ. Πώς στην ευχή συνέβη αυτό;»
Εκείνη επικέντρωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό του, είδε την
ανησυχία, ίσως και το θυμό στα μάτια του και άρχισαν πάλι όλα να
γυρίζουν. Τότε, έκανε το λάθος να ξανακοιτάξει το μπράτσο της. «Το
σπανάκι φούρνου», είπε χαζά, γλίστρησε από το σκαμπό και
λιποθύμησε.
Το επόμενο πράγμα που έφτασε στ’ αυτιά της ήταν μια λογομαχία.
Έτσι δεν ξεκίνησαν όλα; αναρωτήθηκε θολωμένη. Χρειάστηκε μόνο
ένα λεπτό για ν’ αναγνωρίσει τη φωνή του Μπλέικ, η άλλη φωνή
όμως, μια κοφτή γυναικεία φωνή, της ήταν άγνωστη.
«Θα μείνω».
«Κύριε Κόκραν, δεν είστε συγγενής. Και σύμφωνα με την πολιτική
του νοσοκομείου, απαγορεύεται να είστε παρών όσο δίνουμε τις
πρώτες βοήθειες στη μις Λίντον. Πιστέψτε με, μόνο μερικά ράμματα
θα της κάνουμε».
Μερικά ράμματα; Η Σάμερ ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Δεν ήθελε να το παραδεχτεί, αλλά μπροστά στις βελόνες –αυτές που
σου χώνουν οι γιατροί– ήταν εντελώς δειλή. Και αν δεν την
απατούσε η όσφρησή της, δεν είχε καμιά αμφιβολία για το πού
βρισκόταν. Τη μυρωδιά του αντισηπτικού την αναγνωρίζεις αμέσως.
Ίσως, αν ανακάθιζε αθόρυβα να κατάφερνε να φύγει χωρίς να την
πάρει κανείς χαμπάρι.
Όταν τελικά ανακάθισε, διαπίστωσε πως βρισκόταν πίσω από την
κουρτίνα ενός μικρού εξεταστηρίου. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στο
δίσκο στο τραπεζάκι που ήταν γεμάτος με όλα τα τρομακτικά
εργαλεία.
Ο Μπλέικ έπιασε με την άκρη του ματιού του την κίνηση και
βρέθηκε στη στιγμή στο πλευρό της. «Σάμερ, χαλάρωσε».
Εκείνη έγλειψε τα χείλη της και κοίταξε πάλι γύρω της.
«Νοσοκομείο;»
«Στα επείγοντα. Θα περιποιηθούν το μπράτσο σου».
Η Σάμερ κατάφερε να χαμογελάσει, αλλά δεν τράβηξε στιγμή το
βλέμμα της από το δίσκο με τα εργαλεία. «Πρέπει;» Όταν έκανε να
κατεβάσει τα πόδια της από το κρεβάτι, η γιατρός τη σταμάτησε
αμέσως.
«Μείνετε ακίνητη, μις Λίντον».
Η Σάμερ κοίταξε το αποφασιστικό, ρυτιδιασμένο γυναικείο
πρόσωπο. Η γιατρός είχε σγουρά μαλλιά στο χρώμα του ροδάκινου
και φορούσε γυαλιά με συρμάτινο σκελετό. Η Σάμερ επιστράτευσε
τη δύναμή της ενάντια στης γιατρού και αποφάσισε ότι μπορούσε να
νικήσει. «Θα γυρίσω στο σπίτι μου τώρα», είπε απλά.
«Θα ξαπλώσετε εκεί που βρίσκεστε και θα με αφήσετε να σας
ράψω το μπράτσο. Σιωπή τώρα».
Ίσως αν κατάφερνε ν’ αποκτήσει κάποιο σύμμαχο... «Μπλέικ;»
«Χρειάζεσαι ράμματα, αγάπη μου».
«Δε θέλω».
«Πρέπει», της είπε κοφτά η γιατρός. «Αδερφή!» φώναξε και πήγε
να πλύνει τα χέρια της στο μικροσκοπικό νιπτήρα. Έριξε μια ματιά
πάνω από τον ώμο της. «Κύριε Κόκραν, θα πρέπει να περιμένετε
έξω».
«Όχι». Η Σάμερ κατάφερε ν’ ανακαθίσει πάλι. «Εσάς δε σας ξέρω»,
είπε στη γυναίκα με τη λευκή ρόμπα στο νεροχύτη. «Ούτε αυτή την
ξέρω», συνέχισε, βλέποντας τη νοσοκόμα που παραμέρισε την
κουρτίνα. «Αν είναι να καθίσω να μου ράψετε το μπράτσο με ζωικά
ράμματα ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο χρησιμοποιείτε, θέλω να έχω μαζί
μου κάποιον που ξέρω». Έσφιξε περισσότερο το χέρι του Μπλέικ.
«Αυτόν τον ξέρω». Ξάπλωσε πίσω, αλλά συνέχισε να σφίγγει σαν
μέγκενη το χέρι του Μπλέικ.
«Πολύ καλά», υποχώρησε η γιατρός, αναγνωρίζοντας την ισχυρή
θέληση αλλά και το φόβο της Σάμερ. «Απλώς γυρίστε το κεφάλι σας
από την άλλη», τη συμβούλεψε. «Δε θα μου πάρει πολλή ώρα. Έχω
ήδη χρησιμοποιήσει χιλιόμετρα ζωικά ράμματα σήμερα».
«Μπλέικ». Η Σάμερ πήρε μια βαθιά ανάσα και τον κοίταξε στα
μάτια. Δεν ήθελε να σκέφτεται τι έκαναν οι δυο γυναίκες στην άλλη
άκρη του τραπεζιού στο μπράτσο της. «Πρέπει να σου εξομολογηθώ
κάτι. Δεν τα πάω καλά με τα νοσοκομεία», είπε και ξεροκατάπιε
όταν ένιωσε την πίεση στο δέρμα της. «Ακόμα και ο οδοντογιατρός
αναγκάζεται να μου κάνει αναισθητική ένεση».
Ο Μπλέικ είδε με την άκρη του ματιού του τη γιατρό να κάνει το
πρώτο ράμμα. «Λίγο ακόμα και θα χρειαζόταν να κάνουμε
αναισθητική ένεση και στον Μαξ», της είπε και χάιδεψε τρυφερά
τους κόμπους των δαχτύλων της. «Μετά από αυτό, μπορείς να του
πεις ότι θα βάλεις στην κουζίνα μια εστία με ξύλα, ακόμα και
φουγάρο, και δε θα σου φέρει καμιά αντίρρηση».
«Απίθανος τρόπος για να εξασφαλίσω τη συνεργασία του». Η
Σάμερ έκανε ένα μορφασμό, ένιωσε μια ανακατωσούρα στο στομάχι
της και ξεροκατάπιε με αγωνία. «Μίλα μου –για οτιδήποτε».
«Θα πρέπει να φροντίσουμε να βρούμε σύντομα ένα ελεύθερο
Σαββατοκύριακο να πάμε στην παραλία. Κάπου ήσυχα στον
ωκεανό».
Ήταν όμορφη εικόνα και η Σάμερ προσπάθησε να συγκεντρώσει σ’
αυτή την προσοχή της. «Σε ποιον ωκεανό;»
«Σ’ όποιον ωκεανό θέλεις. Για τρεις μέρες δε θα κάνουμε τίποτε
άλλο από ηλιοθεραπεία και έρωτα».
Η νεαρή νοσοκόμα τούς κοίταξε και της ξέφυγε ένας
αναστεναγμός προτού η γιατρός την επαναφέρει με το βλέμμα της
στην τάξη.
«Αμέσως μόλις γυρίσω από τη Ρώμη. Το μόνο που θα έχεις να
κάνεις εσύ θα είναι να βρεις ένα όμορφο νησάκι στον Ειρηνικό όσο
θα λείπω. Θα ήθελα να έχει φοίνικες και φιλόξενους ντόπιους».
«Θα το φροντίσω».
«Στο μεταξύ», είπε η γιατρός, κόβοντας μια γάζα, «φροντίστε να
κρατήσετε στεγνό τον επίδεσμο. Να τον αλλάζετε κάθε τρεις μέρες
και ελάτε σε δυο βδομάδες να κόψουμε τα ράμματα. Ήταν πολύ
άσχημο κόψιμο», πρόσθεσε, δένοντας επαγγελματικά τον επίδεσμο,
«αλλά θα ζήσετε».
Η Σάμερ γύρισε επιφυλακτικά το κεφάλι της. Η πληγή ήταν τώρα
καλυμμένη με μια αποστειρωμένη λευκή γάζα. Η δουλειά που είχε
κάνει η γιατρός έδειχνε καθαρή και περιποιημένη. Η ανακατωσούρα
στο στομάχι της υποχώρησε αμέσως. «Νόμιζα πως πλέον τα ράμματα
είναι από υλικό που απορροφάται».
«Έχετε όμορφο μπράτσο», είπε η γιατρός, ξεπλένοντας τα χέρια
της στο νιπτήρα. «Δε θα θέλαμε να σας μείνει σημάδι. Θα σας δώσω
μια συνταγή για παυσίπονα».
Η Σάμερ πρόταξε το πιγούνι της. «Δε θα τα πάρω».
Η γιατρός στέγνωσε τα χέρια της, υψώνοντας τους ώμους της.
«Όπως θέλετε. Α, και θα μπορούσατε να πάτε στα Νησιά του
Σολομώντος στη Νέα Γουινέα», είπε και παραμερίζοντας την
κουρτίνα έφυγε.
«Τ ι γυναίκα κι αυτή», γρύλισε η Σάμερ ενώ ο Μπλέικ τη
βοηθούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. «Τ ρόποι να σου πετύχουν.
Θύμισέ μου να την προσλάβω για γιατρό μου».
Ξαναβρήκε τη σπιρτάδα της, σκέφτηκε ο Μπλέικ χαμογελώντας,
αλλά τύλιξε προστατευτικά το μπράτσο του στη μέση της. «Ήταν
αυτό ακριβώς που χρειαζόσουν. Δεν είχες ανάγκη κι άλλη ανησυχία
και συμπάθεια, έφτανε η δική μου».
Η Σάμερ τον κοίταξε συνοφρυωμένη καθώς την οδηγούσε στο
πάρκινγκ. «Όταν αιμορραγώ», τον διόρθωσε, «έχω ανάγκη από όλη
την ανησυχία και τη συμπάθεια του κόσμου».
«Αυτό που έχεις ανάγκη», της είπε ο Μπλέικ και τη φίλησε στο
μέτωπο προτού ανοίξει την πόρτα του αμαξιού, «είναι ένα κρεβάτι,
ένα σκοτεινό δωμάτιο και λίγες ώρες ανάπαυση».
«Θα επιστρέψω στη δουλειά», τον διόρθωσε εκείνη. «Στην
κουζίνα θα επικρατεί πιθανότατα χάος κι έχω μια μεγάλη λίστα με
τηλεφωνήματα που πρέπει να κάνω –αφού φροντίσεις, βέβαια, να
μου συνδέσουν ένα τηλέφωνο».
«Θα πας στο σπίτι και στο κρεβάτι σου».
«Η αιμορραγία σταμάτησε», του θύμισε η Σάμερ. «Και μολονότι
το παραδέχομαι ότι φέρομαι σαν μωρό όταν δω αίματα, βελόνες και
γιατρούς με λευκές ποδιές, πάνε όλ’ αυτά, πέρασαν τώρα. Είμαι μια
χαρά».
«Είσαι χλομή». Ο Μπλέικ σταμάτησε στο φανάρι και γύρισε προς
το μέρος της. Η τελευταία ώρα δεν ήταν εύκολη ούτε για εκείνον.
«Το μπράτσο σου θα σε πονάει σίγουρα τώρα ή θ’ αρχίσει να σε
πονάει σε λίγο. Επιπλέον, είναι πολιτική του ξενοδοχείου μας όταν
ένας υπάλληλος λιποθυμήσει σε ώρα εργασίας να παίρνει την
υπόλοιπη μέρα άδεια».
«Πολύ φιλελεύθερο και ανθρωπιστικό από μέρους σου, αλλά δε θα
είχα λιποθυμήσει αν δεν είχα κοιτάξει την πληγή».
«Σπίτι σου, Σάμερ».
Εκείνη στήθηκε στο κάθισμα, σταύρωσε τα χέρια της και πήρε μια
βαθιά ανάσα. Το μπράτσο της την πονούσε, αλλά δε θα το
παραδεχόταν σε καμιά περίπτωση. Από τη μια ο πόνος, από την άλλη
η οργή της, ήταν εύκολο να ξεχάσει ότι λίγο πριν είχε γραπωθεί σαν
τρελή από το χέρι του. «Μπλέικ, το ξέρω ότι σ’ το έχω ξαναπεί αυτό,
αλλά μερικές φορές η επανάληψη δε βλάπτει. Δε δέχομαι εντολές από
κανέναν».
Για ένα ολόκληρο λεπτό, δε μίλησε κανένας. Ο Μπλέικ έστριψε
αριστερά, αντίθετα από την περιοχή όπου βρισκόταν το Κόκραν και
με κατεύθυνση το διαμέρισμα της Σάμερ.
«Θα πάρω ταξί», του είπε ήρεμα εκείνη.
«Αυτό που θα πάρεις είναι δυο ασπιρίνες μέχρι να τραβήξω εγώ τις
κουρτίνες και να σε βάλω στο κρεβάτι».
Μα το Θεό, αυτό θα ήταν σκέτος παράδεισος. Η Σάμερ έδιωξε τη
σκέψη από το μυαλό της και πρότεινε το πιγούνι της. «Επειδή
στηρίχτηκα πάνω σου –για λίγο– όσο εκείνη η γυναίκα μού έμπηγε
τη βελόνα της, δε σημαίνει ότι χρειάζομαι νταντά».
Υπήρχε ένας τρόπος να την πείσει να κάνει αυτό που της έλεγε,
και για μια στιγμή ο Μπλέικ σκέφτηκε να τον χρησιμοποιήσει. Ίσως
όμως ήταν καλύτερα να της μιλήσει ωμά. «Δε νομίζω ότι είδες πόσα
ράμματα σου έκανε η γιατρός».
«Όχι». Η Σάμερ κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Εγώ όμως είδα. Τα μέτρησα. Δεκαπέντε. Δεν είδες ούτε το
μέγεθος της βελόνας;»
«Όχι». Η Σάμερ έπιασε το στομάχι της και τον κοίταξε. «Παίζεις
βρόμικα, Μπλέικ».
«Αν έχει αποτέλεσμα...» Ακούμπησε το χέρι του πάνω στα δικά
της. «Έναν υπνάκο, Σάμερ. Θα μείνω κοντά σου αν θέλεις».
Πώς θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα μαζί του τη στιγμή που τη
μια ήταν καλός, την άλλη έπαιζε βρόμικα και μετά γινόταν τρυφερός;
Και πώς θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τον εαυτό της τη στιγμή
που το μόνο που ήθελε πραγματικά ήταν να κουλουριαστεί δίπλα
του, ζεστή κι ασφαλής; «Θα ξεκουραστώ», του είπε και ξαφνικά
ένιωσε πως το είχε φοβερή ανάγκη, μόνο που δεν είχε καμιά σχέση
με την πληγή στο μπράτσο της. Αν ο Μπλέικ συνέχιζε να ξεσηκώνει
έτσι τις αισθήσεις της, οι επόμενοι μήνες θα ήταν εξουθενωτικοί.
«Μόνη», συμπλήρωσε αποφασιστικά. «Εσένα σου φτάνουν αυτά που
έχεις να κάνεις στο ξενοδοχείο».
Όταν ο Μπλέικ σταμάτησε μπροστά στην πολυκατοικία της, η
Σάμερ άπλωσε το χέρι της και τον εμπόδισε να σβήσει τη μηχανή.
«Όχι, δε χρειάζεται ν’ ανέβεις πάνω. Θα πέσω στο κρεβάτι μου, σ’ το
υπόσχομαι». Τον είδε που ήταν έτοιμος να της φέρει αντίρρηση, γι’
αυτό του έσφιξε το χέρι και χαμογέλασε. Πρέπει ν’ ανέβω μόνη μου
πάνω, συνειδητοποίησε. Αν εκείνος έρθει μαζί μου τώρα, μπορούν ν’
αλλάξουν τα πάντα. «Θα πάρω εκείνες τις ασπιρίνες, θ’ ανοίξω το
στερεοφωνικό και θα ξαπλώσω. Θα ένιωθα καλύτερα αν εσύ
φρόντιζες να περάσεις από την κουζίνα για να βεβαιωθείς ότι όλα
λειτουργούν ομαλά».
Ο Μπλέικ περιεργάστηκε το πρόσωπό της. Ήταν χλομή και τα
μάτια της ήταν κουρασμένα. Ήθελε να μείνει μαζί της, να την κάνει
να στραφεί πάλι σ’ εκείνον για στήριγμα, γιατί έτσι όπως καθόταν
δίπλα της, ένιωσε την απόσταση που προσπαθούσε να βάλει η Σάμερ
ανάμεσά τους. Όχι, αυτό δε θα το επέτρεπε –αλλά τώρα χρειαζόταν
ξεκούραση περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν τη συντροφιά του.
«Αφού το θέλεις έτσι. Θα σου τηλεφωνήσω το βράδυ».
Η Σάμερ έσκυψε, τον φίλησε στο μάγουλο και βγήκε στα γρήγορα
από το αμάξι. «Σ’ ευχαριστώ που μου κράτησες το χέρι».

