Anda di halaman 1dari 26

Έβαλντ Βασίλιεβιτς Ιλιένκοφ,

Η Διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στο Κεφάλαιο του Μαρξ
Σκέψεις με αφορμή την ελληνική έκδοση του έργου

Όταν το έτος 1960 ο Μ.Μ Ρόζενταλ1 επέστησε την προσοχή του σοβιετικού αναγνώστη σε ένα
βιβλίο ενός πρωτοεμφανιζόμενου και σχετικά νεαρού συγγραφέα, συνοδεύοντας αυτή του την
προτροπή του με λόγια : «Το βιβλίο του Ε.Β Ιλιένκοφ μελετά μία από τις πιο ουσιαστικές και
ενδιαφέρουσες πλευρές της διαλεκτικής μεθόδου, την οποία ο ίδιος ο Μαρξ περιέγραψε ως τη
μέθοδο της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Κατά την άποψη μας, το έργο του
συγγραφέα αξίζει την προσοχή των αναγνωστών που ενδιαφέρονται για τη μαρξιστική
φιλοσοφία, και θα πάρει την αρμόζουσα θέση στη βιβλιογραφία που μελετά τη φιλοσοφική
σημασία του Κεφαλαίου», είχε αναμφίβολα κρίνει σωστά. Το βιβλίο με τον τίτλο «Η διαλεκτική
του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στο Κεφάλαιο του Μαρξ2 του σοβιετικού φιλοσόφου
Έβαλντ Βασίλιεβιτς Ιλιένκοφ, το οποίο έχουμε πια στην διάθεση μας και στην ελληνική γλώσσα
από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, περιλάμβανε την πρώτη ολοκληρωμένη, και στην εποχή της την
πιο εμβριθή, φιλοσοφική ανάλυση της μαρξικής μεθόδου, και όχι μόνο όπως θα
προσπαθήσουμε να δείξουμε. Σε μερικές πλευρές του, το έργο αυτό δεν είναι ξεπερασμένο
ακόμη και στις μέρες μας. Κανένας από τους συγγραφείς οι οποίοι ασχολούνται με την
ανάλυση της μαρξικής λογικής μεθόδου αλλά και εν γένει της μαρξικής συνεισφοράς στην
ανθρώπινη κουλτούρα (και δυστυχώς για κάποιους ο αριθμός αυτών των ανθρώπων και
μελετητών δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητος ακόμη και μετά την παρέλευση 150 χρόνων από
την έκδοση του μεγάλου αυτού έργου του Καρόλου Μαρξ, εξαιτίας κυρίως της διαχρονικότητας
και επικαιρότητας της παρακαταθήκης του και του ιδεώδους του κομμουνισμού) δεν μπορεί
να παρακάμψει αυτό το σημαντικό και πολύ αποκαλυπτικό έργο.
Αν και σε γενικές γραμμές ο Ιλιένκοφ είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό και από άλλα έργα
του που έχουν αποδοθεί στα ελληνικά 3 , δεν είναι απολύτως σαφές για ποιους λόγους το

1
Ο Μαρκ Μοϋσέεβιτς Ρόζενταλ [Марк Моисеевич Розенталь, 1906-1975] ήταν σοβιετικός φιλόσοφος, ειδικός
στον τομέα της διαλεκτικής λογικής, της κοινωνικής φιλοσοφίας και της ιστορίας της ρωσικής φιλοσοφίας.
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Καθηγητής. Επίσης ήταν ο ένας από τους δύο κύριους συντάκτες ενός λεξικού της
φιλοσοφίας και του σοβιετικού λεξικού για τη φιλοσοφία.
2
Έβαλντ Ιλιένκοφ, Η Διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου, στο Κεφάλαιο του Μαρξ [Эвальд
Васильевич Ильенков, Диалектика абстрактного и конкретного в «Капитале» К. Маркса], μετφ.: Ηρακλής
Χριστοφορίδης, επιμ.: Γιώργος Στεφανίδης, Εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2017 ] Αξίζει εδώ για ιστορικούς και όχι
μόνο λόγους να αναφερθεί ότι Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στο Κεφάλαιο του Μαρξ
είχε αρχικό τίτλο Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στην επιστημονική και θεωρητική
σκέψη [Диалектика абстрактного и конкретного в научно-теоретическом мышлении] όμως ο τότε
διευθυντής του ινστιτούτου φιλοσοφίας της Ακαδημίας επιστημών Πιοτ Νικολάγιεβιτς Φεντοσέεβ [Пётр
Николаевич Федосеев (9 Αυγούστου 1908 — 18/8/1990)] έκρινε ότι ο τίτλος δεν ήταν αρμόζων, για λόγους
που θα δούμε παρακάτω. Πρόκειται για το πρώτο συστηματικό έργο του εν λόγω φιλοσόφου το οποίο απ’ ότι
φαίνεται ολοκλήρωσε στα μέσα της δεκαετίας του ’50, ενώ στη χώρα του θα κυκλοφορούσε στις αρχές της
δεκαετίας το ’60 και σχεδόν αμέσως ακολούθησε η έκδοσή του στα Ιταλικά (πρόκειται για «παράξενο» ιστορικό
συμβάν όπου το μετά επικαθορίζει το πριν), με εισαγωγή του Lucio Colletti, μαθητή του Galvano Della Volpe. Ο
ίδιος ο Λ. Κολλέτι αναζητούσε μια μη χεγκελιανή εκδοχή της μαρξιστικής φιλοσοφίας, μια στάση εντελώς
αντίθετη με αυτήν που υιοθετούσε ο Ιλιένκοφ, ο οποίος όχι μόνο δεν εγκατέλειψε την διαλεκτική και τον
δημιουργό της το Χέγκελ, αλλά απεναντίας προσπάθησε να την καταστήσει το κύριο εργαλείο του
αναζωογονημένου μαρξισμού. Η κυκλοφορία του έργου θα χάριζε στον συγγραφέα του το προσωνύμιο του
«Πάστερνακ της φιλοσοφίας», ενώ ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα, θα κατηγορείτο για «γνωσιολογισμό», θα
έχανε την δυνατότητα να διδάσκει στο πανεπιστήμιο, «προνόμιο» που θα τον συνόδευε έως το τέλος της ζωής
του, ενώ θα συνέχιζε να εργάζεται φιλοσοφικά μόνο ως ερευνητής στο Ινστιντούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας
Επιστημών.
3
1) Об идолах и идеалах, [Περί ειδώλων και ιδεατών] Политиздат, Москва, 1968 (ελλ. έκδοση: Τεχνοκρατία
και ανθρώπινα ιδεώδη στον σοσιαλισμό, μτφρ. Αποστόλης Τσέλιος, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα,1976) 2)

1
βασικό του φιλοσοφικό πόνημα παρέμεινε αμετάφραστο στη χώρα μας για δεκαετίες, αν
ληφθεί δε υπ’ όψιν, ο σαφώς μη τοπικός χαρακτήρας του καθώς και η ιδιαίτερη σημασία και
το ειδικό του βάρος για το σώμα του ζωντανού, διαχρονικού και αδογμάτιστου μαρξισμού.
Ωστόσο, πριν ασχοληθούμε στα πλαίσια αυτής της εισαγωγικής παρουσίασης με κάποια
βασικά. κατά τη γνώμη μας, σημεία του εν λόγω έργου, κρίνουμε σκόπιμο για την πληρέστερη
κατανόηση του, να κάνουμε μια ιστορική παρέκβαση για να αναφερθούμε σε ορισμένες
κρίσιμες στιγμές και γεγονότα στην ζωή του συγγραφέα, που σκιαγραφούν καλύτερα την
προσωπικότητά του, τις αναζητήσεις του, όσο κυρίως τις συνθήκες στις οποίες έγινε η
συγγραφή και η έκδοση του. Θεωρούμε ότι αυτό θα συμβάλλει στο να κατανοηθεί με
μεγαλύτερη σαφήνεια το γιατί ο Ιλιένκοφ δικαιολογημένα θεωρήθηκε ο ηγέτης ενός ρεύματος
αναγέννησης σε μαρξιστική κατεύθυνση της σοβιετικής φιλοσοφίας στα μέσα της δεκαετίας του
’50, μετά από την παρακμή της στον θεσμικό, ακαδημαϊκό, εγχειριδιακό και αποστεωμένο πια
μαρξισμό-λενινισμό με την παυλίτσα, ο οποίος από τα τέλη της δεκαετίας του ‘20 είχε γίνει
μαρξισμός-λενινισμός-σταλινισμός, δηλαδή με δύο «παυλίτσες». Αλλά και γιατί το έργο του,
παρόλο που αναδύθηκε στο έδαφος μια ιδιότυπα εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής
μετακαπιταλιστικής κοινωνίας (δηλαδή την μορφή στην οποία κατέληξε ο σοβιετικός
κοινωνικοοικονομικός μετασχηματισμός μετά την αποτυχία κατάργησης σε αυτόν της ισχύος
του νόμου της αξίας και του κεφαλαίου, και τον μαρασμό των κρατικών λειτουργιών υπέρ μια
κοινωνίας «ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών» που αποτελούσε το αληθινό και
αυθεντικό όραμα του Μαρξ), είναι ένα έργο που συνδέεται περισσότερο με τα ιδεώδη, τα
ιδανικά και το δυναμικό του στοχασμού της μεγάλης Οκτωβριανής επανάστασης, ένα έργο που
πάσχιζε, με πάθος και αγωνία, μέσα στις νέες μεταπολεμικές συνθήκες- ιδιαίτερα αντίξοες για
την αναγέννηση του ιδεώδους του κομμουνισμού- να τον αναζωογονήσει, τόσο ως δράση που
καταργεί την υπάρχουσα εγκαθιδρυμένη και παγιωμένη κατάσταση πραγμάτων, όσο και ως
σκοπό και επιθυμία για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, ουσιαστικής ισότητας και
ελευθερίας, που θα καταργεί την αποξένωση των ανθρώπων από τα δικά τους υλικά και
πνευματικά δημιουργήματα, θα αποκαθιστά τη σχέση ανθρώπου με τη φύση και θα θέτει την
αφετηρία της πραγματικής ανθρώπινης ιστορίας. Έτσι λοιπόν για να μπορέσει κανείς να
καταλάβει το παιχνίδι που παίχθηκε στο παρελθόν αλλά και παρτίδες του που συνεχίζονται
και στις μέρες μας είναι απαραίτητο να γνωρίσει από πιο κοντά τον άνθρωπο που το ξεκίνησε.4

Диалектическая логика. Очерки истории и теории, Политиздат, Москва, 1974 (ελλ. έκδοση: Διαλεκτική
λογική. Δοκίμια ιστορίας και θεωρίας, μτφρ. Μιχάλης Αναστασιάδης, πρόλ. Ευτύχης Μπιτσάκης, εκδόσεις
Gutenberg, Αθήνα 1983). 3) Ленинская диалектика и метафизика позитивизма, Москва Издательство
политической литературы, 1980 (ελλ. έκδοση: Η διαλεκτική του Λένιν και η μεταφυσική του θετικισμού, μτφρ.
Μιχάλης Μένικος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988). 4) 2016, 2009, Диалектика идеального [Η
Διαλεκτική του Ιδεατού], Логос, 1 (2009), σ. 6-62. (ελλ. έκδοση: Η διαλεκτική του Ιδεατού, μτφρ. Μάριος
Δαρβίρας, πρόλ. Αντρέι Μαϊντάνσκι, εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα 2016).
4
Κάποιοι κύκλοι για λόγους φανερά συνδεδεμένους με συγκεκριμένες πολιτικές σκοπιμότητες, συμπεριφορές
και θεωρητικές ερμηνείες, δήθεν φορώντας τον πολυφορεμένο χιτώνα του «γνήσιου μαρξισμού» και της
υπεράσπισης του «δήθεν αληθινού και μη διαστρεβλωμένου» Ιλιένκοφ, παραπληροφορούν όσον αφορά το
έργο του χρησιμοποιώντας ιστορικές ανακρίβειες και αφελείς ερμηνείες και εξηγήσεις, μειώνουν τη σημασία
της φιλοσοφικής του παρέμβασης, καθιστώντας τον ίδιο ένθερμο υπερασπιστή της δήθεν «σοσιαλιστικής
οικοδόμησης», «κριτικό φιλόσοφο» και διανοούμενο μόνο της μετασταλινικής καθεστηκυίας τάξης (πριν το
θάνατο του Στάλιν όλα λειτουργούσαν με προβληματάκια αλλά «αμιγώς σοσιαλιστικά»), έναν φιλόσοφο μη
φιλόσοφο , μια φιλοσοφική καρικατούρα δηλαδή, και φυσικά υποβαθμίζουν, σχεδόν μηδενίζουν την συνεχή
διαμάχη του και ουσιαστική θεωρητική του αντιπαλότητα με τον επίσημο εργαλειακό μαρξισμό της ιθύνουσας
γραφειοκρατικής δομής που τελικώς οδήγησε και στον τραγικό του θάνατο, σε ήσσονος σημασία διαφορά στα
πλαίσια της «σοβιετικής ακαδημαϊκής κοινότητας». Είναι χαρακτηριστικό εδώ το παρακάτω απόσπασμα: «Η
πλειοψηφία των συγγραφέων που μελετούν το έργο του Ιλιένκοφ και γράφουν γι’ αυτόν σήμερα εξαίρουν τον
“δημιουργικό” του μαρξισμό-αυτός ο όρος έχει καθιερωθεί στη σχετική βιβλιογραφία- και τον
αντιπαραβάλλουν με τον “επίσημο” σοβιετικό μαρξισμό, ο οποίος, κατά την άποψή τους, είναι στείρος
δογματικός, ανεπαρκής κ.ο.κ. Μέσα από αυτό το σχήμα επιχειρούν να ερμηνεύσουν την ένταση και τις διαμάχες

2
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Έβαλντ Βασίλιεβιτς Ιλιένκοφ (Эвальд Васильевич Ильенков) γεννήθηκε στο Σμολένσκ


το 1924 στην οικογένεια του συγγραφέα Βασίλι Πάβλοβιτς Ιλιένκοφ (Василий Павлович
Ильенков ,1897-1967) και της δασκάλας Ελισάβετ Ιλίντσινα (Ιλιένκοφ).Ένα γεγονός της
παιδικής ηλικίας που θα άφηνε ανεξίτηλα σημάδια πάνω στον μικρό τότε Έβαλντ ήταν η
μετακόμιση όλης της οικογένειας, το έτος 1928 στην Μόσχα, εξαιτίας της επαγγελματικής
ιδιότητας του πατέρα του, και η κατοίκηση της εκεί από το 1933 στο οίκημα της Ένωσης
Συγγραφέων. Εδώ, μέσα σε ένα περιβάλλον λογοτεχνών και καλλιτεχνών το μικρό παιδί θα
ανέπτυσσε μια ιδιαίτερη σχέση με την τέχνη και την κουλτούρα γενικότερα, που θα συνέχιζε
να παίζει πολύ ουσιαστικό ρόλο για αυτόν σε όλη του τη ζωή. Ο ίδιος θα θυμόταν αργότερα
αυτό το κομμάτι της ζωής του, νοσταλγικά και χαρακτηριστικά, ως εξής: « Στο σπίτι μας
ζούσαν πολλοί γνωστοί, σημαντικοί άνθρωπο- συγγραφείς, στρατιωτικοί κ.λ.π…Θυμάμαι, εμείς
ακόμα παιδιά να περιφερόμαστε μέσα σε όλο το σπίτι… Πέφταμε πάνω στον Γιούρι Αλέσα,
στον Έντουαρντ Μπαγκρίτσκι, στον Νικολάι Ασέγιεβ 5 … Αυτοί πάντοτε με χαρά μας
συναντούσαν και μας κερνούσαν τσάι και καραμέλες».6
Το έτος 1941, μετά την αποφοίτησή του από τη μέση εκπαίδευση, ο Ιλιένκοφ θα ξεκινήσει
τις σπουδές του στο φημισμένο Ινστιντούτο Φιλοσοφίας, Λογοτεχνίας και Ιστορίας στην πόλη
της Μόσχας, όμως σχεδόν αμέσως μετά το ξεκίνημα της πανεπιστημιακής του
εκπαίδευσης (ακριβώς ένα μήνα αργότερα) θα εξαναγκαστεί, εξαιτίας της έναρξης της μεγάλης
ναζιστικής επίθεσης στην Σοβιετική Ένωση (22 Ιουλίου 1941) και της σφοδρής εξέλιξης της
πολεμικής αναμέτρησης, να μετακομίσει μαζί με όλη του την οικογένεια στην πόλη Ασχαμπάντ,
όπου και θα μεταφέρονταν όλες οι πανεπιστημιακές σχολές μετά την εκκένωση της
πρωτεύουσας. Η πραγματικά χαοτική αυτή αφετηρία δεν στάθηκε ικανό εμπόδιο να αφοσιωθεί
ο Ιλιένκοφ στις σπουδές του. Σε αυτό βεβαίως συνέβαλλε αποφασιστικά και η συνάντησή του
με τον Μπορίς Στεπάνοβιτς Τσερνισόφ (Борис Степанович Чернышёв, 1896-1944) , έναν
ειδικό στην αρχαία γραμματεία και διακεκριμένο μελετητή της φιλοσοφίας του Χέγκελ, ο οποίος
έμελλε να ασκήσει σημαντική επιρροή στο νεαρό φοιτητή, και αυτός με τη σειρά του θα το
ανταπέδιδε, αναπτύσσοντας, έως την στιγμή της επιστράτευσης του τον Αύγουστο του 1942,
ένα παθιασμένο διανοητικό ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία.
Ο Ιλιένκοφ έλαβε ενεργό μέρος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως αξιωματικός του
πυροβολικού υπηρετώντας στο Δυτικό μέτωπο στην περιοχή της Λευκορωσίας και συμμετείχε
στις στρατιωτικές δυνάμεις που εισήλθαν στο Βερολίνο, την μέρα της μεγάλης αντιφασιστικής
νίκης, τον Οκτώβριο του 1944. Μετά την λήξη του πολέμου και έως τον Αύγουστο του 1945 θα
συνεχίσει τη θητεία του στο τμήμα των στρατιωτικών στρατευμάτων της Γερμανίας, στο
Βερολίνο, και εκεί, όπως ο ίδιος θα διηγούταν αργότερα, υποκλίθηκε μπροστά στον τάφο του

που πράγματι υπήρξαν μεταξύ του Ιλιένκοφ και ορισμένων κύκλων της ακαδημαϊκής κοινότητας στη φιλοσοφία,
στις οποίες μάλιστα αφιερώνονται και εκατοντάδες σελίδες της σχετικής βιβλιογραφίας» ( βλ. σχετικά, Ο Ε.Β
Ιλιένκοφ και η σοβιετική φιλοσοφία, συγγρ. Δημήτρης Κοιλάκος, ΚΟΜΕΠ, Τεύχος 5/2016, σελ. 47). Η αλήθεια
δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο διαφορετική από αυτήν που αναπαράγει το συγκεκριμένο άρθρο στην
ολότητά του.
5
Юрий Карлович Олеша (1899 – 1960), ρώσος και σοβιετικός μυθιστοριογράφος. Θεωρείται ένας από τους
μεγαλύτερους Ρώσους μυθιστοριογράφους του 20ου αιώνα. Эдуард Георгиевич Багрицкий (1895 – 1934)
ήταν ένας σημαντικός ρώσος και σοβιετικός ποιητής, μεταφραστής και θεατρικός συγγραφέας, γραφίστας με
πολλές επιρροές από το ρεύμα του κονστρουκτιβισμού. Николай Николаевич Асеев (1889—1963) —ρώσος
σοβιετικός ποιητής και μεταφραστής, σεναριογράφος, φιγούρα του ρωσικού φουτουρισμού.
6
Αναφέρεται στο С.Н. Мареев, Э.В.Ильенков: жить философией. - М.: Академический проект, 2015,
σελ.15.