Κεφάλαιο 10
Η κατάσταση είχε αρχίσει να της δίνει στα νεύρα. Όχι πως η Σάμερ
δεν απολάμβανε την προσοχή. Στην καριέρα της, περισσότερο και
από το να την απολαμβάνει, είχε μάθει να τη θεωρεί δεδομένη. Δεν
ήταν ότι δεν ήθελε να την εξυπηρετούν. Αυτό το είχε μάθει από
νωρίς, μεγαλώνοντας σ’ ένα σπίτι γεμάτο υπηρέτες. Αλλά όπως
ξέρουν όλοι οι καλοί μάγειροι, τη ζάχαρη πρέπει να τη χρησιμοποιείς
με μικρό κουτάλι.
Η Μονίκ είχε παρατείνει μια ολόκληρη βδομάδα την παραμονή της
στη Φιλαδέλφεια. Όπως είπε, δεν μπορούσε να φύγει τη στιγμή που η
Σάμερ ανάρρωνε από τον τραυματισμό της. Κι όσο η Σάμερ
προσπαθούσε να υποβιβάσει το όλο περιστατικό, τόσο η Μονίκ την
κοιτούσε με μεγαλύτερο θαυμασμό και ανησυχία, πράγμα που
ενίσχυε και την ανησυχία της κόρης της για την επόμενη επίσκεψή
της στο γιατρό.
Αν και δεν ήταν του χαρακτήρα της, η Μονίκ εμφανιζόταν κάθε
μέρα στο γραφείο της Σάμερ πότε μ’ ένα φλιτζάνι τσάι, πότε μ’ ένα
μπολ θρεπτική σούπα, και καθόταν πάνω από το κεφάλι της μέχρι να
τη δει να τα πίνει.
Τ ις πρώτες μέρες η Σάμερ το είχε βρει πολύ γλυκό –αν και το τσάι
και η σούπα δεν περιλαμβάνονταν συνήθως στη δίαιτά της. Όσο
θυμόταν τον εαυτό της, η Μονίκ ήταν πάντα καλή και της έδειχνε
την αγάπη της, αλλά δεν της είχε δείξει ποτέ μητρική στοργή. Και
μόνο γι’ αυτόν το λόγο, η Σάμερ έπινε το τσάι, ρουφούσε τη σούπα,
καταπίνοντας μαζί και τα παράπονά της. Καθώς όμως συνεχιζόταν
αυτό και η Μονίκ τη διέκοπτε διαρκώς ενώ βρισκόταν στα τελικά
στάδια του σχεδιασμού, άρχισε να χάνει την υπομονή της. Ίσως να
μπορούσε ν’ αντέξει τις υπερβολές και το κανάκεμα της μητέρας της,
αν δεν της φέρονταν με τον ίδιο τρόπο και στην κουζίνα, με πρώτο
και καλύτερο τον Μαξ.
Δεν της επέτρεπαν να κάνει τίποτε μόνη της. Αν πήγαινε να ψήσει
έναν καφέ, όλο και κάποιος εμφανιζόταν για να την εξυπηρετήσει,
προτρέποντάς τη να καθίσει και να ξεκουραστεί. Κάθε μέρα, ακριβώς
στις δώδεκα το μεσημέρι, ο ίδιος ο Μαξ της έφερνε ένα δίσκο με τη
σπεσιαλιτέ της ημέρας. Καπνιστό σολομό, αστακό σουφλέ, γεμιστές
μελιτζάνες... Η Σάμερ τα έτρωγε, γιατί όπως η μητέρα της έτσι και ο
Μαξ στεκόταν πάνω από το κεφάλι της, κρυφά μέσα της όμως
λαχταρούσε ένα ζουμερό διπλό τσίζμπεργκερ με μπέικον και μπόλικα
τηγανητά κρεμμύδια.
Σκοτώνονταν να της ανοίξουν τις πόρτες, την κοιτούσαν ανήσυχα
και ήταν όλοι διαλλακτικοί μαζί της, ενώ εκείνη ήθελε να ουρλιάξει.
Μια μέρα είχε εκνευριστεί τόσο που τους φώναξε ότι είχε μόνο
μερικά ράμματα στο μπράτσο της, δεν ήταν του θανατά. Το
αποτέλεσμα; Της έφεραν άλλο ένα φλιτζάνι τσάι για να ηρεμήσει,
μαζί μ’ ένα πιατάκι μπισκότα βανίλια.
Τη σκότωναν με καλοσύνη.
Κάθε φορά που πίστευε ότι είχε φτάσει στα όριά της, ο Μπλέικ
κατάφερνε να ισορροπήσει την κατάσταση για χάρη της. Δεν ήταν
άσπλαχνος ή αγενής, απλώς δεν της φερόταν σαν να βρισκόταν στο
νεκροκρέβατο.
Διέθετε ένα αλλόκοτο ένστικτο και της τηλεφωνούσε ή
εμφανιζόταν στην κουζίνα πάντα την κατάλληλη στιγμή. Έμπαινε
ήρεμος, όταν εκείνη είχε ανάγκη από ηρεμία, ή επέβαλλε την τάξη
όταν εκείνη λαχταρούσε την τάξη. Και της ζητούσε να του κάνει
διάφορα πράγματα όταν όλοι οι άλλοι δεν την άφηναν να κουνήσει
ούτε το μικρό της δαχτυλάκι. Και όταν την τσάτιζε, το έκανε μ’ έναν
εντελώς διαφορετικό τρόπο, μ’ έναν τρόπο που δοκίμαζε και ακόνιζε
τις ικανότητές της αντί να τις πνίγει.
Μαζί του, η Σάμερ δεν ένιωθε τύψεις όταν άφηνε το θυμό της να
ξεσπάσει. Μπορούσε να του φωνάζει, ξέροντας ότι δε θ’ αντίκριζε
την απύθμενη υπομονή που διάβαζε στα μάτια του Μαξ. Μπορούσε
να φερθεί παράλογα χωρίς να φοβάται ότι θα πλήγωνε τα αισθήματά
του όπως συνέβαινε με τη μητέρα της.
Χωρίς να το συνειδητοποιήσει, άρχισε να τον αντιμετωπίζει σαν
ένα αξιόπιστο στήριγμα μέσα σ’ έναν παράλογο κόσμο. Και ίσως, για
πρώτη φορά στη ζωή της, ένιωσε μια εσωτερική ανάγκη γι’ αυτό το
στήριγμα.
Παράλληλα με τον Μπλέικ, η Σάμερ είχε και τη δουλειά της, που
τη βοηθούσε να κρατά υπό έλεγχο το θυμό και τα νεύρα της. Έπεσε,
λοιπόν, με τα μούτρα σ’ αυτή. Έκανε πολύωρες συναντήσεις με τον
τυπογράφο για να σχεδιαστεί ο τέλειος κατάλογος –ένα κομψό
έντυπο στο γκρίζο του γρανίτη με τυπωμένες τις λέξεις ΚΟΚΡΑΝ ΧΑΟΥΖ
στο εξώφυλλο. Στο εσωτερικό, πάνω σε λεπτά, διάφανα κρεμ φύλλα
ήταν τυπωμένες με ντελικάτους χαρακτήρες οι τελικές επιλογές του
μενού. Συνέχεια είχαν τα μενού της υπηρεσίας δωματίου, που θα
τοποθετούνταν σε κάθε δωμάτιο –ίσως όχι τόσο πολυτελή αυτά,
αλλά η Σάμερ είχε φροντίσει να τους δώσει έναν ξεχωριστό
χαρακτήρα. Μιλούσε με τις ώρες με τους προμηθευτές, παζάρευε,
απαιτούσε και το χαιρόταν περισσότερο απ’ όσο είχε φανταστεί ποτέ
της, μέχρι που πετύχαινε αυτό ακριβώς που ζητούσε.
Η επιτυχία τής είχε χαρίσει λάμψη –ίσως όχι την έξαψη που ένιωθε
όταν ολοκλήρωνε μία μοναδική και εντυπωσιακή σπεσιαλιτέ, αλλά
μια μόνιμη λάμψη. Είχε ανακαλύψει πως μ’ έναν εντελώς διαφορετικό
τρόπο ήταν εξίσου ικανοποιητική.
Και ήταν ανυπόφορα ενοχλητικό να της λένε, ύστερα από μια
ιδιαίτερα μεγάλη και επιτυχή διαπραγμάτευση, ότι της χρειαζόταν
ένας υπνάκος.
«Σερί». Η Μονίκ γλίστρησε στο κελάρι τη στιγμή που η Σάμερ
έκλεινε το τηλέφωνο με τον κρεοπώλη, κουβαλώντας το απαραίτητο
φλιτζάνι τσάι. «Είναι ώρα να κάνεις ένα διάλειμμα. Δεν πρέπει να
πιέζεις τον εαυτό σου».
«Είμαι μια χαρά, μητέρα». Η Σάμερ κοίταξε το φλιτζάνι με το τσάι
και της ήρθε αναγούλα. Ήθελε ένα ανθρακούχο αναψυκτικό, κατά
προτίμηση με μπόλικη καφεΐνη. «Προσπαθώ να κλείσω τις συμφωνίες
με τους προμηθευτές. Είναι κάπως μπερδεμένη υπόθεση και μου
έχουν μείνει ένα δυο τηλέφωνα ακόμα να κάνω».
Αν ήλπιζε ότι η μητέρα της θα έπιανε το υπονοούμενο ότι ήθελε
να μείνει μόνη για να δουλέψει, απογοητεύτηκε. «Πολύ μπερδεμένη
ύστερα από τόσες ώρες που έχεις δουλέψει σήμερα», επέμεινε η
Μονίκ και κάθισε από την άλλη μεριά του γραφείου. «Ξεχνάς ότι
πέρασες ένα σοκ».
«Έκοψα το μπράτσο μου», είπε η Σάμερ, νιώθοντας την υπομονή
της να εξαντλείται.
«Δεκαπέντε ράμματα», της θύμισε η Μονίκ και συνοφρυώθηκε
αποδοκιμαστικά όταν είδε τη Σάμερ να παίρνει ένα τσιγάρο. «Τα
τσιγάρα κάνουν κακό στην υγεία σου, Σάμερ».
«Το ίδιο και τα τεντωμένα νεύρα», μουρμούρισε εκείνη και
ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Μητέρα, είμαι σίγουρη ότι
λείπεις τρομερά στον Κάιλ, όπως σου λείπει κι εσένα. Δε θα έπρεπε
να μένεις τόσο καιρό μακριά από τον καινούριο σου σύζυγο».
«Αχ, ναι». Η Μονίκ αναστέναξε και κοίταξε ονειροπόλα το
ταβάνι. «Σε μια νεόνυμφη η μία μέρα μακριά από τον άντρα της
μπορεί να φανεί μία βδομάδα και η μία βδομάδα ολόκληρος χρόνος».
Ξαφνικά, έσφιξε τα χέρια και κούνησε το κεφάλι της. «Αλλά ο Κάιλ
μου έχει μεγάλη κατανόηση. Το ξέρει ότι πρέπει να μείνω εδώ τη
στιγμή που η κόρη μου με χρειάζεται».
Η Σάμερ άνοιξε το στόμα της, αλλά το ξανάκλεισε. Φέρσου
διπλωματικά, θύμισε στον εαυτό της. Με τακτ. «Ήσουν υπέροχη»,
άρχισε να της λέει, νιώθοντας λίγο ένοχη επειδή αυτό ήταν αλήθεια.
«Δε φαντάζεσαι πόσο εκτιμώ το χρόνο που μου αφιέρωσες, τον κόπο
που έκανες μια βδομάδα τώρα. Αλλά το μπράτσο μου έχει σχεδόν
θρέψει. Είμαι καλά, στ’ αλήθεια. Και νιώθω φοβερά ένοχη που σε
κρατάω εδώ τη στιγμή που θα έπρεπε ν’ απολαμβάνεις το μήνα του
μέλιτος».
Η Μονίκ κούνησε το χέρι της, γελώντας μ’ εκείνο το σιγανό, σέξι
γέλιο της. «Γλυκιά μου, θα διαπιστώσεις και μόνη σου ότι ο μήνας
του μέλιτος δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος χρόνος ή ένα ταξίδι,
αλλά η δική σου διάθεση. Εξάλλου, πιστεύεις ότι θα μπορούσα να
φύγω στ’ αλήθεια προτού βγάλουν εκείνα τ’ απαίσια ράμματα από το
μπράτσο σου;»
«Μητέρα...» Η Σάμερ ένιωσε τον κόμπο στο στομάχι της και πήρε
το τσάι για να τον διαλύσει.
«Όχι, όχι. Δεν ήμουν εκεί όταν η γιατρός σού έκανε τα ράμματα,
αλλά...» Στο σημείο αυτό τα μάτια της βούρκωσαν και τα χείλη της
άρχισαν να τρέμουν. «...θα βρίσκομαι στο πλευρό σου όταν θα τα
κόψει προσεκτικά, ένα ένα».
Η Σάμερ είδε πάλι τον εαυτό της ξαπλωμένο στο κρεβάτι του
νοσοκομείου και την αυστηρή γιατρό σκυμμένη από πάνω της. Η
Μονίκ, ντελικάτη με το μαύρο συνολάκι της, θα στεκόταν δίπλα και
θα σκούπιζε τα μάτια της μ’ ένα δαντελένιο μαντιλάκι. Ειλικρινά, δεν
ήξερε αν ήθελε να βάλει τις φωνές ή να κρύψει το κεφάλι ανάμεσα
στα γόνατά της.
«Μητέρα, θα πρέπει να με συγχωρήσεις. Μόλις τώρα θυμήθηκα ότι
έχω ένα ραντεβού με τον Μπλέικ στο γραφείο του». Χωρίς να
περιμένει απάντηση, η Σάμερ βγήκε βιαστικά από το κελάρι.
Σχεδόν αμέσως τα δάκρυα της Μονίκ στέγνωσαν και τα χείλη της
χαμογέλασαν. Έγειρε πίσω στην καρέκλα της και γέλασε
ενθουσιασμένη. Μπορεί να μην ήξερε πάντα πώς να φερθεί στην κόρη
της όταν η Σάμερ ήταν παιδί, αλλά τώρα, γυναίκα προς γυναίκα,
ήξερε πολύ καλά πώς να τη στρέψει προς τη σωστή κατεύθυνση. Και
την έστρεφε προς τον Μπλέικ, γιατί η Μονίκ δεν είχε καμιά
αμφιβολία πως η θέση της πεισματάρας, λογικής και πολυαγαπημένης
κόρης της ήταν στην αγκαλιά του.
«Α λ ’ αμούρ», είπε και σήκωσε ψηλά το φλιτζάνι με το τσάι.
Τη Σάμερ δεν την ένοιαζε που δεν είχε ραντεβού με τον Μπλέικ,
εκείνη ήθελε να τον δει, να μιλήσει μαζί του και να ξαναβρεί την
ψυχική της ισορροπία. «Πρέπει να δω τον κύριο Κόκραν», είπε με
απόγνωση και προσπέρασε τη ρεσεψιονίστ.
«Μα, μις Λίντον...»
Χωρίς ν’ ακούσει τίποτα, η Σάμερ διέσχισε τον προθάλαμο και
άνοιξε την πόρτα του χωρίς να χτυπήσει. «Μπλέικ!»
Εκείνος ύψωσε το φρύδι του, της έκανε νόημα να περάσει και
συνέχισε τη συζήτησή του στο τηλέφωνο. Δείχνει σαν θήραμα έτοιμο
να το κατασπαράξουν τα σκυλιά, σκέφτηκε. Η πρώτη του αντίδραση
ήταν να την ηρεμήσει, να την παρηγορήσει, αλλά υπερίσχυσε η
λογική. Ήταν ολοφάνερο ότι αυτό έκαναν όλοι οι άλλοι και το είχε
βαρεθεί. Το μισούσε.
Η Σάμερ άρχισε να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο γεμάτη
απόγνωση. Η νευρικότητά της ξεχείλιζε. Πήγε μέχρι το παράθυρο,
αλλά γύρισε την πλάτη της στη θέα. Στο τέλος πλησίασε στο μπαρ κι
έβαλε μια γερή δόση βερμούτ σ’ ένα ποτήρι. Μόλις τον άκουσε ν’
ακουμπά το ακουστικό στη θέση του, γύρισε και τον κοίταξε.
«Κάτι πρέπει να γίνει!»
«Αν σκοπεύεις να το κουνάς με τέτοια μανία», της είπε εκείνος
ήρεμα, δείχνοντας το ποτήρι της, «καλύτερα να πιεις πρώτα λίγο. Θα
το χύσεις πάνω σου».
Η Σάμερ συνοφρυώθηκε και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. «Μπλέικ, η
μητέρα μου πρέπει να γυρίσει στην Καλιφόρνια».
«Αλήθεια;» της είπε εκείνος, σημειώνοντας κάτι στο μπλοκ
μπροστά του. «Ε, θα λυπηθούμε να τη δούμε να φεύγει».
«Όχι! Όχι, πρέπει να γυρίσει, αλλά δεν το κάνει. Επιμένει να μείνει
εδώ να με φροντίζει μέχρι να με αποτρελάνει. Και ο Μαξ το ίδιο»,
συνέχισε η Σάμερ, χωρίς να του δώσει το περιθώριο να κάνει κάποιο
σχόλιο. «Κάτι πρέπει να γίνει και με τον Μαξ. Σήμερα... σήμερα μου
σέρβιρε γαριδοσαλάτα σε αβοκάντο. Δεν αντέχω άλλο». Πήρε μια
βαθιά ανάσα και συνέχισε τ’ ασυνάρτητα παράπονά της. «Ο Τσάρλι
με κοιτάζει σαν να είμαι η Ιωάννα της Λοραίνης, αλλά και οι
υπόλοιποι στην κουζίνα δεν πάνε πίσω –για να μη σου πω ότι είναι
χειρότεροι. Κοντεύουν να με τρελάνουν».
«Το βλέπω».
Ο τόνος της φωνής του την έκανε να σταματήσει αμέσως το
πήγαιν’ έλα και να τον κοιτάξει με στενεμένα μάτια. «Μη μου
χαμογελάς εμένα».
«Χαμογέλασα;»
«Ούτε να μου παριστάνεις την αθώα περιστερά», του πέταξε η
Σάμερ. «Χαμογελούσες από μέσα σου και ο νευρικός κλονισμός δεν
είναι καθόλου αστεία υπόθεση».
«Έχεις απόλυτο δίκιο». Ο Μπλέικ σταύρωσε τα χέρια του στο
γραφείο. «Γιατί δεν κάθεσαι κάτω να μου τα πεις από την αρχή;»
«Άκου...» Η Σάμερ σωριάστηκε σε μια καρέκλα, ήπιε λίγο
βερμούτ, ξανασηκώθηκε κι άρχισε πάλι να πηγαινοέρχεται. «Δεν
είναι ότι δεν εκτιμώ την καλοσύνη, αλλά ξέρεις αυτό που λένε ότι η
υπερβολή σε όλα τα πράγματα κάνει κακό;»
«Κάτι έχω ακούσει».
Η Σάμερ τον αγνόησε και συνέχισε: «Το ξέρεις ότι η πολλή
φροντίδα και προσοχή μπορεί να καταστρέψει ένα γλυκό;»
Ο Μπλέικ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Το ίδιο λένε
πολλές φορές και για τα παιδιά».
«Σταμάτα τις εξυπνάδες, που να πάρει».
«Δεν το κάνω επίτηδες». Της χαμογέλασε. Εκείνη συνοφρυώθηκε.
«Ακούς τι σου λέω;» τον ρώτησε.
«Την κάθε σου λέξη».
«Δεν κόπηκα για να με κανακεύουν, τελεία και παύλα. Η μητέρα
μου μου φέρνει το ένα φλιτζάνι τσάι μετά το άλλο, με αποτέλεσμα
στο τέλος της μέρας να ονειρεύομαι καταρράκτες. “ Πρέπει να
ξεκουραστείς, Σάμερ. Δεν είσαι ακόμα δυνατή, Σάμερ”. Να πάρει η
οργή, είμαι δυνατή σαν βόδι».
Ο Μπλέικ έβγαλε ένα τσιγάρο, απολαμβάνοντας την παράσταση.
«Το ίδιο θα έλεγα κι εγώ».
«Κι έχω και τον Μαξ! Κοντεύει να με πνίξει με την καλοσύνη
του. Κάθε μέρα, ακριβώς στις δώδεκα το μεσημέρι, μου φέρνει
φαγητό». Η Σάμερ βόγκηξε και πίεσε το χέρι στο στομάχι της. «Έχω
να φάω κανονικά μια βδομάδα τώρα. Λιγουρεύομαι συνέχεια τάκος,
αλλά το στομάχι μου είναι τόσο γεμάτο με τσάι και αστακό που δεν
μπορώ να κάνω τίποτε για να ικανοποιήσω την όρεξή μου. Αν
ακούσω κάποιον ακόμα να μου λέει να καθίσω με τα πόδια ψηλά να
ξεκουραστώ, σου τ’ ορκίζομαι, θα του δώσω μπουνιά στο στόμα».
Ο Μπλέικ κοίταξε την άκρη του τσιγάρου του. «Θα φροντίσω να
μην το αναφέρω».
«Ακριβώς, εσύ δεν το κάνεις». Η Σάμερ έκανε το γύρο και κάθισε
στο γραφείο μπροστά του. «Από τη μέρα που συνέβη εκείνο το
γελοίο περιστατικό, εσύ είσαι ο μόνος εδώ μέσα που μου φέρεται
σαν να είμαι φυσιολογικός άνθρωπος. Χτες μου έβαλες ακόμα και τις
φωνές. Το εκτιμώ».
«Ούτε που να το σκέφτεσαι».
Η Σάμερ πήρε το χέρι του μ’ ένα γελάκι. «Μιλάω σοβαρά. Νιώθω
ήδη αρκετά ηλίθια που επέτρεψα να συμβεί ένα τέτοιο ατύχημα στην
κουζίνα μου. Εσύ όμως δε φροντίζεις να μου το θυμίζεις συνέχεια με
χαϊδευτικά χτυπήματα στο κεφάλι και βλέμματα γεμάτα ανησυχία».
«Εγώ σε καταλαβαίνω», της είπε ο Μπλέικ κι έπλεξε τα δάχτυλά
του με τα δικά της. «Σε μελετάω από την πρώτη στιγμή που σε
γνώρισα».
Ο τρόπος που της το είπε αυτό έκανε το σφυγμό της να χτυπήσει
πιο γρήγορα. «Δεν είναι εύκολο να με καταλάβει κανείς».
«Όχι;»
«Εδώ δε με καταλαβαίνω ούτε εγώ η ίδια πάντα».
«Άσε με τότε να σου πω εγώ για τη Σάμερ Λίντον». Ο Μπλέικ
ζύγισε το χέρι της μέσα στο δικό του, ύστερα έπλεξε πάλι τα δάχτυλά
του με τα δικά της. «Είναι μια όμορφη γυναίκα, λίγο κακομαθημένη
λόγω της καταγωγής της, αλλά και της προσωπικής της επιτυχίας»,
είπε και χαμογέλασε όταν την είδε να σμίγει τα φρύδια της. «Είναι
δυνατή, ξεροκέφαλη, απίστευτα θηλυκή και καθόλου υπολογίστρια.
Είναι φιλόδοξη, αφοσιωμένη και η προσήλωση στο στόχο της μου
θυμίζει χειρουργό. Και είναι ρομαντική, αν και ισχυρίζεται το
αντίθετο».
«Αυτό δεν είναι αλήθεια», άρχισε να λέει η Σάμερ.
«Ακούει Σοπέν όταν δουλεύει. Μπορεί να έκανε το γραφείο της σ’
ένα κελάρι, αλλά φρόντισε να το στολίσει με τριαντάφυλλα».
«Υπάρχει λόγος που...»
«Σταμάτα να με διακόπτεις», της είπε απλά ο Μπλέικ κι εκείνη
υποχώρησε, ξεφυσώντας. «Ό,τι φοβίες και να έχει, τις κρατάει καλά
κρυμμένες για να μη βγουν στην επιφάνεια, γιατί δε θέλει να
παραδεχτεί ότι φοβάται. Είναι αρκετά σκληρή ώστε να τα βγάλει
πέρα με οποιονδήποτε, αλλά και αρκετά ευαίσθητη ώστε ν’ ανεχτεί
μια δυσάρεστη κατάσταση για να μην πληγώσει τα αισθήματα των
άλλων. Είναι συγκρατημένη, αλλά και γεμάτη πάθος. Της αρέσει η
πιο εκλεκτή σαμπάνια και το πιο πρόχειρο φαγητό. Δεν έχω γνωρίσει
άλλη γυναίκα που να με εκνευρίζει τόσο πολύ, αλλά να της έχω
τυφλή εμπιστοσύνη».
Η Σάμερ άφησε την ανάσα της να βγει αργά. Δεν ήταν η πρώτη
φορά που την έκανε να μην ξέρει τι να πει. «Δεν είναι απόλυτα
αξιοθαύμαστη αυτή η γυναίκα».
«Όχι απόλυτα», συμφώνησε ο Μπλέικ, «αλλά είναι
συναρπαστική».
Η Σάμερ χαμογέλασε και κάθισε στα πόδια του. «Πάντα ήθελα να
το κάνω αυτό», του ψιθύρισε και κούρνιασε στην αγκαλιά του. «Να
καθίσω στα πόδια ενός μεγιστάνα μέσα στο κομψό γραφείο του. Και
ξαφνικά είμαι απόλυτα σίγουρη ότι προτιμώ να είμαι συναρπαστική
παρά αξιοθαύμαστη».
«Κι εγώ σε προτιμώ έτσι», της είπε ο Μπλέικ και τη φίλησε, αλλά
το φιλί του ήταν ανάλαφρο.
«Για μια ακόμα φορά τα κατάφερες να αποτρέψεις το νευρικό
κλονισμό μου».
Ο Μπλέικ χάιδεψε τα μαλλιά της και σκέφτηκε ότι ήθελε λίγο,
πάρα πολύ λίγο, να την κερδίσει ολοκληρωτικά. «Κάνω τα πάντα για
να σ’ ευχαριστήσω».
«Μακάρι να μην ήταν ανάγκη να γυρίσω τώρα πίσω ν’
αντιμετωπίσω όλη εκείνη τη ζάχαρη», είπε αναστενάζοντας η Σάμερ.
«Και όλα εκείνα τα ειλικρινά ανήσυχα βλέμματα».
«Τ ι θα προτιμούσες να κάνεις;»
Η Σάμερ τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του, γέλασε και
τραβήχτηκε πίσω. «Αν μπορούσα να κάνω ό,τι θέλω;»
«Ακριβώς».
Έσυρε σκεφτική τη γλώσσα πάνω στα δόντια της και χαμογέλασε.
«Θα ήθελα να πάω στον κινηματογράφο, να δω μια άθλια ταινία και
να καταβροχθίσω κουβάδες ποπκόρν με μπόλικο βούτυρο και
αλάτι».
«Εντάξει», της είπε ο Μπλέικ και της έδωσε ένα χαϊδευτικό
χτύπημα στα οπίσθια. «Πάμε να βρούμε μια άθλια ταινία».
«Εννοείς τώρα;»
«Τ ώρα αμέσως».
«Μα είναι μόνο τέσσερις το απόγευμα».
Ο Μπλέικ τη φίλησε και την τράβηξε να σηκωθεί. «Δεν έχεις
ακούσει τη λέξη “ κοπάνα”; Θα σου πω στο δρόμο πώς γίνεται».
Τον έκανε να νιώθει νέος, ανόητα νέος και ανεύθυνος, έτσι όπως
ήταν καθισμένος σε μια σκοτεινή γωνιά του κινηματογράφου, μ’ έναν
τεράστιο κουβά ποπκόρν στα πόδια του και το χέρι της μέσα στο
δικό του. Κοιτάζοντας πίσω στο παρελθόν του, ο Μπλέικ δε θυμόταν
να είχε νιώσει κάποια στιγμή ότι δεν ήταν ασφαλής. Ανεύθυνος;
Σίγουρα ποτέ. Το γεγονός ότι είχε πίσω του μια επιχείρηση πολλών
εκατομμυρίων δολαρίων είχε ριζώσει την αίσθηση του καθήκοντος
βαθιά μέσα του. Όσα οφέλη και να είχε αποκομίσει, απολαμβάνοντας
πάντα το καλύτερο, υπήρχε πάντα η σιωπηλή πίεση να διατηρήσει
αυτό το δεδομένο –τόσο για τον εαυτό του όσο και για την
οικογενειακή επιχείρηση.
Και επειδή έπαιρνε πάντα στα σοβαρά αυτή τη θέση, ήταν
επιφυλακτικός άνθρωπος. Ο αυθορμητισμός δεν ήταν στο στυλ του.
Αυτό όμως ίσως να είχε αλλάξει λίγο –με τη Σάμερ. Τούτο το
απόγευμα, είχε υποκύψει στην παρόρμηση να της προσφέρει αυτό
που ήθελε. Και ένα ταξίδι στο Παρίσι να του είχε ζητήσει για να
δειπνήσουν στο Μαξίμ, θα το είχε κανονίσει επιτόπου. Από την άλλη
όμως, θα έπρεπε πια να το ξέρει ότι ένας κουβάς ποπκόρν και μια
ταινία ταίριαζαν περισσότερο στο στυλ της.
Και ήταν αυτό το στυλ –αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην
κομψότητα και την απλότητα– που τον είχε τραβήξει από την αρχή.
Ο Μπλέικ ήξερε, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι δε θα γνώριζε ποτέ
άλλη γυναίκα που να τον συγκινήσει με τον ίδιο τρόπο.
Η Σάμερ ήξερε ότι είχαν περάσει πολλές μέρες χωρίς να καταφέρει
να χαλαρώσει. Στην πραγματικότητα, από τη μέρα που είχε γίνει το
ατύχημα δεν μπορούσε να ηρεμήσει παρά μόνο όταν ήταν με τον
Μπλέικ. Την είχε στηρίξει, αλλά, το σημαντικότερο, της είχε αφήσει
ελευθερία κινήσεων. Δεν είχαν συναντηθεί πολλές φορές την
τελευταία βδομάδα, γιατί προσπαθούσε κι αυτός να κλείσει τη
συμφωνία για την αλυσίδα Χάμιλτον. Ήταν και οι δυο
απασχολημένοι, πιεσμένοι, είχαν τις έγνοιες τους, αλλά όταν ήταν
μόνοι, μακριά από το Κόκραν Χάουζ, δε συζητούσαν για δουλειές. Ο
Μπλέικ είχε δουλέψει σκληρά για να πετύχει αυτή την αγοραπωλησία
–διαπραγματεύσεις, γραφειοκρατία, ατέλειωτες συναντήσεις– κι
εκείνη το ήξερε· παρ’ όλ’ αυτά, είχε αφήσει τα πάντα στην άκρη για
χάρη της.
Η Σάμερ έγειρε προς το μέρος του. «Είσαι γλυκός».
«Μμμ;»
«Είσαι γλυκός», του επανέλαβε ψιθυριστά, προσπαθώντας ν’
ακουστεί πάνω από το διάλογο της ταινίας.
«Επειδή βρήκα μια ανεκδιήγητη ταινία;»
Η Σάμερ γέλασε κι άπλωσε το χέρι της να πάρει κι άλλο ποπκόρν.
«Είναι πράγματι απίστευτα κακή, δεν είναι;»
«Απαίσια, γι’ αυτό κι ο κινηματογράφος είναι σχεδόν άδειος. Έτσι
μου αρέσει».
«Αντικοινωνικός;»
«Όχι, απλώς διευκολύνει...» Ο Μπλέικ έγειρε πιο κοντά και
δάγκωσε το λοβό του αυτιού της. «...αυτού του είδους τις
δραστηριότητες».
«Ω». Η Σάμερ ένιωσε ένα ηδονικό μυρμήγκιασμα να ξεκινά από
τα δάχτυλα των ποδιών της και να απλώνεται σε ολόκληρο το κορμί
της.
«Και αυτού». Ο Μπλέικ τη δάγκωσε απαλά στον αυχένα και
απόλαυσε το απότομο πιάσιμο της ανάσας της. «Είσαι πιο νόστιμη
από τα ποπκόρν».
«Και είναι καταπληκτικά ποπκόρν». Η Σάμερ γύρισε και το στόμα
της χάιδεψε το δικό του.
Ζεστό, τέλειο. Ένιωσε λες και τα χείλη της είχαν πλαστεί για να
ταιριάξουν με τα δικά του. Αν πίστευε κανείς σε τέτοια πράγματα...
Αν πίστευε σε τέτοια πράγματα, μπορεί και να έλεγε ότι ήταν γραφτό
να γνωριστούν οι δυο τους σ’ αυτό ακριβώς το στάδιο της ζωής τους.
Να γνωριστούν, να συγκρουστούν, να γοητεύσουν ο ένας τον άλλον,
να σμίξουν. Μια γυναίκα κι ένας άντρας, για πάντα. Όταν βρίσκονταν
τόσο κοντά, όταν τα χείλη του τρυγούσαν τόσο ζεστά τα δικά της,
μπορούσε σχεδόν να το πιστέψει. Ήθελε να το πιστέψει.
Ο Μπλέικ έσυρε το χέρι του στα μαλλιά της. Απαλά, δροσερά. Και
μόνο αυτό το άγγιγμα ήταν αρκετό για να νιώσει έναν παράλογο
πόθο. Δεν αισθανόταν ποτέ τόσο δυνατός όσο όταν ήταν μαζί της.
Όπως δεν αισθανόταν και ποτέ τόσο τρωτός. Δεν άκουσε την έκρηξη
της μουσικής από τα μεγάφωνα. Αλλά και εκείνη δεν είδε το
καλειδοσκόπιο των χρωμάτων, την κίνηση στην οθόνη. Παγιδευμένοι
στα στενά καθίσματα, μετακινήθηκαν για να βρεθούν ακόμα πιο
κοντά.
«Συγνώμη». Ο νεαρός ταξιθέτης, που είχε πιάσει αυτή τη δουλειά
μέχρι το Σεπτέμβρη που θ’ άνοιγαν πάλι τα σχολεία, έσυρε τα πόδια
του στο διάδρομο και ξερόβηξε. «Συγνώμη», επανέλαβε.
Ο Μπλέικ σήκωσε το κεφάλι του και διαπίστωσε πως τα φώτα της
αίθουσας είχαν ανάψει και η οθόνη ήταν μαύρη. Μετά την πρώτη
έκπληξη, η Σάμερ έκρυψε το στόμα της στον ώμο του για να πνίξει
το γέλιο της.
«Η ταινία τελείωσε», τους είπε το αγόρι αμήχανα. «Πρέπει... ε...
να σκουπίζουμε την αίθουσα μετά το τέλος κάθε προβολής». Κοίταξε
τη Σάμερ και σκέφτηκε ότι ήταν φυσικό να χάσει ένας άντρας το
ενδιαφέρον του για μια ταινία όταν είχε δίπλα του τέτοια γυναίκα.
Ύστερα ο Μπλέικ σηκώθηκε μ’ εκείνο το υπεροπτικό στυλ του,
υψώνοντας το ένα φρύδι. Το αγόρι ξεροκατάπιε. Και σε μερικούς
άντρες δεν αρέσει να τους διακόπτουν, συμπλήρωσε τις σκέψεις του.
«Ε... αυτός είναι ο κανονισμός, ξέρετε. Ο διευθυντής...»
«Πολύ λογικός κανονισμός», τον διέκοψε ο Μπλέικ όταν πρόσεξε
το άγχος του μικρού και τον τρόπο που ανεβοκατέβαινε το καρύδι
στο λαιμό του.
«Θα πάρουμε τα ποπκόρν μαζί μας», είπε η Σάμερ και σηκώθηκε.
Κράτησε τον κουβά με το ένα χέρι και με το άλλο έπιασε αγκαζέ τον
Μπλέικ. «Καλό βράδυ», είπε στον ταξιθέτη πάνω από τον ώμο της
καθώς έφευγαν.
Όταν βρέθηκαν έξω, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. «Το κακόμοιρο
το παιδί, νόμισε ότι θα το καταχέριαζες».
«Μου πέρασε αυτή η σκέψη, αλλά μόνο φευγαλέα».
«Ήταν αρκετό για να τα δει όλα ο μικρός». Η Σάμερ μπήκε στο
αμάξι και ακούμπησε τα ποπκόρν στα πόδια της. «Ξέρεις τι θα
σκέφτηκε, έτσι;»
«Τ ι;»
«Ότι ήμασταν παράνομο ζευγαράκι». Η Σάμερ έγειρε και δάγκωσε
το λοβό του αυτιού του. «Αυτή τη στιγμή η γυναίκα σου πιστεύει
ότι βρίσκεσαι στο γραφείο και ο άντρας μου ότι βγήκα για ψώνια».
«Και γιατί δεν πήγαμε σ’ ένα μοτέλ;»
«Μα πάμε εκεί τώρα». Η Σάμερ έβαλε ένα ποπκόρν στο στόμα της
και τον κοίταξε πονηρά. «Αν και νομίζω πως στη δική μας
περίπτωση μπορούμε να βολευτούμε με το διαμέρισμά μου».
«Είμαι πρόθυμος να φανώ ευπροσάρμοστος. Σάμερ...» Ο Μπλέικ
την τράβηξε πιο κοντά του καθώς περνούσε ένα φανάρι. «Αλήθεια,
ποια ήταν η υπόθεση του έργου;»
Εκείνη γέλασε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. «Δεν
έχω την παραμικρή ιδέα».
Αργότερα, ξάπλωσαν γυμνοί στο κρεβάτι της. Είχαν τραβήξει τις
κουρτίνες για να μπαίνει το φως και είχαν ανοίξει τα παράθυρα για να
τρυπώνει το αεράκι. Στο κάτω διαμέρισμα κάποιος έκανε εξάσκηση
σε μουσικές κλίμακες στο πιάνο. Η Σάμερ θα πρέπει να
λαγοκοιμήθηκε, γιατί τώρα το φως τής φάνηκε πιο απαλό, σχεδόν
ρόδινο. Αλλά δε βιαζόταν καθόλου να πέσει η νύχτα.
Τα σεντόνια ήταν ζεστά από τα κορμιά τους και ζαρωμένα. Ο
αέρας ήταν φορτωμένος με τις γαργαλιστικές μυρωδιές του βραδινού
φαγητού –ψητό χοιρινό από το διαμέρισμα της δασκάλας του πιάνου,
σπαγγέτι με κόκκινη σάλτσα από το διπλανό διαμέρισμα των
νεόνυμφων.
«Είναι όμορφα», μουρμούρισε κουρνιασμένη στον ώμο του
εραστή της. «Να ξαπλώνεις έτσι και να ξέρεις πως αυτά που έχεις να
κάνεις μπορούν να γίνουν και αύριο. Δε νομίζω πως κάνεις συχνά
κοπάνα». Εκείνη σίγουρα δεν το συνήθιζε.
«Αν το έκανα, η επιχείρηση θα αντιμετώπιζε προβλήματα και θ’
άρχιζε η γκρίνια στο διοικητικό συμβούλιο. Τους αρέσει πολύ να
κάνουν παράπονα».
Η Σάμερ έτριψε αφηρημένη την πατούσα της στο πόδι του. «Δε σε
ρώτησα για την αλυσίδα Χάμιλτον, γιατί σκέφτηκα ότι μάλλον θα
έχεις μπουχτίσει από τις ερωτήσεις των συνεργατών σου και των
δημοσιογράφων, ενδιαφέρομαι όμως να μάθω αν πέτυχες αυτό που
ήθελες».
Ο Μπλέικ σκέφτηκε να πάρει ένα τσιγάρο, αλλά δεν ήθελε να
σηκωθεί. «Ήθελα αυτά τα ξενοδοχεία. Τελικά αποδείχτηκε ότι η
συμφωνία που κλείσαμε ικανοποίησε όλους τους ενδιαφερομένους.
Δεν μπορεί να ζητήσει κανείς κάτι περισσότερο».
«Όχι». Η Σάμερ γύρισε σκεφτική για να μπορέσει να τον κοιτάξει
στα μάτια. Τα μαλλιά της χάιδεψαν το στέρνο του. «Γιατί τα ήθελες;
Σ’ ενδιέφεραν μόνο ως ακίνητα, ή απολαμβάνεις την αγοραπωλησία;
Τη στρατηγική των διαπραγματεύσεων;»
«Όλα μαζί. Ένα μέρος της απόλαυσης στον επιχειρηματικό κόσμο
είναι το στήσιμο μιας συμφωνίας· δουλεύεις τα αδύνατα σημεία και
επιμένεις στο σχέδιό σου μέχρι να πετύχεις αυτό που θέλεις. Από
ορισμένες απόψεις, οι επιχειρήσεις δε διαφέρουν και τόσο από την
τέχνη».
«Οι επιχειρήσεις δεν είναι τέχνη», τον διόρθωσε δηκτικά η Σάμερ.
«Υπάρχουν αντιστοιχίες. Κι εσύ έχεις μια ιδέα, δουλεύεις τα
αδύνατα σημεία και επιμένεις μέχρι να δημιουργήσεις αυτό που
θέλεις».
«Το έριξες πάλι στη λογική. Στην τέχνη, όσο χρησιμοποιείς το
μυαλό άλλο τόσο χρησιμοποιείς και τις αισθήσεις σου. Δεν μπορείς να
το κάνεις αυτό στις επιχειρήσεις». Το ανασήκωμα των ώμων της
ήταν τυπικά γαλλικό. Είχε έναν τρόπο να γίνεται πιο Γαλλίδα μόλις
κάποιος αμφισβητούσε την τέχνη της. «Οι επιχειρήσεις στηρίζονται
στους αριθμούς και τα δεδομένα».
«Ξέχασες το ένστικτο. Χωρίς αυτό, οι αριθμοί και τα δεδομένα δεν
πιάνουν μία».
Η Σάμερ συνοφρυώθηκε σκεφτική. «Μπορεί, αλλά δε θ’
ακολουθούσες ποτέ το ένστικτό σου αγνοώντας μια σειρά
τεκμηριωμένων γεγονότων».
«Ακόμα και μια σειρά τεκμηριωμένων γεγονότων ποικίλλει
ανάλογα με τις συνθήκες και τους παίκτες». Τ ώρα ο Μπλέικ
αναφερόταν στη δική τους περίπτωση. Άπλωσε το χέρι του και
στερέωσε τα μαλλιά της πίσω από το αυτί της. «Πολλές φορές τα
ένστικτά μας είναι πιο αξιόπιστα».
Τ ώρα σκέφτηκε και η Σάμερ τη δική τους περίπτωση. «Συχνά,
ναι», μουρμούρισε, «αλλά όχι πάντα. Αφήνουν περιθώρια
αποτυχίας».
«Κανένας σχεδιασμός, καμιά βάση δεδομένων δεν αποκλείει την
αποτυχία».
«Όχι». Η Σάμερ ακούμπησε πάλι το κεφάλι της στον ώμο του,
προσπαθώντας να πνίξει την αίσθηση πανικού που απειλούσε να την
κυριεύσει.
Ο Μπλέικ έσυρε το χέρι του στην πλάτη της. Εξακολουθεί να είναι
πολύ επιφυλακτική, σκέφτηκε. Χρειαζόταν κι άλλο χρόνο,
περισσότερη άνεση. Ήταν ώρα ν’ αλλάξουν θέμα. «Έχω είκοσι
καινούρια ξενοδοχεία να επιβλέψω, να οργανώσω», είπε. «Αυτό
σημαίνει ότι υπάρχουν άλλες είκοσι κουζίνες που πρέπει να
μελετηθούν και να αξιολογηθούν. Χρειάζομαι μία ειδικό».
Η Σάμερ χαμογέλασε αχνά και σήκωσε πάλι το κεφάλι της. «Το
είκοσι είναι ένας απαιτητικός και χρονοβόρος αριθμός».
«Όχι άμα έχεις την καλύτερη».
Η Σάμερ έγειρε το κεφάλι της και τον κοίταξε υπεροπτικά.
«Φυσικά όχι, αλλά είναι πολύ δύσκολο να εξασφαλίσεις την
καλύτερη».
«Κι όμως, η καλύτερη βρίσκεται αυτή τη στιγμή, τρυφερή και
γυμνή, στην αγκαλιά μου».
Χαμογέλασε αργά, έτσι όπως του άρεσε. «Αυτό είναι αλήθεια.
Μόνο που δε νομίζω ότι καθόμαστε στο τραπέζι των
διαπραγματεύσεων».
«Έχεις καμιά καλύτερη ιδέα για να περάσουμε το βράδυ μας;»
Η Σάμερ έσυρε το ακροδάχτυλό της στο πιγούνι του. «Πολύ
καλύτερη».
Ο Μπλέικ έπιασε το χέρι της, έβαλε το δάχτυλό της στο στόμα του
και άρχισε να το πιπιλάει. «Δείξε μου».
Η ιδέα τής άρεσε, την ενθουσίασε. Μέχρι τώρα, κάθε φορά που
έκαναν έρωτα τη συνέπαιρναν η ένταση των συναισθημάτων της και
η δεξιοτεχνία του. Αυτή τη φορά θα καθόριζε η ίδια το ρυθμό. Με
την άνεση και τον τρόπο της θα εκμηδένιζε τον αυτοέλεγχό του, που
από τη μια της προκαλούσε θαυμασμό και από την άλλη απόγνωση.
Και μόνο η σκέψη την έκανε να ριγήσει.
Το στόμα της πλησίασε στο δικό του, αλλά το γεύτηκε μόνο με
την άκρη της γλώσσας της. Αργά, πολύ αργά, διέγραψε το περίγραμμα
των χειλιών του. Ένιωθε ήδη τη φλόγα να φουντώνει μέσα της. Μ’
ένα νωχελικό αναστεναγμό, το κορμί της κάλυψε το δικό του, ενώ
έραινε με φιλιά το πιγούνι του.
Δυνατό πρόσωπο, σκέφτηκε, αριστοκρατικό αλλά όχι μαλθακό,
έξυπνο αλλά όχι ψυχρό. Ήταν ένα πρόσωπο που μερικές γυναίκες
μπορεί να το έβρισκαν υπεροπτικό –μέχρι να κοιτάξουν τα μάτια
του. Η Σάμερ τα κοίταξε και διάβασε την ένταση, τη φλόγα, ακόμα
και τον ανυποχώρητο χαρακτήρα του.
«Σε θέλω περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε», άκουσε τον εαυτό της
να λέει. «Σ’ έχω λιγότερο απ’ όσο θέλω».
Προτού προλάβει εκείνος να μιλήσει, το στόμα της αιχμαλώτισε το
δικό του, ξεκινώντας ένα ταξίδι και για τους δυο.
Και μόνο τα λόγια της είχαν κάνει το αίμα να σφυροκοπά στις
φλέβες του. Ήθελε να την ακούσει να το παραδέχεται, περίμενε να
την ακούσει να το λέει. Όπως περίμενε μέχρι τώρα να νιώσει και
αυτό το δυνατό, ατόφιο συναίσθημα από εκείνη. Και ήταν αυτό το
συναίσθημα που διέλυσε την άμυνά του, ενώ τα χέρια και τα χείλη
της απολάμβαναν την αδυναμία του.
Τον άγγιζε. Η σάρκα του έπαιρνε φωτιά.
Τον γευόταν. Το αίμα του τραγουδούσε.
Τον αγκάλιαζε. Το μυαλό του ταξίδευε.
Ήταν τρωτός. Αυτό ήταν κάτι που ανακάλυπτε για πρώτη φορά ο
Μπλέικ. Εκείνη τον έκανε τρωτό. Ήταν ξαπλωμένοι στο απαλό φως
του σούρουπου κι ένιωθε παγιδευμένος στην παραφορά της νύχτας.
Τα δάχτυλά της ήταν δροσερά και πολύ σίγουρα καθώς τον χάιδευε,
ξεσηκώνοντας τις αισθήσεις του. Τα ένιωθε να κυλούν νωχελικά
πάνω του, να σταματούν φευγαλέα και ένας αναστεναγμός να
ξεφεύγει από τα χείλη της. Και όσο η Σάμερ αναστέναζε, τόσο
εξερευνούσε. Η ηδονή τον πλημμύριζε κατά κύματα, το γεγονός ότι
τον ήθελε τόσο απόλυτα τον έκανε να χάνει εντελώς το μυαλό του.
Τα χείλη της εξερευνούσαν με άπληστα, παθιασμένα φιλιά κάθε
γωνιά του κορμιού του. Απολάμβανε την έντονη αρρενωπότητά του,
ξέροντας ότι δε θ’ αργούσε να εκμηδενίσει τον ατσάλινο αυτοέλεγχό
του. Της είχε γίνει εμμονή αυτό, της είχε γίνει εμμονή εκείνος. Πώς
ήταν δυνατόν, τώρα που είχε κάνει έρωτα μαζί του, τώρα που είχε
αρχίσει να κατανοεί τη δύναμη και τις αδυναμίες του κορμιού του, ν’
απολαμβάνει ακόμα περισσότερο αυτή την εξερεύνηση;
Η αλλαγή των συναισθημάτων, των συγκινήσεων, όταν βρισκόταν
μαζί του, της φαινόταν να μην έχει τέλος. Κάθε φορά ήταν το ίδιο
ζωτική και μοναδική όπως η πρώτη φορά. Αν αυτό αναιρούσε όσα
πίστευε ως τώρα για τη σχέση ενός άντρα και μιας γυναίκας, δεν το
αμφισβητούσε. Το απολάμβανε.
Ο Μπλέικ ήταν δικός της. Σωματικά και πνευματικά –το ένιωθε,
σχεδόν απτά. Ένιωθε το λούστρο και την ευγένεια που αποτελούσαν
αναπόσπαστα στοιχεία του χαρακτήρα του να ατονούν. Όπως
ακριβώς ήθελε.
Του είχαν απομείνει ελάχιστα ίχνη λογικής. Καθώς τα χείλη της
συνέχιζαν την άπληστη αναζήτηση, μια πρωτόγονη, σχεδόν αρχέγονη
ανάγκη φούντωσε μέσα του. Λαχταρούσε περισσότερα, πολύ
περισσότερα, ενώ το αίμα σφυροκοπούσε στα μηνίγγια του. Ήταν
τόσο σβέλτη, τόσο επίμονη. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε
εντελώς ανίσχυρος. Τα χέρια της ήταν επιδέξια, πολύ επιδέξια, δεν
του επέτρεπαν ν’ ακούσει την τρεμάμενη ανάσα της. Ο Μπλέικ ζούσε
το γλυκό βασανιστήριο στο οποίο τον υπέβαλλε, αλλά δεν μπορούσε
να διακρίνει το πάθος και την ένταση της επιθυμίας που έλαμπε στα
μάτια της. Ήταν τυφλός και κουφός στα πάντα.
Ύστερα το στόμα της αιχμαλώτισε το δικό του και όλα τα άγρια
ένστικτα που συγκρατεί ένας πολιτισμένος άντρας βγήκαν στην
επιφάνεια. Την ήθελε σαν τρελός. Μια έκρηξη χρωμάτων θάμπωσε τα
μάτια του και στ’ αυτιά του αντήχησε η αντάρα της θάλασσας. Το
όνομά της ξέφυγε από τα χείλη του σαν όρκος, την άρπαξε, την
ξάπλωσε ανάσκελα και την έκανε δική του.
Δεν υπήρχε τίποτε στον κόσμο εκτός από εκείνη. Ο Μπλέικ την
κατέκτησε, πνίγηκε στη γλύκα της, τη λάτρεψε, αφήνοντας τον πόθο
του να ξεσπάσει ελεύθερος, να τον αδειάσει απ’ όλη την ένταση.