3
Χέγκελ. Στην Μόσχα θα επέστρεφε το καλοκαίρι του 1945 για εργαστεί για την στρατιωτική
εφημερίδα «Κόκκινο Άστρο». Η επιστροφή αυτή τον βρήκε πολύ αλλαγμένο. Η νεανική του
ελπίδα και αισιοδοξία είχαν μετασχηματισθεί έως και χαλιναγωγηθεί από την συνάντηση του
με το μεγαλείο και τον ηρωισμό, αλλά κυρίως την φρίκη, την σκληρότητα και την ωμότητα του
πολέμου. Ο μέντορας του Τσερνιτσόφ είχε εν τω μεταξύ πεθάνει, και ο
Ιλιένκοφ, αναποφάσιστος ως προς το ποια κατεύθυνση επιθυμούσε να επιλέξει, μέσα στο όχι
και τόσο φιλόξενο κλίμα που επικρατούσε στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών, αρχικά
προσπάθησε να ακολουθήσει σπουδές στο πεδίο της αισθητικής και της τέχνης. Τελικά θα τον
κέρδιζε η φιλοσοφία και το 1950 θα ολοκλήρωνε επιτυχώς τις σπουδές του σε αυτό το πεδίο
και θα ξεκινούσε μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Ιστορίας της Φιλοσοφίας, ένα σχετικά
ελεύθερο τμήμα που ενεθάρρυνε τους φοιτητές να ασχοληθούν με την μελέτη των αυθεντικών
φιλοσοφικών και μη φιλοσοφικών κειμένων και όχι να ασχολούνται με τα διάφορα εισαγωγικά
εγχειρίδια που ευδοκιμούσαν εκείνη την περίοδο.
Ο Ιλιένκοφ αφιέρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην ανάλυση της μαρξικής μεθόδου
και το 1953 θα υπεράσπιζε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Ορισμένα προβλήματα της
υλιστικής διαλεκτικής στο έργο του Μαρξ “Συμβολή στην κριτική της Πολιτικής Οικονομίας”». 7
Μέχρι το τέλος της ζωής του , ωστόσο, θα δημιουργούσε και άλλα σημαντικά έργα
όπως, Για τα είδωλα και ιδεατά , Διαλεκτική Λογική , Η διαλεκτική του ιδεατού , Η διαλεκτική
του Λένιν και η μεταφυσική του θετικισμού , θα έγγραφε πολλά σημαντικά άρθρα και θα έκανε
κρίσιμες φιλοσοφικές και μη παρεμβάσεις, πολλά από τα οποία είναι άγνωστα τόσο στο
ελληνικό όσο και στο αγγλόφωνο κοινό. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα έργο μεστό, πολυσχιδές,
πλούσιο σε περιεχόμενα και εκφραστικά απολαυστικό κυρίως όμως πρόκειται για μια συμβολή
αυθεντική και διαχρονική στο σώμα της φιλοσοφίας.8

Εδώ νομίζουμε πως αξίζει να γίνει μία συνοπτική αναφορά στο το τι είχε προηγηθεί της
Διαλεκτικής του αφηρημένου και του συγκεκριμένο στο επίπεδο της θεωρίας;
Σταχυολογούμε:

7
Ильенков Э. В, «Некоторые вопросы материалистической диалектики в работе К. Маркса “К критике
политической экономии“». Επιβλέπων ήταν ο καθηγήτης φιλοσοφίας και μετέπειτα ακαδημαϊκός Τ.Η.
Όιζερμαν [Теодор Ильич Ойзерман, 1914 –2017]. Ουσιαστικά πρόκειται για την εργασία από την οποία που
αργότερα ο Ιλιένκοφ θα αντλήσει για συγγράψει στο βιβλίο Η διαλεκτική του αφηρημένου και του
συγκεκριμένου. Επίσης χρειάζεται εδώ να αναφερθεί ότι στη Σοβιετική Ένωση αλλά και σε πολλές χώρες του
πρώην «Ανατολικού» μπλοκ οι μεταπτυχιακές σπουδές ολοκληρώνονταν με διδακτορική διατριβή και απονομή
του πρώτου μεταπτυχιακού τίτλου υποψηφίου Διδάκτορα των επιστημών (Кандидат наук) αντίστοιχου με το
PhD άλλων χωρών. Όποιος συνέχιζε ακαδημαϊκή ερευνητική διαδρομή μπορούσε να εκπονήσει και
υπερασπίσει και δεύτερη διατριβή και να αποκτήσει τίτλο Διδάκτορα των επιστημών (Доктор наук), το
αντίστοιχο με την «υφηγεσία» ή «διατριβή για υφηγεσία» ή «διατριβή επί υφηγεσία», ένα είδος
μεταδιδακτορικού που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να λάβει κάποιος την πανεπιστημιακή βαθμίδα
του Privatdozent (υφηγητής) σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γερμανία, που υπήρχε παλιότερα και στην
Ελλάδα. Ο Ιλιένκοφ θα λάβει αυτόν το τίτλο στις 26/11/1968 με τίτλο «Περί του ζητήματος της φύσης της
νόησης ( πραγματεία βασισμένη στο υλικό της ανάλυσης της γερμανικής κλασσικής διαλεκτικής)».
8
◗ Об идолах и идеалах, (Περί ειδώλων και ιδεατών) Политиздат, Москва, 1968 (ελλ. έκδοση: Τεχνοκρατία
και ανθρώπινα ιδεώδη στον σοσιαλισμό, μτφρ. Αποστόλης Τσέλιος, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1976).
◗ Диалектическая логика. Очерки истории и теории, Политиздат, Москва, 1974 (ελλ. έκδοση: Διαλεκτική
λογική. Δοκίμια ιστορίας και θεωρίας, μτφρ. Μιχάλης Αναστασιάδης, πρόλ. Ευτύχης Μπιτσάκης, εκδόσεις
Gutenberg, Αθήνα 1983).
◗ Ленинская диалектика и метафизика позитивизма, Москва Издательство политической литературы,
1980 (ελλ. έκδοση: Η διαλεκτική του Λένιν και η μεταφυσική του θετικισμού, μτφρ. Μιχάλης Μένικος, εκδόσεις
Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988).
◗ Диалектика идеального, Логос, 1 (2009), σ. 6-62. (ελλ. έκδοση: Η Διαλεκτική του Ιδεατού, μτφρ. Μάριος
Δαρβίρας, πρόλ. Αντρέι Μαϊντάνσκι, εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα 2016).

4
1. Η μεγάλη φιλοσοφική διαμάχη που είχε ξεσπάσει στα πλαίσια της μετεπαναστατικής
σοβιετικής φιλοσοφίας κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’20 ανάμεσα σε δύο
θεωρητικές ομάδες, την ομάδα των επονομαζόμενων «μηχανικιστών» με κύριο εκπρόσωπο
τους την Λ. I. Άξελροντ-Όρθοντοξ και την ομάδα των «διαλεκτικών» με επικεφαλής τον
Ντεμπόριν.9 Πολύ συνοπτικά, συμπυκνώνοντας τη θεωρητική μορφή της διαμάχης, θα
λέγαμε ότι , από τη μια οι μηχανικιστές συνέκλιναν στο να θεωρούν τη φιλοσοφία ένα είδος
μεταφυσικής και σχολαστικής ενασχόλησης εν σχέσει με τις επιστήμες, οι οποίες κατά
αυτούς είχαν την ικανότητα και την αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλύουν όλα τα
θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα, ενώ από την άλλη, η ομάδα που συσπειρωνόταν
γύρω από τον Ντεμπόριν υποστήριζε ότι η φιλοσοφία αποτελούσε γενική μεθοδολογία και
επιστημονική μέθοδο η οποία αγκαλιάζει όλα τα πράγματα, τα φαινόμενα, και τις
διαδικασίες της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης νόησης. Είναι φανερό ότι η κάθε
επιμέρους θέση λειτουργούσε πολύ διαφορετικά, κυρίως και πρωτίστως, στο πολύ επίμαχο
ζήτημα της εποχής που ήταν ο ρόλος της σχέσης της φιλοσοφίας με την επιστήμη, και
καλλιεργούσε άλλες συμμαχίες κοινωνικές και πολιτικές μέσα στο καμίνι των
κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων της δεκαετίας του ’20. Η αντιπαλότητα αυτή, και αφού εν τω
μεταξύ η ομάδα των «διαλεκτικών» είχε καταφέρει προσωρινά να επιβληθεί των αντιπάλων
της, θα ελάμβανε τέλος με την επίσημη παρέμβαση του κόμματος- και δη του επικεφαλής
του Ι.Β. Στάλιν- με αποτέλεσμα η ομάδα του Ντεμπόριν με τη σειρά της να εξασθενίσει και
να οδηγηθεί σε παρακμή. Συνάμα η κομματικότητα θα διακηρυχτεί ως ο ακρογωνιαίος λίθος
κάθε δραστηριότητας της πνευματικής ζωής, και η αξίωση για ενότητα θεωρίας και
πρακτικής γίνεται το εργαλείο θεωρητικής αιτιολόγησης και δικαιολόγησης κάθε πολιτικής
πράξης και κάθε κρατικής απόφασης.10 Η πορεία της μετατροπής του μαρξισμού σε
απολογητή της καθημερινής πολιτικής θα διαρκέσει σχεδόν μία δεκαετία και θα κορυφωθεί
το 1938. Εφεξής παγιωθεί με το συνοπτικό «φιλοσοφικό» δοκίμιο του Στάλιν Διαλεκτικός
και ιστορικός υλισμό» το οποίο για μια δεκαπενταετία σχεδόν αποτέλεσε τη βίβλο της
σοβιετικής φιλοσοφίας.11
2. Η δημοσίευση δύο σημαντικών κειμένων στην ιστορία της μαρξικής σκέψης, του
βιβλίου του Ούγγρου φιλοσόφου Γκέοργκ Λούκατς Ο νεαρός Χέγκελ (1948) και το βιβλίο

9
Η Λιούμποβνα Ισσαάκοβνα Άξελροντ-Όρθοντοξ [Любовь (Эмтер) Исааковна Аксельрод,-Ортодокс, 1868-
1946 ήταν ρωσίδα επαναστάτρια, μαρξίστρια φιλόσοφος και θεωρητικός της τέχνης. Ο Αβραάμ Μοϋσέεβιτς
Nτεμπόριν [Абрам Моисеевич Деборин (Йоффе) , 1881- 8 Μαρτίου 1963] ήταν σοβιετικός μαρξιστής
φιλόσοφος και ακαδημαϊκός της Σοβιετικής Ακαδημίας Επιστημών (1929).
10
Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ένα απόσπασμα από ένα λόγο του Στάλιν στη διάσκεψη των μαρξιστών ειδικών
για το αγροτικό ζήτημα, στις 27 Δεκεμβρίου 1929, χρονιά της μεγάλης «στροφής»: «Ενώ όμως έχουμε λόγους
να είμαστε περήφανοι για τις πρακτικές επιτυχίες μας στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, δεν μπορούμε να πούμε
το ίδιο και για τις επιτυχίες στη θεωρητική μας δουλειά στον τομέα της οικονομίας γενικά, στον τομέα της
αγροτικής οικονομίας ειδικά. Κάτι περισσότερο. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η θεωρητική σκέψη δεν
προλαβαίνει τις πρακτικές μας επιτυχίες, ότι έχουμε κάποια διάσταση στις πρακτικές μας επιτυχίες και στην
ανάπτυξη της θεωρητικής σκέψης».
11
Το κείμενο ήταν ένα μικρό δοκίμιο όπου σε μια παρουσίαση προσιτή στον απλό αναγνώστη, ο διαλεκτικός
και ο ιστορικός υλισμός αναγόταν σε ένα σύνολο σημείων που θύμιζαν τα διευθετημένα με πολύ τάξη φοιτητικά
σκονάκια. Τα πρώτα 10 χρόνια εκδόθηκαν τουλάχιστον 36 εκατομμύρια αντίτυπα της «φιλοσοφικής αυτής
εργασίας», ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας θα εξυψωνόταν στη θέση των κλασσικών του μαρξισμού. Το κείμενο
συμπεριλήφθηκε ως τμήμα του τέταρτου κεφαλαίου της περίφημης Ιστορίας του Κομμουνιστικού Κόμματος
(Μπολσεβίκων) της Σοβιετικής Ένωσης που συντάχθηκε από επιτροπή της κεντρικής επιτροπής του κόμματος
και εγκρίθηκε από αυτή ( α’, β’ τόμος, μετφρ. Δ. Παπάζογλου, επιμ. Πέτρος Ρούσος, Εκδόσεις του Λαού, Αθήνα
1974), ένα κείμενο με πολύ μεγάλη παγκόσμια επιρροή. Είναι χαρακτηριστική η πρώτη φράση του κειμένου
πως «ο διαλεκτικός υλισμός είναι η κοσμοθεωρία του μαρξιστικο-λενινιστικού κόμματος» η οποία επισφραγίζει
και όλο του το νόημα. Για μια αναλυτική παρουσίαση βλ. Anton Donoso, Stalinism in Marxist Philosophy,Studies
in Soviet Thought 19 (1979), σελ. 113-141.

5
Υποκείμενο –Αντικείμενο (1952) του γερμανού μαρξιστή φιλοσόφου Ερνστ Μπλοχ.12 Ας
σημειωθεί εδώ ότι και για τα δύο παραπάνω σημαντικά θεωρητικά πονήματα στην ιστορία
της μαρξιστικής σκέψης δεν διαθέτουμε ελληνικές μεταφράσεις. Αλλά ας επιστρέψουμε
στην προβληματική μας. Και τα δύο παραπάνω έργα έδωσαν το έναυσμα για την ανάπτυξη
μια πολύ ενδιαφέρουσας συζήτησης για τον ρόλο, τη σημασία και την επιρροή της
χεγκελιανής σκέψης στο έργο του Μαρξ. Η εν λόγω συζήτηση είχε βαρύνουσα σημασία
ιδιαίτερα αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι θέσεις που υιοθετούσε η πλειοψηφία των σοβιετικών
φιλοσόφων απέναντι στον Χέγκελ την περίοδο από το 1941 έως το 1955 ως αποτέλεσμα
των προλεχθέντων. Αν και οι κλασσικοί του μαρξισμού αλλά και ο ίδιος ο Λένιν έτρεφαν
μεγάλη εκτίμηση στον γερμανικό ιδεαλισμό, σε βαθμό που να αναφέρεται ως μία από τις
τρεις βασικές πηγές του δικού τους θεωρητικού εγχειρήματος (με τις άλλες πηγές να είναι
ως γνωστόν η αγγλική πολιτική οικονομία και ο γαλλικός ουτοπικός σοσιαλισμός), όπως
είδαμε με πρωτοβουλία του ίδιου του Στάλιν, την δεκαετία του 40, τα πράγματα θα άλλαζαν
ξαφνικά. Τώρα πια οι γερμανοί ιδεαλιστές από εκπρόσωποι της προοδευτικής σκέψης της
εποχής τους μετατρέπονταν ξαφνικά σε εκπροσώπους της αριστοκρατικής αντίδρασης και
του υλισμού της γαλλικής επανάστασης. Μέσα σε αυτό το κλίμα, τα βιβλία των Λούκατς και
Μπλόχ συνέβαλαν πολύ στην εκ νέου ανάδευση των νερών και φυσικά αυτό επρόκειτο να
προκαλέσει άμεσα της αντίδραση της κομματικής γραμμής.
3. Το τρίτο πολύ σημαντικό γεγονός, μέσα στο ίδιο το σώμα του διεθνούς μαρξισμού αυτή
τη φορά, ήταν η ανακάλυψη και έκδοση των Βασικών γραμμών της Πολιτικής Οικονομίας
(Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie ), του γραπτών του Μαρξ των ετών 1856-
1857, που για πρακτικούς λόγους ήταν εντελώς άγνωστα για τους μαρξιστές, πάνω από
μισό αιώνα μετά τον θάνατο στου συγγραφέα τους. 13 Τα Grundrisse θεωρούταν ως η πιο
ώριμη πηγή του Μαρξ και το σημείο όπου ο μετέπειτα συγγραφέας του Κεφαλαίου
παρουσίαζε εναργώς τη μέθοδό του.
4. Το έργο του σοβιετικού ψυχολόγου Λεβ Σεμιόνοβιτς Βιγκότσκι (Лев Семенович
Выготский, 17 Νοεμβρίου 1896 – 11 Ιουνίου 1934)14 ( του « Μότσαρτ της ψυχολογίας»
όπως έχει με σημασία αποκαλεστεί από κάποιους15, που φυσικά από το δυτικό κόσμο
ανακαλύφθηκε μόλις τη δεκαετία του 1960, τρεις δηλαδή ολόκληρες δεκαετίες μετά τον
θάνατό του), ο ρόλος που διαδραματίζει σε αυτό η φιλοσοφική μεθόδου του Σπινόζα, και
το σημαντικό συμπέρασμά του πως η πνευματική ανάπτυξη των παιδιών και του ψυχισμού
τους είναι λειτουργία των ανθρώπινων κοινοτήτων, παρά των μεμονωμένων ατόμων.
Στοιχείο που θα διαδραματίσει στον Ιλιένκοφ ξεχωριστό ρόλο κατά την δική του
επεξεργασία της φύσης και του χαρακτήρα των ιδεατών οντοτήτων.