Κεφάλαιο 11
«Πεινάω».
Τους είχε τυλίξει το σκοτάδι. Δεν υπήρχε φεγγάρι για να ρίξει το
φως του στο δωμάτιο, αλλά το σκοτάδι είχε τη δική του γαλήνη και
ηρεμία. Ήταν ακόμα γυμνοί, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι της Σάμερ,
αλλά το πιάνο είχε σταματήσει ν’ ακούγεται από κάτω και δεν
υπήρχαν οι μυρωδιές από τα φαγητά του δείπνου στον αέρα. Ο
Μπλέικ την τράβηξε πιο κοντά του. Είχε τα μάτια του κλειστά, αλλά
το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να κοιμηθεί. Δεν ήξερε γιατί,
αλλά μέσα στη σιωπή και το σκοτάδι ένιωθε πιο κοντά της.
«Πεινάω», επανέλαβε η Σάμερ, κάπως μουτρωμένη αυτή τη φορά.
«Εσύ είσαι η σεφ».
«Α, όχι, όχι αυτή τη φορά», του απάντησε και τον αγριοκοίταξε
στηριγμένη στον αγκώνα της. Διέκρινε το περίγραμμα του προφίλ
του, τη γραμμή του πιγουνιού του, την ίσια μύτη, τα φρύδια του.
Ήθελε να τα φιλήσει πάλι όλα, ένα ένα, αλλά ήξερε ότι είχε έρθει η
ώρα να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. «Αυτή τη φορά είναι
σίγουρα η σειρά σου να μαγειρέψεις».
«Η σειρά μου;» Ο Μπλέικ άνοιξε επιφυλακτικά το ένα μάτι. «Θα
μπορούσα να παραγγείλω να μας φέρουν πίτσα».
«Θ’ αργήσει να έρθει». Η Σάμερ ανέβηκε πάνω του, του έδωσε
ένα πεταχτό φιλί και μια μπουνιά στα πλευρά. «Σου είπα ότι πεινάω.
Το πρόβλημα είναι άμεσο».
Ο Μπλέικ σταύρωσε τα χέρια πίσω από το κεφάλι του. Κι εκείνος
το μόνο που διέκρινε ήταν ένα περίγραμμα –την κουρτίνα των
μαλλιών της, το στρογγύλεμα του ώμου της, την καμπύλη του
στήθους της. Ήταν αρκετό. «Δε μαγειρεύω».
«Όλοι οι άνθρωποι μαγειρεύουν κάτι».
«Ομελέτα», της είπε, ελπίζοντας να την αποθαρρύνει. «Αυτό είναι
όλο».
«Μου κάνει». Προτού προλάβει να σκεφτεί κάτι ο Μπλέικ ώστε
να της αλλάξει γνώμη, η Σάμερ πετάχτηκε από το κρεβάτι και άναψε
τη λάμπα του κομοδίνου.
«Σάμερ!» Σήκωσε το μπράτσο του για να προστατέψει τα μάτια
του από το φως, βογκώντας δήθεν αγανακτισμένος. Εκείνη
χαμογέλασε όταν τον άκουσε και πήγε στην ντουλάπα να βρει μια
ρόμπα.
«Έχω και αβγά και τηγάνι».
«Φτιάχνω πολύ άσχημα αβγά».
«Δεν πειράζει». Η Σάμερ βρήκε το παντελόνι του, το κούνησε για
μια στιγμή και του το πέταξε. «Όταν πεινάς πολύ, κάνεις
υποχωρήσεις».
Ο Μπλέικ αποδέχτηκε τη μοίρα του και κατέβασε τα πόδια του
στο πάτωμα. «Τότε, δεν έχει κριτική στη συνέχεια».
Η Σάμερ τον περίμενε να βάλει το σλιπάκι του. Κατέβαινε χαμηλά
στη μέση και αγκάλιαζε ψηλά το μηρό. Πολύ σέξι, σκέφτηκε, και
πολύ διακριτικό. Ήταν περίεργο πώς κάτι επουσιώδες μπορούσε να
καθρεφτίζει την προσωπικότητά σου.
«Στους σεφ αρέσει να τους μαγειρεύουν», του είπε ενώ εκείνος
φορούσε το παντελόνι του.
Ο Μπλέικ φόρεσε και το πουκάμισό του, αλλά το άφησε
ξεκούμπωτο. «Τότε να μην ανακατευτείς».
«Ούτε που θα φανταζόμουν κάτι τέτοιο». Η Σάμερ τον έπιασε
αγκαζέ και τον οδήγησε στην κουζίνα. Άναψε κι εκεί το φως και τον
έκανε να μορφάσει. «Σαν στο σπίτι σου», του είπε.
«Θα με βοηθήσεις;»
«Όχι, αλήθεια σου λέω». Η Σάμερ άνοιξε το βάζο με τα μπισκότα
κι έβγαλε το γνώριμο γεμιστό μπισκότο. «Δε δουλεύω υπερωρίες και
δε δουλεύω ποτέ ως βοηθός».
«Κανόνες του συνδικάτου σου;»
«Δικοί μου κανόνες».
«Θα φας μπισκότα;» τη ρώτησε ο Μπλέικ, ψάχνοντας να βρει ένα
μπολ. «Και αβγά;»
«Το μπισκότο το τρώω για ορεκτικό», του απάντησε εκείνη με το
στόμα γεμάτο. «Θέλεις ένα;»
«Άσ’ το καλύτερα». Ο Μπλέικ έχωσε το κεφάλι του στο ψυγείο
και βρήκε μια καρτέλα με αβγά κι ένα μικρό κουτί γάλα.
«Μπορείς να τρίψεις και λίγο τυρί», άρχισε να του λέει η Σάμερ,
αλλά βιάστηκε να σηκώσει τους ώμους της όταν τον είδε να την
κοιτάζει με υψωμένα φρύδια. «Συγνώμη. Συνέχισε», του είπε και
τον παρακολούθησε να σπάει τέσσερα αβγά σ’ ένα μπολ και να
προσθέτει λίγο γάλα. «Ξέρεις, ο κόσμος μετράει τις δόσεις».
«Ξέρεις, ο κόσμος δε μιλάει με το στόμα γεμάτο», την αντέκρουσε
εκείνος ήρεμα και άρχισε να χτυπάει τ’ αβγά.
Να τα παραχτυπάει, σκέφτηκε η Σάμερ, αλλά κατάφερε να
συγκρατηθεί και να μη μιλήσει. Όταν όμως έφτασε η ώρα του
μαγειρέματος, δεν άντεξε. «Δε ζέστανες το τηγάνι», του είπε και
όταν αυτός την αγνόησε, πήρε απτόητη και δεύτερο μπισκότο. «Απ’
ό,τι βλέπω, θα χρειαστείς μαθήματα».
«Αν θέλεις να κάνεις κάτι, ζέστανε λίγο ψωμί».
Η Σάμερ υπάκουσε, πήρε ένα καρβέλι ψωμί από την ψωμιέρα και
έριξε δυο φέτες στη φρυγανιέρα. «Είναι χαρακτηριστικό των
μαγείρων να τσατίζονται όταν τους παρακολουθούν οι άλλοι την ώρα
που μαγειρεύουν, όμως ένας καλός σεφ πρέπει να το ξεπερνάει αυτό
–όπως και τους αντιπερισπασμούς». Η Σάμερ περίμενε να ρίξει ο
Μπλέικ τα χτυπημένα αβγά στο τηγάνι και τότε τον πλησίασε.
Τύλιξε τα μπράτσα της στη μέση του και κόλλησε τα χείλη της στη
βάση του λαιμού του. «Κάθε είδους αντιπερισπασμούς. Και έχεις
πολύ ψηλά τη φωτιά».
«Θέλεις την ομελέτα σου ροδοψημένη ή καρβουνιασμένη;»
Η Σάμερ γέλασε κι έσυρε τα χέρια της στο γυμνό στέρνο του.
«Ροδοψημένη είναι μια χαρά. Έχω κι ένα ωραίο λευκό Μπορντό, θα
μπορούσες να είχες ρίξει λίγο και στ’ αβγά, αλλά μια και δεν το
έκανες, λέω να το σερβίρω στα ποτήρια». Τον άφησε να μαγειρέψει
και μέχρι να τελειώσει την ομελέτα, εκείνη βουτύρωσε τις φέτες του
ψωμιού σ’ ένα πιάτο και σέρβιρε το δροσερό κρασί στα ποτήρια.
«Εντυπωσιακή», αποφάσισε καθώς καθόταν στο τραπέζι. «Και
αρωματική».
Τα μάτια είναι αυτά που σε προδιαθέτουν πρώτα, θυμήθηκε ο
Μπλέικ. «Ελκυστική;» Την κοίταξε καθώς της σέρβιρε την ομελέτα
στο πιάτο.
«Πάρα πολύ, και...» Η Σάμερ έφαγε μια μπουκιά για να δοκιμάσει.
«...ναι, και αρκετά νόστιμη τελικά. Μπορεί να σκεφτώ να σε
συμπεριλάβω δοκιμαστικά στη βάρδια για το πρόγευμα».
«Κι εγώ μπορεί να σκεφτόμουν ν’ αναλάβω τη θέση, αν το βασικό
μενού ήταν κορνφλέικς με γάλα».
«Πρέπει να επεκτείνεις τους ορίζοντές σου», του είπε η Σάμερ και
συνέχισε να τρώει, απολαμβάνοντας το απλό, ζεστό φαγητό που
γέμιζε το άδειο στομάχι της. «Πιστεύω ότι με λίγα απλά μαθήματα
μπορείς να γίνεις πολύ καλός μάγειρας».
«Μαθήματα από σένα;»
Η Σάμερ πήρε το κρασί της και τα μάτια της γέλασαν πάνω από το
ποτήρι. «Αν θέλεις. Σίγουρα δε θα μπορούσες να βρεις καλύτερη
δασκάλα».
Τα μαλλιά της –ανακατεμένα από τα χέρια του– πλαισίωναν το
πρόσωπό της. Τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα και στα
μάτια της λαμπύριζαν οι χρυσαφένιες ανταύγειες. Η ρόμπα της είχε
πέσει στον έναν ώμο, αποκαλύπτοντας παιχνιδιάρικα τη γυμνή σάρκα
της. Όπως το πάθος είχε εκμηδενίσει τον αυτοέλεγχό του, έτσι και
τώρα ένα εντελώς διαφορετικό συναίσθημα εκμηδένισε κάθε λογική.
«Σ’ αγαπώ, Σάμερ».
Έμεινε να τον κοιτάζει, ενώ το χαμόγελο ξεθώριαζε στα χείλη της.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αυτό που συνέβαινε μέσα της. Δεν ήταν
κάτι συγκεκριμένο, αλλά ένα συνονθύλευμα φόβων, συγκίνησης,
δυσπιστίας και λαχτάρας. Ήταν παράξενο, αλλά στην αρχή δε
φαινόταν να υπερισχύει κανένα, ήταν όλα τόσο μπερδεμένα που
πάσχισε να ξεχωρίσει κάποιο και ν’ αρπαχτεί απ’ αυτό. Δεν ήξερε τι
άλλο να κάνει, έτσι άφησε προσεκτικά το ποτήρι της και κάρφωσε το
βλέμμα της στο κρασί που λαμπύριζε μέσα.
«Δεν ήταν απειλή». Ο Μπλέικ πήρε το χέρι της και το κράτησε,
μέχρι που η Σάμερ σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε πάλι. «Και
δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί να σε ξάφνιασε τόσο».
Κι όμως, την είχε ξαφνιάσει. Περίμενε τη στοργή του. Αυτή θα
μπορούσε να την αντιμετωπίσει. Και το σεβασμό, ήταν κάτι που
καταλάβαινε. Αλλά την αγάπη –η αγάπη ήταν μια πολύ εύθραυστη
λέξη. Μια λέξη που αθετούσε κανείς πολύ εύκολα. Αν και κάτι μέσα
της την ικέτευε να τη δεχτεί από αυτόν, να την εκτιμήσει, να την
προστατέψει. Η Σάμερ προσπάθησε ν’ αντισταθεί.
«Μπλέικ, δεν έχω ανάγκη ν’ ακούσω αυτά που ζητούν οι άλλες
γυναίκες. Σε παρακαλώ...»
«Εσύ μπορεί να μην έχεις ανάγκη να το ακούσεις...» –ο Μπλέικ
δεν είχε αρχίσει όπως ήθελε, αλλά τώρα που είχε κάνει το πρώτο
βήμα, θα έφτανε μέχρι το τέλος– «...αλλά εγώ είχα ανάγκη να το πω.
Εδώ και πολλές μέρες».
Η Σάμερ τράβηξε το χέρι της από το δικό του και πήρε πάλι
νευρικά το ποτήρι της. «Πάντα πίστευα ότι τα λόγια είναι τα πρώτα
που μπορούν να χαλάσουν μια σχέση».
«Όταν δε λέγονται», την αντέκρουσε ο Μπλέικ. «Η έλλειψη
επικοινωνίας, συνεννόησης, αυτό είναι που καταστρέφει μια σχέση.
Και το “ Σ’ αγαπώ” δεν είναι λέξεις που χρησιμοποίησα επιπόλαια».
«Όχι». Αυτό μπορούσε να το πιστέψει. Ίσως αυτή η πίστη της
ήταν που ενίσχυσε το φόβο. Όταν κάποιος σου δίνει την αγάπη του,
περιμένει να του την ανταποδώσεις. Κι εκείνη δεν ήταν έτοιμη να το
κάνει –ήταν σίγουρη γι’ αυτό. «Νομίζω ότι είναι καλύτερα, αν
θέλουμε να συνεχίσουν τα πράγματα ως έχουν, να...»
«Δε θέλω να συνεχίσουν τα πράγματα ως έχουν», τη διέκοψε ο
Μπλέικ. Θα προτιμούσε να ένιωθε οργή παρά εκείνο τον ύπουλο
πανικό που απειλούσε να τον κυριεύσει. Έκανε μια μικρή παύση,
προσπαθώντας να ηρεμήσει. «Θέλω να σε παντρευτώ».
«Όχι». Ο πανικός της Σάμερ ξέσπασε πρώτος. Πετάχτηκε στα
γρήγορα όρθια, λες και μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να σβήσει τα
λόγια του, να ξαναβάλει μια απόσταση ανάμεσά τους. «Όχι, αυτό
είναι αδύνατο».
«Είναι πολύ δυνατό». Ο Μπλέικ σηκώθηκε κι εκείνος, γιατί δεν
ήθελε να της επιτρέψει ν’ απομακρυνθεί από κοντά του. «Θέλω να
μοιραστώ μαζί σου τ’ όνομά μου, τη ζωή μου. Θέλω να κάνουμε
παιδιά μαζί και να τα δούμε να μεγαλώνουν».
«Σταμάτα». Η Σάμερ σήκωσε όλο απόγνωση το χέρι της, θέλοντας
να εμποδίσει τα λόγια να βγουν από το στόμα του. Τη συγκινούσαν,
και ήξερε ότι θα της ήταν εύκολο να πει ναι και να κάνει το ολέθριο
λάθος.
«Γιατί;» Προτού προλάβει να τον εμποδίσει, ο Μπλέικ πήρε το
πρόσωπό της στα χέρια του. Το άγγιγμά του ήταν τρυφερό και ας
ήταν ατσάλινη η λαβή του. «Επειδή φοβάσαι να παραδεχτείς ότι το
θέλεις κι εσύ;»
«Όχι, δεν το θέλω –δεν πιστεύω σ’ αυτό. Ο γάμος είναι μια άδεια
που δίνεις λίγα δολάρια για να τη βγάλεις. Ένα χαρτί. Στη συνέχεια,
με λίγα δολάρια παραπάνω, μπορείς να πάρεις και διαζύγιο. Άλλο ένα
χαρτί».
Ο Μπλέικ την ένιωσε να τρέμει και αναθεμάτισε τον εαυτό του
επειδή δεν ήξερε πώς να την πλησιάσει. «Το ξέρεις πως δεν είναι
έτσι. Ο γάμος είναι οι υποσχέσεις που δίνουν δυο άνθρωποι μεταξύ
τους και η προσπάθειά τους να τις τηρήσουν. Το διαζύγιο έρχεται
όταν παραιτείσαι από την προσπάθεια».
«Δε μ’ ενδιαφέρουν οι υποσχέσεις». Η Σάμερ έσπρωξε γεμάτη
απόγνωση τα χέρια του από το πρόσωπό της και έκανε ένα βήμα
πίσω. «Δε θέλω να μου δώσει κανείς καμιά υπόσχεση και δε θέλω να
δώσω κι εγώ καμιά υπόσχεση σε κανέναν. Είμαι ευτυχισμένη με τη
ζωή μου όπως είναι τώρα. Έχω να σκεφτώ την καριέρα μου».
«Αυτό δε σου είναι αρκετό, και το ξέρουμε και οι δυο μας. Δεν
μπορείς να μου πεις ότι δεν τρέφεις αισθήματα για μένα. Το
καταλαβαίνω μόνος μου. Κάθε φορά που βρίσκομαι μαζί σου τα
βλέπω να καθρεφτίζονται στα μάτια σου, όσο περνάει ο καιρός και
πιο έντονα». Το χειριζόταν άσχημα, αλλά δεν έβλεπε άλλη λύση από
την κατά μέτωπο επίθεση. Όσο εκείνος προσπαθούσε να την
πλησιάσει, τόσο εκείνη απομακρυνόταν. «Να πάρει η οργή, Σάμερ,
αρκετά περίμενα. Μπορεί η στιγμή που διάλεξα να σ’ το πω να μην
είναι η κατάλληλη, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό».
«Η στιγμή;» Η Σάμερ πέρασε το χέρι στα μαλλιά της. «Περίμενες;
Τ ι είναι αυτά που λες;» Άφησε το χέρι της να πέσει κι άρχισε να
πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο. «Ήταν κι αυτό ένα από τα
καλοστημένα σου σχέδια, ένα σχέδιο που μελετούσες καιρό με κάθε
λεπτομέρεια; Ω, τώρα το βλέπω». Από τα χείλη της ξέφυγε μια
τρεμάμενη ανάσα καθώς γύριζε απότομα προς το μέρος του. Δεν την
ένοιαζε πια αν φερόταν παράλογα. «Καθόσουν στο γραφείο σου και
μελετούσες τη στρατηγική σου βήμα βήμα; Έστηνες το σχέδιο,
δούλευες τις αδυναμίες, ώστε να πετύχεις αυτό που θέλεις;»
«Μη γίνεσαι γελοία...»
«Γελοία;» τον έκοψε. «Όχι, δε νομίζω. Θα έπαιζες καλά το
παιχνίδι –αφοπλιστικός, ανατρεπτικός, γοητευτικός, στυλοβάτης.
Υπομονή, έχεις πολλή από αυτή. Περίμενες τη στιγμή που θα ήμουν
ευάλωτη;» Η ανάσα της έβγαινε λαχανιασμένη τώρα και η μια λέξη
έμπλεκε με την άλλη. «Άσε με να σου πω κάτι, Μπλέικ. Δεν είμαι
μια ξενοδοχειακή αλυσίδα που μπορείς να οικειοποιηθείς,
περιμένοντας να ωριμάσει η αγορά».
Μ’ ένα διαστρεβλωμένο τρόπο, αυτό που του έλεγε ήταν απόλυτα
ακριβές. Και αυτό τον έκανε να πάρει αμυντική στάση. «Να πάρει η
οργή, Σάμερ, να σε παντρευτώ θέλω, όχι να σε οικειοποιηθώ».
«Πολλές φορές αυτές οι λέξεις έχουν το ίδιο νόημα. Αυτή τη φορά
το σχέδιό σου έπεσε λίγο έξω, Μπλέικ. Δε θα υπάρξει συμφωνία.
Τ ώρα, θα ήθελα να με αφήσεις μόνη».
«Έχουμε πολλά να πούμε, πανάθεμά με».
«Όχι, δεν έχουμε τίποτε να πούμε, όχι γι’ αυτό το θέμα. Θα
δουλέψω για σένα μέχρι τη λήξη του συμβολαίου. Αυτό είναι όλο».
«Ανάθεμα το συμβόλαιο». Ο Μπλέικ την έπιασε από τους ώμους
και την τράνταξε γεμάτος απόγνωση. «Και ανάθεμα κι εσένα που
είσαι τόσο ξεροκέφαλη. Σ’ αγαπώ. Και αυτό δεν μπορείς να το
παραβλέψεις σαν να μη συμβαίνει».
Προς μεγάλη έκπληξη και των δύο, τα μάτια της Σάμερ
βούρκωσαν ξαφνικά. «Παράτα με ήσυχη», κατάφερε να ψελλίσει και
τα πρώτα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. «Παράτα με ήσυχη, σου
λέω».
Ήταν αυτά τα δάκρυα που τον διέλυσαν, όχι το οργισμένο της
ξέσπασμα. «Αυτό δεν μπορώ να το κάνω», της απάντησε, αλλά την
άφησε κι ας ήθελε να τη σφίξει στην αγκαλιά του. «Θα σου δώσω
λίγο χρόνο, μπορεί να χρειαζόμαστε και οι δυο χρόνο, αλλά θα το
ξανακουβεντιάσουμε».
«Απλά φύγε». Η Σάμερ δεν επέτρεπε στον εαυτό της να κλαίει
μπροστά σε κανέναν, αλλά τώρα, όσο κι αν προσπαθούσε, τα δάκρυα
κυλούσαν στο πρόσωπό της. «Φύγε», επανέλαβε και του γύρισε την
πλάτη. Έμεινε εκεί, ακίνητη, μέχρι που άκουσε το κλικ της πόρτας.
Τότε γύρισε. Ο Μπλέικ μπορεί να είχε φύγει, αλλά ο χώρος ήταν
γεμάτος από την παρουσία του. Η Σάμερ σωριάστηκε στον καναπέ
και άφησε τα δάκρυά της να ξεσπάσουν, ενώ ευχόταν να βρισκόταν
οπουδήποτε αλλού.