Ο Ιλιένκοφ, βαθύς γνώστης των θεωρητικών εξελίξεων, είχε πλήρη επίγνωση της σημασίας
όλων των παραπάνω. Ειδικότερα κατά την περίοδο της συγγραφής της διδακτορικής του

12
György Lukács, Der junge Hegel: Über die Beziehungen von Dialektik und Ökonomie Publisher,
Suhrkamp, 1948.
Ernst Bloch, Subjekt-Objekt. Erläuterungen zu Hegel, Berlin. Aufbau-Verlag, 1952.
13
Τα Grunrisse [Καρλ Μαρξ: Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse Der kritik Der
Politischen Okonomie) 1857-1858, προλ., μετφ., σημ.: Διονύσης Διβάρης, Εκδ. Στοχαστής, 3 τόμοι, Αθήνα] δεν
είχαν εκδοθεί ολοκληρωμένα σε ρωσική μετάφραση, ενώ ούτε η πρώτη γερμανική έκδοση του 1939-1941
(Μόσχα) ούτε η ανατύπωση του 1953 ( Βερολίνο) εκδόθηκαν ως μέρη της ανολοκλήρωτης σοβιετικής έκδοσης
των απάντων του Μαρξ (MEGA) ή ως μέρη των επιλεγμένων έργων (WERKE). Ωστόσο σε αντίθεση με τα
χειρόγραφα (Früehschriften) του 1844, τα οποία εξαφανίστηκαν από το επίσημο corpus του Μαρξ,
τα Grundrisse εκδόθηκαν τελικώς στην ΕΣΣΔ και μάλιστα στο αποκορύφωμα της σταλινικής περιόδου της.
14
Το γνωστότερο βιβλίο του είναι το «Σκέψη και Γλώσσα» που εκδόθηκε το 1934 ( Ελληνική έκδοση: Βιγκότσκι
Λέβ, Σκέψη και Γλώσσα, Μτφρ.: Ροδή Ατζελίνα, Εκδ.:Γνώση, Αθήνα 2008)
15
Toulmin, Stephen. 1978. The Mozart of Psychology. New York Review of Books 28: 51–57.

6
εργασίας, η έκδοση των Παρισινών Χειρογράφων του Μαρξ του έτους 184416, που δεν
συμπεριλαμβάνονταν στο κανονικό corpus των κλασσικών του μαρξισμού, αλλά που
αποτελούσαν αναμφίβολα έργο του ίδιου του Μαρξ, σε συνδυασμό με τις παραπάνω εξελίξεις
στο πεδίο της θεωρίας, θα μπορούσαν να εκληφθούν ως μια νέα βάση για την θεωρητική
επανεξέταση ορισμένων άκαμπτων έως τότε θεωρητικών θέσεων, για μία επανεκκίνηση της
γνήσιας μαρξιστικής σκέψης, από τον θεωρητικό λήθαργο όπου αυτή είχε περιπέσει σχεδόν
για τρεις δεκαετίες. Ο φιλοσοφική σκέψη του Ιλιένκοφ για τη στροφή προς αυτή την κατεύθυνση
ήταν κομβικής σημασίας. Ως προς αυτό το γεγονός , αλλά και γενικότερα ως μια αποτίμηση
του ρόλου που έμελε να διαδραματίσει ως φιλοσοφική φιγούρα ο Ιλιένκοφ τα επόμενα χρόνια
στην χώρα του, και την μεγάλη συμβολή που έμελλε να έχει στην διαμόρφωση μια νέας γενιάς
νέων φιλοσόφων, αξίζει εδώ να αναφερθεί μια χαρακτηριστική ρήση του Μιχαήλ
Αλεξάνδροβιτς Λίφσιτς (Михаил Александрович Лифшиц, 1905-1983), μιας άλλης πολύ
σπουδαίας πνευματικής προσωπικότητας της σοβιετικής εποχής , κριτικού της λογοτεχνίας
και θεωρητικού στο πεδίο της αισθητικής και της κουλτούρας, φίλου και συνεργάτη του
Ούγγρου φιλοσόφου Γκέοργκ Λούκατς (Ο Λούκατς είχε σε αυτόν αφιερώσει τη φιλοσοφική
εργασία Ο νεαρός Χέγκελ στην οποία προαναφερθήκαμε) με την οποία , πολύ αργότερα , θα
περιέγραφε την επιρροή που άσκησε στον ίδιο ο νεαρός φιλόσοφος: «Σε κάθε περίπτωση,
όταν βρισκόμουν στο άσυλο17 και εμφανίστηκε ο Ιλιένκοφ με τα χεγκελιανά του προβλήματα της
“αποξένωσης” και της “πραγμοποίησης”, οι περιστάσεις της εποχής ήταν τέτοιες που οι
φιλοσοφικές λεπτολογίες προκαλούσαν μειδιάματα. Θυμάμαι ότι διάβασα ένα πρώιμο
χειρόγραφο για τη διαλεκτική στο Κεφάλαιο του Μαρξ και κατάλαβα ότι τα χρόνια του πολέμου
και των μεταπολεμικών γεγονότων δεν εξάντλησαν τις καλύτερες προπολεμικές παραδόσεις…
Ο Έβαλντ Ιλιένκοφ με το ζωντανό του ενδιαφέρον για τον Χέγκελ και τον νεαρό Μαρξ, με την
κατανόηση της διαλεκτικής του Κεφαλαίου, των φιλοσοφικών τετραδίων του Λένιν, φαινόταν να
είναι ο συνεχιστής του πεπρωμένου μας». 18
Υπό το φως αυτών των εξελίξεων και μέσα σε ένα κλίμα απόρριψης της σκέψης του Χέγκελ
ως ακραίου προϊόντος της αστικής φιλοσοφίας, είναι ευνόητο γιατί η σημαντική εργασία του
Ιλιένκοφ -η οποία αποκάλυπτε πολλά σημαντικά στοιχεία της μαρξικής κατανόησης του
χεγκελιανού corpus στο Κεφάλαιο του Μαρξ- χρειάστηκε επτά ολόκληρα χρόνια για
να εκδοθεί με μορφή βιβλίου, το έτος 1960, και παρότι επρόκειτο για μια σοβαρά λογοκριμένη
εργασία, η δημοσίευσή θα καθιέρωνε αμέσως τον Ιλιένκοφ ως μια από τις πιο κεντρικές
φιγούρες μια γνήσιας προσπάθειας αποσταλινοποίησης της σοβιετικής φιλοσοφικής
κουλτούρας.19

16
Καρλ Μαρξ, Παρισινά Χειρόγραφα (1844). Ελληνική έκδοση: Καρλ Μαρξ, κείμενα από τη δεκαετία του 1840,
μια ανθολογία, σελ. 205-322, μετ.: Θ. Γκιούρας, επιμ.: Θ. Γκιούρας, Θ. Νουτσόπουλος, Εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα 2014)
17
Με τον όρο «άσυλο» εδώ ο Λίφσιτς εννοούσε την παθητική πνευματική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει
κατά την περίοδο του πολέμου και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
18
Лифшиц М. - Диалог с Эвальдом Ильенковым. (Проблема идеального), [Λίφσιτς Μιχαήλ , Διάλογος με τον
Έβαλντ Ιλιένκοβ (το πρόβλημα του ιδεατού) М.: Прогресс-Традиция, 2003], σελ.13-14.
19
Για λόγους ιστορικής πληρότητας χρειάζεται να αναφερθεί εδώ ότι τον Απρίλιος του 1954 ήρθαν στο φως οι
«Θέσεις σχετικά με το ζήτημα της σχέσης της φιλοσοφίας και της γνώσης για τη φύση και την κοινωνία, κατά τη
διαδικασία της ιστορικής τους ανάπτυξης» («К вопросу о взаимосвязи философии и знаний о природе и
обществе в процессе их исторического развития»), συγγραφείς των οποίων ήταν Ε.Β. Ιλιένκοφ και ο Β.Ι.
Κοροβίκοφ. Ο τότε επικεφαλής του τμήματος επιστήμης του ΚΚΣΕ Α.Μ. Ρουμάντσεφ αξιολόγησε αρνητικά την
εργασία αυτή ως μια «παλινδρόμηση στη φιλοσοφία του Καντ και του Χέγκελ». Τους μήνες Μάρτιος-Απρίλιος
του 1955 πραγματοποιήθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας επιθεώρηση με
αντικείμενο: «Διδασκαλία των κοινωνικών επιστημών και ιδεολογική εκπαίδευση». Η επιτροπή Επιστήμης και
Πολιτισμού της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος στην έκθεσή της περιέλαβε την εκτίμηση πως οι θέσεις των
Ιλιένκοφ και Κοροβίκοφ αποτελούν «υποτροπή στον από καιρό ηττημένο και καταδικασμένο μενσεβικικό
ιδεαλισμό και οι αντιλήψεις του Ιλιένκοφ χαρακτηρίστηκαν διαστρέβλωση της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Στις 13
Μαϊου του 1955 πραγματοποιείται επιστημονικό συμβούλιο στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας στο οποίο

7
Το πρόγραμμα του Ιλιένκοφ: η ανάπτυξη της μαρξιστικής διαλεκτικό-υλιστικής μεθόδου

Η υλιστική διαλεκτική του Μαρξ είχε αναδείξει ως πρωταρχικής σημασίας ζήτημα την
αντιμετώπιση του ενεργήματος του σκέπτεσθαι με συγκεκριμένο τρόπο, ήτοι συγκεκριμένα.
Για τον Μαρξ, επειδή ακριβώς ως άνθρωποι είμαστε ενεργητικές οντότητες και συνάμα μέρη
του υλικού κόσμου και η σκέψη μας αποτελεί προϊόν αυτού του ίδιου κόσμου, προκειμένου να
γνωρίσουμε ένα πράγμα ή μια διαδικασία και να έχουμε την ικανότητα να ενεργούμε κατάλληλα
και αντίστοιχα, είμαστε αναγκασμένοι να το μετασχηματίζουμε ενεργά σε σκέψη . Επειδή
ακριβώς ο υλικός κόσμος είναι ένα σύνθετο, δυναμικό, συνεχές μεταβαλλόμενο όλο, έχουμε
ανάγκη τη διαλεκτική σκέψη , ώστε να είμαστε ικανοί να τον αναπαράγουμε νοητικά με σκοπό
να δημιουργούμε τον δικό μας κοινωνικο- ανθρώπινο κόσμο, ως οργανικό και συνειδησιακά
ενεργό τμήμα του. Για αυτό ακριβώς το λόγο, στο εισαγωγικό μέρος των Grundrisse, κατά τη
διάρκεια των στοχασμών του για τη μεθοδολογία, ο Μαρξ μιλά για την νόηση ως μια
διαδικασία που «οικειοποιείται» και «συνοψίζει», το συγκεκριμένο σε μορφή σκέψης. Το
συγκεκριμένο είναι ο μαρξικός όρος για τον σύνθετο υλικό κόσμο σε όλες τους τις σχέσεις: «Το
συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο επειδή είναι η συνόψιση πολλών προσδιορισμών, άρα
ενότητα του πολλαπλού.»20
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί εδώ ο Μαρξ είναι εμφανώς μια άλλη γλώσσα από τους
κοινά χρησιμοποιούμενους τρόπους με τους οποίους μιλάμε αναφορικά με τη νόηση και
εντελώς διαφορετική από εκείνους με τους οποίους οι φιλόσοφοι παραδοσιακά αναφέρονται
στην σκέψη. Ανεξάρτητα από το εάν αυτοί βλέπουν στο σκέπτεσθαι ένα ενέργημα μιας
παθητικής εποπτικής συνείδησης, ή αντιθέτως, μιας ενεργούς κοσμο-δημιουργούσας
συνείδησης, οι φιλόσοφοι έτειναν πάντοτε είτε να ισχυριστούν πως υπάρχει ένα θεμελιώδες
αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε μας και τα πράγματα «καθεαυτά». (βλ. προβληματική Καντ,
Κριτική του Καθαρού λόγου) είτε ότι τα πράγματα και οι διαδικασίες είναι ταυτόσημα με τη
νόηση, ή αλλιώς αποτελούν κατά κάποιο τρόπο ένα προϊόν μιας ιδιότυπης νόησης, στη
χειρότερη περίπτωση υπερβατικής και εξωκοσμικής, και στην καλύτερη εμμενούς και
ενδοκοσμικής (βλ. την προβληματική του Απόλυτου Πνεύματος στο έργο του Χέγκελ).
Σε αντιδιαστολή με αυτό , ο Μαρξ ήταν κατηγορηματικός: τέτοιο χάσμα δεν υφίσταται.
Αντίθετα, είμαστε μέρος του υλικού κόσμου και η συνείδησή μας αντανακλά αυτό τον κόσμο
σε όλη του τη συνθετότητα και τον δυναμισμό ενώ η «σύλληψη» του συγκεκριμένου αποτελεί
ένα ενέργημα «συνόψισης» με μορφή σκέψης. Η αποτελεσματική και αληθινή γνώση
δημιουργείται ξεκινώντας με τις κριτικές αφηρημένες κατηγορίες και από αυτές κινείται προς
μία κατανόηση των σύνθετων συγκεκριμένων πραγματικοτήτων, αποκαλύπτοντας τη δυναμική
των σχέσεων ανάμεσά τους. Με τα δικά του λόγια αυτό διατυπώνεται ως εξής: «η μέθοδος της
ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο δεν είναι παρά ο τρόπος με τον οποίο η σκέψη

συζητούνται οι θέσεις των δύο φιλοσόφων, όπου πια κατηγορούνται για χεγκελιανισμό. Ως συνέπεια τους
αρνείται το δικαίωμα να διδάσκουν στο Πανεπιστήμιο και τους επιτρέπεται να εργάζονται σε αυτό μόνο ως
μερικώς απασχολούμενοι, αν βεβαίως το επιθυμούσαν. Ο Κοροβίκοφ εγκαταλείπει τη φιλοσοφία για πάντα
(αργότερα θα γινόταν ένας πολύ δημοφιλής ανταποκριτής της εφημερίδας Πράβντα), ενώ ο Ιλιένκοφ θα
συνεχίσει να εργάζεται ως μερικά απασχολούμενος στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών. Στην
αποπομπή του από το Πανεπιστήμιο έδωσε τη συγκατάθεσή του και ο πρώην επιβλέπων καθηγητής του, ο Τ.Η.
Οίζερμαν. (Πηγή: Лекторский В.А. О прошлом и настоящем: (беседа Л.Н. Митрохина и В.А. Лекторского) /
Лекторский Владислав Александрович, Митрохин Лев Николаевич // Вопросы философии. - 2002. - № 9. -
С. 20 - 53.)
20
Καρλ Μαρξ: Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse Der kritik Der Politischen
Okonomie) 1857-1858, προλ., μετφ., σημ.: Διονύσης Διβάρης, Εκδ. Στοχαστής, 3 τόμοι, Αθήνα], τομ.Α’, σελ.66.

8
οικειοποιείται το συγκεκριμένο το αναπαράγει ως πνευματικό συγκεκριμένο. Με κανένα τρόπο
όμως δεν είναι η διαδικασία γένεσης του ίδιου του συγκεκριμένου».21
Όταν ο Μαρξ (αναφέρεται στην κίνηση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, δεν
απορρίπτει τις αφηρημένες ιδέες ως απλά ιδέες, παράγωγα μόνο της νόησης μας. Στο
μεγαλύτερο μέρος της φιλοσοφικής παραγωγής οι ιδέες μας και οι αντιλήψεις μας θεωρούνται
αποκλειστικά «υποκειμενικές», προερχόμενες και ευρισκόμενες στη σκέψη μας, στα γλωσσικά
μας συστήματα, υφιστάμενες στον χώρο ανάμεσα σε μας και την κατανόηση του κόσμου.
Εναλλακτικά αντιμετωπίζονται ως ένα στοιχείο που δομεί τον εξωτερικό κόσμο που υπάρχει
πέρα και έξω από εμάς. Ωστόσο , η μαρξική εισαγωγή στα Grundrisse μας επιτρέπει να δούμε
μία πολύ διαφορετική εικόνα της σχέσης ανάμεσα στις ιδέες με τις οποίες σκεφτόμαστε και
στον υλικό κόσμο που μας περιβάλλει. Εδώ, για τον Μαρξ , οι ιδέες και οι αντιλήψεις,
αποτελούν αποτελέσματα και προϊόντα σύνθετης ιστορικής ανάπτυξης και εκφράζουν
υλιστικές διεργασίες με τη μορφή σκέψης, και επομένως το να αντιλαμβάνεται κάποιος τις
ιδέες ως απλά κάτι που εισέρχεται και παρεμβαίνει στον τρόπο που «συγκροτούμε» την
κοσμοθέαση μας, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Απεναντίας, ακόμη και οι πιο αφηρημένες
κατηγορίες και αντιλήψεις εκφράζουν και αποκαλύπτουν σε μας πλευρές του κόσμου, των
εξελίξεων και των διεργασιών του, αν και πολλές φορές όχι με επάρκεια και συχνά
παραμορφωμένα.
Αυτά τα σχετικά πολύ συμπυκνωμένα και σύντομα χωρία του Μαρξ στα Grundrisse, θα
αποτελέσουν το αφετηριακό σημείο του Ιλιένκοφ , στο δικό του τολμηρό θεωρητικό εγχείρημα,
όπως αυτό θα αποτυπωθεί, αρχικά, στη διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου.
Είναι ολοφάνερο ότι ο Ιλιένκοφ ενδιαφερόταν να αναπτύξει την υλιστική διαλεκτική κατανόηση
του χαρακτήρα της νοητικής αφαίρεσης, της κατηγορίας του συγκεκριμένου και της
συγκεκριμενότητας εν γένει22 , και αυτό τον στόχο ήθελε να τον πραγματώσει σε δύο επίπεδα:
σε πρώτο επίπεδο, επιθυμούσε να καλλιεργήσει την επίγνωση ότι όλα αυτά που κανονικά
θεωρούμε ότι είναι αποτελέσματα του εγκεφάλου μας, της σκέψης μας, της γλώσσας και των
πιο αφηρημένων ιδεών, αποτελούν στην πραγματικότητα κοινωνικά και ιστορικά παράγωγα
που αναδύονται από μία συνθέτη προϋπάρχουσα συγκεκριμένη πραγματικότητα23· στο
δεύτερο, να επεξεργαστεί με περισσότερη λεπτομέρεια, με ποιο τρόπο ακριβώς η σκέψη,
κατάλληλα προσανατολισμένη, οδηγούμενη, εκτελούμενη και κατανοημένη, μπορεί να
«οικειοποιηθεί» και να «συνοψίσει» τη συγκεκριμενότητα των πραγμάτων και των διαδικασιών.
Στην παραπάνω κατεύθυνση, ιδιαίτερα σημαντική αναδείχθηκε η ανάγκη κατασκευής
εννοιών, κατά τα φαινόμενα αφαιρέσεων, η χρήση των οποίων ωστόσο, δύναται να

21
Στο ίδιο, σελ. 67.
22
Ο Ιλιένκοφ δεν ήθελε να παρουσιάσει την εν λόγω διαλεκτική μόνο στο Κεφάλαιο του Μαρξ, αλλά εν γένει,
αφού δεν θεωρούσε ότι το Κεφάλαιο του Μαρξ ήταν μία εφαρμοσμένη λογική , και από την λεπτομερή του
ανάλυσή θα προέκυπτε μια θεωρία ή μια γενική μέθοδος, ή ακόμη μία θεωρησιακή οντολογία που θα καλύπτει
όλα τα πεδία του επιστητού και τις μορφές κοινωνικής συνείδησης και σημασιοδότησης (φιλοσοφία, επιστήμη,
τέχνη). Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η επιστήμη και η φιλοσοφία θα ήταν μεταξύ τους περιττές , και τα γεγονότα-
οικονομικά και μη- θα αποτελούν το υλικό που φωτίζει την εκδίπλωση και την κίνηση μια αδύνατης λογικής,
μειωμένα σε απλούς φορείς της, εκφράσεις και πραγματώσεις ενός πανταχού παρόντος αν και αόρατου λογικο-
μεθοδολογικού ιστού που κρύβεται πίσω από κάθε λέξη. Κάτι τέτοιο είναι προφανές πως δεν θα μπορούσε να
έχει καμία διάσταση αντιστροφής της χεγκελιανής λογικότητας. Για αυτόν, η διαλεκτική δεν ήταν σε καμία
περίπτωση μία μέθοδος αποκλειστικά αναγωγική, αλλά μέθοδος νοητικής και εννοιολογικής αναπαραγωγής
της πραγματικότητας με την οποία εξηγούνται, εξελίσσονται και μετασχηματίζονται πραγματικά κοινωνικά
φαινόμενα του πραγματικού, πρακτικού και συνειδητού ιστορικού ανθρώπου.
23
Εδώ βρίσκεται το σημείο όπου το πρώιμο έργο του φιλοσόφου συνδέεται με την κατοπινή επεξεργασία από
μέρους της κατηγορίας του ιδεατού και του χαρακτήρα των ιδεατών οντοτήτων. (βλ. Диалектика идеального
[Η Διαλεκτική του Ιδεατού], Логос, 1 (2009), σ. 6-62. (ελλ. έκδοση: Η διαλεκτική του Ιδεατού, μτφ. Μάριος
Δαρβίρας, πρόλ. Αντρέι Μαϊντάνσκι, Τρίκαλα, εκδ. Επέκεινα, 2016))

9
αποκαλύπτει την εσωτερική ουσία των σύνθετων φαινομένων και να τα αναπαράγει με τη
μορφή της σκέψης. Ο ίδιος αποκαλεί αυτές τις έννοιες «συγκεκριμένες αφαιρέσεις». Για να γίνει
κατανοητό τι εννοεί με τον όρο συγκεκριμένο εν γένει, χρειάζεται να εξετάσουμε το πως ο
Ιλιένκοφ αναπτύσσει το διαλεκτικο-υλιστική κατανόηση του συγκεκριμένου και του
αφηρημένου μέσω της κριτικής εμπλοκής του με τις κυρίαρχες ερμηνείες αυτών των εν λόγω
κατηγοριών στην αστική σκέψη.

Tο αφηρημένο και το συγκεκριμένο

Τον Ιλιένκοφ απασχολούσε ιδιαίτερα η πολεμική ενάντια στην κοινή και δεσπόζουσα αντίληψη
του αφηρημένου και του συγκεκριμένου, ειδικά όπως αυτό είχε αποκρυσταλλωθεί στην
κυρίαρχη φιλοσοφική κληρονομιά και την κοινή αντίληψη. Η κατανόηση αυτή μπορούσε πολύ
εύκολα να καταστεί αντικείμενο διακωμώδησης και γελοιοποίησης από πολλές πλευρές, εντός
και εκτός φιλοσοφίας, αφού παρουσίαζε το συγκεκριμένο ως αυτό το οποίο αδιαμεσολάβητα
και άμεσα προσλαμβάνεται αισθητηριακά, ενώ και πάλι σύμφωνα με την ίδια αντίληψη, η
αφαίρεση είναι μια διαδικασία δημιουργίας σχέσεων στη νόηση μας που αφορούν πράγματα
και τις διαδικασίες με τα οποία ερχόμαστε άμεσα , εμπειρικά σε επαφή. Βλέπουμε, ακούμε
αισθανόμαστε και αγγίζουμε τα πράγματα και εν συνεχεία κατασκευάζουμε μία εικόνα του
κόσμου χρησιμοποιώντας το μέσο της αφαίρεσης για την ταξινόμησή τους σε είδη και τύπους
και την εγκαθίδρυσης αιτιατών και λογικών σχέσεων ανάμεσα τους. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή
την παράδοση, οι αφηρημένες έννοιες, συμπεραίνονται και εξάγονται από εκείνες τις ιδιότητες
των όντων που είναι γενικές ή καθολικές, ανήκουν δηλαδή κοινά σε μια ομάδα από αυτά. Ένας
κύκνος είναι ένα συγκεκριμένο ον εκπεφρασμένο και προσδιορισμένο σε μία συγκεκριμένη
ιδέα. Η λευκότητα είναι μία αφηρημένη ιδιότητα των κύκνων, μαζί με πολλές άλλες. Ένας
συνήθης τρόπος σκέψης όσον αφορά το αφηρημένο και το συγκεκριμένο σε αυτή την
παράδοση είναι, να πούμε, ότι οι συγκεκριμένες έννοιες μας δίνουν πολλά στοιχεία αναφορικά
με κάποιο πράγμα ή ον, εν γένει, ενώ οι αφηρημένες έννοιες λίγα στοιχεία αναφορικά με
περισσότερα πράγματα ή όντα. Κάποια εκδοχή αυτής της άποψης όσον αφορά την διαφορά
ανάμεσα στο αφηρημένο και το συγκεκριμένο αποτελεί κοινό τόπο για τη σκέψη του αγγλικού
εμπειρισμού, του μηχανικού υλισμού του 18ου αιώνα και του καντιανού γερμανικού ιδεαλισμού,
καθώς επίσης και της ύστερης αγγλικής και αμερικανικής φιλοσοφίας . Ο Ιλιένκοφ ισχυρίζεται,
επιχειρηματολογεί και τεκμηριώνει με πολύ ισχυρά επιχειρήματα πως αυτό αποτελεί μία φτωχή
ερμηνεία των φαινομένων και ανεπαρκή εικόνα πρόσληψης του κόσμου, της διαδικασίας
απόκτησης εμπειριών και γνώσεων, αλλά κυρίως και πρωτίστως, της διαδικασίας δημιουργίας
νέας πραγματικότητας. Ο τρόπος αυτός αποτελεί πολύ πενιχρή ερμηνεία του πως η σκέψη
χρησιμοποιεί τις έννοιες και ως θεμελιώδη αδυναμία αυτής της προσέγγισης , θεωρεί ότι
«βασίζονται ακράδαντα σε ένα μοντέλο επιστημολογίας τύπου Ροβινσώνα Κρούσου, στο
οποίο το υποκείμενο της γνωστικής διαδικασίας είναι ένα μεμονωμένο ανθρώπινο άτομο, σε
απομόνωση από την συνάφεια των κοινωνικών σχέσεων και σε αντιπαράθεση με “όλα τα
υπόλοιπα” άτομα» .24
Εδώ λοιπόν σε αυτό το σημείο, ο Ιλιένκοφ θα στηριχθεί στην εργασία του σοβιετικού
ψυχολόγου Βιγκότσκι, Θα δείξει, αντίθετα με την παραπάνω προσέγγιση, ότι και το πιο βασικό
εμπειρικό βίωμα είναι στην πραγματικότητα μία σύνθετη, κοινωνικά διαμεσολαβημένη και
προσδιορισμένη διαδικασία. Κάθε άτομο κατακτά τη συνείδηση μέσα στην κοινωνία, μέσα
στην οποία βρίσκει μια προϋπάρχουσα, διαμορφωμένη, παγιωμένη, αντικειμενική πνευματική
κουλτούρα, την οποία είναι αναγκασμένο να οικειοποιηθεί, ακόμη και αν προτίθεται να την
μετασχηματίσει στη πορεία, μέσα από τις πιο διαφορετικές της μορφές: την πολιτική, το νόμο,
την ηθικότητα, τη θρησκεία, την κοινωνική ζωή, τις βασικές μορφές επικοινωνίας κ.λ.π . «Ως

24
Η Διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου, σελ. 60.

10
εκ τούτου, αποτέλεσμα, κάθε ξεχωριστή, αισθητηριακή εντύπωση που αναδύεται στην ατομική
συνείδηση, είναι πάντοτε ένα προϊόν της διάθλασης των εξωτερικών ερεθισμάτων μέσω του
εξαιρετικά σύνθετου πρίσματος των μορφών της κοινωνικής συνείδησης που το άτομο έχει
ιδιοποιηθεί. Αυτό το “πρίσμα” είναι προϊόν της κοινωνικής ανάπτυξης. Μόνο του, πρόσωπο με
πρόσωπο με τη φύση, το άτομο δεν έχει (διαθέτει) ένα τέτοιο πρίσμα, το οποίο μάλιστα δεν
μπορεί να κατανοηθέι μέσα από μια ανάλυση των σχέσεων του απομονωμένου ατόμου με τη
φύσηης ανάπτυξης. Μόνο του, πρόσωπο με πρόσωπο με τη φύση το άτομο δεν έχει ένα τέτοιο
πρίσμα, το οποίο μάλιστα δεν μπορεί να κατανοηθεί μέσα από μια ανάλυση των σχέσεων του
απομονωμένου ατόμου με τη φύση».25 Ο Ιλιένκοφ συνεχίζοντας στα χνάρια του Βιτγκότσκι
ισχυρίζεται ότι η ανθρώπινη συνείδηση, εμπειρία και σκέψη αποτελούν πλήρως κοινωνικά
προϊόντα και η ικανότητά μας για εμπειρικά βιώματα και λογική ικανότητα υψηλού επιπέδου ,
αναδύονται και αναπτύσσονται μέσα από μία σύνθετη αντικειμενική διαλεκτική διαδικασία.
Συνεπώς, για αυτόν δεν υπάρχει Ροβινσώνας Κρούσος, δεν υφίσταται Ροβινσωνιάδα με την
έννοια ότι το άτομο αρχίζει να χτίζει την ατομική του κοσμοθέαση εμπειρικά, και κατόπιν
εργαζόμενο μόνο πάνω σε αυτήν την πρόσληψη , μόνο σε σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό ,
κατακτά σταδιακά συνεχώς υψηλότερες έννοιες. Κάθε εμπειρία αρθρώνεται μέσω της
γλώσσας, η οποία από μόνη της συνιστά κοινωνικό προϊόν, ένα ιδιότυπο αποκρυστάλλωμα
της κοινωνικής μνήμης. Οι πιο βασικές εμπειρικές συμπλοκές μας λαμβάνουν μορφή
(μορφοποιούνται, σχηματίζονται) μέσω της απόκτησης από μέρους μας της ομιλίας και της
γλώσσας. «Χάρη στη γλώσσα το άτομο «βλέπει» τον κόσμο όχι μόνο και όχι τόσο μέσω των
δικών του ματιών όσο μέσω εκατομμυρίων ματιών»26 μας λέει ο Ιλιένκοφ και λίγο παρακάτω
στο ίδιο πνεύμα, «Το περιεχόμενο μια παράστασης συλλαμβάνει αυτό το οποίο συγκρατείται
στην κοινωνική μνήμη, στις μορφές αυτής της κοινωνικής μνήμης όπως αναπαρίστανται,
αρχικά, στην ομιλία και τη γλώσσα... Όταν έχω μία παράσταση, έχω μία κοινωνικά πλαισιωμένη
( δηλαδή διατυπωμένη στην ομιλία ή ικανή να διατυπωθεί στην ομιλία) εποπτεία. Δεν μπορούμε
να σχηματίσουμε την έννοια κάποιου πράγματος, αν εγώ, μέσω της ομιλίας, δεν παρατηρώ
παρατηρήσω αυτό το πράγμα μέσα από τα μάτια ενός άλλου ατόμου ή αυτό το άλλο άτομο δεν
εποπτεύει αυτό το πράγμα μέσα από τα μάτια μου. Συμπλεκόμαστε σε μια αμοιβαία ανταλλαγή
παραστάσεων. Μια παράσταση είναι ακριβώς αυτή η λεκτικά , διατυπωμένη εποπτεία».27
Εδώ θα πρέπει να γίνει μία μικρή στάση για να εξετάσουμε ένα άλλο σημαντικό ερώτημα
που προκύπτει: εάν το σαφώς εμπειρικό πεδίο στο οποίο στηρίζεται η ενατένιση και γνώση
κάποιου πράγματος είναι κοινωνικά προσδιορισμένο από την κοινωνική ανθρώπινη εξέλιξη,
τι συμβαίνει τότε όσον αφορά τις αφηρημένες ιδέες μας; Και εδώ ο Ιλιένκοφ δείχνει κάτι πολύ
σημαντικό όσο αφορά το μαρξικό έργο, και αυτό δεν είναι άλλο παρά το ότι ο Μαρξ, σε
αντιδιαστολή με τον Χέγκελ, αλλά και κάθε είδους ιδεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων,
έβλεπε τις αφηρημένες κατηγορίες και την τάση να σκεφτόμαστε με αφαιρέσεις ως μία έκφραση
πραγματικών εξελίξεων, ως μια ανοικτότητα προς τον πραγματικό κόσμο, τόσο τον φυσικό
όσο και τον ανθρώπινο, κοινωνικά δημιουργημένο, και όχι ως ένα παιχνίδι της συνείδησης και
του πνεύματος που κλεισμένα στον εαυτό τους και στη τέλεια ανεπτυγμένη συστεμική τους
λογικότητα αυτοεπισκοπούνται και αυτοαναπτύσσονται ( έστω και αν για λίγο «καταδέχονται»
για λόγους ανάγκης να βγουν έξω από αυτόν).28 Επανειλημένα, αναφέρει ο Ιλιένκοφ, «ο Μαρξ

25
Στο ίδιο, σελ.61.
26
Στο ίδιο, σελ.63
27
Στο ίδιο, σελ.64.
28
Είναι σημαντικό να τονιστεί σε αυτό το σημείο ότι ο Ιλιένκοφ τόσο σε αυτή του την εργασία και την
επεξεργασία της κατηγορία τους «συγκεκριμένου γενικού» όσο και αργότερα κατά την επεξεργασία μια άλλης
κρίσιμης κατηγορίας, εκείνης του «ιδεατού», επιλέγει να μην τις πραγματευτεί αποκλειστικά από μεθοδολογική
σκοπιά μόνο για να ανακαλύψει μια αυστηρή «λογική», υιοθετώντας μια προσέγγιση που ομοιάζει και
συγγενεύει περισσότερο με το θετικισμό ή στην καλύτερη περίπτωση με ένα άχρονο δομισμό, αφού αμφότερες
αυτές οι προσεγγίσεις καθιστούν εν τέλει τη διαλεκτική ένα τυπικό-λογικό σύστημα, όπου το «ζήτημα της