Δεν είχε έρθει στη Ρώμη ούτε για τους καθεδρικούς, ούτε για τα
σιντριβάνια, ούτε για τα έργα τέχνης. Δεν είχε έρθει σε τούτη την
πόλη ούτε για την κουλτούρα ούτε για την ιστορία της. Η Σάμερ
πήρε ένα ταξί από το αεροδρόμιο και την ευχαρίστησαν περισσότερο
η κίνηση και η φασαρία στους δρόμους παρά τα ιστορικά μνημεία
ολόγυρα. Ίσως αυτή τη φορά να είχε μείνει υπερβολικά μεγάλο
διάστημα στην Αμερική. Η Ευρώπη ήταν όλο γρήγορα αμάξια, αρχαία
μνημεία και παλάτια. Τη χρειαζόταν την Ευρώπη. Καθώς περνούσαν
μπροστά από τη Φοντάνα ντι Τ ρέβι, το μυαλό της πέταξε στη
Φιλαδέλφεια.
Χρειαζόταν λίγες μέρες κάπου μακριά, σκέφτηκε. Λίγες μέρες
όπου θα καταγινόταν με αυτό που ήξερε να κάνει καλά και τότε τα
πάντα θ’ αποκτούσαν μια καινούρια προοπτική. Είχε κάνει ένα λάθος
με τον Μπλέικ –από την αρχή το ήξερε ότι ήταν λάθος να μπλέξει
μαζί του. Τ ώρα ήταν στο χέρι της να διαλύσει αυτή τη σχέση –
γρήγορα και οριστικά. Σε λίγο καιρό θα της ήταν ευγνώμων, γιατί θα
τον είχε αποτρέψει να κάνει ένα ακόμα μεγαλύτερο λάθος. Να την
παντρευτεί... Ναι, τον φαντάστηκε αφάνταστα ανακουφισμένο σε
λίγες βδομάδες.
Η Σάμερ κοιτούσε τη Ρώμη έξω από το πίσω κάθισμα του ταξί,
νιώθοντας δυστυχισμένη όσο ποτέ στη ζωή της.
Όταν το ταξί σταμάτησε απότομα, άνοιξε την πόρτα και βγήκε.
Στάθηκε για μια στιγμή στο πεζοδρόμιο, μια λυγερή γυναίκα με
λευκή ρεπούμπλικα και τζάκετ και μια τσάντα από δέρμα φιδιού
κρεμασμένη στον ώμο. Το ντύσιμό της έδειχνε μια γυναίκα έμπειρη,
με αυτοπεποίθηση. Αν την κοιτούσε όμως κανείς στα μάτια, θα
έβλεπε ένα παιδί που ένιωθε χαμένο.
Πλήρωσε μηχανικά τον οδηγό, πήρε τη βαλίτσα που της έδωσε με
μια ελαφριά υπόκλιση και του γύρισε την πλάτη. Ήταν δέκα και κάτι
το πρωί στη Ρώμη, αλλά ο ήλιος έλαμπε στον καταγάλανο ουρανό
και έκανε ήδη ζέστη. Και να φανταστεί κανείς πως είχε φύγει από τη
Φιλαδέλφεια με καταιγίδα. Η Σάμερ ανέβηκε τις σκάλες ενός παλιού,
κομψού οικήματος και χτύπησε κοφτά, πέντε φορές, την πόρτα.
Αφού περίμενε ένα εύλογο διάστημα, ξαναχτύπησε, πιο δυνατά αυτή
τη φορά.
Όταν άνοιξε η πόρτα, κοίταξε τον άντρα με την κοντή μεταξωτή
ρόμπα, κεντημένη με παπαγάλους. Αν τη φορούσε κάποιος άλλος, θα
έδειχνε αστείος. Τα μαλλιά του ήταν μπερδεμένα, τα μάτια του
μισόκλειστα. Τα πρώτα γένια ήδη σκούραιναν το πιγούνι του.
«Γεια σου, Κάρλο. Σε ξύπνησα;»
«Σάμερ!» Ο Κάρλο έπνιξε τις ιταλικές βρισιές που είχε στην άκρη
της γλώσσας του και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Έκπληξη, σι;»
Της έδωσε δυο ζεστά φιλιά και την απομάκρυνε. «Αλλά ήταν ανάγκη
να μου κάνεις την έκπληξη τα χαράματα;»
«Είναι περασμένες δέκα».
«Είναι χαράματα όταν κάποιος έχει πέσει για ύπνο μετά τις πέντε
το πρωί. Αλλά πέρασε μέσα, πέρασε μέσα. Δεν το ξέχασα ότι θα
ερχόσουν για τα γενέθλια του Γκραβάντι».
Εξωτερικά, το σπίτι του Κάρλο ήταν απλώς κομψό. Εσωτερικά,
ήταν γεμάτο χλιδή. Στο χολ κυριαρχούσε το χρυσό και το μάρμαρο,
μαρτυρώντας την αγάπη του για την πολυτέλεια. Αφού το διέσχισαν,
πέρασαν από κάτι αψίδες και μπήκαν σ’ ένα καθιστικό γεμάτο με
μικρούς και μεγάλους θησαυρούς. Οι περισσότεροι ήταν δώρα από
πελάτες του που ήθελαν να τον ευχαριστήσουν –ή από γυναίκες. Ο
Κάρλο είχε το ταλέντο να διαλέγει ερωμένες με τις οποίες διατηρούσε
καλές σχέσεις κι όταν έπαυαν πια να είναι ερωμένες του.
Στα παράθυρα κρέμονταν μπροκάρ κουρτίνες, τα χαλιά στο
πάτωμα ήταν γνήσια ανατολίτικα και στον τοίχο κρεμόταν ένας
πίνακας του Τ ιντορέτο. Τα παχιά μαξιλάρια στους δυο καναπέδες σε
προκαλούσαν να κάνεις βουτιά. Δίπλα υπήρχε ένα λιοντάρι από
αλάβαστρο, σχεδόν ένα μέτρο ψηλό, ενώ το φως από τον
κρυστάλλινο πολυέλαιο αντανακλούσε σε όλο το χώρο.
Η Σάμερ έσυρε το δάχτυλό της σ’ ένα λαγήνι από φίνα μπλε και
λευκή κινέζικη πορσελάνη. «Καινούριο;»
«Σι».
«Τ ων Μεδίκων;»
«Βεβαίως. Δώρο από μια... φίλη».
«Οι φίλες σου είναι πάντα πολύ γενναιόδωρες».
Της χαμογέλασε. «Κι εγώ το ίδιο».
«Κάρλο;»
Η βραχνή, ανυπόμονη φωνή ακούστηκε από τις στριφογυριστές
σκάλες. Ο Κάρλο σήκωσε το κεφάλι του, ύστερα κοίταξε πάλι τη
Σάμερ και χαμογέλασε.
Εκείνη έβγαλε το λευκό καπέλο της. «Μια φίλη σου, να
υποθέσω;»
«Δώσε μου ένα λεπτό, κάρα», της απάντησε ο Κάρλο και πλησίασε
τις σκάλες. «Γιατί δεν πας εσύ στην κουζίνα να φτιάξεις καφέ;»
«Και να μη φαίνεσαι», συμπλήρωσε η Σάμερ, ενώ ο Κάρλο
εξαφανιζόταν στις σκάλες. Στράφηκε προς την κουζίνα, αλλά
ξαναγύρισε να πάρει και τη βαλίτσα της μαζί. Ποιος ο λόγος να την
αφήσει εκεί και να υποχρεώσει τον Κάρλο να δώσει εξηγήσεις στη
φίλη του;
Η κουζίνα ήταν το ίδιο εντυπωσιακή με το υπόλοιπο σπίτι και
μεγάλη όσο ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Η Σάμερ γνώριζε τα
κατατόπια το ίδιο καλά με της δικής της. Τα χρώματα που δέσποζαν
εδώ ήταν το εβένινο και το ιβουάρ και νόμιζες πως οι πάγκοι
κάλυπταν χιλιόμετρα. Στο χώρο υπήρχαν δύο φούρνοι, ένα
επαγγελματικό ψυγείο, δύο νεροχύτες κι ένα πλυντήριο ικανό να
χωρέσει τα πιάτα από πάρτι πρεσβείας. Ο Κάρλο Φρανκόνι δεν έκανε
ποτέ τίποτε σε μικρή κλίμακα.
Η Σάμερ άνοιξε ένα ντουλάπι για να πάρει τους κόκκους του καφέ
και τη μηχανή για να τους αλέσει. Σε μια παρόρμηση της στιγμής,
αποφάσισε να φτιάξει κρέπες. Ο Κάρλο μάλλον θ’ αργούσε να κάνει
την εμφάνισή του.
Όταν την έκανε, η Σάμερ κόντευε να τελειώσει. «Α, μπέλ α,
μαγειρεύεις για μένα. Τ ιμή μου».
«Ένιωσα τύψεις που σε ανησύχησα πρωινιάτικα. Εξάλλου...» Η
Σάμερ σέρβιρε ζεστές κρέπες με μήλο και κανέλα στα πιάτα.
«...πεινάω». Ακούμπησε τα πιάτα στο ξύλινο τραπέζι και ο Κάρλο
τράβηξε τις καρέκλες. «Θα έπρεπε να σου ζητήσω συγνώμη που
εμφανίστηκα έτσι απροειδοποίητα. Η φίλη σου ενοχλήθηκε;»
Ο Κάρλο της χαμογέλασε και κάθισε. «Δε με ξέρεις καλά».
«Σκούζι», του είπε η Σάμερ και του έδωσε το κανατάκι με την
κρέμα. «Ώστε θα δουλέψουμε πάλι στην ίδια κουζίνα για τα γενέθλια
του Ενρίκο».
«Θα φτιάξω το μοσχαράκι μου με σπαγγέτι. Ο Ενρίκο έχει
αδυναμία στα σπαγγέτι μου. Έρχεται κάθε Παρασκευή στο
εστιατόριό μου μόνο για να φάει σπαγγέτι», της είπε ο Κάρλο και
ρίχτηκε στις κρέπες. «Κι εσύ θα φτιάξεις το επιδόρπιο».
«Μια τούρτα γενεθλίων». Η Σάμερ ήπιε μια γουλιά καφέ, ενώ η
κρέπα της κρύωνε ανέγγιχτη. Ξαφνικά δεν είχε καμιά όρεξη να φάει.
«Ο Ενρίκο μου ζήτησε κάτι ξεχωριστό, κάτι που θα φτιάξω ειδικά
για εκείνον. Επειδή, λοιπόν, ξέρω τη ματαιοδοξία του και τη λατρεία
του για τη σοκολάτα και τη σαντιγί, δε δυσκολεύτηκα να καταλήξω
στη συνταγή».
«Ναι, αλλά το δείπνο είναι σε δύο μέρες. Δεν ήρθες λίγο νωρίς;»
Η Σάμερ ύψωσε τους ώμους, παίζοντας με τον καφέ της. «Ήθελα
να περάσω λίγες μέρες στην Ευρώπη».
«Κατάλαβα», μουρμούρισε ο Κάρλο, πιστεύοντας πως είχε
πράγματι καταλάβει. Υπήρχαν κύκλοι κάτω από τα μάτια της.
Σημάδι συναισθηματικής σύγχυσης. «Όλα καλά στη Φιλαδέλφεια;»
«Η ανακαίνιση της κουζίνας τελείωσε, τα καινούρια μενού έχουν
τυπωθεί. Πιστεύω ότι το προσωπικό της κουζίνας θα τα βγάλει πέρα
μια χαρά. Προσέλαβα και τον Μορίς από το Σικάγο. Τον θυμάσαι;»
«Α, ναι, πάπια με το αίμα της, η σπεσιαλιτέ του».
«Το μενού μου είναι συναρπαστικό», συνέχισε η Σάμερ. «Το
μενού που θα έβαζα αν αποφάσιζα ποτέ ν’ ανοίξω δικό μου
εστιατόριο. Ξέρεις, άρχισα να σε σέβομαι κάπως περισσότερο από τη
μέρα που μπλέχτηκα με όλο εκείνο το χαρτομάνι».
«Το χαρτομάνι είναι φρικτό, αλλά απαραίτητο». Ο Κάρλο
καταβρόχθισε τις κρέπες του και κοίταξε τις δικές της. «Δεν τρως,
Σάμερ».
«Μμμ. Όχι, μ’ έχει επηρεάσει μάλλον η διαφορά της ώρας». Του
έδειξε το πιάτο της. «Ελεύθερα».
Ο Κάρλο πήγα τα λόγια της κατά λέξη και άλλαξε τα πιάτα τους.
«Έλυσες το πρόβλημα με τον Μαξ;»
Η Σάμερ ακούμπησε αφηρημένα το χέρι στο μπράτσο της. Τα
ράμματα, δόξα τω Θεώ, ανήκαν στο παρελθόν. «Τα καταφέρνουμε.
Μας έκανε μια επίσκεψη και η μητέρα μου. Το ξέρεις ότι η παρουσία
της εντυπωσιάζει πάντα τους άλλους».
«Η Μονίκ! Τ ι κάνει;»
«Ξαναπαντρεύτηκε», απάντησε απλά η Σάμερ και σήκωσε το
φλιτζάνι με τον καφέ της. «Αυτή τη φορά ένα σκηνοθέτη. Είναι κι
αυτός Αμερικανός».
«Είναι ευτυχισμένη;»
«Φυσικά». Ο καφές ήταν δυνατός –πολύ πιο δυνατός από αυτόν
που είχε συνηθίσει να πίνει στην Αμερική. Ξαφνικά συνειδητοποίησε
γεμάτη απόγνωση πως τίποτε δεν ήταν πια όπως παλιά για εκείνη.
«Σε λίγες βδομάδες θ’ αρχίσουν το γύρισμα μιας καινούριας ταινίας οι
δυο τους».
«Ίσως αυτή τη φορά να έκανε πιο σωστή επιλογή. Να βρήκε
κάποιον που θα καταλαβαίνει το καλλιτεχνικό ταμπεραμέντο και τις
ανάγκες της», παρατήρησε ο Κάρλο, απολαμβάνοντας το τέλειο
πάντρεμα του φρούτου με την κανέλα. «Και τι κάνει ο δικός σου
Αμερικανός;»
Η Σάμερ άφησε κάτω τον καφέ της και κοίταξε τον Κάρλο. «Θέλει
να με παντρευτεί».
Ο Κάρλο πνίγηκε μ’ ένα κομματάκι κρέπα και πήρε τον καφέ του.
«Ε... συγχαρητήρια».
«Μη γίνεσαι χαζός». Η Σάμερ δεν μπορούσε να μείνει άλλο
ακίνητη, έτσι σηκώθηκε και έβαλε τα χέρια στις τσέπες της μακριάς,
ριχτής ζακέτας της. «Δε θα τον παντρευτώ».
«Όχι;» Ο Κάρλο πήγε στην καφετιέρα και ξαναγέμισε τα φλιτζάνια
τους. «Γιατί όχι; Τον βρίσκεις αποκρουστικό; Κακότροπο, ηλίθιο;»
«Και βέβαια όχι». Η Σάμερ άρχισε να σφίγγει και να ξεσφίγγει τα
δάχτυλά της ανυπόμονα μέσα στις τσέπες της ζακέτας της. «Δεν έχει
καμιά σχέση μ’ αυτό».
«Και με τι έχει;»
«Δεν έχω σκοπό να παντρευτώ κανέναν. Μπορώ να κάνω και
χωρίς το καρουσέλ του γάμου».
«Μήπως δε θέλεις ν’ απλώσεις το χέρι σου ν’ αρπάξεις τον
μπρούντζινο κρίκο*(*Έκφραση που δηλώνει την επιτυχία.
Προέρχεται από τα παραδοσιακά καρουσέλ, όπου αυτός που
καταφέρνει ν’ αρπάξει έναν μπρούντζινο κρίκο από την άκρη ενός
προτεταμένου μηχανικού βραχίονα κερδίζει έναν ακόμη γύρο
δωρεάν. (Σ.τ.Μ.)) από φόβο πως δε θα τα καταφέρεις;»
Η Σάμερ πρότεινε το πιγούνι της. «Πρόσεχε, Κάρλο».
Ο ψυχρός τόνος της τον έκανε να υψώσει τους ώμους. «Το ξέρεις
ότι λέω πάντα αυτό που πιστεύω. Αν ήθελες ν’ ακούσεις κάτι άλλο,
δε θα έπρεπε να έρθεις εδώ».
«Ήρθα εδώ γιατί ήθελα να περάσω μερικές μέρες μ’ ένα φίλο, όχι
για να κουβεντιάσω το θέμα του γάμου».
«Σ’ έχει κάνει, όμως, να χάσεις τον ύπνο σου».
Η Σάμερ σήκωσε το φλιτζάνι της και το ξανακούμπησε απότομα,
χύνοντας τον καφέ. «Ήταν μεγάλη η πτήση και έχω δουλέψει πολύ
σκληρά τελευταία. Και ναι, μπορεί να μ’ έχει αναστατώσει το όλο
θέμα», συμπλήρωσε, προτού προλάβει ο Κάρλο να μιλήσει. «Δεν
περίμενα μια τέτοια πρόταση από μέρους του, δεν την ήθελα. Είναι
τίμιος άνθρωπος, και το ξέρω ότι όταν λέει ότι με αγαπά και θέλει να
με παντρευτεί το εννοεί. Για την ώρα. Αυτό δε με διευκολύνει να πω
όχι».
Το ξέσπασμά της δεν τον εκνεύρισε. Ο Κάρλο ήταν μαθημένος στις
παθιασμένες αντιδράσεις των γυναικών –τις προτιμούσε. «Κι εσύ... τι
νιώθεις γι’ αυτόν;»
Η Σάμερ δίστασε και πήγε στο παράθυρο. Από το σημείο αυτό
μπορούσε να δει τον κήπο του Κάρλο, μια ήσυχη όαση, ένα όριο
ανάμεσα στο σπίτι και τους πολυσύχναστους δρόμους της Ρώμης.
«Έχω αισθήματα γι’ αυτόν», μουρμούρισε. «Δυνατά αισθήματα που
ξεπερνούν τη λογική. Γι’ αυτό είναι σημαντικό για μένα να διαλύσω
τη σχέση μας τώρα. Δε θέλω να τον πληγώσω, Κάρλο, αλλά δε θέλω
να πληγωθώ κι εγώ».
«Και γιατί είσαι τόσο σίγουρη ότι η αγάπη και ο γάμος θα σε
πληγώσουν;» Ο Κάρλο ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της και
άρχισε να της κάνει ένα ελαφρό μασάζ. «Όταν στη ζωή σου κυριαρχεί
το “ αν”, κάρα μία, ξεχνάς να τη ζήσεις. Έχεις κάποιον που σ’ αγαπά –
και μπορεί να μην είπες τις λέξεις, αλλά νομίζω ότι τον αγαπάς κι
εσύ. Γιατί να το αρνείσαι στον εαυτό σου;»
«Ο γάμος, Κάρλο», είπε η Σάμερ, γυρίζοντας γεμάτη ειλικρίνεια
προς το μέρος του, «δεν είναι για ανθρώπους σαν κι εμάς, είναι;»
«Για ανθρώπους σαν κι εμάς;»
«Εμείς είμαστε εντελώς απορροφημένοι από την καριέρα μας.
Είμαστε μαθημένοι να πηγαινοερχόμαστε ανάλογα με το κέφι μας.
Δεν έχουμε να δώσουμε λογαριασμό σε κανέναν, δεν έχουμε να
σκεφτούμε κανέναν παρά μόνο τον εαυτό μας. Αυτός δεν είναι ο
λόγος που δεν παντρεύτηκες κι εσύ ποτέ σου;»
«Θα μπορούσα να σου απαντήσω ότι είμαι πολύ γενναιόδωρος και
το θεωρώ εγωιστικό να χαρίσω όλα τα δώρα μου μόνο σε μια
γυναίκα», της είπε και την είδε να χαμογελά πλατιά, έτσι όπως του
άρεσε. Τ ρυφερά, παραμέρισε τα μαλλιά από το πρόσωπό της. «Αλλά
σ’ εσένα θα πω την αλήθεια. Δεν έχω καταφέρει να βρω καμιά μέχρι
τώρα που να κάνει την καρδιά μου να πεταρίσει. Την έχω
αναζητήσει. Αν τη βρω ποτέ, θα τρέξω να βγάλω τις άδειες και να
φωνάξω τον παπά».
Η Σάμερ αναστέναξε και γύρισε να κοιτάξει πάλι έξω από το
παράθυρο. Τα λουλούδια έμοιαζαν με πολύχρωμη ταπετσαρία κάτω
από τον καυτό ήλιο. «Ο γάμος είναι ένα παραμύθι, Κάρλο, ένα
παραμύθι με πρίγκιπες, χωρικούς και βατράχους. Και έχω δει πολλά
απ’ αυτά τα παραμύθια να ξεφτίζουν».
«Ο καθένας γράφει την ιστορία του μόνος του, Σάμερ. Κι εσύ
πρέπει να το ξέρεις αυτό, γιατί το κάνεις συνέχεια».
«Μπορεί. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ξέρω αν έχω το κουράγιο
να γυρίσω σελίδα».
«Με την ησυχία σου. Δεν υπάρχει καλύτερο μέρος από τη Ρόμα
για να σκεφτείς τη ζωή σου και την αγάπη. Και δεν υπάρχει
καλύτερος άντρας για να σε βοηθήσει να το κάνεις αυτό από τον
Φρανκόνι. Απόψε, θα σου μαγειρέψω εγώ. Λινγκουίνι», της είπε,
φιλώντας τις άκρες των δαχτύλων του. «Θα γλείφεις και τα δάχτυλά
σου. Κι εσύ μπορείς να μου φτιάξεις έναν μπαμπά –όπως όταν
ήμασταν φοιτητές, σι;»
Η Σάμερ γύρισε πάλι προς το μέρος του και τύλιξε τα μπράτσα της
στο λαιμό του. «Ξέρεις, Κάρλο, αν ήμουν από τις γυναίκες που
θέλουν γάμο, θα σε παντρευόμουν για τα μακαρόνια σου».
Εκείνος της χαμογέλασε. «Καρίσιμα, ακόμα και τα μακαρόνια μου
δεν πιάνουν μία μπροστά στο...»
«Είμαι σίγουρη», τον έκοψε ξερά εκείνη. «Γιατί δεν πας να ντυθείς
και να βγούμε για ψώνια; Θέλω να βρω ν’ αγοράσω κάτι
εντυπωσιακό όσο θα βρίσκομαι στη Ρώμη. Δεν έχω κάνει ακόμα
γαμήλιο δώρο στη μητέρα μου».

Μα πώς τα είχε καταφέρει να φερθεί τόσο ηλίθια; Ο Μπλέικ άναψε


τον αναπτήρα του και παρακολούθησε τη φλόγα του να σκίζει το
σκοτάδι. Ήθελε καμιά ώρα ακόμα για να ξημερώσει, αλλά είχε
παραιτηθεί εντελώς από κάθε προσπάθεια να κοιμηθεί. Όπως είχε
παραιτηθεί και από κάθε προσπάθεια να φανταστεί τι έκανε η Σάμερ
στη Ρώμη όσο εκείνος έμενε ξάγρυπνος στη σουίτα του. Αν πήγαινε
κι αυτός στη Ρώμη...
Όχι, είχε υποσχεθεί στον εαυτό του ότι δε θα την πίεζε, ιδιαίτερα
ύστερα από τον άγαρμπο τρόπο που είχε χειριστεί την κατάσταση.
Θα έδινε ένα περιθώριο και στους δυο τους.
Θα κατέστρωνε καινούρια στρατηγική, σκέφτηκε κοροϊδευτικά
και τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά από το τσιγάρο του. Εκεί είχε
φτάσει το πράγμα; Πάντα του άρεσαν οι προκλήσεις, τα προβλήματα.
Και η Σάμερ ήταν σίγουρα και πρόκληση και πρόβλημα. Μήπως γι’
αυτό την ήθελε; Αν εκείνη είχε δεχτεί να τον παντρευτεί, μήπως θα
είχε δώσει απλώς συγχαρητήρια στον εαυτό του επειδή είχε
καταστρώσει ένα τέλειο σχέδιο και το είχε εκτελέσει άψογα; Ένα
ακόμη απόκτημα του Κόκραν. Να πάρει η οργή.
Σηκώθηκε κι άρχισε να πηγαινοέρχεται. Ο καπνός του τσιγάρου
του έφτιαχνε δαχτυλίδια που χάνονταν μέσα στο μισοσκόταδο.
Ήξερε πως δεν ήταν έτσι, ακόμα κι αν εκείνη δεν τον πίστευε. Αν
ήταν αλήθεια πως είχε αντιμετωπίσει τη σχέση τους σαν ένα
πρόβλημα που έπρεπε να λύσει με προσοχή, το είχε κάνει μόνο γιατί
έτσι ήταν ο χαρακτήρας του. Αλλά την αγαπούσε, και ήταν σίγουρος
ότι τον αγαπούσε κι εκείνη. Πώς θα κατάφερνε όμως να περάσει τον
τοίχο που είχε υψώσει με τη στάση της ανάμεσά τους;
Να γυρίσουν πίσω στην αρχική σχέση τους; Αδύνατον. Ο Μπλέικ
κοίταξε την πόλη έξω καθώς άρχιζε να φαίνεται το πρώτο ρόδινο φως
της αυγής. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε παρακολουθήσει πάρα
πολλές φορές την ανατολή του ήλιου μόνος. Είχαν αλλάξει πάρα
πολλά μεταξύ τους πλέον, συνέχισε την προηγούμενη σκέψη του.
Είχαν ειπωθεί πάρα πολλά. Δεν μπορούσε να πάρει πίσω την αγάπη
του και να την κλειδαμπαρώσει σ’ ένα σεντούκι επειδή δεν τη
βόλευε.
Είχε μείνει μακριά από τη Σάμερ μία ολόκληρη βδομάδα πριν φύγει
για τη Ρώμη. Είχε αποδειχτεί πιο δύσκολο απ’ όσο περίμενε, αλλά τα
δάκρυά της εκείνη τη νύχτα τον είχαν πείσει να το κάνει. Τ ώρα,
όμως, αναρωτιόταν μήπως είχε κάνει ένα ακόμα λάθος. Ίσως αν είχε
πάει να τη βρει την επομένη... Ο Μπλέικ κούνησε αρνητικά το
κεφάλι του και απομακρύνθηκε από το παράθυρο. Από την αρχή, το
λάθος του ήταν ότι είχε προσπαθήσει ν’ αντιμετωπίσει την όλη
κατάσταση με τη λογική. Δεν υπήρχε λογική στην αγάπη, μόνο
συναίσθημα. Και χωρίς τη λογική, είχε χάσει κάθε πλεονέκτημα.
Ήταν τρελά ερωτευμένος. Ναι, ήταν αλήθεια. Ζούσε μια τρέλα, μια
αθεράπευτη τρέλα. Αν η Σάμερ ήταν εκεί, μαζί του, θα της το
έδειχνε. Όταν θα επέστρεφε, σκέφτηκε με πάθος, θα έβρισκε κάποιον
τρόπο να γκρεμίσει τον τοίχο που τους χώριζε πέτρα πέτρα και να τη
φέρει κι εκείνη αντιμέτωπη με την τρέλα.
Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, έμεινε να το κοιτάζει. Η Σάμερ;
«Εμπρός;»
«Μπλέικ;» Η φωνή ήταν κάπως υπερβολικά μελιστάλαχτη,
υπερβολικά γαλλική.
«Ναι. Μονίκ;»
«Λυπάμαι που σε ανησυχώ, αλλά ξεχνάω πάντα τη διαφορά της
ώρας ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Ακτή. Ετοιμαζόμουν
να πέσω για ύπνο. Εσύ είχες ξυπνήσει;»
«Ναι». Ο ήλιος ανέτελλε αργά στον ουρανό κι ένα αχνό φως
έλουζε το δωμάτιο. Οι περισσότεροι στην πόλη ακόμα κοιμούνταν,
αλλά εκείνος είχε ξυπνήσει. «Ήταν καλή η πτήση σου για την
Καλιφόρνια;»
«Κοιμήθηκα σχεδόν σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Δόξα τω
Θεώ, γιατί με περίμεναν πολλά πάρτι. Έχουν αλλάξει πολύ λίγα στο
Χόλιγουντ –λίγα ονόματα, μερικά πρόσωπα. Τ ώρα, για να είσαι σικ,
πρέπει να φοράς τα γυαλιά του ηλίου περασμένα σε κορδόνι. Η
μητέρα μου το έκανε αυτό, αλλά για να μην τα χάνει».
Ο Μπλέικ χαμογέλασε, γιατί η Μονίκ σου επέβαλλε το χαμόγελο.
«Εσύ δε χρειάζεται να ακολουθείς τη μόδα για να είσαι σικ».
«Τ ι κολακευτικό». Η φωνή της ακούστηκε πολύ νεανική και πολύ
χαρούμενη.
«Τ ι μπορώ να κάνω για σένα, Μονίκ;»
«Ω, είσαι πολύ γλυκός. Πρώτα θέλω να σε ευχαριστήσω για την
υπέροχη, όπως πάντα, παραμονή μου στο ξενοδοχείο σου. Το σέρβις
εξακολουθεί να είναι άψογο. Και το μπράτσο της Σάμερ πάει
καλύτερα, έτσι;»
«Κατά τα φαινόμενα. Είναι στη Ρώμη».
«Αχ, ναι, πού έχω το μυαλό μου; Ε, η Σάμερ μου δεν ήταν ποτέ
από τους ανθρώπους που κάθονται για πολύ σ’ ένα μέρος. Την είδα
ελάχιστα προτού φύγω. Έδειχνε... προβληματισμένη».
Ο Μπλέικ ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι και έσφιξε το πιγούνι
του, αμέσως όμως πίεσε τον εαυτό του να χαλαρώσει. «Ήταν πολύ
απασχολημένη με τη δουλειά της στην κουζίνα».
Η Μονίκ έκανε μια γκριμάτσα. Τούτος εδώ είναι σκέτο στρείδι,
σκέφτηκε επιδοκιμαστικά. «Ναι, ίσως θα έχω την ευκαιρία να τη δω
και πάλι για λίγο. Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη, Μπλέικ. Ήσουν
τόσο εξυπηρετικός κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μου».
«Θα κάνω ό,τι μπορώ».
«Η σουίτα στην οποία έμεινα με χαλάρωσε, ήταν πολύ αγκρεάμπλ .
Θα μπορούσες να την κλείσεις και πάλι στ’ όνομά μου σε δυο μέρες
από τώρα;»
«Σε δυο μέρες;» Ο Μπλέικ συνοφρυώθηκε, πήρε όμως αμέσως ένα
στυλό για να το σημειώσει. «Θα ξανάρθεις ανατολικά;»
«Είμαι εντελώς ξεμυαλισμένη. Είχα κάτι εκκρεμότητες να ρυθμίσω
εκεί και τις ξέχασα εντελώς με το ατύχημα της Σάμερ. Έτσι πρέπει
να ξανάρθω να τις τακτοποιήσω. Εντάξει με τη σουίτα;»
«Ναι, βέβαια, θα το φροντίσω».
«Μερσί. Μπορώ να σου ζητήσω κάτι ακόμα; Θα οργανώσω ένα
μικρό πάρτι το Σάββατο το βράδυ –λίγοι παλιοί, καλοί φίλοι, να
πιούμε ένα ποτήρι κρασί. Θα χαιρόμουν πολύ αν περνούσες κι εσύ
για λίγο. Κατά τις οχτώ, συμφωνείς;»
Το τελευταίο που ήθελε αυτή τη στιγμή ήταν να πάει σε πάρτι,
αλλά οι τρόποι του, η ανατροφή του και η επαγγελματική του
συνείδηση του άφηναν μόνο μία επιλογή. Σημείωσε πάλι αυτόματα
την ημερομηνία και την ώρα. «Με μεγάλη μου χαρά».
«Θαύμα. Θα τα πούμε το Σάββατο τότε, ορεβουάρ».
Η Μονίκ έκλεισε το τηλέφωνο και γέλασε. Μπορεί να ήταν
ηθοποιός και όχι σεναριογράφος, αλλά το μικρό της σενάριο ήταν
ιδιοφυές. Ναι, πραγματικά ιδιοφυές.
Σήκωσε το τηλέφωνο κι ετοιμάστηκε να στείλει ένα τηλεγράφημα.
Στη Ρώμη.

Κεφάλαιο 12
Σερί. Επιστρέφω Φιλ αδέλ φεια για να ρυθμίσω κάποιες εκκρεμότητες
πριν τα γυρίσματα της ταινίας. Θα βρίσκομαι όλ ο το Σαββατοκύριακο
στη σουίτα μου στο Κόκραν Χάουζ. Το Σάββατο το βράδυ θα κάνω μια
μικρή σουαρέ. Σε περιμένω. Στις 8:30. Α μπιεντό. Η μητέρα σου.
Τ ι σκάρωνε πάλι; Η Σάμερ ξαναδιάβασε το τηλεγράφημα της
μητέρας της, ενώ πετούσε πάνω από τον Ατλαντικό. Εκκρεμότητες;
Τ ι εκκρεμότητες μπορεί να είχε η Μονίκ στη Φιλαδέλφεια; Εκτός κι
αν είχαν σχέση με το σύζυγο νούμερο δύο. Αυτός όμως ανήκε πλέον
στην ιστορία, και η Μονίκ έβαζε πάντα κάποιον άλλον να κανονίζει
τις δουλειές της. Ισχυριζόταν ότι μία ηθοποιός μένει παιδί στην
καρδιά και δεν έχει μυαλό για μπίζνες. Ήταν κι αυτό ένα ακόμη από
τα διαβολικά κόλπα της για να κάνει μόνο εκείνα που ήθελε. Τ ώρα,
γιατί ήθελε να ξανάρθει ανατολικά; Δεν μπορούσε να το καταλάβει.
Η Σάμερ ύψωσε τους ώμους της αδιάφορα και έβαλε πάλι το
τηλεγράφημα στην τσάντα της.
Δεν είχε καμιά διάθεση να πάει σε κοκτέιλ πάρτι σε πέντε ώρες
από τώρα. Μόλις την προηγουμένη είχε ξεπεράσει τον εαυτό της,
φτιάχνοντας μία τούρτα που είχε το σχήμα του παλατιού του Ενρίκο
στα περίχωρα της Ρώμης με γέμιση κρέμα και σοκολάτα. Είχε
χρειαστεί δώδεκα ώρες για να τη φτιάξει. Για πρώτη φορά, ύστερα
από επιμονή του οικοδεσπότη της, είχε μείνει και είχε ενωθεί με τη
συντροφιά που θ’ απολάμβανε το γλυκό, πίνοντας σαμπάνια.
Νόμιζε πως θα της έκανε καλό να βρεθεί με κόσμο, μέσα σε όλη
εκείνη τη φινέτσα και την εορταστική ατμόσφαιρα. Είχε διαπιστώσει
όμως πως δεν είχε καμιά διάθεση για ψιλοκουβεντούλα και
σαμπάνια, το μόνο που ήθελε ήταν να πάει σπίτι της. Και όσο
περίεργο και αν ήταν αυτό, για εκείνη το σπίτι της ήταν στη
Φιλαδέλφεια.
Δε λαχταρούσε να βρεθεί στο εκκεντρικό διαμερισματάκι της στην
Αριστερή Όχθη στο Παρίσι. Ήθελε να γυρίσει στο διαμέρισμα του
τετάρτου ορόφου στη Φιλαδέλφεια, όπου κάθε γωνιά ήταν γεμάτη
από τις αναμνήσεις της με τον Μπλέικ. Όσο ανόητη έμοιαζε, όσο
παράλογο κι αν ήταν, ήθελε τον Μπλέικ.
Αλλά και τώρα, στην πτήση της επιστροφής, διαπίστωσε ότι η
επιθυμία της δεν είχε αλλάξει. Στον Μπλέικ ήθελε να πάει με το που
θα πατούσε στο έδαφος. Στον Μπλέικ ήθελε να διηγηθεί τις αστείες
ιστορίες που είχαν ειπωθεί στην τραπεζαρία του Ενρίκο. Το δικό του
γέλιο ήθελε ν’ ακούσει. Στη δική του αγκαλιά ήθελε να κουρνιάσει
τώρα που η ένταση και η ενέργεια των τελευταίων ημερών είχαν
αρχίσει να υποχωρούν.
Η Σάμερ αναστέναξε, έγειρε πίσω το κάθισμά της και έκλεισε τα
μάτια της. Αλλά θα έκανε το καθήκον της και θα περνούσε από τη
σουίτα της μητέρας της. Ίσως το παρτάκι της Μονίκ να ήταν ο
τέλειος αντιπερισπασμός. Θα έδινε στη Σάμερ λίγο ακόμα χρόνο
προτού βρεθεί αντιμέτωπη με τον Μπλέικ. Τον Μπλέικ και την
απόφαση που νόμιζε ότι είχε ήδη πάρει.