11
χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο για να χαρακτηρίσει τα πραγματικά φαινόμενα και τις σχέσεις που
υπάρχουν έξω από τη συνείδηση, ασχέτως (ανεξάρτητα) από το εάν αυτά αντανακλώνται ή όχι
σε αυτήν». Ο Ιλιένκοφ χρησιμοποιεί το παράδειγμα της αφηρημένης εργασίας , το οποίο
είδαμε στη μαρξική εισαγωγή στα Grundrisse: «Για παράδειγμα ο Μαρξ μιλά στο Κεφάλαιο για
την “αφηρημένη εργασία”. Ο αφηρημένος χαρακτήρας εμφανίζεται εδώ ως ένα αντικειμενικό
χαρακτηριστικό της μορφής που παίρνει η ανθρώπινη εργασία στην ανεπτυγμένη
εμπορευματική και καπιταλιστική παραγωγή. Αλλού τονίζει ότι η αναγωγή των διαφορετικών
ειδών της εργασίας σε μια ομοιόμορφή, απλή εργασία απαλλαγμένη από κάθε διαφοροποίηση
“είναι μια αφαίρεση που γίνεται κάθε μέρα στην κοινωνική διαδικασία της παραγωγής”. Η
αφαίρεση δεν είναι “λιγότερο πραγματική άλλωστε, από την ανάλυση όλων των οργανικών
σωμάτων σε αέρια”».29
Ο Ιλιένκοφ ισχυρίζεται εδώ ότι για την υλιστική διαλεκτική δεν υπάρχει εγγενής διαφορά
ανάμεσα στο επίπεδο της συγκεκριμενότητας των βασικών εννοιών που συγκροτούν τη
γλώσσα μας και στις αφηρημένες καθολικές κατηγορίες της σκέψης. Στην πραγματικότητα και
τα δύο αυτά είδη εννοιών αποτελούν υλικά και κοινωνικά προϊόντα. Οι καθημερινές έννοιες και
οι καθολικές και γενικές αφαιρέσεις μπορεί να έχουν κοινωνικό, υλικό και πραγματικό
χαρακτήρα όμως εγκαταλειμμένες στην αμεσότητα τους δεν είναι τίποτε άλλο παρά
αποσπασματικές, μονόπλευρες και ατελείς πλευρές της συγκεκριμένης πραγματικότητας.
Επομένως δεν προϋπάρχουν ως συγκεκριμένες, δεν δίνονται ως συγκεκριμένες, αλλά
συγκεκριμένες γίνονται από τη στιγμή που χρησιμοποιούνται για να αποκαλύψουν και να
εκθέσουν τις πραγματικές διασυνδέσεις και σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα. Η
συγκεκριμενότητα είναι δυνατόν να εισέλθει και ενσαρκωθεί σε αυτές τις βασικές ιδέες ή τις
έτσι επονομαζόμενες «αφηρημένες» καθολικές κατηγορίες, ανάλογα με το πόσο καλά και με
επάρκεια αυτές συνδυάζονται στη συγκεκριμένη ανάλυση.
O Ιλιένκοφ ακολουθώντας τους Μαρξ, Λένιν αλλά και άλλους διαλεκτικούς υλιστές βλέπει
αντικειμενικό χαρακτήρα του σκέφτεσθαι ως συγκέντρωση, συνόψιση, αναπαραγωγή, και με
αυτόν τον τρόπο εντέλει, ως «οικειοποίηση» της συγκεκριμένης πραγματικότητας με σκοπό
να καταστεί δυνατή η ανθρώπινη επενέργεια στον κόσμο, και γενικά η ανθρώπινη πράξη,
αληθινή και αποτελεσματική. Οποτεδήποτε θέλουμε να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε
κάποιο πράγμα θα πρέπει να είμαστε ικανοί να το αναπαράγουμε στη σκέψη μας ως μία
ενότητα διαφορετικών πλευρών, μία διαλεκτική ενότητα σύνδεσης, αλληλοσύνδεσης και
αλληλεπίδρασης φαινομένων μέσα σε ένα συγκεκριμένο σύστημα. Το στοιχείο αυτό τονίζεται
από τον Ιλιένκοφ ως εξής:
«Το συγκεκριμένο (και όχι το αφηρημένο)-ως πραγματικότητα που εκλαμβάνεται στην
ανάπτυξη της, στην νομοτελειακή της διαίρεση - είναι πάντα κάτι πρωταρχικό αναφορικά με το
αφηρημένο (είτε αυτό το αφηρημένο κατανοείται ως μία ξεχωριστή, σχετικά απομονωμένη
στιγμή της πραγματικότητας είτε ως η νοητή, λεκτικά αρθρωμένη αντανάκλαση της). Την ίδια
στιγμή κάθε συγκεκριμενότητα υπάρχει μόνο μέσω των δικών της διακριτών της στοιχείων
(πραγμάτων, σχέσεων) ως ο ιδιαίτερος συνδυασμός τους, σύνθεση και ενότητα. Αυτό ακριβώς

λογικής» ενδιαφέρει περισσότερο από τη «λογική του ζητήματος» και «ο πρώσος μονάρχης και η ψείρα στο
κεφάλι αυτού του μονάρχη μπορούν να υπηρετήσουν το ίδιο καλά τον ιδεαλιστή-διαλεκτικό» (Βλ. Ε. Ιλιένκοφ,
Διαλεκτική λογική, δοκίμια Ιστορίας και θεωρίας, μτφρ.: Μιχάλης Αναστασιάδης, προλ.: Ευτύχης Μπιτσάκης,
Gutenberg, Αθήνα, 1983, σελ. 178 και 173-174, ). Η διαλεκτική και οι έννοιες της επομένως είναι ανοιχτά στην
πραγματικότητα, «στοχεύουν» σε αυτήν, αυτήν παρακολουθούν, αυτή είναι η ζωντανή πηγή τροφοδοσίας τους,
από αυτήν απορρέουν, αυτήν εκφράζουν, αυτή αποτελεί τον σκοπό τους, και σε καμιά περίπτωση το
αντίστροφο. Αυτή η ανοιχτότητα προς την σύνθετη πραγματικότητα της διαλεκτικής όχι μόνο δεν συνιστά
κίνδυνο σχετικοποίησης και παράλυσης της αλλά απεναντίας την προστατεύει από κάθε οστεοποίηση και
φυσικοποίηση και της προσδίδει μεγαλύτερη ευλυγισία , πλαστικότητα, ακρίβεια, ερμηνευτική ικανότητα, και
μετασχηματιστικό δυναμικό εν συγκρίσει με οποιοδήποτε κλειστό αυτοενδοσκοπικό σύστημα.
29
Στο ίδιο, σελ.51.

12
εξηγεί γιατί το συγκεκριμένο ανακλάται στη σκέψη μόνο ως ενότητα διαφορετικών
προσδιορισμών, κάθε ένας από τους οποίους καταγράφει με ακρίβεια μία από τις στιγμές που
πραγματικά διακρίνονται στη δομή του. Η συνεπής νοητή αναπαραγωγή του συγκεκριμένου
πραγματοποιείται, συνεπώς, ως “άνοδος από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο”, δηλαδή ως
λογικός συνδυασμός (σύνθεση) επιμέρους προσδιορισμών (προσδιορισμών) μέσα σε μια
συνολική θεωρητική εικόνας της πραγματικότητας, ως κίνηση της σκέψης από το επιμέρους
στο γενικό».30
Η διαλεκτικο-υλιστική μελέτη της γλώσσας και του ρόλου της στην ανθρώπινη και
ψυχολογική ανάπτυξη μπορεί να αποκαλύψει τις πραγματικές σχέσεις που υποστηρίζουν τις
λέξεις και τις αντιλήψεις μέσω των οποίων ερχόμαστε αντιμέτωποι και οικειοποιούμαστε τον
κόσμο. Όμως το ιδιαίτερο καθήκον της φιλοσοφίας ή της λογικής, όχι ως επιστήμης αλλά ως
ιδιαίτερης στιγμής στην διαδικασία του γνωρίζειν, σύμφωνα με τον Ιλιένκοφ, είναι η μετατροπή
των αφαιρέσεων σε έννοιες. Και εδώ , ο ίδιος, με τον όρο έννοιες εννοεί κάτι πολύ ειδικό
κάνοντας χρήση με μεγάλη ακρίβεια της χεγκελιανής σύλληψης της έννοιας ως κάτι το οποίο
«εκφράζει την ουσία των θεωρούμενων φαινομένων». Οι έννοιες είναι ο τρόπος με τον οποίο
η διαλεκτική επιστήμη γίνεται συγκεκριμένη. Το καθήκον της λογικής, διαλεκτικής αυτή τη
φορά, και της σύνθετης σκέψης, μπορεί να επαναδιατυπωθεί και τεθεί ως εξής: « Πως μπορεί
να σχηματίσει κανείς μία αφαίρεση που θα εξέφραζε την αντικειμενική ουσία των γεγονότων
που δίνονται στην εποπτεία και τις παραστάσεις;» Το «πραγματικό πρόβλημα» λέει ο Ιλιένκοφ
είναι «ο τρόπος με τον οποίο επεξεργαζόμαστε έναν αριθμό εμπειρικά γεγονότων» και
παράγουμε «μια γενίκευση που εκφράζει την αληθινή φύση του υπό μελέτη αντικειμένου- αυτό
είναι το πραγματικό πρόβλημα, του οποίου η λύση συμπίπτει με τη λύση του προβλήματος της
φύσης των εννοιών σε αντιδιαστολή με τις αφηρημένες γενικές παραστάσεις».31 Το καθήκον
λοιπόν της φιλοσοφίας και της λογικής σκέψης έχει έτσι διατυπωθεί με πολύ μεγάλη σαφήνεια
και ακρίβεια , με όρους ειλημμένους μέσα από το ίδιο το corpus της φιλοσοφίας και της ιστορίας
της και, δεν είναι άλλο, παρά η επεξεργασία με υλιστικό διαλεκτικό τρόπο αυτού που αποκαλεί
«συγκεκριμένες- γενικές» έννοιες
Ο Ιλιένκοφ επισημαίνει ότι η λεπτομερής μελέτη ενός «συγκεκριμένου- αφηρημένου»
είναι μία διαδικασία προσδιορισμού αυτών που ίδιος ονομάζει «θεμελιώδεις, πρωταρχικούς
καθολικούς, αφηρημένους προσδιορισμούς του όλου, με τις οποίους η θεωρητική κατασκευή
θα έπρεπε πάντοτε να ξεκινά» ή μια διαδικασία κατά την οποία κάποιος ανακαλύπτει εκείνον
«τον μη ακόμη ανεπτυγμένο, στοιχειώδη, “κυτταρικό” σχηματισμό που αναπτύσσεται μέσω των
εγγενών του αντιθέσεων , σε άλλους πιο πολύπλοκους και καλά ανεπτυγμένους
σχηματισμούς».32 Στο πέμπτο κεφάλαιο της Διαλεκτικής του Αφηρημένου και του
Συγκεκριμένου, ο Ιλιένκοφ δείχνει πως ο Μαρξ υλοποιεί την παραπάνω διαδικασία και
ανακάλυψη στο Κεφάλαιο, ενδιάμεσα ωστόσο, θα κάνει δύο αναγκαίους στάσεις για να
αναλύσει εν γένει της διαδικασία της μεθόδου μετάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο
και την σχέση του λογικού και του ιστορικού εν σχέση με αυτήν.

Η άνοδος από το αφηρημένο και το συγκεκριμένο

Το πρώτο περίγραμμα της μεθόδου ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο μπορεί
κάποιος να το βρει στη Διαλεκτική Λογική ως Επιστήμη του Χέγκελ. Ως γνωστόν στην
χεγκελιανή σύλληψη η έννοια είναι η απόλυτη έννοια ή η απόλυτη ιδέα που θέτει τον εαυτό της
κινούμενη ή μέσω μιας τελούμενης διεργασίας. Πρόκειται για μια κίνηση που πραγματώνεται
σε επίπεδο εννοιολογικών προσδιορισμών που ο διαλεκτικός τους χαρακτήρας διασφαλίζεται

30
Στο ίδιο, σελ.83.
31
Στο ίδιο, σελ.72.
32
Στο ίδιο, σελ.84.

13
από το ότι ο κάθε επιμέρους προσδιορισμός βρίσκεται σε εσωτερική αλληλεξάρτηση με τους
άλλους και μέσα σε αυτό το συστεμικό πεδίο αλληλοεξαρτήσεων βρίσκεται συνεχώς σε μια
διαδικασία ανανοηματοδότησης του εαυτού του. Στον Γερμανό στοχαστή η εν λόγω διαλεκτική
κίνηση επιτελείται ως αποκλειστικά κίνηση της απόλυτης έννοιας, αποσπασμένη από
οποιαδήποτε εξωτερικότητα και ενέργεια ή πράξη εκτός αυτής, ενώ το μόνο πράγμα που κάνει
και υλοποιεί είναι η συνεχής αυτοθεσία της σε επίπεδο εννοιακού προσδιορισμού. Αν και
φυσικά έχουμε να κάνουμε με μια διαλεκτική , σε έναν βαθμό, διαδικασία, αναμφίβολα
πρόκειται για μια κλειστή διαδικασία αυτοπροσδιορισμού της έννοιας από την ανθρώπινη
σκέψη, η οποία ακριβώς στα πλαίσια αυτής της κλειστότητας λαμβάνει τη μορφή
αντικειμενικής διαδικασίας απόλυτα αυτονομημένης από τον άνθρωπο, επομένως κίνηση
αυτοκατανόησης, αυτοκίνησης της έννοιας.
Στην παραπάνω βάση, η ίδια η μέθοδος της μετάβασης από το αφηρημένο στο
συγκεκριμένο στο Χέγκελ συλλαμβάνεται ως τρόπος οικοδόμησης μια θεωρητικής επιστήμης
των επιστημών (αυτό ακριβώς το σημείο αργότερα μετεξελίχθηκε στο να θεωρείται η
διαλεκτική «μια επιστήμη των καθολικών νόμων» επί παντός επιστητού), ως μια διαδικασία
κατασκευής του κόσμου μόνο με αφετηρία και μέσω της νόησης.
Όμως κατά τον Μαρξ, ο ορθολογικός πυρήνας της χεγκελιανής σκέψης είναι ακριβώς σε
αυτό το σημείο που μυστικοποιείται και απομακρύνεται από τον ορίζοντα της
πραγματικότητας. Αυτό συμβαίνει επειδή το λογικό σύστημα του Χέγκελ και η παραπάνω
διαλεκτική κίνηση συλλαμβάνονται στην απόλυτη αυτονομία τους, αποκομμένα και
διαχωρισμένα από τους ιστορικούς της όρους, ανεξάρτητη από τις υλικές τους συνθήκες και
προϋποθέσεις, επομένως απροϋπόθετα και πάντοτε με την ίδια μορφή, ως υπερβατικά
στοιχεία, ως ένα επέκεινα που δεν αποτελεί προσεγγιστική, προσωρινή , αλλά ουσιαστική
σύλληψη της πραγματικής κίνησης του κόσμου, ένα πρωταρχικό στοιχείο που κινεί τον κόσμο
και καθορίζει το πραγματικό του γίγνεσθαι.
Ο Μαρξ επεξεργάζεται αυτή την μέθοδο του Χέγκελ σε άλλη, ριζικά διαφορετική, υλική βάση,
με σκοπό να κονιορτοποιήσει την μυστικοποίησή της, να αναδείξει τον ορθολογικό της πυρήνα
και να αξιοποιήσει εκείνα τα δομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία της εννοιακής αυτοκινησίας
ως κίνησης της απόλυτης έννοιας για να διανοιχθεί στην διαλεκτική λογική κίνηση του
πραγματικού κόσμου. «Η μέθοδος της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο ως ένας
καθολικός νόμος στον οποίο υπόκειται η επιστημονική ανάπτυξη διατυπώθηκε μεν από το
Χέγκελ, αλλά έγινε μια πραγματική μέθοδος ανάπτυξης της συγκεκριμένης επιστημονικής
γνώσης μόνο στα χέρια του Μάρξ ο οποίος την θεμελίωσε υλιστικά» 33, τονίζει ο Ιλιένκοφ, ενώ
«στον Χέγκελ, λόγω της ιδεαλιστικής ερμηνείας και εφαρμογής της, εμφανιζόταν αποκλειστικά
ως μία μέθοδος, για την κατασκευή μιας θεωρησιακής επιστήμης των επιστημών, ένα απόλυτο
σύστημα του “κόσμου ως όλου”».34
Ο Ιλιένκοφ πολύ ορθά επισημαίνει ότι «το συγκεκριμένο για τον Μαρξ σε καμιά περίπτωση
δεν σημαίνει μόνο την εικόνα της άμεσης εποπτείας, την αισθητηριακή μορφή αντανάκλασης
του αντικειμένου στη συνείδηση, αλλά ούτε ερμηνεύει το αφηρημένο μόνο ως μια “νοητική
αφαίρεση”»35 , αλλά ούτε πως η λογική μέθοδος του Μαρξ «συνιστά την άνοδο από μια νοητική
αφαίρεση ως κάτι άμεσα δεδομένο, προς την εικόνα της άμεσης εποπτείας ως κάτι
δευτερογενές και παράγωγο από τη σκέψη».36 Αυτή η ερμηνεία της μαρξικής μεθόδου
αντιτίθεται στη θεωρία της αντανάκλασης (ο όρος εδώ έχει εντελώς άλλη χρήση από την χυδαία
υλιστική και όχι μόνο ερμηνεία του όρου στο πλαίσιο της θεωρίας των αντανακλαστικών του
Παβλόφ) καθώς και στην μαρξική κατανόηση της μετάβασης από το αφηρημένο στο

33 Στο ίδιο, σελ.233.


34 Στο ίδιο, σελ.233.
35 Στο ίδιο, σελ.189.
36 Στο ίδιο, σελ.189-190.

14
συγκεκριμένο καθώς αυτή θα πρέπει να την αντιληφθούμε ως «διαλεκτική της μετάβασης από
την άμεση εποπτεία, στην αφηρημένη σκέψη, από την εποπτεία και την παράσταση στην έννοια,
από το συγκεκριμένο έτσι όπως δίνεται στην εποπτεία και την παράσταση, στο συγκεκριμένο
έτσι όπως εμφανίζεται στην θεωρητική σκέψη».37 Εδώ λοιπόν ξεκάθαρα πρόκειται για μια
διαδικασία μετάβασης από ένα τύπο συγκεκριμένου, το άμεσα εποπτικό και παραστασιακό
συγκεκριμένο, σε ένα άλλο πιο σύνθετο θεωρητικό συγκεκριμένο, που σχετίζεται όχι μόνο με
το φαινόμενο του πράγματος αλλά και με την ουσία του, με ενδιάμεσο κρίκο ένα τύπο
αφαίρεσης, που όμως ακόμη δεν έχει χαρακτηριστικά συγκεκριμένης αφαίρεσης, ένα
«αφηρημένο γενικό» που ακόμη δεν έχει την υπόσταση του «συγκεκριμένου γενικού». Αυτή
είναι η σπείρα του γνωστικού κύκλου που περιγράφεται εδώ από τον Ιλιένκοφ, μια σπείρα και
μια διαδικασία συγκεκριμενοποίησης, που είναι ακριβώς αντίθετη από αυτό που έως τότε
κατανοείτο ως συγκεκριμενοποίηση, αλλά επίσης απολύτως διαφορετική και από την
χεγκελιανή, αφού εδώ στην υλιστικά διαλεκτική εκδοχή της η έννοια μεσολαβεί επίπεδα
πραγματικότητας και όχι το αντίστροφο , να έχουμε δηλαδή μια πραγματικότητα
υποβαθμισμένη σε ένα προσωρινό μέσο στο οποίο καταφεύγει η νόηση με σκοπό-αυτοσκοπό
τη διαύγαση της έννοιας. Εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικές συγκεκριμένες εκδοχές
της πραγματικότητας, που η μία ενέχει ρόλο αφετηρίας («αφηρημένο- γενικό») και η άλλη
κατάληξης («συγκεκριμένο γενικό»), στην ίδια σπείρας του γνωστικού κύκλου και όχι με δύο
συγκεκριμένες εκδοχές της έννοιας, η μια πιο συγκεκριμένη και ανεπτυγμένη από την άλλη.
Στην μαρξική μέθοδο επομένως, αν πούμε τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο,
συνενώνονται οργανικά δύο διαλεκτικά αντίθετες και αντιθετικά κινούμενες μεταξύ τους,
μέθοδοι: Η αναλυτική προσέγγιση από το αισθητηριακό συγκεκριμένο στο νοητικά αφηρημένο
και η συνθετική προσέγγιση από το νοητικά αφηρημένο στο νοητικά συγκεκριμένο. « Ο
άνθρωπος τρώει για να ζήσει, δεν ζει για να τρώει. Αλλά μόνο ένας τρελός θα έβγαζε το
συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς καθόλου τροφή· θα ήταν εξίσου ηλίθιο να
επιμείνει κανείς ότι ο αφορισμός αυτός υποβαθμίζει το ρόλο της τροφής. Τι ίδιο ισχύει και στην
περίπτωσή μας. Μόνο ένα πρόσωπο που έχει πλήρη άγνοια των επιστημονικών ζητημάτων θα
μπορούσε να εκλάβει την απορρόφηση της αισθητηριακά συγκεκριμένης πληροφορίας των
γεγονότων από την αφαίρεση ως τη βασική και καθοριστική μορφή της διανοητικής
δραστηριότητας του θεωρητικού. Στην επιστήμη η απορρόφηση αυτή είναι μόνο ένα αναγκαίο
μέσο για την εκπλήρωση ενός σοβαρότερου καθήκοντος, του καθήκοντός που προσιδιάζει στη
θεωρητική αφομοίωση του κόσμου, αποτελώντας τον αληθινό στόχο της δραστηριότητας του
θεωρητικού. Η αναπαραγωγή του συγκεκριμένου στη σκέψη είναι ο στόχος που καθορίζει το
βάρος και τη σημασία κάθε ξεχωριστής πράξης γενίκευσης». 38
Η μέθοδος από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο είναι έτσι μέθοδος ανάπτυξης της
γνώσης από την εποπτεία και την παράσταση στην έννοια. Εάν αυτή η πορεία είναι σωστή,
τότε η σκέψη δεν απομακρύνεται από το συγκεκριμένο αλλά απεναντίας σκοπεύει, κατευθύνει
και κατευθύνεται προς αυτό. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο ο Ιλιένκοφ επέστησε την προσοχή στο
γεγονός ότι η αντίληψη στη μαρξική κατανόηση δεν αποτελεί καθαρή αισθητηριακή εικόνα του
πράγματος που δίνεται στην μεμονωμένη ατομική μνήμη αλλά στο περιεχόμενό της οργανικά
αρθρώνεται αυτό που διατηρήθηκε στην κοινωνική μνήμη, με τη μορφή πολλών επιμέρους
ατομικών μνημών. Έχω μια ανθρώπινη παράσταση σημαίνει ότι διαθέτω μια κοινωνικά
συνειδητοποιημένη εποπτεία του πράγματος, το οποίο είναι ή μπορεί να είναι προσδιορισμένο
στην γλώσσα. «Όταν έχω μια παράσταση μια παράσταση έχω μια κοινωνικά πλαισιωμένη
(δηλαδή διατυπωμένη στην ομιλία ή ικανή να διατυπωθεί στην ομιλία) εποπτεία. Δεν μπορούμε

37 Στο ίδιο, σελ.189-190.

38
Στο ίδιο, σελ.193-194.

15
να σχηματίσουμε να σχηματίσουμε την έννοια κάποιου πράγματος, αν εγώ, μέσω της ομιλίας
δεν παρατηρώ αυτό το πράγμα μέσα από τα μάτια ενός άλλου ατόμου ή αυτό το άλλο άτομο
δεν εποπτεύει αυτό το πράγμα μέσα από τα μάτια μου. Παίρνουμε μέρος σε μια αμοιβαία
ανταλλαγή παραστάσεων. Μια παράσταση είναι ακριβώς αυτή ή λεκτικά διατυπωμένη
εποπτεία».39
Με τον ίδιο τρόπο η έννοια στην μαρξιστική της κατανόηση δεν αποτελεί μόνο
προσδιορισμό του κοινού, αφηρημένα «ίδιου» στοιχείου ή χαρακτηριστικού στην τάξη
διαφορετικών φαινομένων διότι σε αυτήν την περίπτωση η έννοια αντί να ξεκινά από την
παράσταση και την εποπτεία και να ακολουθεί ένα δρόμο εμβάθυνσης από το φαινόμενο προς
την ουσία, θα κατέληγε φτωχότερη από αυτές. Σε αυτήν την περίπτωση η διαδικασία
μετάβασης από την παράσταση στην έννοια δεν θα προσέγγιζε το συγκεκριμένο αλλά θα
απομακρυνόταν από αυτό. Ο Ιλιένκοφ αναφέρει σχετικά :«Δεν αποτελεί έκπληξη που ο Καντ
ξεκινά από αυτήν την προϋπόθεση για να φτάσει στο συμπέρασμα ότι η σκέψη είναι ανίκανη
να κατακτήσει την αντικειμενική αλήθεια. Ο Λένιν κράτησε άφθονες σημειώσεις από αυτό το
απόσπασμα του Χέγκελ, κάνοντας παρεμπιπτόντως αυτήν την παρατήρηση πάνω στο θέμα:”
Ο Χέγκελ είχε απόλυτα δίκιο ουσιαστικά απέναντι στον Καντ. Η σκέψη, όταν υψώνεται από το
συγκεκριμένο στο αφηρημένο, δεν απομακρύνεται -αν είναι ορθή από την αλήθεια (και ο Καντ,
όπως και όλοι οι φιλόσοφοι, μιλούν για ορθή σκέψη)- από την αλήθεια αλλά την πλησιάζει».40
Έτσι λοιπόν η πραγματική έννοια αποτελεί αντανάκλαση της ουσίας του πράγματος και η ουσία
του πράγματος αντανακλώμενη στην έννοια και εκφρασμένη σε αυτήν συνίσταται « στο
συγκεκριμένο σύστημα της αλληλεπίδρασής του με άλλα πράγματα, στο σύστημα των
αντικειμενικών συνθηκών μέσα στις οποίες και μέσω των οποίων είναι αυτό που είναι»41, με τα
οποία διαμορφώνεται, σχηματίζεται και δημιουργείται, στις δοσμένες συνθήκες μια συστεμική
ολότητα. Το να κατέχει λοιπόν κανείς την έννοια του πράγματος ή του φαινομένου, να το
κατανοεί, σημαίνει αφενός να «καταδεικνύει τη θέση του στο συγκεκριμένο σύστημα
αλληλεπιδρώντων φαινομένων μέσα στο οποίο αναγκαστικά γίνεται αντιληπτό», αφετέρου, «να
ανακαλύπτει εκείνα ακριβώς τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στο φαινόμενο να παίξει αυτόν
τον ρόλο μέσα στο όλον».42
Ο Ιλιένκοφ σκιαγράφησε την μαρξική μέθοδο της «ανόδου από το αφηρημένο στο
συγκεκριμένο» σε αντιδιαστολή με την μονόπλευρη αναλυτική και μονόπλευρη συνθετική,
μέθοδο της γνώσης. Έδειξε ότι η μαρξική διαλεκτική μέθοδος δεν συνίσταται και δεν αποτελεί
μόνο την ενότητα της εμπειρικής επαγωγής και της τυπικής παραγωγής, αλλά ότι και τις δύο
αυτές κλασικές μεθόδους τις διατηρεί, τις υπερβαίνει και συνενώνει σε ένα υψηλότερο
επίπεδο. Μέσα στα πλαίσια της μαρξικής μεθόδου η επαγωγή δεν κατανοείται ως εμπειρική
επαγωγή, « η οποία κατευθύνεται στην έρευνα των αφαιρέσεων που εκφράζουν τα γενικά
γνωρίσματα όλων των επιμέρους περιπτώσεων, αλλά η σε βάθος ανάλυση μια ξεχωριστής
περίπτωσης, η οποία αποσκοπεί στην αποκάλυψη της υπό εξέταση διαδικασίας στην καθαρή
της μορφή. Μόνο ο Κοντ και ο Σπένσερ προσπαθούν να ακολουθήσουν τον δρόμο της
επαγωγής και της αφαίρεσης- με τα αντίστοιχα ισχνά αποτελέσματα».43
Με τον ίδιο τρόπο και η παραγωγή ως λογική μέθοδος στα πλαίσια της μαρξικής μεθόδου
δεν έχει το χαρακτήρα μιας τυπικής παραγωγής, παύει να αποτελεί όπως λέει ο Ιλιένκοφ «ένα
μέσο για την τυπική συναγωγή των προσδιορισμών που περιέχονται a priori στην έννοια»44,
και μετατρέπεται σε μέθοδο γενετικής εξαγωγής καθώς γίνεται «ένα μέσο πραγματικής

39
Στο ίδιο, σελ.64.
40
Στο ίδιο, σελ.68.
41
Στο ίδιο, σελ.181.
42
Στο ίδιο, σελ.248.
43
Στο ίδιο, σελ.238.
44
Στο ίδιο, σελ.225.

16
ανάπτυξης της γνώσης των γεγονότων στην κίνησή τους, στην αέναη αλληλεπίδρασή τους».45
Η παραγωγή αυτού του τύπου ήδη δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί ως τυπική παραγωγή της
μεταφυσικής λογικής, ως τυπικός μετασχηματισμός, επανατοποθέτηση, αναδιοργάνωση
έτοιμων, ήδη επιτευχθέντων, ολοκληρωμένων, τελικών και ολοκληρωμένων γνώσεων, ως
θεωρησιακή διαδικασία παραγωγής μιας έννοιας ( κρίσης, συμπερασμού) από μια άλλη, αλλά
θα πρέπει να κατανοηθεί ως «μέθοδος για την θεωρητική έκφραση των εμπειρικών γεγονότων,
των εμπειρικών φαινομένων στην εσωτερικής τους ενότητα».46 Η παραγωγή αυτή (ή αλλιώς ο
τρόπος του διαλεκτικού συμπερασμού) συμπεριλαμβάνει οργανικά το στοιχείο της επαγωγής,
επειδή ακριβώς η ανάπτυξη της γνώσης την οποία διασφαλίζει, δεν είναι δυνατή δίχως την
ακριβή ανάλυση των εμπειρικών δεδομένων. Πρόκειται για παραγωγή (συμπερασμό)
θεμελιωμένο πάνω σε ένα «συνειδητό» και συνεπή «ιστορισμό», επειδή ακριβώς δεν κατανοεί
το αντικείμενο ως κάτι «ήδη έτοιμο» αλλά αντιθέτως ως κάτι που «αναδύεται» και
«αναπτύσσεται» μέσα στην ιστορία.47 Είναι αλήθεια, ότι η παραγωγή κατανοημένη με τέτοιο
τρόπο καθίσταται δυνατή «μόνο αν η βασική της προκείμενη δεν είναι μια αφηρημένη γενική
έννοια αλλά μια συγκεκριμένη καθολική έννοια που ερμηνεύεται ως ενότητα ή ταυτότητα των
αμοιβαία μετασχηματιζόμενων αντιθέτων, ως μια έννοια που αντανακλά την πραγματική
αντίφαση του αντικειμένου».48
Η μαρξική διαλεκτική μέθοδος της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο,
επομένως, συνενώνει μέσα της οργανικά τη στιγμή της θεωρητικής επαγωγής και της γενετικής
παραγωγής, τα οποία βασίζονται στην αρχή του συγκεκριμένου γενικού (κοινή προέλευση της
ενότητας του πολλαπλού, ενότητα αντιθέτων, διαλεκτική αντίθεση) και εντός της, οι δύο
παραπάνω επιστημονικές μεθόδο, περνούν αμοιβαία η μια στην άλλη, συλλαμβάνονται στην
διαλεκτική τους ενότητα..
Μπορεί σε αυτό το σημείο χωρίς κανέναν απολύτως δισταγμό να γίνει ο ισχυρισμός
πως αυτές οι πλευρές της ιλιενκοφικής ανάλυσης της μαρξικής λογικής μεθόδου ξεπέρασαν
πολύ την εποχή και τις συνθήκες στις οποίες διατυπώθηκαν ενώ πολλά από τα ζητήματα που
για πρώτη φορά τέθηκαν σε αυτήν δεν έχουν επιλυθεί έως τις μέρες μας, αφού προϋποθέτουν
μια άλλη, διαφορετική σχέση του ανθρώπου με την πραγματικότητα και την ιστορία.
Η μαρξική μέθοδος της μετάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο έχει αναλυτικό-
συνθετικό και επαγωγικό-απαγωγικό χαρακτήρα. Εγκολπώνει μέσα της σε μία διαλεκτική
ενότητα την λογική ανάλυση του αντικειμένου με την λογική και ιστορική του γένεση.

Η άνοδος από το αφηρημένο και το συγκεκριμένο στο Κεφάλαιο του Μαρξ

Στο πέμπτο κεφάλαιο της Διαλεκτικής του Αφηρημένου και του Συγκεκριμένου, ο συγγραφέας
θα δείξει πως πραγματώνει τα παραπάνω ο στοχαστής και επαναστάτης Μαρξ στο Κεφάλαιο
το, κατά κοινή ομολογία , θεμελιώδες έργο του. Το κεντρικό επιχείρημα του Ιλιένκοφ εδώ είναι
ότι η μαρξική έννοια της αξίας στο Κεφάλαιο είναι ακριβώς μία συγκεκριμένη αφαίρεση. Δεν
μπορείς να την αγγίξεις ή να την δεις, να την συλλάβεις άμεσα εποπτικά ή παραστασιακά αφού
σε αντιδιαστολή με τα χρήματα, αφού δεν έχει καθόλου κάποια συγκεκριμένη αισθητή μορφή.
Ωστόσο η αξία βρίσκεται εκεί, στην καρδιά του καπιταλιστικού συστήματος, περιέχουσα τις
πιο θεμελιώδεις σχέσεις, αντιθέσεις και αντιφάσεις, που συγκροτούν τον καπιταλισμό ως
ιδιάζοντα κοινωνικό αναπαραγωγικό μεταβολισμό και οι ίδιες αποκτούν την ιδιαίτερη συστεμική
τους λειτουργία μόνο μαζί του.

45
Στο ίδιο, σελ.225.
46
Στο ίδιο, σελ.262.
47
Στο ίδιο, σελ.278.
48
Στο ίδιο, σελ.372.