Ο Μπι-Σι έσυρε το δάχτυλό του στο σφιχτό κολάρο του πουκαμίσου


του, ελπίζοντας ότι δεν έδειχνε τόσο νευρικός όσο ένιωθε. Θα έβλεπε
τη Μονίκ ύστερα από τόσα χρόνια –θα έπρεπε να της συστήσει τη
Λίλιαν. Μονίκ, η γυναίκα μου, η Λίλ ιαν. Λίλ ιαν, η Μονίκ Ντιμπουά, η
πρώην ερωμένη μου. Μικρός που είναι ο κόσμος, ε;
Ήταν από τους ανθρώπους που εκτιμούν ένα καλό αστείο, το
συγκεκριμένο όμως του διέφευγε εντελώς.
Μάλλον τα συζυγικά αμαρτήματα δεν παραγράφονταν. Ήταν
αλήθεια πως εκείνος είχε παραστρατήσει μία και μοναδική φορά, και
μάλιστα σε μια περίοδο που βρισκόταν σε διάσταση με τη γυναίκα
του, η οποία τον είχε θυμώσει, τον είχε πικράνει, τον είχε φοβίσει.
Από τη στιγμή όμως που διαπράττεις ένα έγκλημα, δεν παύει να είναι
έγκλημα.
Αγαπούσε τη Λίλιαν, πάντα την αγαπούσε, αλλά δεν μπορούσε ν’
αρνηθεί τη σύντομη περιπετειούλα του με τη Μονίκ. Όπως δεν
μπορούσε ν’ αρνηθεί ότι ήταν συναρπαστική, παθιασμένη και
αλησμόνητη.
Στη συνέχεια, δεν είχαν ξανάρθει ποτέ σ’ επαφή, αν και την είχε
ξαναδεί μια δυο φορές όταν είχε αυτός στα χέρια του τη διεύθυνση
των ξενοδοχείων του. Αλλά και από τότε είχαν περάσει πολλά
χρόνια.
Γιατί, λοιπόν, εκείνη του είχε τηλεφωνήσει τώρα, είκοσι χρόνια
αργότερα, και είχε επιμείνει να πάει –μαζί με τη γυναίκα του– στη
σουίτα της στο Κόκραν Χάουζ της Φιλαδέλφειας; Ο Μπι-Σι έσυρε
πάλι το δάχτυλο στο κολάρο του. Κάτι τον έπνιγε. Η μόνη εξήγηση
που του είχε δώσει η Μονίκ ήταν ότι η πρόσκλησή της είχε σχέση με
την ευτυχία του γιου του και της κόρης της.
Του είχε δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα γιατί έπρεπε να
σκαρφιστεί μια δικαιολογία για να έρθει στην πόλη, επιμένοντας να
τον συνοδέψει και η Λίλιαν. Αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί
είχε παντρευτεί μια πολύ έξυπνη και ανεξάρτητη γυναίκα, αλλά ήταν
παιχνιδάκι μπροστά στην επόμενη δοκιμασία.
«Θα φας όλη μέρα για να δέσεις μια γραβάτα;» Ο Μπι-Σι
αναπήδησε όταν η γυναίκα του τον πλησίασε από πίσω. «Ήρεμα».
Εκείνη γέλασε και του έστρωσε την πλάτη του σακακιού με τα χέρια
της, μια συνήθεια που τον γύρισε πίσω στο μήνα του μέλιτος. «Θα
νόμιζε κανείς ότι δεν έχεις περάσει άλλη βραδιά με μια διασημότητα.
Ή μήπως μόνο οι Γαλλίδες ηθοποιοί σου προκαλούν νευρικότητα;»
Αυτή η συγκεκριμένη Γαλλίδα ηθοποιός, σκέφτηκε ο Μπι-Σι και
γύρισε προς το μέρος της γυναίκας του. Η Λίλιαν ήταν πάντα
γοητευτική. Μπορεί να μην είχε εκείνη την εκτυφλωτική ομορφιά
της Μονίκ που σου έκοβε την ανάσα, αλλά διέθετε μια ήρεμη
γοητεία που παρέμενε αναλλοίωτη από το χρόνο. Τα όμορφα
καστανά μαλλιά της είχαν αρχίσει ν’ αποκτούν γκρίζες τρίχες, αλλά
ήταν χτενισμένα με τέτοιο στυλ που η αντίθεση των χρωμάτων την
κολάκευε.
Η Λίλιαν διέθετε ανέκαθεν στυλ. Ήταν η σύντροφός του, η
γυναίκα που βρισκόταν πάντα δίπλα του, στο πλευρό του. Ήταν μια
δυνατή γυναίκα. Και ο Μπι-Σι είχε ανάγκη μια δυνατή γυναίκα. Ήταν
το καλύτερο ταίρι που θα μπορούσε να ζητήσει ένας άντρας.
Ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της και τη φίλησε τρυφερά.
«Σ’ αγαπώ, Λίλι», της είπε κι όταν εκείνη άγγιξε το μάγουλό του
χαμογελώντας, πήρε το χέρι της στο δικό του, νιώθοντας σαν
θανατοποινίτης που διανύει τα τελευταία του μέτρα. «Καλύτερα να
πηγαίνουμε. Θ’ αργήσουμε».

Ο Μπλέικ έκλεισε το τηλέφωνο αγανακτισμένος. Ήταν σίγουρος ότι


η Σάμερ θα γύριζε απόψε. Πήγαινε όμως πάνω από μια ώρα που
τηλεφωνούσε στο διαμέρισμά της και δεν έπαιρνε καμιά απάντηση.
Είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του και δεν είχε καμιά διάθεση να
κατέβει στη σουίτα της Μονίκ και να παριστάνει τον κοινωνικό.
Όπως κι ο πατέρας του, πέρασε το δάχτυλο στο κολάρο του και
προσπάθησε να ξεσφίξει τη γραβάτα του.
Όταν θα τελείωναν όλ’ αυτά, όταν η Σάμερ θα γύριζε, θα φρόντιζε
να βρει έναν τρόπο να την πείσει να φύγει μαζί του. Θα της έβρισκε
εκείνο το αναθεματισμένο νησί στον Ειρηνικό, αν αυτό ήθελε. Θα το
αγόραζε, θα το γέμιζε με υπηρετικό προσωπικό. Θα έφτιαχνε μια
αλυσίδα με πιτσαρίες και φαστφούντ σ’ αυτό. Μπορεί έτσι να
κατάφερνε επιτέλους να την ικανοποιήσει.
Βγήκε από το διαμέρισμά του, νιώθοντας παράλογος και λίγο
κακός.
Η Μονίκ έριξε μια ματιά στη σουίτα της και κούνησε
επιδοκιμαστικά το κεφάλι της. Τα λουλούδια πρόσφεραν μια
ευχάριστη νότα. Δεν ήταν πολλά –λίγα τριαντάφυλλα μπουμπούκια
εδώ κι εκεί απλώς για να προσφέρουν ένα άρωμα κήπου στο χώρο.
Μια μικρή –πολύ μικρή– ρομαντική νότα. Η σαμπάνια πάγωνε στην
παγωνιέρα και τα ποτήρια άστραφταν κάτω από τον απαλό φωτισμό.
Ο Μαξ είχε ξεπεράσει τον εαυτό του με τα ορντέβρ. Λίγο χαβιάρι,
λίγο πατέ, μικρά κις –πολύ κομψό. Θα έπρεπε να θυμηθεί να κάνει
μια επίσκεψη στην κουζίνα.
Όσο για τη δική της εμφάνιση... Η Μονίκ άγγιξε το σινιόν στη
βάση του λαιμού της. Δεν ήταν το συνηθισμένο στυλ της, αλλά ήθελε
να δείχνει σοβαρή κι αξιοπρεπής. Ένιωθε ότι το απαιτούσε η βραδιά.
Αλλά το μαύρο μεταξωτό παντελόνι και η ξώπλατη μπλούζα της
ήταν πολύ σικ και σέξι. Δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό να
ντυθεί κομψά για το πάρτι.
Το σκηνικό είχε στηθεί. Τ ώρα πια ήταν θέμα των
πρωταγωνιστών...
Ακούστηκε ένα χτύπημα. Η Μονίκ πήγε στην πόρτα μ’ ένα αχνό
χαμόγελο. Η πρώτη πράξη ήταν έτοιμη ν’ αρχίσει.
«Μπι-Σι!» Του άπλωσε τα χέρια μ’ ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο.
«Είναι υπέροχο να σε ξαναβλέπω ύστερα από τόσα χρόνια».
Η ομορφιά της παρέμενε το ίδιο εκτυφλωτική. Ήταν αδύνατον ν’
αντισταθεί κανείς σ’ εκείνο το χαμόγελο. Αν και είχε αποφασίσει να
είναι ευγενικός και απόμακρος, η φωνή του ακούστηκε ζεστή.
«Μονίκ, δε δείχνεις ούτε λεπτό μεγαλύτερη».
«Πάντα κόλακας». Η Μονίκ γέλασε, τον φίλησε και στράφηκε στη
γυναίκα πλάι του. «Κι εσύ είσαι η Λίλιαν. Χαίρομαι που
γνωριζόμαστε επιτέλους. Ο Μπι-Σι μου έχει πει τόσα πολλά για σένα
που νιώθω σαν να είμαστε παλιές φίλες».
Η Λίλιαν τη μέτρησε με το βλέμμα της και ύψωσε το φρύδι. «Ω;»
Δεν είναι καθόλου χαζή, σκέφτηκε η Μονίκ, και τη συμπάθησε
αμέσως. «Βέβαια, έχει περάσει πάρα πολύς καιρός από τότε, έτσι θα
πρέπει να ξαναγνωριστούμε από την αρχή όλοι. Παρακαλώ, περάστε.
Μπι-Σι, έχεις την καλοσύνη ν’ ανοίξεις τη σαμπάνια;»
Ο Μπι-Σι διέσχισε το δωμάτιο για να κάνει αυτό που του ζήτησε,
νιώθοντας τα νεύρα του ένα κουβάρι. Ένα ποτό θα ήταν
καταπληκτική ιδέα. Βέβαια, εκείνος θα προτιμούσε μπέρμπον, σκέτο.
«Σας έχω δει πολλές φορές, φυσικά», άρχισε να λέει η Λίλιαν.
«Είμαι σίγουρη ότι δεν έχω χάσει καμιά ταινία σας, μις Ντιμπουά».
«Μονίκ, παρακαλώ». Με μια απλή, γεμάτη χάρη κίνηση, η Μονίκ
πήρε ένα τριαντάφυλλο από το βάζο και το πρόσφερε στη Λίλιαν.
«Και με κολακεύεις. Κατά περιόδους αποσύρομαι, αυτή η τελευταία
αποχή μου ήταν η μεγαλύτερη. Αλλά πάντα, όταν ξαναρχίζουν τα
γυρίσματα, νιώθεις σαν να επιστρέφεις σ’ έναν παλιό εραστή».
Ο φελλός πετάχτηκε από την μπουκάλα σαν πύραυλος και
καρφώθηκε στο ταβάνι. Ήρεμα, η Μονίκ έπιασε τη Λίλιαν αγκαζέ.
Από μέσα της χασκογελούσε σαν κοριτσάκι. «Συναρπαστικός ήχος,
δε συμφωνείς; Το καταχαίρομαι όταν ανοίγουν σαμπάνιες. Πρέπει να
κάνουμε μια πρόποση, ν’ ες πα;»
Σήκωσε σκερτσόζικα ένα ποτήρι. Ίδια η ηρωίδα του Όνειρου του
Χτες, σκέφτηκε η Λίλιαν.
«Στη μοίρα, θα έλεγα», αποφάσισε η Μονίκ. «Και στα καπρίτσια
της να μας σμίξει όλους μαζί». Τσούγκρισε το ποτήρι της με του
Μπι-Σι και στη συνέχεια με της γυναίκας του και ήπιε μια γουλιά.
«Για πες μου, σε μαγεύει πάντα η ιστιοπλοΐα, Μπι-Σι;»
Εκείνος ξερόβηξε. Δεν ήξερε ποια να πρωτοκοιτάξει. Τη γυναίκα
του ή τη Μονίκ; Το σίγουρο ήταν ότι και οι δύο κοιτούσαν εκείνον.
«Α, ναι. Μόλις γυρίσαμε με τη Λίλιαν από ένα ταξίδι μας στην
Ταϊτή».
«Τ ι ωραία. Το τέλειο μέρος για εραστές, ουί;»
Η Λίλιαν ήπιε μια γουλιά σαμπάνια. «Τέλειο».
«Ε βουαλ ά», είπε η Μονίκ όταν ακούστηκε το χτύπημα στην
πόρτα. «Ο επόμενος καλεσμένος μου. Παρακαλώ, σερβιριστείτε».
Τ ώρα θα περνούσαν στη δεύτερη πράξη. Διασκεδάζοντας αφάνταστα,
η Μονίκ πήγε ν’ ανοίξει. «Μπλέικ, πολύ ευγενικό που ήρθες, και
είσαι φοβερά γοητευτικός».
«Μονίκ». Ο Μπλέικ πήρε το χέρι που του άπλωσε και το έφερε
στα χείλη του, ενώ προσπαθούσε να υπολογίσει πόσο γρήγορα θα
κατάφερνε να το σκάσει. «Καλώς όρισες πάλι κοντά μας».
«Πάντως θα πρέπει να φροντίσω να μην καταχραστώ τη φιλοξενία
σας. Νομίζω ότι θα ξαφνιαστείς όταν θα δεις τους υπόλοιπους
καλεσμένους μου», του απάντησε εκείνη και του έκανε νόημα να
περάσει.
Οι τελευταίοι άνθρωποι που περίμενε να δει ο Μπλέικ στη σουίτα
της Μονίκ ήταν οι γονείς του. Διέσχισε το δωμάτιο κι έσκυψε να
φιλήσει τη μητέρα του. «Και πολύ μάλιστα. Δεν το ήξερα ότι είστε
στην πόλη».
«Φτάσαμε πριν από λίγο», είπε η Λίλιαν κι έδωσε στο γιο της ένα
ποτήρι σαμπάνια. «Τηλεφωνήσαμε στη σουίτα σου, αλλά το
τηλέφωνο ήταν απασχολημένο». Αλήθεια, τι σκηνικό στήνει αυτή η
γυναίκα; αναρωτήθηκε όταν είδε τη Μονίκ να έρχεται στην παρέα
τους.
«Οικογένειες», είπε εκείνη μεγαλόπρεπα και σερβιρίστηκε λίγο
χαβιάρι. «Μου αρέσουν πολύ οι οικογένειες. Οφείλω να ομολογήσω
σ’ εσάς τους δυο ότι θαυμάζω πολύ το γιο σας. Ο νεαρός Κόκραν
συνεχίζει άψογα την παράδοση, σωστά;»
Για μια στιγμή, αλλά μόνο για μια στιγμή, τα μάτια της Λίλιαν
στένεψαν. Θα ήθελε να μάθει σε ποια ακριβώς παράδοση αναφερόταν
η Γαλλίδα ηθοποιός.
«Είμαστε και οι δυο πολύ περήφανοι για τον Μπλέικ», απάντησε
κάπως ανακουφισμένος ο Μπι-Σι. «Δε διατήρησε απλώς το επίπεδο
των Κόκραν, το βελτίωσε κιόλας. Η απόκτηση της αλυσίδας
Χάμιλτον ήταν πολύ έξυπνη κίνηση». Σήκωσε το ποτήρι του στην
υγειά του γιου του. «Πάρα πολύ έξυπνη. Αλήθεια, πώς πάει η αλλαγή
πλεύσης στην κουζίνα;»
«Πολύ ομαλά», του απάντησε ο Μπλέικ, αν και ήταν το τελευταίο
πράγμα που θα ήθελε να συζητήσει. «Θα ξεκινήσουμε να σερβίρουμε
το καινούριο μενού από αύριο».
«Τότε διαλέξαμε τον κατάλληλο χρόνο για την επίσκεψή μας. Θα
έχουμε την ευκαιρία να το δοκιμάσουμε από πρώτο χέρι».
«Μεγάλη σύμπτωση, συμφωνείς;» ρώτησε η Μονίκ, προσφέροντας
στη Λίλιαν την πιατέλα με τα κις.
«Σύμπτωση;»
«Μα είναι πολύ αστείο. Η κόρη μου είναι αυτή που έχει την
ευθύνη της κουζίνας του γιου σου».
«Η κόρη σου». Η Λίλιαν κοίταξε τον άντρα της. «Όχι, δε μου το
ανέφερε κανείς».
«Είναι καταπληκτική σεφ. Δε συμφωνείς, Μπλέικ; Του μαγειρεύει
συχνά», πρόσθεσε η Μονίκ χαμογελώντας με νόημα, προτού
προλάβει εκείνος να κάνει το παραμικρό σχόλιο.
Η Λίλιαν κράτησε το τριαντάφυλλο κάτω από τη μύτη της.
Ενδιαφέρον. «Αλήθεια;»
«Γοητευτική κοπέλα», πρόσθεσε ο Μπι-Σι. «Σου μοιάζει, Μονίκ,
αν και μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι έχεις μια ενήλικη κόρη».
«Κι εγώ ξαφνιάστηκα το ίδιο όταν πρωτογνώρισα το γιο σου», του
απάντησε χαμογελώντας εκείνη. «Δεν είναι περίεργο πόσο γρήγορα
περνάνε τα χρόνια;»
Ο Μπι-Σι ξερόβηξε και ξαναγέμισε με σαμπάνια τα ποτήρια τους.
Πριν από κάμποσες βδομάδες ο Μπλέικ είχε αναρωτηθεί για τα
σιωπηλά μηνύματα ανάμεσα στον πατέρα του και τη Σάμερ. Τ ώρα δε
δυσκολεύτηκε να μαντέψει όσα δεν είχαν ειπωθεί. Κοίταξε πρώτα τη
μητέρα του και την είδε να πίνει ήρεμη τη σαμπάνια της.
Ο πατέρας του και η μητέρα της Σάμερ; Πότε; Ο Μπλέικ έκανε
αυτές τις ερωτήσεις στον εαυτό του, προσπαθώντας να χωνέψει το
γεγονός. Όσο θυμόταν τον εαυτό του, οι γονείς του ήταν
αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον, σχεδόν αχώριστοι. Όχι –ξαφνικά
θυμήθηκε μια σύντομη, ταραγμένη περίοδο τα πρώτα χρόνια της
εφηβείας του. Το σπίτι ήταν γεμάτο ένταση και καβγάδες. Στη
συνέχεια ο Μπι-Σι είχε λείψει δυο βδομάδες –ή μήπως τρεις; Σε
επαγγελματικό ταξίδι, του είχε πει η μητέρα του, αλλά ακόμα και
τότε ο Μπλέικ δεν το είχε πιστέψει. Η κρίση όμως είχε περάσει τόσο
γρήγορα, που σπάνια τη θυμόταν. Τ ώρα... τώρα γνώριζε πολύ καλά
πώς είχε περάσει ο πατέρας του τουλάχιστον ένα μέρος του χρόνου
του μακριά από το σπίτι τους. Και με ποια.
Έπιασε το βλέμμα του πατέρα του –την αμήχανη, σχεδόν
απολογητική ματιά του. Ο άνθρωπος πληρώνει για μια απιστία που
είχε κάνει πριν από δυο δεκαετίες, σκέφτηκε. Ύστερα είδε τη Μονίκ
να χαμογελά αργά. Τ ι στην ευχή προσπαθούσε να πετύχει;
Προτού προλάβει όμως να θυμώσει, εκείνη ακούμπησε μαλακά το
χέρι της στο μπράτσο του σαν να του ζητούσε να κάνει υπομονή, να
περιμένει. Τότε, ακούστηκε ξανά ένα χτύπημα στην πόρτα. «Α, με
συγχωρείτε. Θα μπορούσες να σερβίρεις ένα ακόμα ποτήρι
σαμπάνια», ζήτησε η Μονίκ από τον Μπι-Σι. «Έχουμε άλλον έναν
καλεσμένο απόψε».
Όταν άνοιξε την πόρτα, η Μονίκ δε θα μπορούσε να νιώσει
μεγαλύτερη χαρά βλέποντας την κόρη της. Το απλό μεταξωτό
φόρεμά της στο χρώμα του νεφρίτη ήταν στενό και διακριτικά σέξι.
Έδινε στη χλομάδα της ένα ρομαντικό αέρα. «Σερί, δεν ξέρεις πόσο
χαίρομαι που δε με απογοήτευσες».
«Δεν μπορώ να μείνω πολύ, μητέρα, πρέπει να κοιμηθώ και λίγο»,
της είπε η Σάμερ και της έδωσε ένα κουτί μ’ ένα μεγάλο ροζ φιόγκο.
«Ήθελα, όμως, να σου φέρω το δώρο για το γάμο σου».
«Είσαι πολύ γλυκιά». Η Μονίκ τη φίλησε στο μάγουλο. «Έχω κι
εγώ κάτι για σένα. Κάτι που ελπίζω ότι θ’ αγαπάς πάντα», κατέληξε
και τράβηξε τη Σάμερ μέσα.
Όχι έτσι, σκέφτηκε απελπισμένη η Σάμερ, νιώθοντας την καρδιά
της να γίνεται κομμάτια από το σοκ με το που ξαναείδε τον Μπλέικ.
Ήθελε να είναι προετοιμασμένη, ξεκούραστη, σίγουρη. Δεν ήθελε να
τον δει εδώ και τώρα. Και οι γονείς του –δε χρειάστηκε να ρίξει πάνω
από μια ματιά στη γυναίκα που στεκόταν δίπλα στον Μπλέικ για να
καταλάβει ότι ήταν η σύζυγος του Μπι-Σι. Ήταν παράλογο· δεν
μπορούσε να καταλάβει τη λογική της Μονίκ.
«Το παιχνίδι σου δεν είναι διασκεδαστικό, μητέρα», μουρμούρισε
στα γαλλικά.
«Το αντίθετο, μπορεί ν’ αποδειχτεί το πιο σημαντικό που έπαιξα
ποτέ στη ζωή μου», της δήλωσε εκείνη και γύρισε πρόσχαρα στον
Μπι-Σι. «Έχεις γνωρίσει την κόρη μου, ουί;»
«Πράγματι», απάντησε εκείνος κι έδωσε χαμογελαστός ένα ποτήρι
σαμπάνια στη Σάμερ. «Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω».
«Και η μητέρα του Μπλέικ», συνέχισε η Μονίκ. «Λίλιαν, θα ήθελα
να σου συστήσω τη μοναχοκόρη μου, τη Σάμερ».
«Χαίρομαι που σε γνωρίζω». Η Λίλιαν της έσφιξε ζεστά το χέρι.
Δεν ήταν τυφλή, είχε προσέξει το εμβρόντητο βλέμμα που είχαν
ανταλλάξει ο γιος της και η κόρη της ηθοποιού. Έκρυβε έκπληξη,
λαχτάρα και αβεβαιότητα. Αν ήταν αυτός ο λόγος που είχε στήσει η
Μονίκ όλο τούτο το σκηνικό, θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι
της για να τη βοηθήσει. «Μόλις έμαθα ότι είσαι σεφ και μάλιστα
υπεύθυνη για το καινούριο μενού που θα σερβίρουμε από αύριο».
«Ναι». Η Σάμερ έψαξε κάτι να πει. «Απολαύσατε την ιστιοπλοΐα
σας; Στην Ταϊτή δεν πήγατε;»
«Περάσαμε υπέροχα, αν και ο Μπι-Σι έχει την τάση να παριστάνει
τον τυραννικό Κάπτεν Μπλάι αν δεν τον προσέχεις».
«Ανοησίες», είπε εκείνος και τύλιξε το μπράτσο του γύρω από
τους ώμους της γυναίκας του. «Αυτή είναι η μόνη γυναίκα που
εμπιστεύομαι στο τιμόνι των πλοίων μου».
Λατρεύουν ο ένας τον άλλον, σκέφτηκε η Σάμερ και ένιωσε
ξαφνιασμένη. Κόντευαν να κλείσουν σαράντα χρόνια γάμου, τα οποία
ολοφάνερα είχαν τις τρικυμίες τους... κι όμως λάτρευαν ο ένας τον
άλλον.
«Είναι όμορφο, δεν είναι, όταν ένας άντρας μπορεί να μοιράζεται
τα ενδιαφέροντά του με τη γυναίκα του και ταυτόχρονα να διατηρεί
ο καθένας την ατομικότητά του;» Η Μονίκ τους χάρισε ένα
αστραφτερό χαμόγελο και στράφηκε στον Μπλέικ. «Θα
συμφωνούσες ότι αυτό είναι που κρατά έναν άντρα και μια γυναίκα
μαζί, ακόμα κι αν χρειαστεί ν’ αγωνιστούν για να ξεπεράσουν τις
όποιες δυσκολίες και παρεξηγήσεις;»
«Θα συμφωνούσα», της απάντησε ο Μπλέικ και κοίταξε τη Σάμερ
στα μάτια. «Είναι θέμα αγάπης, σεβασμού και ίσως... αισιοδοξίας».
«Αισιοδοξίας!» Η Μονίκ βρήκε τη λέξη τέλεια. «Ναι, μου αρέσει.
Βέβαια, εγώ είμαι πάντα αισιόδοξη. Ίσως και να το παρακάνω. Έχω
αποκτήσει τέσσερις συζύγους. Είμαι σίγουρα υπεραισιόδοξη».
Γέλασε μόνη της. «Από την άλλη, το πρώτο και το τελευταίο που
αναζητούσα σε μια σχέση ήταν ο ρομαντισμός. Θα έλεγες, Λίλιαν, ότι
είναι λάθος να μην κοιτάζει κανείς πέρα από αυτό;»
«Όλοι αναζητούμε το ρομαντισμό, την αγάπη, το πάθος»,
απάντησε εκείνη και άγγιξε το μπράτσο του άντρα της με μια τόσο
φυσική κίνηση που πέρασε απαρατήρητη και από τους δυο τους.
«Αλλά και το σεβασμό. Υποθέτω ότι θα είχα να προσθέσω άλλα δυο
πράγματα». Κοίταξε τον άντρα της. «Την ανεκτικότητα και την
αντοχή. Ο γάμος τα χρειάζεται όλ’ αυτά».
Ξέρει, σκέφτηκε ο Μπι-Σι όταν είδε την έκφραση που είχαν τα
μάτια της γυναίκας του, το ήξερε από την αρχή. Είκοσι χρόνια το
ήξερε.
«Θαύμα». Ικανοποιημένη με τον εαυτό της, η Μονίκ ακούμπησε
το δώρο της στο τραπέζι. «Τότε αυτή είναι η κατάλληλη ώρα ν’
ανοίξουμε το δώρο του γάμου μου. Γιατί αυτή τη φορά σκοπεύω ν’
αναζητήσω κι εγώ όλ’ αυτά τα πράγματα στο γάμο μου».
Ήθελε να φύγει. Η Σάμερ είπε στον εαυτό της πως δεν είχε παρά
να κάνει μεταβολή και να πάει στην πόρτα. Έμεινε όμως εκεί, σαν να
είχε ριζώσει στη θέση της, με το βλέμμα της καρφωμένο στον
Μπλέικ.
«Ω, είναι πανέμορφο». Η Μονίκ έβγαλε σχεδόν με ευλάβεια το
μικρό καρουσέλ από το κουτί του. Τα άλογα ήταν από
ελεφαντόδοντο με χρυσά στολίδια –το καθένα τέλειο, το καθένα
μοναδικό. Όταν γύριζες τη βάση, έπαιζε ένα ρομαντικό πρελούδιο
του Σοπέν. «Αγάπη μου, είναι τέλειο. Το καρουσέλ του γάμου. Στ’
άλογα θα πρέπει να δώσουμε τα ονόματα ρομαντισμός, αγάπη,
αντοχή και όλα τα σχετικά. Θα το φυλάω σαν θησαυρό».
«Εγώ...» Η Σάμερ κοίταξε τη μητέρα της και ξαφνικά τα πρακτικά
ζητήματα, τα λάθη δεν είχαν καμιά σημασία. «Να είσαι ευτυχισμένη,
μα μερ».
Η Μονίκ άγγιξε το μάγουλο της κόρης της με τ’ ακροδάχτυλό της
και μετά το χάιδεψε με τα χείλη της. «Κι εσύ, μινιόν».
Ο Μπι-Σι έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί της γυναίκας του. «Το
ξέρεις, έτσι δεν είναι;»
Εκείνη σήκωσε το ποτήρι της στην υγειά του, διασκεδάζοντας.
«Ασφαλώς», του απάντησε με ύφος. «Ποτέ δεν κατάφερες να κρύψεις
μυστικά από μένα».
«Μα...»
«Το κατάλαβα από τότε και σχεδόν για μια ολόκληρη μέρα σε
μισούσα. Θυμάσαι ποιανού ήταν το λάθος; Εγώ όχι πια».
«Θεέ μου, Λίλι, αν ήξερες πόσο ένοχος ένιωθα. Απόψε κόντεψα να
σκάσω από...»
«Ωραία», του απάντησε απλά εκείνη. «Τ ώρα, γερο-ηλίθιε, πάμε να
φύγουμε από δω για να μπορέσουν να τα βρουν τα παιδιά. Μονίκ...»
Η Λίλιαν της άπλωσε το χέρι και την ώρα που αντάλλασσαν τη
χειραψία, κοιτάζοντας η μία την άλλη στα μάτια, είπαν με το βλέμμα
πράγματα που δε θα χρειαζόταν να πουν ποτέ φωναχτά. «Σ’
ευχαριστούμε για την υπέροχη βραδιά και εύχομαι ολόθερμα κάθε
ευτυχία σ’ εσένα και στον άντρα σου».
«Το ίδιο εύχομαι κι εγώ σ’ εσάς τους δυο». Μ’ ένα χαμόγελο που
έκρυβε τις αναμνήσεις του παρελθόντος, η Μονίκ γύρισε και άνοιξε
την αγκαλιά της στον Μπι-Σι. «Ορεβουάρ, μον αμί».
Εκείνος δέχτηκε την αγκαλιά της νιώθοντας σαν κατάδικος που
του είχαν δώσει αμνηστία. Το μόνο που ήθελε τώρα ήταν ν’ ανέβει
στη σουίτα του και να δείξει στη γυναίκα του πόσο πολύ την
αγαπούσε. «Ίσως να γευματίσουμε μαζί αύριο το μεσημέρι», είπε
χωρίς ν’ απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα. «Καληνύχτα».
Η Μονίκ άρχισε να γελάει όταν η πόρτα έκλεισε πίσω του. «Η
αγάπη με κάνει πάντα να γελάω. Λοιπόν...» Με κοφτές κινήσεις
έβαλε το δώρο της πίσω στο κουτί του. «Έχουν κρατήσει τις τσάντες
μου στη ρεσεψιόν και το αεροπλάνο μου φεύγει σε μια ώρα».
«Σε μια ώρα;» άρχισε να λέει η Σάμερ. «Μα...»
«Η δουλειά μου εδώ τελείωσε». Η Μονίκ κράτησε το δώρο της
κάτω από το μπράτσο της και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της
για να φιλήσει τον Μπλέικ. «Έχεις την τύχη να έχεις δυο
καταπληκτικούς γονείς», του είπε και στη συνέχεια φίλησε την κόρη
της. «Κι εσύ, γλυκιά μου, έχεις δυο καλούς γονείς, και ας μην ήταν
γραφτό να παραμείνουν σύζυγοι. Η σουίτα είναι πληρωμένη για όλο
το βράδυ και η σαμπάνια καλά παγωμένη». Προχώρησε κουνιστή και
λυγιστή προς την πόρτα, αφήνοντας το παριζιάνικο άρωμά της στο
διάβα της. Στην πόρτα σταμάτησε και στράφηκε πάλι προς το μέρος
τους. «Μπον απετί, μεζ ενφάν», είπε κι έκανε, κατά τη γνώμη της,
την πιο επιτυχημένη αποχώρησή της από τη σκηνή.
Όταν η πόρτα έκλεισε, η Σάμερ έμεινε ακίνητη στη θέση της. Δεν
ήξερε αν ήθελε να χειροκροτήσει ή να πετάξει κάτι.
«Σπουδαία παράσταση», παρατήρησε ο Μπλέικ. «Λίγη σαμπάνια
ακόμα;»
Η Σάμερ μπορούσε να φερθεί το ίδιο άνετα και πολιτισμένα μ’
εκείνον. «Εντάξει».
«Πώς ήταν η Ρώμη;»
«Ζεστή».
«Και η τούρτα σου;»
«Εντυπωσιακή». Η Σάμερ πήρε το ποτήρι που της είχε
ξαναγεμίσει και απομακρύνθηκε δυο βήματα. Ήταν πάντα καλύτερα
να μιλάς περί ανέμων και υδάτων όταν ένιωθες να σε βαραίνουν ένα
σωρό επείγοντα και πιεστικά θέματα. «Τα πράγματα κύλησαν ομαλά
εδώ;»
«Περιέργως, ναι. Αν και νομίζω ότι θ’ ανακουφιστούν όλοι που θα
είσαι παρούσα για την πρώτη δοκιμή αύριο. Για πες μου...» Ο
Μπλέικ ήπιε μια γουλιά από τη σαμπάνια του, απολαμβάνοντάς την.
«Πότε κατάλαβες για πρώτη φορά ότι ο πατέρας μου και η μητέρα
σου είχαν ζήσει μια περιπέτεια;»
Της το είχε θέσει πολύ ωμά, θα του απαντούσε λοιπόν κι αυτή με
τον ίδιο τρόπο. «Την εποχή που συνέβη. Ήμουν παιδί τότε, αλλά τα
παιδιά είναι έξυπνα. Θα μπορούσες να πεις ότι τότε απλώς το
υποπτεύτηκα και το επιβεβαίωσα τις προάλλες, όταν ανέφερα τ’
όνομα της μητέρας μου στον πατέρα σου».
Ο Μπλέικ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, φέρνοντας στο νου
του εκείνη τη συνάντηση στο γραφείο του. «Και πόσο άφησες να σε
προβληματίσει αυτό;»
«Ένιωσα κάπως αμήχανα», του απάντησε, υψώνοντας ανυπόμονα
τους ώμους της.
«Και ήσουν αποφασισμένη να μην αφήσεις να επαναληφθεί η
ιστορία».
Η διορατικότητά του συχνά σκότωνε. «Μπορεί».
«Ναι, αλλά, από μια άποψη, επαναλήφθηκε».
Η Σάμερ έκανε άλλη μια προσπάθεια να φανεί άνετη, αλείφοντας
ένα κρακεράκι με χαβιάρι. «Ναι, αλλά κανένας από τους δυο μας δεν
ήταν παντρεμένος».
Λες κι έκαναν μια αόριστη κουβέντα σ’ ένα κοκτέιλ πάρτι, ο
Μπλέικ διάλεξε ένα κις. «Ξέρεις γιατί η μητέρα σου μας κάλεσε εδώ
απόψε».
Η Σάμερ κούνησε αρνητικά το κεφάλι της όταν τον είδε να της
προσφέρει την πιατέλα. «Η Μονίκ δεν μπορεί ν’ αντισταθεί να κάνει
σκηνή. Έστησε, λοιπόν, το σκηνικό και μάζεψε και τους
πρωταγωνιστές για να μου δείξει, πιστεύω, ότι ο γάμος μπορεί να
μην είναι τέλειος, αλλά να έχει διάρκεια».
«Τα κατάφερε;» Όταν η Σάμερ δεν του απάντησε, ο Μπλέικ άφησε
κάτω το ποτήρι του. Ήταν καιρός ν’ αφήσουν τα μισόλογα και τις
γενικότητες. «Δεν πέρασε ούτε μια ώρα που να μη σε σκεφτώ από
την τελευταία φορά που σε είδα».
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Η Σάμερ κούνησε αρνητικά το
κεφάλι της. «Μπλέικ, δε νομίζω ότι θα έπρεπε...»
«Να πάρει η οργή, θα με ακούσεις. Είμαστε καλοί ο ένας για τον
άλλον. Δεν μπορείς να μου πεις ότι δεν το πιστεύεις αυτό. Ίσως να
είχες δίκιο για τον τρόπο που σχεδίασα το... φλερτ μου», είπε όταν
δεν κατάφερε να βρει καλύτερη λέξη. «Ίσως να ήμουν αυτάρεσκος,
ίσως να ήμουν πολύ σίγουρος ότι, αν περίμενα την κατάλληλη
στιγμή, θ’ αποκτούσα αυτό ακριβώς που ήθελα με το λιγότερο
δυνατό κόπο. Έπρεπε να βεβαιωθώ, διαφορετικά θα τρελαινόμουν
προσπαθώντας να σου δώσω τον απαραίτητο χρόνο ώστε να δεις από
μόνη σου αυτό που θα μπορούσαμε να έχουμε οι δυο μας».
«Ήμουν πολύ σκληρή εκείνη τη νύχτα». Η Σάμερ τύλιξε τα
μπράτσα γύρω της και στη συνέχεια τ’ άφησε να πέσουν στο πλάι.
«Είπα πολλά γιατί με φόβισες. Δεν τα εννοούσα, όχι όλα».
«Σάμερ». Ο Μπλέικ άγγιξε το μάγουλό της. «Εγώ εννοούσα κάθε
λέξη που είπα εκείνη τη νύχτα. Σε θέλω τώρα με την ίδια ένταση που
σε ήθελα και την πρώτη φορά».
«Εδώ είμαι». Η Σάμερ έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.
«Είμαστε μόνοι οι δυο μας».
Η ανάγκη τού έσφιξε τα σωθικά. «Θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου,
αλλά όχι προτού μάθω τι θέλεις από μένα. Θέλεις μόνο μερικές
νύχτες, μερικές αναμνήσεις όπως αυτές που είχαν οι γονείς μας;»
Εκείνη του γύρισε την πλάτη. «Δεν ξέρω πώς να σ’ το εξηγήσω».
«Πες μου τι νιώθεις».
Η Σάμερ περίμενε μια στιγμή να ηρεμήσει. «Εντάξει. Όταν
μαγειρεύω, παίρνω το ένα υλικό, μετά το άλλο... Χρησιμοποιώ τα
χέρια και το ταλέντο μου, τ’ ανακατεύω, και φτιάχνω κάτι τέλειο. Αν
δεν το βρω τέλειο, το πετάω. Δε διακρίνομαι για την υπομονή μου».
Έκανε μια μικρή παύση, ενώ αναρωτιόταν αν ο Μπλέικ καταλάβαινε
τι προσπαθούσε να του πει. «Πίστευα πως, αν αποφάσιζα κάποτε να
δημιουργήσω μια σχέση, θα είχα πάλι τα υλικά και θα έπρεπε να τ’
ανακατέψω. Αλλά ήξερα ότι το αποτέλεσμα δε θα ήταν ποτέ τέλειο.
Έτσι...» Άφησε την ανάσα της να βγει αργά. «Δεν μπορούσα να μην
αναρωτιέμαι αν και αυτή η προσπάθεια θα κατέληγε στα σκουπίδια».
«Μια σχέση δε δημιουργείται, δεν τελειοποιείται σε μια μέρα. Ένα
μέρος του παιχνιδιού είναι η συνεχής προσπάθεια να την
τελειοποιήσεις. Πενήντα χρόνια μπορεί να μην είναι αρκετά».
«Πολλά χρόνια για να δουλεύεις για κάτι που θα έχει διαρκώς
κάποιο ψεγάδι».
«Δεν αντέχεις την πρόκληση;»
Η Σάμερ γύρισε απότομα προς το μέρος του και σταμάτησε. «Με
ξέρεις πολύ καλά», μουρμούρισε. «Περισσότερο απ’ όσο θα ’πρεπε,
για το καλό μου. Ίσως και για το δικό σου καλό».
«Κάνεις λάθος», της απάντησε ήρεμα ο Μπλέικ. «Εσύ είσαι το
καλό μου».
Το στόμα της άρχισε να τρέμει, το άνοιξε, αλλά το έκλεισε πάλι.
«Σε παρακαλώ», κατάφερε να πει, «θέλω να τελειώνουμε. Όταν
ήμουν στη Ρώμη, προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό
ήθελα –να ταξιδεύω συνέχεια από δω κι από κει χωρίς να έχω ν’
ανησυχώ για τίποτε εκτός από τον εαυτό μου και την επόμενη
σπεσιαλιτέ που θα έφτιαχνα. Όταν ήμουν στη Ρώμη», πρόσθεσε
αναστενάζοντας, «ήμουν πιο δυστυχισμένη από ποτέ στη ζωή μου».
Ο Μπλέικ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελο που ανέβηκε
στα χείλη του. «Λυπάμαι που το ακούω».
«Όχι, νομίζω ότι δε λυπάσαι καθόλου». Η Σάμερ του γύρισε πάλι
την πλάτη κι έσυρε το δάχτυλο στο χείλος του ποτηριού της. Θα του
το εξηγούσε μόνο μια φορά και ήθελε να είναι σίγουρη ότι θα του το
εξηγούσε σωστά. «Στο αεροπλάνο, είπα στον εαυτό μου ότι, όταν θα
γύριζα, θα κουβεντιάζαμε λογικά και ήρεμα. Και θα ρυθμίζαμε την
κατάσταση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με το μυαλό μου
πίστευα ότι θα επιστρέφαμε στην αρχική μας σχέση, σε μια
οικειότητα χωρίς υποσχέσεις και δεσμεύσεις, αλλά ίσως αυτή να μην
είναι καν οικειότητα». Σήκωσε το ποτήρι της και ήπιε μια γουλιά
παγωμένη σαμπάνια. «Όταν μπήκα εδώ απόψε και σε είδα, κατάλαβα
ότι αυτό θα ήταν αδύνατον. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Στο
τέλος αυτό θα κατέστρεφε και τους δυο μας».
«Δε θα βγεις από τη ζωή μου».
Η Σάμερ γύρισε πάλι προς το μέρος του και τον αντιμετώπισε
καταπρόσωπο. «Θα το έκανα, αν μπορούσα. Και να πάρει η οργή, δεν
είσαι εσύ αυτός που με σταματά. Είναι ο εαυτός μου! Κανένα σχέδιο,
καμιά τακτική σου δε θα μπορούσε ν’ αλλάξει αυτό που υπάρχει
μέσα μου. Μόνο εγώ θα μπορούσα να το αλλάξω, μόνο τα αισθήματά
μου θα μπορούσαν να το αλλάξουν».
Η Σάμερ έπιασε το χέρι του και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θέλω ν’
ανέβω σ’ εκείνο το καρουσέλ μαζί σου, και θέλω να δοκιμάσω ν’
αρπάξω τον μπρούντζινο κρίκο».
Τα χέρια του χάιδεψαν τα μπράτσα της, χώθηκαν στα μαλλιά της.
«Γιατί; Πες μου μόνο γιατί».
«Γιατί κάποια στιγμή, από τη μέρα που πέρασες για πρώτη φορά
το κατώφλι μου μέχρι σήμερα, σ’ ερωτεύτηκα. Και όσο τρελό κι αν
είναι, θέλω να δοκιμάσω να το ζήσω».
«Θα πετύχουμε». Το στόμα του αναζήτησε το δικό της και όταν
την ένιωσε να τρέμει, κατάλαβε ότι έτρεμε από νευρικότητα αλλά
και από πάθος. Σύντομα θα χόρταιναν το πάθος τους, αλλά για την
ώρα ήθελε να την καθησυχάσει. «Αν θέλεις, μπορούμε να ορίσουμε
μια δοκιμαστική περίοδο», της είπε, ραίνοντας το πρόσωπό της με
φιλιά. «Να την κατοχυρώσουμε και με συμβόλαιο –είναι πιο
πρακτικό».
«Δοκιμαστική περίοδο;» Η Σάμερ έκανε να τραβηχτεί, αλλά
εκείνος την κράτησε.
«Ναι, και αν στη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου κάποιος από
τους δυο μας θελήσει διαζύγιο, θα πρέπει απλώς να περιμένει να
φτάσει η λήξη του συμβολαίου».
Η Σάμερ έσμιξε τα φρύδια της. Ήταν δυνατόν, τέτοια ώρα, ο
Μπλέικ να είχε το νου του στις επιχειρήσεις; Θα το τολμούσε;
Πρότεινε προκλητικά το πιγούνι της. «Και πόση θα είναι η διάρκεια
του συμβολαίου;»
«Πενήντα χρόνια».
Η Σάμερ γέλασε και τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του.
«Σύμφωνοι. Θέλω να συνταχθεί αυτό το συμβόλαιο αύριο κιόλας, σε
τρία αντίγραφα. Αλλά απόψε...» Δάγκωσε παιχνιδιάρικα τα χείλη του,
χώνοντας τα χέρια της κάτω από το σακάκι του. «...απόψε είμαστε
μόνο εραστές. Πραγματικοί εραστές πλέον. Και η σουίτα είναι δική
μας μέχρι το πρωί».
Το φιλί τους ήταν αργό, απολαυστικό, ατελείωτο.
«Θύμισέ μου να στείλω μια κάσα σαμπάνιες στη Μονίκ», είπε ο
Μπλέικ και σήκωσε τη Σάμερ στα χέρια του.
«Μια και μίλησες για σαμπάνια...» άρχισε να λέει εκείνη,
σκύβοντας –κάπως επικίνδυνα– να πάρει τα δυο μισογεμάτα ποτήρια
από το τραπέζι. «Δεν πρέπει να την αφήσουμε να ξεθυμάνει. Και
αργότερα», συνέχισε ενώ ο Μπλέικ τη μετέφερε στην
κρεβατοκάμαρα, «πολύ αργότερα, ίσως θα μπορούσαμε να
τηλεφωνήσουμε να μας φέρουν μια πίτσα».

Η Συνταγή της Αγάπης


Στην Τ ζιλ Γκρέγκορι, γνωστή ως Το Μωρό,
μία από τις πιο αγαπητές μου συγκατοίκους.

Κεφάλαιο 1
Εντάξει, ήταν υπέροχος. Και πλούσιος... και ταλαντούχος. Και σέξι,
δεν έπρεπε να ξεχνά κανείς ότι ήταν εξωφρενικά σέξι.
Όλ’ αυτά δεν είχαν καμιά σημασία για την Τ ζούλιετ. Εκείνη ήταν
επαγγελματίας, και για μια επαγγελματία η δουλειά είναι δουλειά.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εκπληκτική εμφάνιση και η έντονη
προσωπικότητα θα βοηθούσαν, εκείνη όμως αντιμετώπιζε το όλο
θέμα επαγγελματικά. Αυστηρά επαγγελματικά.
Προσωπικά, δεν την ενδιέφερε καθόλου. Εξάλλου, είχε γνωρίσει
αρκετούς υπέροχους άντρες στη ζωή της. Όπως είχε γνωρίσει και
αρκετούς πλούσιους, και πήγαινε λέγοντας, αν και όφειλε να
παραδεχτεί ότι δεν είχε γνωρίσει ποτέ της κανέναν που να
συγκεντρώνει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Και σίγουρα δεν είχε
ποτέ την ευκαιρία να δουλέψει μ’ έναν τέτοιο άντρα. Τ ώρα θα την
είχε.
Το θέμα ήταν ότι η εμφάνιση, η γοητεία, η φήμη και το ταλέντο
του Κάρλο Φρανκόνι θα έκαναν ευχάριστη τη δουλειά της.
Τουλάχιστον έτσι της είχαν πει. Παρ’ όλ’ αυτά, πίσω από την κλειστή
πόρτα του γραφείου της, η Τ ζούλιετ κοίταξε συνοφρυωμένη την
είκοσι επί είκοσι πέντε γυαλιστερή μαυρόασπρη διαφημιστική
φωτογραφία. Είχε την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος μάλλον θα της
δημιουργούσε προβλήματα.
Ο Κάρλο της χαμογελούσε πονηρά από τη φωτογραφία και τ’
αμυγδαλόσχημα σκούρα μάτια του την κοιτούσαν χαμογελαστά και
γεμάτα υποσχέσεις. Άραγε, τη φωτογραφία αυτή την είχε τραβήξει
γυναίκα φωτογράφος; Τα πλούσια, πυκνά μαλλιά του ήταν επιμελώς
ατημέλητα και σχημάτιζαν μια σκάλα πάνω από το κολάρο και τ’
αυτιά του. Δεν ήταν έντονη, απλά τα έκανε να δείχνουν σπαστά. Τα
ψηλά ζυγωματικά, το αυτάρεσκο στόμα, η ίσια μύτη και τα
εκφραστικά φρύδια του δημιουργούσαν ένα πρόσωπο ικανό να
σαμποτάρει τη λογική οποιασδήποτε γυναίκας. Δώρο, ή
καλλιεργημένο ταλέντο, η Τ ζούλιετ δεν ήταν σίγουρη, πάντως έπρεπε
να το χρησιμοποιήσει προς όφελός της. Οι περιοδείες των
συγγραφέων μπορούσαν να σ’ εξοντώσουν.
Ένα βιβλίο μαγειρικής. Η Τ ζούλιετ έκανε μια προσπάθεια να πνίξει
τον αναστεναγμό της, αλλά δεν τα κατάφερε. Το βιβλίο του Κάρλο
Φρανκόνι Ο Ιταλ ικός Τρόπος ήταν, είτε της άρεσε είτε όχι, η
σημαντικότερη αποστολή που της είχαν αναθέσει. Και η δουλειά
ήταν δουλειά.
Της άρεσε η δουλειά της στην Τ ρίνιτι Πρες, τον τωρινό εργοδότη
της, στο τμήμα που αναλάμβανε την προώθηση των νέων εκδόσεων.
Από την αρχή της καριέρας της είχε αλλάξει έξι εργοδότες,
ανεβαίνοντας κάθε φορά κι ένα σκαλί στην ιεραρχία. Είχε ξεκινήσει
πριν από δέκα χρόνια ως απλή ρεσεψιονίστ. Στα είκοσι οχτώ της
πλέον, την οδηγούσε η ίδια φιλοδοξία. Είχε δουλέψει σκληρά, είχε
μελετήσει και είχε ιδρώσει για ν’ αποκτήσει το δικό της γραφείο και
τη θέση που κατείχε τούτη τη στιγμή. Αυτά τώρα ήταν κεκτημένα,
αλλά δεν ήταν έτοιμη να χαλαρώσει.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, σε δύο χρόνια θα ήταν έτοιμη
να κάνει το επόμενο βήμα, ν’ ανοίξει τη δική της εταιρεία δημοσίων
σχέσεων. Βέβαια, στην αρχή θα ήταν μικρή, αλλά θα ήταν
συναρπαστική η προσπάθεια να την αναπτύξει. Οι γνωριμίες και η
πείρα που είχε αποκτήσει από τα είκοσί της θα τη βοηθούσαν να
πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες της στα τριάντα. Και η Τ ζούλιετ ήταν
χαρούμενη γι’ αυτό.
Το πρώτο πράγμα που είχε μάθει στις δημόσιες σχέσεις ήταν ότι ο
πελάτης ήταν πελάτης, είτε ήταν ήδη διάσημος συγγραφέας μπεστ
σέλερ που προορίζονταν να γίνουν ταινίες, είτε είχε γράψει ένα μικρό
τόμο ποιημάτων που δε θα απέφερε ούτε την προκαταβολή που είχε
πάρει. Μέρος της πρόκλησης, της απόλαυσης, ήταν να βρεις το κλειδί
για να τον προωθήσεις.
Τ ώρα, είχε ένα βιβλίο μαγειρικής κι ένα γόη Ιταλό σεφ. Ο
Φρανκόνι, σκέφτηκε στραβομουτσουνιάζοντας, είχε προϊστορία και
στις γυναίκες και στις εκδόσεις. Στο πρώτο, είχαν δώσει διάσταση τα
κοινωνικά κουτσομπολιά στο διεθνή Τύπο. Δεν ήταν ανάγκη να
μαγειρεύεις για να έχεις ακουστά τον Φρανκόνι. Το δεύτερο ήταν ο
λόγος που ο εκδοτικός οίκος είχε φροντίσει να του εξασφαλίσει
προσωπική διαφημίστρια για την περιοδεία προώθησης.
Τα δύο πρώτα βιβλία μαγειρικής που είχε γράψει είχαν γίνει
αμέσως μπεστ σέλερ. Και υπήρχε ένας πολύ καλός λόγος για την
επιτυχία του, αναγκάστηκε να παραδεχτεί η Τ ζούλιετ. Μπορεί να
μην ήταν ικανή να τηγανίσει ούτε ένα αβγό, αλλά ήξερε ν’
αναγνωρίζει το στυλ και την ποιότητα. Ο Φρανκόνι μπορούσε να σε
πείσει να μαγειρέψεις λινγκουίνι φορώντας μαύρη δαντέλα.
Μεταμόρφωνε μια απλή μακαρονάδα σε ερωτικό γεγονός.
Σεξ. Η Τ ζούλιετ έγειρε πίσω στην καρέκλα της κι έπαιξε τα
δάχτυλα των ποδιών της μέσα στις κάλτσες της. Ο άντρας αυτός ήταν
πολύ σέξι. Αυτό θα χρησιμοποιούσαν. Η περιοδεία τους θα
διαρκούσε είκοσι μία μέρες και όταν θα έφτανε στο τέλος της, η
Τ ζούλιετ θα είχε αναδείξει τον Κάρλο Φρανκόνι ως τον πιο σέξι
μάγειρα της υφηλίου. Κάθε θερμόαιμη Αμερικανίδα θα έτρεφε
φαντασιώσεις με ήρωα τον Κάρλο να ετοιμάζει ένα ρομαντικό δείπνο
για δύο. Κεριά, ζυμαρικά και ρομάντζο.
Η Τ ζούλιετ έριξε άλλη μια ματιά στη φωτογραφία της
διαφημιστικής καμπάνιας και το πονηρό χαμόγελό του τη βεβαίωσε
ότι ο Κάρλο θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα μια χαρά μ’ αυτόν το
ρόλο.
Στο μεταξύ, εκείνη έπρεπε να κάνει κάμποση χαμαλοδουλειά
ακόμα. Το να καταρτίζει ένα πρόγραμμα ήταν ευχαρίστηση, το να
μείνει πιστή σ’ αυτό ήταν μια πρόκληση. Τη συνάρπαζαν και τα δύο.
Η Τ ζούλιετ σήκωσε το τηλέφωνο, διαπίστωσε με στωικότητα ότι
είχε σπάσει ένα ακόμη νύχι και κάλεσε τη βοηθό της. «Τέρι, πάρε
μου την Νταϊάν Μάξουελ, είναι η συντονίστρια του Σίμσον Σόου στο
Λος Άντζελες».
«Πας για το βαρύ πυροβολικό;»
«Ναι», της απάντησε και το χαμόγελό της δεν ήταν καθόλου
επαγγελματικό. Έκλεισε το τηλέφωνο και άρχισε να κρατά
σημειώσεις στα γρήγορα. Δεν έβλεπε γιατί να μην ξεκινήσει από την
κορυφή. Έτσι, και να έσπαγε τα μούτρα της, θ’ άξιζε η προσπάθεια.
Όσο περίμενε, έριξε μια ματιά στο γραφείο γύρω της. Δε
βρισκόταν ακόμα στην κορυφή, αλλά είχε ανέβει αισθητά από τον
πάτο. Τουλάχιστον είχε παράθυρο. Η Τ ζούλιετ ανατρίχιαζε ακόμα
όταν θυμόταν μερικά από τα δωμάτια-κουτιά στα οποία είχε
δουλέψει. Τ ώρα, είκοσι πατώματα κάτω, οι άνθρωποι και τ’
αυτοκίνητα στριμώχνονταν στους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Άλλη
μια εργάσιμη μέρα στη Νέα Υόρκη. Η Τ ζούλιετ Τ ρεντ είχε μπει και η
ίδια σ’ αυτόν το ρυθμό όταν είχε μετακομίσει από το σχετικά πιο
ήσυχο προάστιο του Χάρισμπεργκ της Πενσιλβάνια.
Μπορεί να είχε μεγαλώσει σε μια διακριτική, μικρή γειτονιά, όπου
μόνο ένας ξένος περνούσε οδηγώντας με πάνω από τριάντα
χιλιόμετρα την ώρα κι όλοι διατηρούσαν το γκαζόν καλοκουρεμένο
στους κήπους τους, αλλά είχε εγκλιματιστεί γρήγορα. Η αλήθεια ήταν
ότι της άρεσε ο γρήγορος, έντονος ρυθμός και η ενέργεια της Νέας
Υόρκης. Δε θα μπορούσε ποτέ να ξαναγυρίσει στην ήσυχη ζωή των
προαστίων, όπου όλοι γνωρίζουν ποιος είσαι, τι κάνεις και πώς το
κάνεις. Προτιμούσε την ανωνυμία και την ατομικότητα που σου
προσφέρει το πλήθος.
Μπορεί η μητέρα της να είχε προσαρμοστεί στο ρόλο της τέλειας
μεσοαστής συζύγου, αλλά όχι η Τ ζούλιετ. Η Τ ζούλιετ ήταν μια
σύγχρονη, ανεξάρτητη και αυτάρκης γυναίκα, που ανέβαινε γρήγορα
τις βαθμίδες της ιεραρχίας. Είχε ένα διαμέρισμα στη δυτική πλευρά
της Εβδομηκοστής Λεωφόρου, το οποίο είχε επιπλώσει αργά,
σχολαστικά και –το κυριότερο– με το προσωπικό της γούστο. Είχε
αρκετή υπομονή ώστε να προχωρά βήμα βήμα, αρκεί το αποτέλεσμα
να ήταν τέλειο. Είχε μια καριέρα για την οποία ήταν περήφανη κι ένα
γραφείο το οποίο διαμόρφωνε σιγά σιγά, ώστε να ταιριάζει με το
γούστο της. Ήθελε ν’ αφήσει τη σφραγίδα της και αυτό ήταν κάτι που
δεν το έπαιρνε καθόλου αψήφιστα. Είχε χρειαστεί τέσσερις μήνες για
να διαλέξει τα κατάλληλα φυτά για τον εργασιακό της χώρο, από το
δίμετρο φιλόδεντρο μέχρι τη μικρή, λευκή, αφρικανική βιολέτα.
Μπορεί να είχε αναγκαστεί να συμβιβαστεί με την μπεζ μοκέτα,
αλλά η πελώρια αφίσα του Νταλί στον τοίχο απέναντι από το
παράθυρο πρόσθετε χρώμα και ενέργεια στο χώρο. Και ο στενός
μπιζουτέ καθρέφτης πρόσθετε μια νότα κομψότητας, ενώ σου έδινε
ταυτόχρονα την αίσθηση ότι ο χώρος ήταν μεγαλύτερος. Είχε βάλει
στο μάτι μια μεγάλη, φανταχτερή ανατολίτικη υδρία που θα ήταν
τέλεια για να τοποθετήσει μέσα μερικά εξίσου φανταχτερά φτερά
παγονιού. Η τιμή της τώρα ήταν εξωφρενική, αλλά αν έκανε λίγη
υπομονή, ίσως την έβαζαν προσφορά σε μια εξευτελιστικά χαμηλή
τιμή, και τότε θα την αγόραζε.
Η Τ ζούλιετ μπορεί να παρίστανε την πρακτική σε όλους, ακόμα
και στον εαυτό της, αλλά δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στις προσφορές.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο τραπεζικός λογαριασμός της να μην είναι
τόσο πλούσιος όσο η γκαρνταρόμπα της. Δεν ήταν επιπόλαιη. Όχι, δε
θα το άντεχε αν κάποιος τη χαρακτήριζε έτσι. Η γκαρνταρόμπα της
ήταν οργανωμένη, προσεγμένη και καθώς πρέπει. Μπορεί κάποιος να
θεωρούσε υπερβολή τα είκοσι ζευγάρια παπούτσια, εκείνη όμως
θεωρούσε πολύ λογικό, τη στιγμή που περνούσε και δέκα ώρες την
ημέρα όρθια, να προσφέρει στον εαυτό της αυτή την πολυτέλεια. Στο
κάτω κάτω, τα λεφτά για τα αθλητικά, τις πρακτικές μαύρες
χαμηλοτάκουνες γόβες, αλλά και τα βραδινά σανδάλια με τα λεπτά
λουράκια τα είχε κερδίσει με τον ιδρώτα της. Τα είχε κερδίσει ύστερα
από αναρίθμητες πολύωρες συνεδριάσεις, αμέτρητες αναμονές σε
αεροδρόμια και ατελείωτες ώρες στο τηλέφωνο. Τα είχε κερδίσει με
τις συνεχείς περιοδείες με συγγραφείς. Αυτές οι περιοδείες ήταν
σκέτο λαχείο· είχες ν’ αντιμετωπίσεις ανθρώπους πνευματώδεις,
ιδιόρρυθμους, αδέξιους, πληκτικούς, ακόμα και αγενείς. Άσχετα όμως
με το τι ήταν, εκείνη έπρεπε να εφαρμόσει το ίδιο πρόγραμμα.
Μίντια, μίντια και πάλι μίντια.
Είχε μάθει πώς να χειρίζεται τον Τύπο, από τους δημοσιογράφους
των Νιου Γιορκ Τάιμς μέχρι τους συντάκτες μιας τοπικής εβδομαδιαίας
εφημερίδας. Ήξερε πώς να γοητεύει τους υπεύθυνους των τοκ σόου,
από τις φίρμες μέχρι εκείνους που μόλις είχαν ξεκινήσει. Το να το
μάθει ήταν μια περιπέτεια, και επειδή επέτρεπε πολύ λίγες
περιπέτειες στον εαυτό της στην προσωπική της ζωή, η
επαγγελματική της επιτυχία ήταν ακόμα πιο σημαντική.
Όταν άκουσε το εσωτερικό τηλέφωνο να χτυπά, πέρασε τη
γλώσσα ανάμεσα στα δόντια της και τη δάγκωσε. Τ ώρα, θα έθετε σε
εφαρμογή όλα όσα είχε μάθει και θα κατάφερνε να εξασφαλίσει την
εμφάνιση του Φρανκόνι σ’ ένα από τα μεγαλύτερα σόου της
Αμερικής.
Και όταν θα τα κατάφερνε, σκέφτηκε πατώντας το κουμπί για ν’
απαντήσει, το καλό που του ήθελε, να το εκμεταλλευόταν στο
έπακρο. Διαφορετικά, θα του έκοβε το λαρύγγι με το δικό του
μαχαίρι του σεφ.