17
Για να δημιουργήσει τη δική του συγκεκριμένη αφαίρεση, ο Μαρξ πρέπει, πρώτα από
όλα , να εγκαινιάσει μία αναλυτική στιγμή της αφαίρεσης με την οποία «διασπά τη διαλεκτική
της πραγματικότητας», για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση του Λένιν. Αυτός είναι ο λόγος,
λέει ο Ιλιένκοφ, που «ο Μαρξ σκόπιμα δεν λαμβάνει υπόψιν στην εξήγηση τις υπόλοιπες
μορφές: χρήμα, κέρδος, μισθούς. Προς το παρών όλα αυτά τα πράγματα θεωρούνται
ανύπαρκτα»49. Αντίθετα , ο Μαρξ δημιουργεί μία συγκεκριμένη αφαίρεση μέσω της διαλεκτικής
ανάλυσης του καπιταλισμού στην πιο απλούστερη, την πιο στοιχειώδη, γενική (καθολική),
κυτταρική του μορφή, το εμπόρευμα. Το εμπόρευμα είναι ακριβώς «το αντικειμενικά
απλούστερο και περαιτέρω αδιαίρετο στοιχείο ενός συστήματος αλληλεπίδρασης, ένα “κύτταρο”
του αναδυόμενου όλου» 50. Το καθήκον κάθε επιστήμης που θέλει να κατανοήσει πώς
δουλεύουν τα πράγματα, ισχυρίζεται ο Ιλιένκοφ, είναι να ξεκινήσει με μία συγκεκριμένη
ανάλυση της συγκρότησης και σύνθεσης μιας στοιχειώδους εκδήλωσης της ζωής, κατ’
αναλογία με τη χημεία, τη βιολογία και τη μελέτη του υδρογόνου και των πρωτεϊνών. « Στο
καπιταλιστικό σύστημα αλληλεπίδρασης μεταξύ ανθρώπων στην κοινωνική παραγωγή της
υλικής ζωής, το κύτταρο αυτό αποδείχθηκε ότι είναι το εμπόρευμα, η στοιχειώδης
εμπορευματική μορφή αλληλεπίδρασης. Στη βιολογία, το κύτταρο αυτό είναι προφανώς η
απλούστερη πρωτεϊνική δομή· στη φυσιολογία της ανώτερης δραστηριότητας, το εξαρτημένο
αντανακλαστικό κτλ»51.
Η ανάλυση του εμπορεύματος με αφηρημένο τρόπο (συγκεκριμένη αφαίρεση), η
παράλειψη πολλών και περισσότερο σύνθετων φαινομενικών μορφών και σχέσεων, είναι
ακριβώς αυτό που επιτρέπει στον Μαρξ να αναλύσει την αξία ως λογικά πρωθύστερη και
πρωταρχικότερη από τα κέρδη, τους μισθούς και τα χρήματα. Για παράδειγμα, μέσα στο
εμπόρευμα, ο Μαρξ ανακαλύπτει την αξία με δύο μορφές, την αξία χρήσης και την
ανταλλακτική αξία, οι οποίες του επιτρέπουν να αναλύσει τον καπιταλισμό ως ένα αντιθετικό
σύστημα στο οποίο η κοινωνική παραγωγή δημιουργεί αξίες χρήσης για πώληση στην αγορά
στη βάση της εκμετάλλευσης της εργασίας μέσω της υπεραξίας. Στη βάση αυτής της
συγκεκριμένης αφαίρεσης εξηγείται όλη η βασική λειτουργία της καπιταλιστικής παραγωγής,
καθιστώντας δυνατή την ανάλυση της λειτουργίας των πιο πολύπλοκων μορφών της.
Όμως ακόμη και σε αυτό το σημείο της σκέψης η έννοια της αξίας δεν έχει καταστεί
συγκεκριμένη αφαίρεση. Ένα ακόμη στοιχείο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση προς αυτήν την
κατεύθυνση. Για να καταστεί η αξία μία συγκεκριμένη αφαίρεση, πρέπει να είναι ιστορικά
ιδιαίτερη, να διαθέτει δηλαδή μια ιστορική ατομικότητα. Το επιχείρημα του Ιλιένκοφ, ο οποίος
ακολουθεί σε αυτό το σημείο τον Μαρξ, είναι ότι μπορούμε να κάνουμε την αφαίρεση πλήρως
συγκεκριμένη μόνο αναλύοντας την μέσω όλης της ιστορίας της ανθρώπινης κοινωνικής
πρακτικής. Ο συγγραφέας, ακολουθώντας τον Μαρξ, δείχνει τι συμβαίνει όταν η σκέψη δεν το
πραγματοποιεί αυτό, παρουσιάζοντας την πολιτική οικονομία και τα γραπτά του Ρικάρντο και
του Σμιθ. Αμφότεροι, ήταν ικανοί να αναγνωρίσουν ότι η εργασία είναι η πηγή του πλούτου
και της αξίας αλλά δεν κατάφεραν να αναγνωρίσουν την πραγματική λειτουργία του
καπιταλισμού μέσω «της σχέσης της αξίας» επειδή θεώρησαν ότι οι κατηγορίες που
χρησιμοποιούσαν και οι σχέσεις που τις υποβάσταζαν ήταν καθολικές. Κάνοντας αφαίρεση ,
θεωρώντας ως βάση ότι η ατομική ιδιοκτησία και η εργασία αποτελούσαν γενικές και καθολικές
πηγές πλούτου, αποδείχθηκαν ανίκανοι, θεωρητικά να τα συνθέσουν σε ένα λειτουργικό
σύστημα και αυτό επειδή οι συγκεκριμένες κατηγορίες είχαν αποσπαστεί και οδηγηθεί βίαια
εκτός της διαδικασίας της ιστορικής τους εκτύλιξης (ανάπτυξης και εξέλιξης), σε όλη τη
διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Ο Ιλιένκοφ παρουσιάζει αυτή τη διαδικασία πολύ εύστοχα

49
Στο ίδιο, σελ.310.
50
Στο ίδιο, σελ.313
51
Στο ίδιο, σελ.313

18
και γλαφυρά, ως τη μέθοδο του επιστήμονα που έχοντας ανατμήσει το κουνέλι σε όλα τα
συστατικά του μέρη, και έχοντας έτσι ουσιαστικά θανατώσει το ζώο δεν είναι σε θέση να
αντιστρέψει τη διαδικασία και να δημιουργήσει κάτι ζωντανό – «ποτέ δεν θα καταλάβει γιατί ο
συνδυασμός τους, πριν από τον αναλυτικό διαμελισμό υπήρχε ως ένα ζωντανό κουνέλι. Σε
αυτήν την περίπτωση η ανάλυση σκότωσε και κατέστρεψε ακριβώς ότι σκοπεύαμε να
κατανοήσουμε με αυτόν τον τρόπο: τη ζωντανή συγκεκριμένη αλληλεπίδραση που προσιδιάζει
στο δεδομένο πράγμα. Η ανάλυση κάνει τη σύνθεση αδύνατη ».52
Σε αντιδιαστολή με αυτό, «η συγκεκριμένη θεωρητική ανάλυση», λέει ο Ιλιένκοφ,
«σημαίνει ότι ένα πράγμα διαιρείται σε εσωτερικά συνδεδεμένες, αναγκαίες μορφές της
ύπαρξης του που προσιδιάζουν σε αυτό, και όχι σε συστατικά στοιχεία αδιάφορα στην
ιδιαίτερη φύση του».53
Αυτό μπορεί να γίνει μόνο, μέσω της «συγκεκριμένης ανάλυσης της πραγματικότητας πάνω
στην οποία μία θεωρητική κρίση επικυρώνεται από τη σκοπιά όλης της πρακτικής του
ανθρώπινου είδους»54 ή πάλι, στη βάση μιας «συνειδητής ιστορικής θεώρησης της
καθορισμένης πραγματικότητας, στη βάση μιας σύλληψης κάθε αντικειμενικής πραγματικότητας
ως ιστορικά αναδυόμενου και αναπτυσσόμενου συστήματος αλληλεπιδρώντων
φαινομένων». 55

«Είναι μόνο η πρακτική της κοινωνικής ανθρωπότητας, δηλαδή η ολότητα, των ιστορικά
αναπτυσσόμενων μορφών της ενεργούς ( πραγματικής) αλληλεπίδρασης του κοινωνικού
ανθρώπου με τη φύση, που αποδεικνύεται να είναι ταυτόχρονα και τα δύο, η βάση και το
κριτήριο επαλήθευσης της θεωρητικής ανάλυσης και σύνθεσης»56
Ο Ιλιένκοφ το καταδεικνύει αυτό στην ιδιαίτερη περίπτωση του καπιταλισμού, δείχνοντας
ότι «δεν είναι η εργασία εν γένει αλλά η συγκεκριμένη ιστορική μορφή της εργασίας η οποία
είχε συλληφθεί ως η υπόσταση της αξίας». Είναι ακριβώς η αδιαφοροποίητη,
εμπορευματοποιημένη εργασία, όπως ιστορικά εκτυλίσσεται, αυτό που δημιουργεί την αξία,
όχι η εργασία ως παραγωγική ικανότητα κατανοημένη στις περισσότερο γενικές και ιστορικά
διαβρωμένες μορφές. Η ανάλυση της αξίας από μέρους του Μαρξ, όχι μόνο ως δομική
αφαίρεση αλλά ως ιστορικά αναδυόμενη, εκτυλισσόμενη, ιδιάζουσα αφαίρεση, καθιστά
δυνατή στη θεωρία και την ανθρώπινη νόηση εν γένει την ανακατασκευή του συγκεκριμένου
ζωντανού οργανισμού του καπιταλισμού στην πιο στοιχειώδη μορφή του. Είναι ακριβώς αυτό
το σημείο στο οποίο έχει καταστεί πια μία συγκεκριμένη αφαίρεση, και ο γνωστικός κύκλος
προσωρινά ολοκληρώνεται.
Στην περίπτωση της λογικής μεθόδου του Μαρξ, όπως σωστά και με νόημα τόνιζε ο
Ιλιένκοφ, «η λογική ανάπτυξη δεν αναπαράγει την ιστορία συνολικά αλλά τη συγκεκριμένη
ιστορία, του δεδομένου, συγκεκριμένου, ιστορικού όλου, του δεδομένου συγκεκριμένου
συστήματος φαινομένων, τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με έναν ειδικό τρόπο»57 και η
« αλληλουχία των κατηγοριών πρέπει να αναπαράγει την πραγματική ιστορική αλληλουχία στην
οποία διαδραματίζεται η διαδικασία μορφοποίησης του αντικειμένου της έρευνας, η διαδικασία
…της δομής του».58
Προκύπτει φυσικά εδώ το ερώτημα: τι συμβαίνει στην περίπτωση, όταν δεν βρισκόμαστε
ενώπιων της εργασίας της θεωρητικής αναπαραγωγής της μιας και της αυτής, ήδη
ανεπτυγμένης συγκεκριμενο-ιστορικής ολότητας, αλλά εμπρός από την εργασία θεωρητικής

52
Στο ίδιο, σελ.315.
53
Στο ίδιο, σελ.314.
54
Στο ίδιο, σελ.318.
55
Στο ίδιο, σελ.320.
56
Στο ίδιο, σελ.317.
57
Στο ίδιο, σελ.306.
58
Στο ίδιο, σελ.299-300.

19
αναπαραγωγής της ιστορίας, στην οποία η λογική ανάπτυξη πρέπει να αναπαράγει το
πέρασμα από τη μια συστεμική περνάει στην άλλη; Και εδώ από τους περιορισμούς που θέτει
ο Ιλιένκοφ της λογικής μεθόδου, είναι προφανές ότι μόνο με αυτή δεν μπορούμε να τα
καταφέρουμε, αυτή από μόνη της δεν επαρκεί: σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει η λογική
ανάλυση της συγκεκριμένης ολότητας (π.χ ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού) να
περάσει στην λογική ανάλυση του άλλου ιστορικά συγκεκριμένης ολότητας. Στο κέντρο της
προσοχής τώρα έρχεται η ανάλυση των συνθηκών, κάτω από τις οποίες η εσωτερική δομή του
ενός συστήματος αλλάζει σε εσωτερική δομή ενός άλλου, ποιοτικά διαφορετικού συστήματος
και εδώ η λογική μέθοδος θα πρέπει να εξελιχθεί σε πιο σύνθετη μορφή επιστημονικής
έρευνας. Ένα τέτοιος τρόπος είναι η μαρξική ιστορική μέθοδος η οποία ενσωματώνει τη λογική
μέθοδο και τα εργαλεία της (μέθοδο από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο) ως στιγμές
υποκείμενες σε αυτήν και όπου η λογική ακολουθία των εννοιών και κατηγοριών που
αντανακλούν την εσωτερική δομή ενός συστήματος, μιας συγκεκριμένης ολότητας, δεν είναι
απαραίτητο να συμπίπτει με την λογική ακολουθία που αντανακλά την εσωτερική δομή ενός
άλλου, ιστορικά προηγούμενου ή επόμενου συστήματος.
Στα πλαίσια αυτής της συσχέτισης, ας παρατηρήσουμε και μια άλλη σημαντική πλευρά
του προβλήματος. Ο Ιλιένκοφ σωστά σημειώνει ότι η μετάβαση από το αφηρημένο στο
συγκεκριμένο δεν ολοκληρώνεται, δεν τελειώνει με τη δημιουργία της νοητικής συγκεκριμένης
εικόνας της εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά έχει και την δική του περαιτέρω συνέχεια. Η
νοητική συγκεκριμένη απεικόνιση της πραγματικότητας, είναι φυσικά ιδιαίτερος σκοπός της
θεωρητικής γνώσης, αλλά δεν αποτελεί ούτε αυτοσκοπό, ούτε πεπερασμένο ή έσχατος
σκοπός της γνωστικής δραστηριότητας. Από την νοητική συγκεκριμένη απεικόνιση της
πραγματικότητας η οποία είναι το αποτέλεσμα της θεωρητικής δραστηριότητας, προχωρά η
γνώση εκ νέου, λαμβάνοντας το προηγούμενο αποτέλεσμα ως αφετηρία, προς την πράξη αυτή
την φορά. Η γνώση που κατευθύνεται από τη θεωρία στην πράξη επίσης αναπτύσσεται από
το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, επειδή ακριβώς η πράξη είναι πιο σύνθετη και πιο πλούσια
από τη θεωρία. Ας παραθέσουμε τη διατύπωση του ίδιου του Ιλιένκοφ όσον αφορά αυτό το
πολύ σημαντικό στοιχείο: «Το συγκεκριμένο στη σκέψη δεν είναι, βέβαια, ο υπέρτατος στόχος,
ένας αυτοσκοπός. Η θεωρία συνολικά είναι μόνο “μια μεταβατική στιγμή” στην πραγματική,
πρακτική, αντικειμενική ανταλλαγή ύλης μεταξύ της φύσης και του ανθρώπου. Από τη θεωρία
γίνεται μετάβαση στην πράξη· η μετάβαση αυτή μπορεί επίσης να περιγραφεί ως μια μετάβαση
από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Η πράξη δεν έχει πλέον έναν υπέρτατο στόχο έξω από
τον εαυτό της, αλλά θέτει τους δικούς της στόχους και εμφανίζεται ως ένας αυτοσκοπός. Γι’
αυτόν τον λόγο κάθε ξεχωριστό βήμα και κάθε γενίκευση στην πορεία σχηματισμού μιας
θεωρίας βρίσκονται συνεχώς σε σχέση αντιστοιχίας με τα δεδομένα της πράξης, ελέγχονται
από αυτά, συσχετίζονται με την πράξη ως τον ανώτατο στόχο της θεωρητικής
δραστηριότητας».59 Ο φιλόσοφος εδώ στην πραγματικότητα ξεκάθαρα υποδηλώνει ότι μετά
από τη στιγμή της εμπειρικής θεωρητικής δραστηριότητας ακολουθεί αυτή της πρακτικής και
ψυχικής δραστηριότητας, στην οποία η θεωρία αλλάζει σε περίγραμμα, κατεύθυνση και
ιδεώδες της πράξης. Ήταν ένας από τους πρώτους που διατύπωσε την σκέψη ότι η
ανθρώπινη γνώση σε συγκεκριμένους αναπαραγωγικούς κύκλους, σε διαφορετική βάση από
τον Χέγκελ ( Βλ. σχετ. προβλ. στο Ιλιένκοφ Ε., Διαλεκτική λογική . Δοκίμια ιστορίας και
θεωρίας).

Κατακλείδα

59
Στο ίδιο, σελ.194.