«Α, μι αμόρε. Σκουίζιτο». Η φωνή του Κάρλο, κάτι σαν βραχνό


γουργουρητό, σου ανέβαζε αμέσως την πίεση. Δεν ήταν επίκτητη, ο
Κάρλο είχε γεννηθεί μ’ αυτή την αισθησιακή φωνή. Και πάντα
πίστευε ότι ένας άντρας είναι τρελός αν δε χρησιμοποιεί τα δώρα που
του έδωσε ο Θεός. «Μπελ ίσιμο», μουρμούρισε και τα μάτια του ήταν
σκούρα και ονειροπόλα από την προσμονή.
Η ζέστη ήταν αποπνικτική, αλλά την προτιμούσε. Το κρύο
επιβραδύνει την κυκλοφορία του αίματος. Ο ήλιος που έμπαινε από
το παράθυρο είχε πάρει εκείνο το πορτοκαλοκόκκινο χρώμα που
μαρτυρά το τέλος της μέρας και την αρχή μιας ηδονικής νύχτας. Το
δωμάτιο ήταν γεμάτο μυρωδιές και ο Κάρλο πήρε μια βαθιά ανάσα.
Ένας άντρας μπορεί να χάσει πολλά από τη ζωή αν δε χρησιμοποιεί
και δεν εκτιμά όλες τις αισθήσεις του. Κι εκείνος δεν ήθελε να χάσει
τίποτε.
Κοίταξε την τωρινή του αγάπη με το μάτι του ειδικού. Θα τη
χάιδευε, θα της ψιθύριζε, θα την κολάκευε –δεν είχε καμιά σημασία
γι’ αυτόν αν θα χρειαζόταν μερικά λεπτά ή ατέλειωτες ώρες για να
πετύχει αυτό που ήθελε. Αρκεί να το πετύχαινε. Για τον Κάρλο, η
διαδικασία, η προσμονή, η στρατηγική πρόσφεραν την ίδια
ικανοποίηση με το αποτέλεσμα. Όπως ο χορός, σκεφτόταν πάντα.
Όπως το τραγούδι. Μια άρια από τους Γάμους του Φίγκαρο έπαιζε
κάπου στο βάθος, ενώ εκείνος σαγήνευε.
Του άρεσε να στήνει το σκηνικό γιατί πίστευε ότι η ζωή είναι σαν
ταινία και σκοπός δεν είναι μόνο να διασκεδάσεις, αλλά και να την
απολαύσεις.
«Μπελ ίσιμο», ψιθύρισε κι έσκυψε ακόμα πιο κοντά στη λατρεία
του. Η σάλτσα με τα καλαμάρια σιγόβραζε ερωτικά όσο την
ανακάτευε. Αργά, απολαμβάνοντας τη στιγμή, ο Κάρλο έφερε το
κουτάλι στα χείλη του και τη δοκίμασε με μισόκλειστα μάτια. Ένα
ηδονικό βογκητό βγήκε από τα βάθη του λαιμού του. «Σκουίζιτο».
Άφησε τη σάλτσα και πήγε να δείξει την ίδια ερωτική προσοχή και
στο ζαμπαλ ιόνε του. Κατά τη γνώμη του, δεν υπήρχε γυναίκα που θα
μπορούσε ν’ αντισταθεί σ’ αυτή την πλούσια κρέμα, αρωματισμένη
ελαφρά με κρασί. Και ως συνήθως, γυναίκα ήταν αυτή που περίμενε.
Για τον Κάρλο η κουζίνα ήταν ένα πεδίο εξίσου ερωτικό με την
κρεβατοκάμαρα. Δεν ήταν τυχαίο που ήταν από τους πιο
ονομαστούς και σεβαστούς σεφ στον κόσμο και ταυτόχρονα ένας
από τους πιο περιζήτητους εραστές. Πίστευε ότι αυτό ήταν το
πεπρωμένο του. Η κουζίνα του ήταν πολύ έξυπνα σχεδιασμένη,
προορισμένη ν’ αναδείξει όλα τα αρώματα των μπαχαρικών και τις
σάλτσες, ενώ η κρεβατοκάμαρά του ήταν ιδανική για να ξεμυαλίζει
τις γυναίκες. Ναι, ο Κάρλο Φρανκόνι πίστευε ότι έπρεπε ν’
απολαμβάνει τη ζωή. Και την τελευταία σταγόνα της.
Όταν το χτύπημα στην πόρτα αντήχησε στο ψηλοτάβανο σπίτι
του, κάτι ψιθύρισε στα μακαρόνια που έβραζε και έβγαλε την ποδιά
του. Πηγαίνοντας ν’ ανοίξει, κατέβασε τα μανίκια του μεταξωτού
πουκαμίσου του, αλλά δε σταμάτησε να φτιαχτεί μπροστά σ’ έναν
από τους καθρέφτες αντίκα που στόλιζαν τους τοίχους. Δεν ήταν
θέμα ματαιοδοξίας, απλά αυτοπεποίθησης.
Άνοιξε την πόρτα. Έξω στεκόταν μια ψηλή, λυγερή γυναίκα με
μελένια επιδερμίδα και σκούρα λαμπερά μάτια. Συγκινήθηκε, όπως
κάθε φορά που την έβλεπε. «Μι αμόρε». Πήρε το χέρι της και φίλησε
την παλάμη της, κοιτάζοντάς τη χαμογελαστός στα μάτια. «Μπέλ α.
Μόλ το μπέλ α».
Εκείνη στάθηκε για λίγο εκεί, στο φως του δειλινού, μελαχρινή,
όμορφη, μ’ ένα χαμόγελο που προοριζόταν μόνο για εκείνον. Μόνο
μια ηλίθια δε θα καταλάβαινε ότι ο Κάρλο είχε υποδεχτεί δεκάδες
γυναίκες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Κι εκείνη δεν ήταν ηλίθια. Αλλά
τον αγαπούσε.
«Είσαι κάθαρμα, Κάρλο». Η γυναίκα σήκωσε το χέρι της και το
ακούμπησε στα μαλλιά του. Ήταν πυκνά, σκούρα και ήταν δύσκολο
ν’ αντισταθείς και να μην τα χαϊδέψεις. «Είναι τρόπος αυτός να
υποδέχεσαι τη μητέρα σου;»
«Αυτός είναι ο τρόπος...» Φίλησε πάλι το χέρι της. «...που
υποδέχομαι μια όμορφη γυναίκα». Ύστερα τύλιξε τα μπράτσα του
γύρω της και τη φίλησε και στα δυο μάγουλα. «Αυτός είναι ο τρόπος
που υποδέχομαι τη μητέρα μου. Είναι τυχερός ένας άντρας όταν
μπορεί να την υποδεχτεί και με τους δυο τρόπους».
Η Τ ζίνα Φρανκόνι γέλασε και ανταπέδωσε το αγκάλιασμα του
γιου της. «Για σένα, όλες οι γυναίκες είναι όμορφες».
«Αλλά μόνο μία είναι η μητέρα μου», της είπε εκείνος και
τυλίγοντας το μπράτσο του στη μέση της, την οδήγησε μέσα.
Η Τ ζίνα επιδοκίμασε, όπως πάντα, το γεγονός ότι το σπίτι του
ήταν πεντακάθαρο, αν και κάπως εξωτικό για τα γούστα της. Πολύ
συχνά αναρωτιόταν πώς τα κατάφερνε η κακομοίρα η καθαρίστρια
και οι σκαλιστές αψίδες ήταν πάντα γυαλισμένες και όλα εκείνα τα
παντζούρια χωρίς ίχνος σκόνης. Ήταν μια γυναίκα που είχε περάσει
δεκαπέντε χρόνια της ζωής της καθαρίζοντας σπίτια άλλων και
σαράντα χρόνια καθαρίζοντας το δικό της, έτσι ήταν φυσικό να την
προβληματίζουν τέτοια πράγματα.
Κοίταξε το καινούριο του απόκτημα, μια κουκουβάγια ενάμισι
μέτρο από ελεφαντόδοντο που είχε πιάσει με το νύχι της ένα μικρό
τρωκτικό. Μια καλή σύζυγος, σκέφτηκε η Τ ζίνα, θα οδηγούσε τα
γούστα του γιου της σε λιγότερο εκκεντρικά μονοπάτια.
«Ένα απεριτίφ, μάμα;» Ο Κάρλο πλησίασε ένα ντουλάπι με φιμέ
τζάμι κι έβγαλε ένα λεπτό, μαύρο μπουκάλι. «Πρέπει να το
δοκιμάσεις αυτό», της είπε, διάλεξε δυο ποτηράκια και τα γέμισε.
«Μου το έστειλε μια φίλη».
Η Τ ζίνα άφησε την κόκκινη τσάντα της από δέρμα φιδιού και πήρε
το ποτήρι. Η πρώτη γουλιά ήταν διεγερτική, δυνατή και γλυκιά όπως
το φιλί του αγαπημένου σου, και το ίδιο μεθυστική. Ύψωσε το φρύδι
της και ήπιε τη δεύτερη. «Έξοχο».
«Ναι, είναι. Η Άννα έχει έξοχο γούστο».
Η Άννα, σκέφτηκε η Τ ζίνα, μάλλον διασκεδάζοντας παρά
αγανακτώντας. Είχε μάθει εδώ και χρόνια ότι δεν ωφελεί ν’
αγανακτείς μ’ έναν άντρα, ιδιαίτερα όταν τον αγαπάς. «Δεν έχεις και
κανέναν άντρα φίλο, Κάρλο; Μόνο γυναίκες;»
«Όχι». Ο Κάρλο σήκωσε το ποτήρι του και το στριφογύρισε.
«Αλλά αυτή ήταν γυναίκα. Και μου το έστειλε ως γαμήλιο δώρο».
«Ως...»
«Για το δικό της γάμο», της είπε ο Κάρλο χαμογελώντας. «Ήθελε
σύζυγο, εγώ δεν μπορούσα να ικανοποιήσω αυτή την επιθυμία της,
αλλά παρ’ όλ’ αυτά χωρίσαμε σαν φίλοι», κατέληξε, σηκώνοντας το
μπουκάλι ως απόδειξη.
«Το πήγες για ανάλυση προτού το πιεις;» τον ρώτησε ξερά η
Τ ζίνα.
Εκείνος τσούγκρισε το ποτήρι της με το δικό του. «Ένας έξυπνος
άντρας φροντίζει να μετατρέπει όλες τις πρώην ερωμένες του σε
φίλες, μάμα».
«Πάντα ήσουν έξυπνος». Η Τ ζίνα ύψωσε ελαφρά τους ώμους της
και κάθισε, πίνοντας άλλη μια γουλιά από το ποτό της. «Άκουσα ότι
βγαίνεις με μια Γαλλίδα ηθοποιό».
«Όπως πάντα, διαθέτεις άριστη ακοή».
Η Τ ζίνα περιεργάστηκε το χρώμα του ποτού της σαν να ήταν το
πιο ενδιαφέρον πράγμα στον κόσμο. «Είναι, βέβαια, όμορφη».
«Βέβαια».
«Δε νομίζω ότι θα μου χαρίσει εγγόνια».
Ο Κάρλο γέλασε και κάθισε δίπλα της. «Έχεις έξι εγγόνια και
περιμένεις το έβδομο, μάμα. Μη γίνεσαι άπληστη».
«Δεν έχω όμως κανένα από το γιο μου. Το μοναχογιό μου», του
θύμισε εκείνη, χτυπώντας το δάχτυλό της στον ώμο του. «Δεν έχω
παραιτηθεί ακόμα».
«Ίσως αν κατάφερνα να βρω μια γυναίκα σαν κι εσένα».
Το αλαζονικό βλέμμα που του έριξε η Τ ζίνα ταίριαζε με το δικό
του. «Αδύνατον, κάρο».
Αυτό ακριβώς πιστεύω κι εγώ, σκέφτηκε ο Κάρλο και έστρεψε τη
συζήτηση στις τέσσερις αδερφές του και στις οικογένειές τους. Όταν
κοιτούσε τούτη την κομψή και όμορφη γυναίκα που καθόταν τώρα
δίπλα του, του ήταν δύσκολο ν’ αναγνωρίσει τη μητέρα που τον είχε
μεγαλώσει σχεδόν ολομόναχη. Τότε δούλευε σκληρά και μπορεί να
εξοργιζόταν και να φώναζε, αλλά δεν παραπονιόταν ποτέ. Τα ρούχα
της ήταν πάντα προσεκτικά μπαλωμένα και το πάτωμα του σπιτιού
της σχολαστικά σφουγγαρισμένο, ενώ ο πατέρας του περνούσε
ατέλειωτους μήνες στη θάλασσα.
Έπρεπε να συγκεντρωθεί –πράγμα που έκανε σπάνια– για να φέρει
στο μυαλό του το μελαχρινό, νευρώδη άντρα με το μαύρο μουστάκι
και το αβίαστο χαμόγελο. Η ανάμνηση δεν ήταν δυσάρεστη, δεν τον
έθλιβε. Ο πατέρας του ήταν ναυτικός προτού ακόμα παντρευτούν οι
γονείς του και είχε παραμείνει ναυτικός. Ο Κάρλο πίστευε ακράδαντα
ότι ο καθένας συναντά το πεπρωμένο του. Αλλά ενώ τα αισθήματα
για τον πατέρα του ήταν αμφίσημα, για τη μητέρα του ήταν
συγκεκριμένα και δυνατά.
Η Τ ζίνα είχε στηρίξει τις φιλοδοξίες όλων των παιδιών της, και
όταν ο Κάρλο είχε κερδίσει την υποτροφία για τη Σορβόνη, τον είχε
αφήσει να πάει στο Παρίσι και να κυνηγήσει το όνειρό του να γίνει
σεφ της υψηλής μαγειρικής. Είχε ενισχύσει μάλιστα το πενιχρό
εισόδημα που έβγαζε ο γιος της δουλεύοντας παράλληλα με τις
σπουδές του με τα λεφτά της ασφάλειας που είχε πάρει όταν ο άντρας
της είχε χαθεί στη θάλασσα που αγαπούσε.
Έξι χρόνια πριν, ο Κάρλο είχε βρει ένα δικό του τρόπο να της το
ξεπληρώσει. Της είχε κάνει δώρο στα γενέθλιά της μια μπουτίκ με
ρούχα, εκπληρώνοντας το όνειρο και των δύο. Εκείνος είχε δει
επιτέλους τη μητέρα του ευτυχισμένη. Και η Τ ζίνα είχε βρει έναν
τρόπο να κάνει μια καινούρια αρχή.
Ο Κάρλο είχε μεγαλώσει μέσα σε μια μεγάλη και φασαριόζικη
οικογένεια. Χαιρόταν όταν γύριζε πίσω και θυμόταν τα παιδικά του
χρόνια. Ένας άντρας που μεγαλώνει μέσα σε μια οικογένεια γεμάτη
γυναίκες μαθαίνει να τις καταλαβαίνει, να τις εκτιμά και να τις
θαυμάζει. Ο Κάρλο γνώριζε τα όνειρα των γυναικών, τις ματαιοδοξίες
και τις ανασφάλειές τους. Για να κάνει μια γυναίκα ερωμένη του,
έπρεπε εκτός από πόθο να νιώθει και τρυφερότητα για εκείνη. Αν
ένιωθε μόνο πόθο, ήξερε ότι στο τέλος δε θα υπήρχε φιλία, μόνο
μνησικακία. Ακόμα και τώρα, η βολική σχέση που είχε με τη Γαλλίδα
ηθοποιό πλησίαζε στο τέλος της. Σε λίγες βδομάδες εκείνη θ’ άρχιζε
τα γυρίσματα μιας καινούριας ταινίας κι αυτός θα έφευγε για μια
περιοδεία στην Αμερική. Αυτό θα ήταν το τέλος, σκέφτηκε ο Κάρλο
κάπως λυπημένος.
«Κάρλο, θα πας στην Αμερική σύντομα;»
«Μμμ. Ναι». Μα καλά, διάβασε τις σκέψεις μου; αναρωτήθηκε,
γνωρίζοντας ότι οι γυναίκες είχαν αυτή την ικανότητα. «Σε δυο
βδομάδες».
«Θα μου κάνεις μια χάρη;»
«Ασφαλώς».
«Θέλω να παρατηρήσεις για λογαριασμό μου τι φοράνε οι
Αμερικανίδες στη δουλειά τους. Σκέφτομαι να προσθέσω κάποια
κομμάτια στην μπουτίκ και οι Αμερικανίδες είναι πολύ έξυπνες και
πρακτικές».
«Ελπίζω όχι υπερβολικά πρακτικές», μουρμούρισε ο Κάρλο,
στριφογυρίζοντας το ποτό στο ποτήρι του. «Η διαφημίστριά μου είναι
κάποια μις Τ ρεντ», συνέχισε και άδειασε μονορούφι το ποτήρι του,
απολαμβάνοντας το κάψιμο στο στομάχι του. «Σου υπόσχομαι να
μελετήσω και την παραμικρή λεπτομέρεια της γκαρνταρόμπας της».
Η Τ ζίνα ανταπέδωσε το χαμόγελό του μ’ ένα σταθερό βλέμμα.
«Είσαι πολύ καλός μαζί μου, Κάρλο».
«Ασφαλώς, μάμα. Και τώρα θα σε ταΐσω σαν βασίλισσα».

Ο Κάρλο δεν είχε ιδέα πώς ήταν η Τ ζούλιετ Τ ρεντ, αλλά αφέθηκε στα
χέρια της μοίρας. Το μόνο που ήξερε από τα γράμματά της ήταν πως
ανήκε στις Αμερικανίδες που είχε περιγράψει η μητέρα του.
Πρακτική και έξυπνη. Καταπληκτικά προσόντα για μια διαφημίστρια.
Το παρουσιαστικό της ήταν άλλη υπόθεση. Αλλά και πάλι, όπως
είχε πει και η μητέρα του, ο Κάρλο ήξερε να βρίσκει πάντα κάτι
όμορφο σε μια γυναίκα. Μπορεί στις προσωπικές σχέσεις του να
προτιμούσε μια γυναίκα με ωραία εμφάνιση, ήξερε όμως να σκάβει
και να βρίσκει την εσωτερική ομορφιά που κρυβόταν κάτω από την
επιφάνεια. Αυτό ήταν κάτι που έκανε τη ζωή ενδιαφέρουσα και
αισθητικά ευχάριστη.
Παρ’ όλ’ αυτά, όταν βγήκε από το αεροπλάνο, μπήκε στο κτίριο
του αεροδρομίου του Λος Άντζελες κρατώντας από τον αγκώνα μια
εκτυφλωτική κοκκινομάλλα.
Η Τ ζούλιετ γνώριζε πολύ καλά πώς ήταν ο Κάρλο και όταν τον
πρωτοείδε, συνόδευε μια πανέμορφη γυναίκα που φορούσε γόβες
στιλέτο. Στο χέρι του κρατούσε μια ογκώδη δερμάτινη τσάντα και
είχε κρεμάσει στον ώμο του έναν ταξιδιωτικό σάκο, παρ’ όλ’ αυτά
βγήκε με την κοκκινομάλλα από την πύλη σαν να έμπαινε σε
αίθουσα χορού ή σε κρεβατοκάμαρα.
Η Τ ζούλιετ έκανε μια γρήγορη εκτίμηση του ντυσίματός του –
καλοραμμένο παντελόνι, σπορ σακάκι και πουκάμισο ανοιχτό στο
λαιμό. Ο άνετος ταξιδιώτης. Στο δάχτυλό του φορούσε ένα τεράστιο
χρυσό μονόπετρο που θα έπρεπε να δείχνει κραυγαλέο και
κακόγουστο. Κι όμως, πάνω του έμοιαζε απλό και αεράτο, ταίριαζε
με την υπόλοιπη εμφάνισή του. Ξαφνικά ένιωσε πολύ τυπική και
ιδρωμένη.
Είχε έρθει στο Λος Άντζελες από το προηγούμενο βράδυ ώστε να
φροντίσει προσωπικά τις τελευταίες λεπτομέρειες. Ο Κάρλο Φρανκόνι
δε θα είχε να κάνει τίποτε άλλο από το να είναι γοητευτικός, ν’
απαντά στις ερωτήσεις και να υπογράφει αυτόγραφα στα βιβλία του.
Καθώς τον παρακολουθούσε να φιλάει τους κόμπους των
δαχτύλων της κοκκινομάλλας, σκέφτηκε ότι θα μοίραζε πάρα πολλά
αυτόγραφα. Στο κάτω κάτω, οι γυναίκες δεν αγόραζαν ως επί το
πλείστον τα βιβλία μαγειρικής; Η Τ ζούλιετ σηκώθηκε αργά,
προσπαθώντας να κρύψει το σαρκαστικό της μειδίαμα. Η
κοκκινομάλλα γύρισε και του έριξε μια τελευταία νοσταλγική ματιά
πάνω από τον ώμο της καθώς απομακρυνόταν.
«Κύριε Φρανκόνι;»
Ο Κάρλο τράβηξε το βλέμμα του από την πολύ ευχάριστη
συνταξιδιώτισσά του στη μεγάλη πτήση από τη Νέα Υόρκη. Η πρώτη
ματιά που έριξε στην Τ ζούλιετ ξύπνησε γρήγορα το ενδιαφέρον του,
καθώς κι έναν αμυδρό πόθο, πράγμα που του συνέβαινε συχνά
μπροστά σε μια γυναίκα. Ήταν ένας πόθος που μπορούσε είτε να
ελέγξει είτε ν’ αφήσει να εξελιχτεί κατά το δοκούν. Αυτή τη φορά,
τον απόλαυσε.
Το πρόσωπό της δεν ήταν απλά όμορφο, ήταν ενδιαφέρον. Η
επιδερμίδα της ήταν λευκή, πράγμα που θα έπρεπε να την κάνει να
δείχνει εύθραυστη, αλλά τα ψηλά ζυγωματικά διέψευδαν αυτή την
εντύπωση, ενώ έδιναν ένα ασυνήθιστο ρομβοειδές σχήμα στο
πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν μεγάλα, με πυκνές βλεφαρίδες και
αριστοτεχνικά τονισμένα με μια γκρίζα σκιά που αναδείκνυε το
πράσινο χρώμα τους. Τα χείλη της γυάλιζαν, περασμένα μ’ ένα
ροδακινί λιπ γκλος. Ήταν αισθησιακά από μόνα τους, έτσι δε
χρειαζόταν να τα τονίσει ιδιαίτερα για να τραβήξει τα βλέμματα. Και
φαίνεται πως ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να το ξέρει αυτό.
Τα μαλλιά της είχαν ένα απαλό, φυσικό χρυσοκάστανο χρώμα.
Πίσω έπεφταν αρκετά μακριά ώστε να μπορεί να τα μαζέψει σε
σινιόν αν το ήθελε, ενώ μπροστά και στα πλάγια ήταν αρκετά κοντά
ώστε να τ’ αφήνει ίσια ή να τα κατσαρώνει σε μπούκλες, ανάλογα με
την περίσταση και τη διάθεσή της. Αυτή τη στιγμή τα είχε αφήσει να
πέφτουν ίσια, αλλά δεν ήταν αναμαλλιασμένη από τον αέρα. Είχε
φροντίσει να πεταχτεί μέχρι τις τουαλέτες μόλις είχαν αναγγείλει την
άφιξη της πτήσης που περίμενε.
«Είμαι η Τ ζούλιετ Τ ρεντ», του είπε όταν έκρινε ότι την είχε
περιεργαστεί αρκετά με το βλέμμα του. «Καλώς ήρθατε στην
Καλιφόρνια». Όταν εκείνος πήρε το χέρι που του πρόσφερε και το
έφερε στα χείλη του αντί να το σφίξει, συνειδητοποίησε πως θα
έπρεπε να το περιμένει. Παρ’ όλ’ αυτά, σφίχτηκε για ένα κλάσμα του
δευτερολέπτου και από το ανασήκωμα του φρυδιού του κατάλαβε
ότι εκείνος το ένιωσε.
«Μια όμορφη γυναίκα κάνει έναν άντρα να νιώθει καλοδεχούμενος
οπουδήποτε».
Η φωνή του ήταν απίστευτη –σαν την κρέμα που φουσκώνει και
σκεπάζει ένα αφράτο γλύκισμα. Η Τ ζούλιετ είπε στον εαυτό της ότι
της άρεσε επειδή θα έγραφε καλά στην κάμερα και πήρε τη δήλωσή
του κατά γράμμα. Έφερε μάλιστα στο μυαλό της την κοκκινομάλλα
και του χάρισε ένα αβίαστο, αλλά όχι και τόσο φιλικό χαμόγελο.
«Τότε θα πρέπει να είχατε μια πολύ ευχάριστη πτήση».
Μπορεί η μητρική του γλώσσα να ήταν τα ιταλικά, αλλά ο Κάρλο
έπιανε τα υπονοούμενα σε οποιαδήποτε γλώσσα. Της χαμογέλασε.
«Πάρα πολύ».
«Και κουραστική», πρόσθεσε η Τ ζούλιετ, φροντίζοντας να θυμηθεί
τη θέση της. «Οι αποσκευές σας θα πρέπει να έχουν βγει τώρα», του
είπε και κοίταξε πάλι τη μεγάλη του τσάντα. «Θα θέλατε να το πάρω
εγώ αυτό;»
Και μόνο η ιδέα ότι ένας άντρας θα μπορούσε να φορτώσει μια
γυναίκα με τα βάρη του έκανε τον Κάρλο να υψώσει το φρύδι του.
Άλλο ισότητα και άλλο καλοί τρόποι. «Όχι, το κουβαλώ πάντα μόνος
μου».
Η Τ ζούλιετ του έδειξε το δρόμο και συγχρόνισε το βήμα της με το
δικό του. «Είναι μισή ώρα με το αυτοκίνητο μέχρι το Μπέβερλι
Γουίλσιρ, αλλά θα έχετε το περιθώριο να ξεκουραστείτε όλο το
απόγευμα, αφού τακτοποιηθείτε. Το βράδυ, θα ήθελα να δούμε λίγο
μαζί το αυριανό σας πρόγραμμα».
Του άρεσε το περπάτημά της. Αν και δεν ήταν ψηλή, περπατούσε
με μεγάλα βήματα, χωρίς να βιάζεται, πράγμα που έκανε την κόκκινη
φούστα με τις πιέτες να χορεύει στους μηρούς της. «Δειπνώντας;»
Η Τ ζούλιετ του έριξε ένα γρήγορο, πλάγιο βλέμμα. «Αν θέλετε».
Για τις επόμενες τρεις βδομάδες θα είμαι στη διάθεσή του,
φρόντισε να θυμίσει στον εαυτό της. Προσπέρασε, χωρίς πολλά
πολλά, έναν πελώριο άντρα που κουβαλούσε έναν παραγεμισμένο
σάκο κι ένα χαρτοφύλακα. Ναι, του άρεσε το περπάτημά της,
σκέφτηκε πάλι ο Κάρλο. Ήταν μια γυναίκα ικανή, αλλά όχι
πομπώδης.
«Κατά τις εφτά; Αύριο θα εμφανιστείτε σ’ ένα τοκ σόου που
αρχίζει στις εφτάμισι το πρωί, άρα είναι καλύτερα να αποσυρθούμε
νωρίς για ύπνο».
Στις εφτάμισι το πρωί, σκέφτηκε φευγαλέα ο Κάρλο,
προσπαθώντας να υπολογίσει τη διαφορά της ώρας και το τζετ λαγκ.
«Ώστε θα με στρώσετε αμέσως στη δουλειά».
«Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ, κύριε Φρανκόνι», του είπε πρόσχαρα η
Τ ζούλιετ, πλησιάζοντας τον κυλιόμενο ιμάντα. «Έχετε τα
αποκόμματα για τις αποσκευές σας;»
Μια οργανωμένη γυναίκα, σκέφτηκε ο Κάρλο κι έβαλε το χέρι στη
μέσα τσέπη του άνετου καφέ σακακιού του. Της τα έδωσε αμίλητος
και κατέβασε μια βαλίτσα με ρόδες και μια γκαρνταρόμπα από τον
κυλιόμενο ιμάντα μόνος του.
Γκούτσι, παρατήρησε η Τ ζούλιετ. Ώστε ο κύριος δε διέθετε μόνο
χρήματα, αλλά και γούστο. Έδωσε σ’ έναν αχθοφόρο τα αποκόμματα
και περίμενε να φορτωθούν οι αποσκευές του Κάρλο στο καρότσι.
«Πιστεύω πως θα μείνετε ικανοποιημένος με όσα σας έχουμε
κανονίσει, κύριε Φρανκόνι», του είπε, ενώ περνούσαν από τις
αυτόματες πόρτες, κι έκανε νόημα στη λιμουζίνα να πλησιάσει. «Το
ξέρω πως στο παρελθόν συνεργαζόσασταν με τον Τ ζιμ Κόλινς, όταν
ερχόσασταν στην Αμερική για περιοδεία. Σας στέλνει τα
χαιρετίσματά του».
«Ο Τ ζιμ απολαμβάνει τη θέση του διευθυντή;»
«Έτσι δείχνει».
Ο Κάρλο περίμενε πως η Τ ζούλιετ θα έμπαινε πρώτη στη
λιμουζίνα, εκείνη όμως έκανε ένα βήμα πίσω και παραμέρισε. Ο
Κάρλο τίμησε τον επαγγελματισμό της με μια υπόκλιση, μπήκε στη
λιμουζίνα και βολεύτηκε στη θέση του. «Εσείς απολαμβάνετε τη
δική σας θέση, μις Τ ρεντ;»
Η Τ ζούλιετ κάθισε απέναντί του και τον κοίταξε θαρρετά, χωρίς
να μπορεί να φανταστεί πόσο θαύμαζε ο Κάρλο τη στάση της. «Ναι,
την απολαμβάνω».
Ο Κάρλο άπλωσε τα πόδια του –η μητέρα του είχε ισχυριστεί
κάποτε ότι τα πόδια του είχαν αρνηθεί να σταματήσουν να
μεγαλώνουν όταν έπρεπε. Θα προτιμούσε να οδηγήσει εκείνος,
ιδιαίτερα μετά την ατέλειωτη πτήση κατά την οποία δεν μπορούσε
να κάνει τίποτα. Από τη στιγμή όμως που δεν μπορούσε, η άνεση και
η πολυτέλεια της λιμουζίνας ήταν ό,τι καλύτερο. Άπλωσε το χέρι του
και άνοιξε το στερεοφωνικό, και η χαλαρωτική αλλά ζωντανή
μελωδία του Μότσαρτ γέμισε το χώρο. Αν οδηγούσε εκείνος, το
στερεοφωνικό θα έπαιζε δυνατό και άγριο ροκ.
«Έχετε διαβάσει το βιβλίο μου, μις Τ ρεντ;»
«Ναι, ασφαλώς. Δε θα μπορούσα να διαφημίσω ή να προωθήσω
ένα προϊόν που θα μου ήταν άγνωστο», του απάντησε εκείνη και
έγειρε πίσω. Της ήταν εύκολο να κάνει τη δουλειά της όταν
μπορούσε να πει την καθαρή αλήθεια. «Εντυπωσιάστηκα από την
προσοχή στη λεπτομέρεια και τις ξεκάθαρες οδηγίες. Μου φάνηκε
ένα πολύ φιλικό βιβλίο κι όχι ένα απλό εργαλείο για την κουζίνα».
«Μμμ». Ο Κάρλο πρόσεξε ότι οι κάλτσες της είχαν ένα πολύ
ανοιχτό ροζ χρώμα, ενώ μια σειρά μικρές βούλες σχημάτιζαν μια ρίγα
στο πλάι. Θα είχε ενδιαφέρον να πληροφορήσει τη μητέρα του ότι η
πρακτική Αμερικανίδα επιχειρηματίας διέθετε και μια αίσθηση
ανεμελιάς. Κι εκείνος βρήκε ενδιαφέρον ότι την ανεμελιά αυτή τη
διέθετε η Τ ζούλιετ Τ ρεντ. «Δοκιμάσατε να φτιάξετε κάποια από τις
συνταγές μου;»
«Όχι, δε μαγειρεύω».
«Δεν...» Το τυπικό ενδιαφέρον του έγινε στη στιγμή ειλικρινές.
«Καθόλου;»
Η Τ ζούλιετ χαμογέλασε. Ο Κάρλο φαινόταν πραγματικά
σοκαρισμένος.
Εκείνος πάλι, βλέποντας το τέλειο στόμα της να χαμογελά,
αναγκάστηκε να ελέγξει ένα δεύτερο κύμα πόθου.
«Όταν είσαι αποτυχημένος σε κάτι, κύριε Φρανκόνι, αφήνεις να το
κάνει κάποιος άλλος».
«Θα μπορούσα να σας μάθω». Η ιδέα τον παραξένεψε. Δεν
πρόσφερε απλόχερα την πείρα του.
«Να μαγειρεύω;» Η Τ ζούλιετ χαλάρωσε τόσο που η φτέρνα της
γλίστρησε από το παπούτσι καθώς κουνούσε το πόδι της. «Δεν το
νομίζω».
«Είμαι καταπληκτικός δάσκαλος», επέμεινε ο Κάρλο μ’ ένα αργό
χαμόγελο.
Η Τ ζούλιετ του έριξε πάλι ένα από εκείνα τα ήρεμα, αιχμηρά
βλέμματά της. «Δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό. Εγώ, από την άλλη, είμαι
πολύ κακή μαθήτρια».
«Πόσων χρονών είστε;» τη ρώτησε και όταν την είδε να στενεύει
τα μάτια της, της χάρισε ένα γοητευτικό χαμόγελο. «Αγενής ερώτηση
όταν μια γυναίκα έχει φτάσει σε μια κάποια ηλικία. Εσείς δεν την
έχετε φτάσει».
«Είκοσι οχτώ», του απάντησε τόσο ψυχρά, που το χαμόγελό του
έγινε πιο πλατύ.
«Δείχνετε μικρότερη, αλλά τα μάτια σας έχουν την έκφραση
μεγαλύτερης γυναίκας. Θα ήταν χαρά μου να σας δώσω μερικά
μαθήματα, μις Τ ρεντ».
Η Τ ζούλιετ τον πίστεψε. Ήταν κι εκείνη καλή στο να πιάνει τα
υπονοούμενα. «Κρίμα που το πρόγραμμά μας δε θα το επιτρέψει».
Ο Κάρλο ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του και κοίταξε έξω από το
παράθυρο. Ο αυτοκινητόδρομος του Λος Άντζελες ωστόσο δεν
παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον. «Συμπεριλάβατε και τη Φιλαδέλφεια
στο πρόγραμμά μας όπως σας ζήτησα;»
«Θα περάσουμε μια ολόκληρη μέρα εκεί, προτού πάρουμε το
αεροπλάνο για τη Βοστόνη. Η περιοδεία μας θα τελειώσει στη Νέα
Υόρκη».
«Ωραία. Έχω μια φίλη εκεί, κι έχω να τη δω σχεδόν ένα χρόνο».
Η Τ ζούλιετ ήταν σίγουρη ότι ο Κάρλο θα είχε –φίλες– παντού.
«Έχετε ξανάρθει στο Λος Άντζελες;» τη ρώτησε.
«Ναι, πολλές φορές, για δουλειά».
«Ούτε εγώ έχω καταφέρει ακόμα να έρθω εδώ για διασκέδαση.
Πώς τη βρίσκετε σαν πόλη;»
Όπως κι εκείνος προηγουμένως, η Τ ζούλιετ κοίταξε έξω από το
παράθυρο χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον. «Προτιμώ τη Νέα Υόρκη».
«Γιατί;»
«Διαθέτει περισσότερο τσαγανό και λιγότερο λούστρο».
Του άρεσε η απάντηση και ο τρόπος που τη διατύπωσε. Γι’ αυτό
και την περιεργάστηκε με περισσότερη προσοχή. «Έχετε πάει ποτέ
στη Ρώμη;»
«Όχι», του απάντησε και ο Κάρλο νόμισε πως διέκρινε κάτι σαν
λαχτάρα στη φωνή της. «Δεν έχω πάει πουθενά στην Ευρώπη».
«Όταν το κάνετε, ελάτε στη Ρώμη. Είναι μια πόλη που έχει
χτιστεί με τσαγανό».
Η Τ ζούλιετ αφαιρέθηκε λίγο, αφήνοντας το μυαλό της να
ταξιδέψει, ενώ συνέχισε να χαμογελά. «Όταν τη σκέφτομαι, φέρνω
στο μυαλό μου μαρμάρινα σιντριβάνια και καθεδρικούς».
«Θα τα βρείτε αυτά –και πολύ περισσότερα». Το πρόσωπό της
ήταν τόσο φίνο που άξιζε να το σκαλίσεις σε μάρμαρο, σκέφτηκε ο
Κάρλο. Η φωνή της, γλυκιά κι απαλή, θα αντηχούσε τόσο όμορφα σε
έναν καθεδρικό ναό. «Η Ρώμη ανθίζει, παρακμάζει, και παλεύει με
νύχια και με δόντια για να ξανακερδίσει τη δόξα της. Μια έξυπνη
γυναίκα μπορεί να το εισπράξει αυτό. Μια ρομαντική γυναίκα
μαγεύεται από τα σιντριβάνια».
Η Τ ζούλιετ κοίταξε πάλι από το παράθυρο, καθώς η λιμουζίνα
σταματούσε έξω από το ξενοδοχείο. «Φοβάμαι ότι δεν είμαι πολύ
ρομαντική».
«Μια γυναίκα που έχει το όνομα Τ ζούλιετ δεν έχει κι άλλη
επιλογή».
«Η μητέρα μου το διάλεξε», του απάντησε. «Όχι εγώ».
«Δεν ψάχνετε για το Ρωμαίο σας;»
Η Τ ζούλιετ πήρε το χαρτοφύλακά της. «Όχι, κύριε Φρανκόνι. Δεν
ψάχνω».
Ο Κάρλο βγήκε πρώτος και της άπλωσε το χέρι του. Όταν η
Τ ζούλιετ πάτησε στο πεζοδρόμιο, εκείνος δεν έκανε πίσω για να της
αφήσει χώρο. Αντίθετα, πειραματίστηκε με την εμπειρία του
διακριτικού αγγίγματος του κορμιού της πάνω στο δικό του στη
μέση ενός πεζοδρομίου. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον
κοίταξε· το βλέμμα της δεν ήταν επιφυλακτικό, ήταν ευθύ.
Να την πάλι εκείνη η έλξη. Αυτή τη φορά δεν ήταν κάτι
απρόσωπο, κάτι που μπορούσε να του προκαλέσει οποιαδήποτε
γυναίκα. Ο πόθος του αυτή τη φορά ήταν βαθύς για μία και μοναδική
γυναίκα. Άρα έπρεπε να γευτεί το στόμα της. Στο κάτω κάτω ήταν
ένας άντρας που έκρινε τα πάντα από τη γεύση. Αλλά ήταν και ένας
άντρας που ήξερε να περιμένει. Ορισμένες δημιουργίες ήταν σύνθετες
και απαιτούσαν πολύ χρόνο προετοιμασίας για να τελειοποιηθούν.
Και, όπως η Τ ζούλιετ, επέμενε και αυτός στην τελειότητα.
«Μερικές γυναίκες», της ψιθύρισε, «δε χρειάζεται να ψάξουν, μόνο
να ξεφύγουν, ν’ αποφύγουν και να επιλέξουν».
«Μερικές γυναίκες», του απάντησε στον ίδιο χαμηλό τόνο,
«προτιμούν να μην επιλέξουν καθόλου». Η Τ ζούλιετ του γύρισε
επίτηδες την πλάτη για να πληρώσει τον οδηγό. «Έχω συμπληρώσει
ήδη για λογαριασμό σας το απαραίτητο έντυπο του ξενοδοχείου,
κύριε Φρανκόνι», του είπε πάνω από τον ώμο της κι έδωσε το κλειδί
στον γκρουμ που περίμενε. «Το δωμάτιό μου είναι ακριβώς απέναντι
από τη σουίτα σας».
Χωρίς να τον κοιτάξει, η Τ ζούλιετ ακολούθησε τον γκρουμ μέσα
στο ξενοδοχείο και το ασανσέρ. «Αν σας βολεύει, μπορώ να κάνω
κράτηση για δείπνο στις εφτά εδώ, στο ξενοδοχείο. Όταν θα είστε
έτοιμος, χτυπήστε μου απλά την πόρτα». Η Τ ζούλιετ έριξε μια ματιά
στο ρολόι της, υπολόγισε τη διαφορά της ώρας και διαπίστωσε πως
προλάβαινε να κάνει τρία τηλεφωνήματα στη Νέα Υόρκη και ένα στο
Ντάλας προτού κλείσουν τα γραφεία εκεί. «Αν χρειαστείτε κάτι, δεν
έχετε παρά να το παραγγείλετε και να το χρεώσετε στο δωμάτιό
σας».
Η Τ ζούλιετ βγήκε από το ασανσέρ, άνοιξε το φερμουάρ του
χαρτοφύλακά της κι έβγαλε το δικό της κλειδί, καθώς προχωρούσε.
«Είμαι σίγουρη πως θα βρείτε άνετη τη σουίτα σας».
Ο Κάρλο παρατηρούσε τις κοφτές, μετρημένες κινήσεις της. «Δεν
αμφιβάλλω καθόλου».
«Στις εφτά, τότε». Η Τ ζούλιετ είχε ήδη βάλει το κλειδί της στην
κλειδαριά, ενώ ο γκρουμ άνοιγε την πρώτη πόρτα που οδηγούσε στη
σουίτα απέναντι. Το μυαλό της ταξίδευε ήδη στα τηλεφωνήματα που
ήθελε να κάνει με το που θα έβγαζε τη ζακέτα και τα παπούτσια της.
«Τ ζούλιετ».
Εκείνη σταμάτησε, τίναξε πίσω τα μαλλιά της και τον κοίταξε
πάνω από τον ώμο της. Ο Κάρλο δε μίλησε αμέσως. «Μην αλλάξεις
το άρωμά σου», της ψιθύρισε. «Σεξ χωρίς λουλούδια, θηλυκότητα
χωρίς αδυναμία. Σου ταιριάζει».
Κι ενώ η Τ ζούλιετ συνέχιζε να κοιτάζει πάνω από τον ώμο της,
εκείνος εξαφανίστηκε μέσα στη σουίτα του και ο γκρουμ άρχισε να
του εξηγεί ευγενικά τις διάφορες ανέσεις που πρόσφερε. Ο Κάρλο δεν
άργησε να τον κάνει να γελάσει.
Η Τ ζούλιετ γύρισε το κλειδί της με περισσότερη δύναμη απ’ όση
χρειαζόταν, άνοιξε την πόρτα και την έκλεισε, ακουμπώντας πάνω
της. Για ένα λεπτό, έμεινε εκεί ακίνητη, περιμένοντας να ηρεμήσει.
Ο επαγγελματισμός της την είχε βοηθήσει να μην αρχίσει να
τραυλίζει και γίνει γελοία. Ο επαγγελματισμός της την είχε βοηθήσει
να συγκρατήσει τα νεύρα της. Κάτω από τον επαγγελματισμό όμως,
δεν έπαυε να κρύβεται η γυναίκα. Και ο αυτοέλεγχος της είχε
στοιχίσει. Η Τ ζούλιετ ήταν σίγουρη ότι δεν υπήρχε γυναίκα στον
κόσμο που θα κατάφερνε να μείνει εντελώς ασυγκίνητη από τον
Κάρλο Φρανκόνι. Αλλά δεν ήταν βάλσαμο για το εγώ της να
παραδεχτεί ότι αποτελούσε μέρος ενός πολύ μεγάλου συνόλου.
Εκείνος δε θα το μάθαινε ποτέ, είπε στον εαυτό της, αλλά ο
σφυγμός της ήταν ξέφρενος από την πρώτη στιγμή που είχε πιάσει ο
Κάρλο το χέρι της. Κι εξακολουθούσε να χάνει χτύπους. Ηλίθια,
μάλωσε τον εαυτό της και πέταξε την τσάντα της σε μια καρέκλα.
Ύστερα το σκέφτηκε καλύτερα και κάθισε κι εκείνη. Τα πόδια της
έτρεμαν. Η Τ ζούλιετ άφησε την ανάσα της να βγει αργά. Θα έπρεπε
να περιμένει μέχρι να ηρεμήσει.
Εντάξει, ήταν υπέροχος. Και πλούσιος... και ταλαντούχος. Και
εξωφρενικά σέξι. Αυτό το ήξερε ήδη, σωστά; Το πρόβλημα ήταν ότι
δεν ήταν σίγουρη πώς να τον αντιμετωπίσει. Όχι όσο σίγουρη θα
έπρεπε να είναι.

Κεφάλαιο 2
Η Τ ζούλιετ ήταν μια γυναίκα που έβγαζε τον καλύτερο εαυτό της
κάτω από πίεση, όταν είχε ν’ αντιμετωπίσει απρόοπτα της
τελευταίας στιγμής και μικρές κρίσεις. Πράγματα που σε κρατούν σε
εγρήγορση και ακονίζουν το μυαλό και το ενδιαφέρον σου. Αν η
δουλειά της ήταν απλή, δε θα ήταν τόσο ευχάριστη.
Ήταν όμως και μια γυναίκα που της άρεσαν τα νωχελικά μπάνια
με αφρόλουτρο και τα πολύ μεγάλα κρεβάτια. Πράγματα που σε
βοηθούν να διατηρήσεις την ισορροπία σου. Και πίστευε πως από τη
στιγμή που είχε ξεμπερδέψει με το πρώτο, της άξιζε το δεύτερο.
Αφού άφησε λοιπόν τον Κάρλο να γεμίσει τον ελεύθερο χρόνο του
με το δικό του τρόπο, εκείνη πέρασε μιάμιση ώρα στο τηλέφωνο και
στη συνέχεια άλλη μια ώρα για ν’ ανακεφαλαιώσει και να ρυθμίσει το
πρόγραμμα της επόμενης μέρας. Είχε προκύψει μια συνέντευξη της
τελευταίας στιγμής σε κάποια εφημερίδα κι έπρεπε να τη στριμώξει
κι αυτή κάπου. Τη στρίμωξε. Μια άλλη εφημερίδα θα έστελνε έναν
ρεπόρτερ της κι ένα φωτογράφο στο βιβλιοπωλείο όπου ο Κάρλο θα
υπέγραφε τα βιβλία του. Η Τ ζούλιετ σημείωσε τα ονόματά τους για
να τα θυμάται. Τα κύκλωσε με το στυλό της και τα κατέγραψε στη
μνήμη της. Έτσι όπως πήγαιναν τα πράγματα, αύριο θα ήταν τυχεροί
αν θα κατάφερναν να βρουν έστω και δυο ώρες να πάρουν μια ανάσα.
Τ ίποτε δε θα μπορούσε να την ευχαριστήσει περισσότερο.
Όταν πια έκλεισε τη χοντρή, δερμάτινη ατζέντα της, ήταν
πανέτοιμη να χωθεί στην μπανιέρα. Το κρεβάτι θα έπρεπε δυστυχώς
να περιμένει. Στις δέκα το βράδυ, υποσχέθηκε στον εαυτό της. Μέχρι
τις δέκα θα έπεφτε στο κρεβάτι της, θα κουλουριαζόταν και θα
βυθιζόταν στην ανυπαρξία.
Είχε υπολογίσει ακριβώς σαράντα πέντε λεπτά ελεύθερο χρόνο για
τον εαυτό της. Και θα τον περνούσε μουλιάζοντας. Στο μπάνιο ούτε
κατέστρωνε σχέδια, ούτε έκανε υπολογισμούς. Έβγαζε οτιδήποτε
επαγγελματικό από το μυαλό της και αφηνόταν στην απόλαυση.
Χαλάρωση –αφιέρωσε τα πρώτα δέκα λεπτά για να χαλαρώσει
πλήρως. Ονειροπόληση –θα μπορούσε να φανταστεί τη λευκή,
συμβατικών διαστάσεων μπανιέρα ως υπερπολυτελή και πελώρια.
Γιατί όχι από μαύρο μάρμαρο και αρκετά μεγάλη ώστε να χωράει
δύο; Ήταν μια κρυφή της φιλοδοξία ν’ αποκτήσει μια τέτοια μπανιέρα
κάποτε. Τη θεωρούσε το σύμβολο της απόλυτης επιτυχίας. Και θα
της σηκώνονταν οι τρίχες αν κάποιος αποκαλούσε το στόχο της
ρομαντικό. Πρακτικό, θα επέμενε εκείνη. Όταν δουλεύεις σκληρά,
χρειάζεσαι ένα μέρος να χαλαρώνεις. Και αυτό ήταν το δικό της
μέρος.
Η ρόμπα της κρεμόταν πίσω από την πόρτα –μεταξωτή, στο
πράσινο του νεφρίτη και προκλητικά κοντή. Δεν τη θεωρούσε
πολυτέλεια, απλώς αναγκαιότητα. Όταν κατά βάση έχεις ελάχιστο
χρόνο για να χαλαρώσεις, χρειάζεσαι κάθε δυνατή βοήθεια. Και
θεωρούσε τη μεταξωτή ρόμπα το ίδιο απαραίτητη όσο τα
μπουκαλάκια με τις βιταμίνες που είχε αραδιάσει στον πάγκο δίπλα
στο νιπτήρα. Όταν ταξίδευε, τα έπαιρνε πάντα μαζί της.
Αφού χαλάρωσε ονειροπολώντας, μπόρεσε ν’ απολαύσει και το
ζεστό νερό, τις μεταξένιες αρωματικές φουσκάλες που χάιδευαν το
δέρμα της.
Της είχε πει να μην αλλάξει το άρωμά της.
Η Τ ζούλιετ συνοφρυώθηκε όταν ένιωσε τους μυς στους ώμους της
να σφίγγονται. Α, όχι. Πήρε επίτηδες μια πλάκα από το σαπούνι του
ξενοδοχείου και την έτριψε στα μπράτσα της. Α, όχι, δε θα επέτρεπε
στον Κάρλο Φρανκόνι να εισβάλει στον προσωπικό χρόνο της. Αυτός
ήταν ο πρώτος κανόνας.
Είχε επιχειρήσει επίτηδες να την ταράξει. Και τα είχε καταφέρει.
Ναι, τα είχε καταφέρει, παραδέχτηκε η Τ ζούλιετ, κουνώντας
πεισματικά το κεφάλι. Αλλά αυτό αποτελούσε πια παρελθόν. Δε θα
επέτρεπε να ξανασυμβεί. Δουλειά της ήταν να προωθήσει το βιβλίο
του, όχι το εγώ του. Και για να το προωθήσει, θα έκανε το καθήκον
της και με το παραπάνω, θα επιστράτευε όλη την ενέργεια και τις
ικανότητές της, αλλά θα προστάτευε τα αισθήματά της.
Όταν ο Φρανκόνι θα επέστρεφε σε τρεις βδομάδες στη Ρώμη, ο
μόνος λόγος για να χαμογελά αυτάρεσκα θα ήταν η δουλειά του.
Εκείνη η άμεση έντονη έλξη έπρεπε να χαλιναγωγηθεί. Η Τ ζούλιετ
θα έθετε τις προτεραιότητές της. Ο Κάρλο θα μπορούσε να
συμπεριλάβει στη λίστα με τις κατακτήσεις του όσες Αμερικανίδες
ήθελε, αρκεί να μη βρισκόταν και το δικό της όνομα ανάμεσά τους.
Όπως και να είχε, ο Κάρλο δεν την ενδιέφερε σοβαρά. Απλώς είχε
ξυπνήσει το πρωτόγονο ένστικτο μέσα της. Δεν είχε λειτουργήσει η
λογική. Η Τ ζούλιετ προτιμούσε έναν εντελώς διαφορετικό τύπο
άντρα –έναν άντρα αξιόπιστο παρά λαμπερό, ειλικρινή παρά
γοητευτικό. Μια λογική γυναίκα ψάχνει για έναν τέτοιο άντρα όταν
φτάσει η κατάλληλη ώρα να κατασταλάξει. Και η Τ ζούλιετ υπολόγιζε
ότι αυτή η ώρα θα έφτανε για εκείνη σε τρία χρόνια. Μέχρι τότε θα
είχε στήσει τη δική της επιχείρηση. Θα ήταν οικονομικά ανεξάρτητη
και επαγγελματικά καταξιωμένη. Ναι, σε τρία χρόνια θα ήταν έτοιμη
να δημιουργήσει μια μόνιμη σχέση. Αυτό θα ταίριαζε τέλεια στο
πρόγραμμά της.
Κανονίστηκε, αποφάσισε κι έκλεισε τα μάτια της. Ωραία λέξη,
μόνο που το ζεστό νερό και ο μυρωδάτος αφρός δεν μπορούσαν πια
να τη χαλαρώσουν. Ελαφρώς εκνευρισμένη, τράβηξε την τάπα,
σηκώθηκε και άφησε το νερό να κυλήσει από το κορμί της. Ο
μεγάλος καθρέφτης πάνω από τον πάγκο είχε θολώσει, αλλά μέσα
από τους ατμούς μπορούσε να διακρίνει την Τ ζούλιετ Τ ρεντ.
Περίεργο, σκέφτηκε, πόσο χλομή, πόσο μαλακή και ευάλωτη
μπορεί να μοιάζει μια γυναίκα όταν είναι γυμνή. Εκείνη πίστευε ότι
ήταν δυνατή, πρακτική, ακόμα και σκληρή. Τ ώρα, όμως, μπορούσε
να διακρίνει στο θολό καθρέφτη την ευαισθησία, ακόμα και τη
λαχτάρα της.
Αισθησιακή; Η Τ ζούλιετ συνοφρυώθηκε, αλλά είπε στον εαυτό της
ότι δε θα έπρεπε να νιώθει δυσαρεστημένη που διέθετε μια λεπτή,
φίνα σιλουέτα κι όχι ένα χυμώδες κορμί με πλούσιες καμπύλες. Θα
έπρεπε να χαίρεται που είχε μακριά πόδια για να φτάνει γρήγορα στον
προορισμό της και λεπτούς γοφούς για να μπορεί να φοράει με
αξιοπρέπεια τα επαγγελματικά κουστούμια της. Ο αισθησιασμός δεν
αποτελεί ποτέ ατού σε μια καριέρα.
Χωρίς μακιγιάζ το πρόσωπό της έδειχνε πολύ νεανικό, σχεδόν
αφελές. Χωρίς ένα προσεγμένο χτένισμα, τα μαλλιά της ήταν ατίθασα,
ιδιότροπα.
Ευαίσθητη, νέα, ιδιότροπη. Η Τ ζούλιετ κούνησε αποδοκιμαστικά
το κεφάλι της. Αυτά δεν ήταν προσόντα για μια γυναίκα καριέρας.
Ήταν τυχερή που με τα κατάλληλα ρούχα και καλλυντικά μπορούσε
να τονίσει κάποια χαρακτηριστικά της και ν’ απαλύνει κάποια άλλα.
Πήρε μια πετσέτα, την τύλιξε γύρω της, ύστερα πήρε μια δεύτερη και
σκούπισε τους ατμούς από τον καθρέφτη. Όχι άλλη θολούρα,
σκέφτηκε. Για να πετύχεις, πρέπει να μπορείς να δεις καθαρά.
Έριξε μια ματιά στα μπουκαλάκια και στα σωληνάρια στον πάγκο
κι άρχισε να δημιουργεί την επαγγελματία μις Τ ρεντ.
Επειδή μισούσε την ησυχία που βασίλευε στα δωμάτια των
ξενοδοχείων, η Τ ζούλιετ άναψε την τηλεόραση όσο ντυνόταν.
Έπαιζε μια παλιά ταινία με τον Μπόγκαρτ και την Μπακόλ που της
άρεσε και τη χαλάρωσε πολύ περισσότερο από το αφρόλουτρο.
Παρακολούθησε το γνώριμο διάλογο, ανεβάζοντας τις φιμέ κάλτσες
της. Έγινε μάρτυρας του συγκρατημένου πάθους τους, φτιάχνοντας
τις τιράντες στο μαύρο αραχνοΰφαντο κορμάκι της. Κι ενώ η πλοκή
του έργου προχωρούσε, εκείνη κούμπωσε το φερμουάρ του στενού
μαύρου φορέματός της και έδεσε μια μακριά σειρά πέρλες ακριβώς
κάτω από το στήθος της.
Συνεπαρμένη από το έργο, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και
βούρτσισε τα μαλλιά της, κοιτάζοντας την οθόνη. Χαμογελούσε
απορροφημένη, αφηρημένη, αλλά θα τη σόκαρε αν κάποιος την
αποκαλούσε ρομαντική.
Όταν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα, κοίταξε το ρολόι της: 7:05.
Είχε χάσει δεκαπέντε λεπτά ρεμβάζοντας. Για να κερδίσει το χαμένο
χρόνο, η Τ ζούλιετ φόρεσε τα παπούτσια και τα σκουλαρίκια της,
πήρε την τσάντα και το σημειωματάριό της μέσα σε δώδεκα
δευτερόλεπτα ακριβώς. Πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα, έτοιμη να
απολογηθεί.
Ένα τριαντάφυλλο. Μόνο ένα, στο χρώμα που παίρνει το πρόσωπο
ενός κοριτσιού όταν κοκκινίζει από ντροπή. Όταν ο Κάρλο της το
έδωσε, η Τ ζούλιετ δε βρήκε τίποτε να πει. Εκείνος, πάλι, δεν
αντιμετώπιζε τέτοιο πρόβλημα.
«Μπέλ α». Έφερε το χέρι της στα χείλη του, προτού προλάβει
εκείνη να τον σταματήσει. «Υπάρχουν γυναίκες που δείχνουν ψυχρές
και αυστηρές όταν φορούν μαύρα. Άλλες πάλι...» Την περιεργάστηκε
επίμονα, αλλά το χαμόγελό του ήταν ευγενικό. «Σε άλλες πάλι το
μαύρο τονίζει απλώς τη θηλυκότητά τους. Ενοχλώ;»
«Όχι, όχι, και βέβαια όχι. Απλώς...»
«Α, την ξέρω αυτή την ταινία».
Χωρίς να περιμένει πρόσκληση, ο Κάρλο την προσπέρασε και
μπήκε. Το απλό, μονό δωμάτιο του ξενοδοχείου έπαψε πια να
φαντάζει τόσο απρόσωπο. Και γιατί όχι; Ο άνθρωπος αυτός μετέδιδε
ζωή, ενέργεια και πάθος στην ατμόσφαιρα λες και αυτή ήταν η
αποστολή του.
«Ναι, την έχω δει πολλές φορές». Δυο δυνατά πρόσωπα
κυριαρχούσαν στην οθόνη: του Μπόγκαρτ, ρυτιδιασμένο, με βαριά
μάτια, κουρασμένο· της Μπακόλ, απαλό, ομιχλώδες και προκλητικό.
«Πασιόνε», μουρμούρισε και η λέξη κύλησε από το στόμα του σαν
μέλι που σε προκαλούσε να το δοκιμάσεις. Απίστευτο –η Τ ζούλιετ
έπιασε τον εαυτό της να ξεροκαταπίνει. «Ένας άντρας και μια
γυναίκα μπορούν να προσφέρουν πολλά ο ένας στον άλλον, αλλά
χωρίς πάθος όλα είναι άνοστα. Σι;»
Η Τ ζούλιετ κατάφερε να συνέλθει. Δεν ήταν να συζητάς για πάθος
με τον Φρανκόνι. Το θέμα δε θα παρέμενε για πολύ ακαδημαϊκό.
«Μπορεί». Άλλαξε χέρι στη βραδινή τσάντα και την ατζέντα της,
αλλά δεν άφησε το τριαντάφυλλο. «Έχουμε πολλά να
κουβεντιάσουμε στο δείπνο, κύριε Φρανκόνι. Καλύτερα να
ξεκινήσουμε».
Με τους αντίχειρες στις τσέπες του γκρι παντελονιού του, ο Κάρλο
γύρισε το κεφάλι του και την κοίταξε. Η Τ ζούλιετ φαντάστηκε
εκατοντάδες γυναίκες να έχουν εμπιστευτεί αυτό το χαμόγελο.
Εκείνη δε θα το έκανε. Μ’ ένα τίναγμα του χεριού του, ο Κάρλο
έκλεισε την τηλεόραση. «Ναι, είναι ώρα να ξεκινήσουμε».

Ποια ήταν η γνώμη του γι’ αυτή; Ο Κάρλο έκανε στον εαυτό του την
ερώτηση και περίμενε να πάρει την απάντηση σταδιακά κατά τη
διάρκεια της βραδιάς.
Όμορφη. Δε θεωρούσε την αγάπη του για τις όμορφες γυναίκες
αδυναμία. Του άρεσε που η Τ ζούλιετ δεν είχε αισθανθεί την ανάγκη
να υποβαθμίσει τη φυσική ομορφιά της σε αυστηρότητα, αλλά ούτε
και να την τονίσει σε βαθμό που να δείχνει τεχνητή. Είχε βρει μια
ευχάριστη ισορροπία. Τη θαύμαζε γι’ αυτό.
Ήταν φιλόδοξη, κάτι που επίσης προκαλούσε το θαυμασμό του.
Έχανε πολύ γρήγορα το ενδιαφέρον του για τις όμορφες γυναίκες που
δεν είχαν καμιά φιλοδοξία.
Δεν του είχε εμπιστοσύνη και αυτό τον διασκέδαζε. Πίνοντας το
δεύτερο ποτήρι Μποζολέ, ο Κάρλο αποφάσισε ότι η
επιφυλακτικότητά της ήταν κομπλιμέντο για εκείνον. Κατά τη γνώμη
του, μια γυναίκα σαν την Τ ζούλιετ θα ήταν επιφυλακτική απέναντι σ’
έναν άντρα μόνο αν την έλκυε.
Αν ήταν ειλικρινής –και ήταν–, θα παραδεχόταν ότι οι
περισσότερες γυναίκες ένιωθαν έλξη γι’ αυτόν. Και του φαινόταν
δίκαιο τη στιγμή που κι εκείνες του ασκούσαν ανάλογη έλξη.
Κοντές, ψηλές, στρουμπουλές, λεπτές, γριές ή νέες, ο Κάρλο έβρισκε
τις γυναίκες μαγευτικές, απολαυστικές, διασκεδαστικές. Τ ις σεβόταν
όπως μπορούσε να το κάνει μόνο ένας άντρας που είχε μεγαλώσει
περιτριγυρισμένος από γυναίκες. Ωστόσο αυτό δε σήμαινε ότι δεν
μπορούσε να τις απολαύσει.
Και θ’ απολάμβανε την Τ ζούλιετ.
«Η εμφάνισή σας στο Καλ ημέρα, Λ.Α. είναι η πρώτη αυριανή σας
υποχρέωση». Η Τ ζούλιετ συμβουλεύτηκε τις σημειώσεις της, ενώ ο
Κάρλο τσιμπολογούσε πατέ. «Είναι το πρώτο σε ακροαματικότητα
πρωινό τοκ σόου όχι μόνο στο Λος Άντζελες αλλά σε όλη τη Δυτική
Ακτή. Η Λιζ Μαρκς είναι η οικοδέσποινα. Είναι πολύ ευπαρουσίαστη
–και όχι ιδιαίτερα πολυλογού. Στο Λος Άντζελες δε θέλουν πολλά
λόγια στις 8:00 π.μ.».
«Δόξα τω Θεώ».
«Όπως και να έχει το πράγμα, έχει ένα αντίτυπο του βιβλίου σας.
Είναι σημαντικό ν’ αναφέρετε μια δυο φορές τον τίτλο του εσείς, αν
δεν το κάνει εκείνη. Θα έχετε είκοσι ολόκληρα λεπτά στη διάθεσή
σας, έτσι δε θα υπάρξει πρόβλημα. Στη συνέχεια, από τη μία μέχρι τις
τρεις θα υπογράφετε αντίτυπα των βιβλίων σας στο Μπουκς
Ινκορπορέιτεντ στη Γουίλσιρ Μπούλεβαρντ». Η Τ ζούλιετ κράτησε
μια βιαστική σημείωση να τηλεφωνήσει το πρωί στο βιβλιοπωλείο
για έναν έλεγχο της τελευταίας στιγμής. «Αυτό θα θέλετε να το
διαφημίσετε, αλλά θα σας το υπενθυμίσω και το πρωί λίγο πριν βγείτε
στον αέρα. Φυσικά, θα θέλετε ν’ αναφέρετε επίσης ότι ξεκινάτε από
εδώ, την Καλιφόρνια, μια περιοδεία τριών εβδομάδων σε όλη τη
χώρα».
«Μμμ. Το πατέ είναι αρκετά καλό. Θα θέλατε λίγο;»
«Όχι, ευχαριστώ. Φάτε εσείς». Η Τ ζούλιετ έλεγξε τη λίστα της και
άπλωσε το χέρι να πιάσει το κρασί της χωρίς να τον κοιτάξει. Το
εστιατόριο ήταν κομψό και ήσυχο, αλλά αυτό δεν είχε καμιά
σημασία. Και σ’ ένα πολύβουο μπαρ της Στριπ Μπούλεβαρντ να
βρίσκονταν, εκείνη πάλι με τις σημειώσεις της θα ασχολούνταν.
«Αμέσως μετά το πρωινό σόου θα πάμε για ένα ραδιοφωνικό
σποτάκι. Ακολουθεί γεύμα με τον ρεπόρτερ των Τάιμς. Έχει
δημοσιευτεί ήδη ένα άρθρο για το βιβλίο σας στην Τρίμπιουν. Σας
έχω ένα απόκομμα. Θα θέλατε ίσως ν’ αναφέρετε και τα δύο
προηγούμενα βιβλία σας, αλλά καλύτερα να επικεντρωθείτε στο
καινούριο. Δε θα σας βλάψει να αναφέρετε και κάποιες από τις
μεγαλύτερες πόλεις της περιοδείας σας. Ντένβερ, Ντάλας, Σικάγο,
Νέα Υόρκη... Στη συνέχεια έχετε την υπογραφή των βιβλίων σας, ένα
σποτάκι στις βραδινές ειδήσεις και δείπνο με δύο αντιπροσώπους
βιβλιοπωλείων. Την επομένη...»
«Μία μέρα τη φορά», την έκοψε μαλακά ο Κάρλο. «Έτσι
κινδυνεύετε λιγότερο να σας δείξω τα δόντια μου».
«Εντάξει». Η Τ ζούλιετ έκλεισε την ατζέντα και ήπιε άλλη μια
γουλιά από το κρασί της. «Στο κάτω κάτω, οι λεπτομέρειες είναι
δική μου δουλειά, δική σας δουλειά είναι να υπογράφετε βιβλία και
να είστε γοητευτικός».
Ο