20
Αν και δεν είναι εφικτό στα πλαίσια μια εισαγωγικής παρουσίασης ορισμένων κομβικών
σημείων ενός έργου να παρουσιαστεί επαρκώς η εμβρίθεια του τόσου σημαντικού αυτού
πονήματος της μαρξικής φιλοσοφικής παραγωγής και κληρονομιάς, καθώς επίσης και όλοι οι
λόγοι που το καθιστούν ξεχωριστό ακόμη και στις μέρες μας, εν τούτοις θα προσπαθήσουμε
να συγκεφαλαιώσουμε μερικά βασικά σημεία
Σχεδόν δέκα χρόνια μετά την μεγάλη αντιφασιστική νίκη στην οποία η χώρα του είχε
διαδραματίσει τον πρωταρχικό ρόλο, ο «νεαρός φιλόσοφος» Ιλιένκοφ θα καταφέρει να
δημιουργήσει ένα έργο, στο οποίο η φιλοσοφική σκέψη, για πρώτη φορά μετά την ιδεοκρατική
της κατάληξη τα προηγούμενα 25 χρόνια (ιδιαίτερα κυρίως μετά το 1938 και το έργο του
«Διαλεκτικός και Ιστορικός υλισμός, του οποίου συγγραφέας ήταν ο ίδιος ο Στάλιν) και το τέλμα
στο οποίο είχε περιέλθει μετά από την ακραία ιδεολογικοποίηση και εργαλειοποίησή της
εξαιτίας της λειτουργίας της ως «πνευματική καρδιά» του κράτους και το ακλόνητο θεμέλιο της
θεωρητικής νομιμότητας, επιχειρείται να ανακτήσει τον κριτικό της χαρακτήρα και να επανέλθει
στην θέση της με δικό της ιδιαίτερο ανεξάρτητο αντικείμενο, που δεν είναι άλλο παρά η ίδια η
ανθρώπινη σκέψη και οι ιδιάζουσες μορφές της , οι παραστάσεις και κυρίως οι έννοιες, καθώς
και η κίνησή τους σε συνεχή αλληλεπίδραση με τον πραγματικό κόσμο, και πάντοτε εν σχέση
με την δύναμή τους να συμβάλουν στον μετασχηματισμό του. Είναι ο συγκεκριμένος τρόπος
με τον οποίο ο νεαρός στοχαστής αντιλαμβάνεται την 11η θέση για τον Φόιερμπαχ του Μαρξ,
στις ιδιόμορφες μεταπολεμικές συνθήκες στην χώρα του , που μεταστοιχειώνεται σε επιθυμία
να συμβάλλει στην σύνθετη διαδικασία υλοποίησης της αντιστροφής της χεγκελιανής
διαλεκτικής σε υλιστική κατεύθυνση. Ο Ιλιένκοφ καταφέρνει να αναγνώσει κυριολεκτικά και να
πάρει στα σοβαρά τη ρήση του εν πολλοίς παρεξηγημένου Φ. Ένγκελς , που σημειωτέον, για
ευνόητους λόγους, δεν εξυπηρετούσε καθόλου την κυρίαρχη πολιτική ερμηνεία του
μαρξισμού από την κομματική και κρατική ηγεσία, πως «μόλις , στην κάθε ξεχωριστή επιστήμη
μπει το αίτημα να ξεκαθαρίσει τη θέση που κατέχει μέσα στη γενική αλληλουχία των , από τη
στιγμή αυτή κάθε ιδιαίτερη επιστήμη, της γενικής αλληλουχίας είναι περιττή. Εκείνο που απ’ όλη
τη μέχρι τώρα φιλοσοφία, μένει ακόμα ανεξάρτητο, είναι η θεωρία της νόησης και των νόμων
της, η τυπική δηλαδή και η διαλεκτική λογική. Όλα τα άλλα μέσα στις θετικές επιστήμες της
φύσης και της ιστορίας»60. Στην ουσία, το γεγονός της υποστήριξης ακριβώς αυτής της θέσης
από τον Ιλιένκοφ και τον Κοροβίκοφ ( βλ. σχετικά υποσημ. αρ.19 παραπάνω ) ήταν που το
έτος 1954, στις περίφημες θέσεις για την φιλοσοφία που παρουσίασαν στην φιλοσοφική σχολή
του πανεπιστημίου, την κατέστησε ξεχωριστή τάση εν σχέσει με τον «επίσημο μαρξισμό» με
την ονομασία «γνωσιολογισμός» ( και στους υποστηριχτές της αποδόθηκε η ονομασία
«γνωσιολόγοι») και τον ίδιος τον εισηγητή της θα χαρακτηριζόταν ως «χεγκελιανός) και θα
τον κατηγορούσαν για «χεγκελιανισμό». Φαίνεται πως στις επικρατούσες συνθήκες και ο ίδιος
ο Ένγκελς θα «κέρδιζε» τα ίδια κατηγορήματα. Φυσικά το επίθετο «χεγκελιανός» είχε πολύ
μεγάλη πέραση εν γένει, και φυσικά εκτοξεύτηκε και αποδόθηκε και σε άλλους μαρξιστές
διανοητές, όπως επί παραδείγματι ο Γκέοργκ Λούκατς, ο Μιχαήλ Λίφσιτς κ.λ.π.. Και αυτό έγινε
τόσο εκούσια, εκ μέρους της «επίσημης» φιλοσοφικής τάξης, όσο και ακούσια, από κάποιους
καλοπροαίρετους, ύστερους διανοητές που επειδή ήταν αμιγώς μεθοδολογικά, επιστημονικά
και δομικά προσανατολισμένοι στην ανάγνωση του μαρξικού έργου, βίωναν , θεωρούσαν και
αντιλαμβάνονταν τα διακυβεύματα με διαφορετικό τρόπο.61

60
Φ. Ενγκελς, Αντι- Ντύρινγκ, Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ντύρινγκ, μετφ.: Άννεκε
Ιωαννάτου - Visée , εκδ.: Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2006, σελ. 31-32.
61
Είναι χαρακτηριστική εδώ η αναφορά του καθηγητή φιλοσοφίας του πανεπιστημίου της Μόσχας
Βίκτορ Αλεξέγιεβιτς Βαζιούλιν [Виктор Алексеевич Вазюлин, 1932-2012]: «Μόνο στον Ιλιένκοφ
αισθάνθηκα ότι η φιλοσοφία είναι κάτι ζωντανό...» όμως «…η ανεξαρτησία άρχισε νωρίτερα. Αν όμως
ο Ιλιένκοφ λάμβανε υπόψιν του την κίνηση από τη χαώδη περί του όλου παράσταση, από τη ζωντανή
εποπτεία προς την αφηρημένη νόηση, αν δεν υπήρχε ορισμένη θεωρησιακότητα στις απόψεις του,

21
Το πράγμα φυσικά τώρα μας είναι απολύτως σαφές: μια ισχυρή μαρξική μέθοδο και
φιλοσοφία δεν θα ήταν ούτε ένα απλοϊκός και μηχανικιστικός υλισμός (τάση των μηχανικιστών)
ούτε φυσικά μια «θεωρητική βασίλισσα των επιστημών» (η τάση που εκπροσωπούσε ο
Ντεμπόριν), αλλά φυσικά ούτε και μια επιστήμη των επιστημών , μια υπερεπιστήμη των
καθολικών νόμων της φύσης της κοινωνίας και της ιστορίας (η θεωρία του μαρξισμού-
λενινισμού- σταλινισμού με τις παυλίτσες, ή αλλιώς αποκαλούμενη και ως ΔΙΑΜΑΤ62), ισχυρό
εργαλείο χειραγώγησης και ελέγχου της θεωρίας, της επιστήμης, της πραγματικότητας εν γένει.
Αλλά θα ήταν κάτι που συντηρούσε την πίστη στον επαναστατικό μαρξισμό, θα έπιανε ξανά
το νήμα από την αρχή σε μια προσπάθεια να επανασυνδεθεί με τα επαναστατικά προτάγματα
του μεγάλου Οκτώβρη, ως ένα θεωρητικό εργαλείο στην υπηρεσία του αγώνα της
ανθρωπότητας προς την πραγματική χειραφέτηση τόσο στην ανατολή όσο και στην δύση.
Φυσικά κάθε προσπάθεια για τη συγκρότηση μιας τέτοιας φιλοσοφίας, προκαλούσε τον
αντίπαλο στο δικό του έδαφος, αμφισβητούσε τα αποκλειστικά της δικαιώματα και
αρμοδιότητες στον μαρξισμό, συνιστούσε πράξη πολύ περισσότερο επικίνδυνη από κάθε άλλη
μαρξιστική ανταρσύα, και θα έκανε τον πεπεισμένο μαρξιστή φιλόσοφο πολύ περισσότερο
μισητό στην ίδια του τη χώρα από αυτούς που ο ίδιος είχε καταστήσει αντικείμενο της
φιλοσοφικής του κριτικής. Και αυτά δεν ήταν άλλα από τον θετικισμό, τη συνδεδεμένη με αυτόν
τυπική λογική, μαθηματικοποίηση και κυβερνητικοποίση της φιλοσοφίας, τη μετατροπή της σε
θεραπαινίδα των διαφόρων επιστημών, την δήθεν «επιστημονικοποίηση»,
«αποπανθρωποποίηση», «αντικειμενοποίηση» και «υλοποίηση», «πραγμάτωση» του
μαρξισμού, την αποκοπή του μαρξικού έργου από τις θεωρητικές πηγές και τα προτάγματά
του στο όνομα της κάθαρσης των «χεγκελιανών απομειναριών» σε αυτό, την διχοτόμηση του
Μαρξ σε νεαρό «χεγκελιανό» των Χειρογράφων και ώριμο επιστήμονα του Κεφαλαίου. Όλα
αυτά, η ευγενική και με λεπτούς τρόπους φιγούρα του Ιλιένκοφ , εν πλήρει συνειδήσει των
κινδύνων που καραδοκούσαν, τόλμησε να τα θέσει απέναντι και να τα υποβάλλει στο καμίνι
της αυθεντικής κριτικής σκέψης.

τότε πιθανόν και να ήμουν στη σχολή του. Εφ’ όσον όμως υπήρχαν στις απόψεις του αυτά τα
γνωρίσματα διαφώνησα μαζί του. Αλλά όπως αποδείχθηκε και αργότερα δεν ήταν μόνο δική μου αυτή
η γνώμη. Η ίδια γνώμη έγινε ουσιαστικά καθολική….Υπήρχε μια θεωρητική διάσταση…πραγματικά
ουσιώδη διάσταση, επειδή εκδηλωνόταν ο χεγκελιανισμός του, αυτή είναι μια από τις βασικές
ουσιαστικά, θεμελιώδεις ανεπάρκειες της αντίληψής του». (Συνέντευξη - συζήτηση του Β. Βαζιούλιν
με μέλη της διεθνούς ερευνητικής ομάδας «Λογικο-ιστορική» σχολή που πραγματοποιήθηκε τον
χειμώνα 1991-1992. Βλ. http://www.ilhs.tuc.gr/gr/Vazioulinsinenteuxi.htm «Μόνο Επιστημονικά
αναδεικνύεται η αναγκαιότητα του κομμουνισμού...». Φυσικά ο ίδιος ο Βαζιούλιν είχε δηλώσει λίγο
παραπάνω, στην ίδια συνέντευξη, κάπως αποκαλυπτικά για τη δική του προσέγγιση θα έλεγα, πως
όσον αφορά την σχέση του με τον Ιλιένκοφ: «…απλώς με προσέλκυε και τίποτε άλλο. Αλλά με τις
απόψεις του δεν μπορούσα να συμφωνήσω και πλήρως. Επειδή όπως έλεγαν τότε μερικοί, ο τύπος
της νόησης μου ήταν χαρακτηριστικός για τις φυσικές επιστήμες και ότι έπρεπε να ασχοληθώ με τις
φυσικές επιστήμες. Ήθελα σύνδεση με τα γεγονότα, με πραγματικό αντικείμενο. Τέλος πάντων
έγραψα πτυχιακή εργασία πάνω στο Κεφάλαιο…»
62
ΔΙΑΜΑΤ: Πρόκειται για την γνωστή συντομογραφία για το «διαλεκτικό υλισμό», τη σχολαστική
εκδοχή της μαρξιστικής φιλοσοφίας που ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1920 από τους μαθητές του Γλ. Β.
Πλεχάνωφ [Георгий Валентннович Плеханов,1856-1918 , ρώσος επαναστάτης, συγγραφέας και
σπουδαίος θεωρητικός) μεταξύ αυτών πιο σημαντικό τον Α. Ντεμπόριν. Ο Ντεμπόριν υποστήριζε ότι
η μαρξιστική φιλοσοφία, ο διαλεκτικός υλισμός, αποτελείται από τρία βασικά μέρη: την υλιστική
διαλεκτική ως γενική επιστημονική μεθοδολογία (που περιλαμβάνει τα θεωρία της γνώσης)· τη
διαλεκτική της φύσης ως μεθοδολογία των φυσικών επιστημών (επιστημονικο-ιστορικός υλισμός)· τη
διαλεκτική της ιστορίας (ιστορικός υλισμός)». (Στο Α. Ντεμπόριν, Διαλεκτική και φυσικές επιστήμες,
Μόσχα-Λένιγραντ 1929, σ.23).

22
Και έτσι, ακριβώς εδώ, στη διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου, ο μόλις
μόνο τριάντα ετών στοχαστής, πραγματοποίησε μια λεπτομερή και υποστηρικτική
επιχειρηματολογία γύρω από την διαλεκτική υλιστική μέθοδο, γύρω ακριβώς από το πώς
σκεπτόμαστε όταν προσυπογράφουμε την αυθεντική μαρξιστική και κυρίως επαναστατική
κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στην σκέψη και τον υλικό κόσμο, χρησιμοποιώντας τις
ενοράσεις του Μαρξ και του Λένιν, πατώντας γερά στις αναγνώσεις που αυτοί κάνουν στον
Χέγκελ και την φιλοσοφία του, τεκμηριώνοντας με αδιαμφισβήτητο τρόπο, ότι το ίδιο το
Κεφάλαιο του Μαρξ αποτελεί μια εξέχουσα άσκηση στην διαλεκτική μέθοδο που αξίζει πολύ
κοντινότερη και βαθύτερη κατανόηση, όχι μόνο ως τρόπος παρουσίασης του υπό μελέτη
υλικού και υπό έρευνα αντικειμένου, αλλά, πρωτίστως και κυρίως, ως σύνθετος και
επαναστατικός τρόπος σχηματισμού μια πολύ σύνθετης συγκεκριμένης αφαίρεσης, εργαλείου
κατανόησης αλλά και μετασχηματισμού της ιστορικά αποξενωτικής και εκμεταλλευτικής
καπιταλιστικής πραγματικότητας. «Το Κεφάλαιο του Μαρξ είναι πράγματι η ανώτατη σχολή της
θεωρητικής σκέψης. Ένας επιστήμονας που ειδικεύεται σε οποιοδήποτε πεδίο της γνώσης
μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως πηγή πολύτιμων ιδεών όσον αφορά τη θεωρητική μέθοδο
έρευνας. Οι φιλόσοφοι και οι λογικολόγοι πρέπει να κάνουν αυτόν τον θησαυρό πιο
προσβάσιμο. Βέβαια, ένας μόνο συγγραφέας και ένα μόνο βιβλίο δεν μπορούν να φέρουν σε
πέρας αυτό το καθήκον παρά μόνο σε έναν πολύ περιορισμένο βαθμό. Με βάση την
πολυπλοκότητα και το μέγεθος της αναγκαίας εργασίας, αυτό το καθήκον απαιτεί μια ολόκληρη
σειρά μελετών».63 Είναι χαρακτηριστικό ότι εδώ με νόημα ο συγγραφέας μιλά για μια «πηγή
πολύτιμων ιδεών» και όχι για γενικό καθολικό σύστημα όπως επίσης και για τον αναγκαία
συλλογικό και ανοιχτό στις επιστήμες, στις τέχνες, στην εκπαίδευση, σε όλη τη κοινωνία,
χαρακτήρα αυτής της προσπάθειας.
Ένα άλλο γνώρισμα του έργου αυτού που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η
πραγμάτευση και συζήτηση γίνεται εδώ σε πολύ υψηλό φιλοσοφικό επίπεδο, όπως επίσης και
το ότι ο συγγραφέας αποδεικνύεται δεινός γνώστης και μελετητής όλης της κλασσικής δυτικής
φιλοσοφίας και πολιτικής οικονομίας. Ο ίδιος, ως συγγραφέας, ποτέ δεν ήταν ένας μυστικιστικά
συμπεριφερόμενος ακαδημαϊκός, και ήταν ικανός όχι μόνο να εμπλέκεται και να συγγράφει σε
λιγότερο θεωρητικό επίπεδο, αλλά όπως αναφέρεται από τους μαθητές του, τους φίλους του
και τους συνεργάτες του, αυτό ήταν για αυτόν χάρισμα. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ένα
απόσπασμα, το οποίο φέρει και πολιτικές συνδηλώσεις, για του λόγου το αληθές: «Πρέπει να
τερματιστεί η σύγχυση σχετικά με την αντίληψη της φιλοσοφίας ως ιδιαίτερης επιστήμης, πρέπει
να τακτοποιηθούν οι δικές της θεωρητικές αποσκευές …Σε κάθε άλλη περίπτωση, η φιλοσοφία
θα συνεχίσει να υπάρχει στο επίπεδο που αποτυπώνεται στη φράση “ Φιλοσοφικά ζητήματα
του εμπορίου πεπονιού στις μεγαλουπόλεις»….Οι φιλόσοφοι θα πρέπει να ασχολούνται
κυρίως με τη φιλοσοφία. Μόνο αφού κατακτηθεί αυτό και μόνο πάνω σε αυτή τη βάση θα
μπορούν να αρθρώσουν φιλοσοφικά επεξεργασμένες συμβουλές- ακόμη και σχετικά με το
εμπόριο πεπονιού, αν προκύψει η ανάγκη, αν ο ίδιος ο πωλητής πεπονιών μπερδευτεί κάπου
και ο “φιλόσοφος” γνωρίζει καθαρά σε τι συνίσταται το μπέρδεμα». 64 Ωστόσο στο
συγκεκριμένο έργο ο Ιλιένκοφ χρησιμοποιεί και ολοκληρώνει μιας επιχειρηματολογία σε ύφος
που δείχνει ότι επιθυμεί συνειδητά να αναμετρηθεί με την δυτική αστική φιλοσοφία. Για αυτόν
ο διαλεκτικός υλισμός και η ανοιχτή στα γεγονότα, δίκαιη και ισότιμη προς αυτά ιστορική
ερμηνευτική του δύναμη βρίσκεται ξεκάθαρα στον αντίποδα της δυτικής αναλυτικής

63
Στο ίδιο, σελ.396.
64
Γράμμα του Ε.Β. Ιλιένκοφ, που φέρει τον τίτλο «Σχετικά με την κατάσταση στην φιλοσοφία» , κατά πάσα
πιθανότητα από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το έτος 2006, στο τεύχος 1-
06 του γερμανικού περιοδικού Die Marxistischen Blätter, με την επιμέλεια του ο A. Maidansky (Καθηγητή
Φιλοσοφίας, Δόκτωρα των επιστημών του Ινστιντούτου Φιλοσοφίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, 2000)

23
φιλοσοφίας και της πολιτικής οικονομίας με την άχρωμη γλώσσα τους και τον σκεπτικισμό
τους. Κάθε φορά που αυτές οι φιλοσοφίες θα έρχονται εκ νέου στο προσκήνιο ως προϊόν της
αποξενωτικής, καταπιεστικής και εκμεταλλευτικής δομής και λειτουργίας της κοινωνίας και θα
καθίστανται κυρίαρχες, η αποκαλυπτική έκθεση του Ιλιένκοφ ως προς τη δομή και τα όρια τους,
θα γίνεται ξανά επίκαιρη.
Ο εστιασμός του Ιλιένκοφ στο αφηρημένο στο συγκεκριμένο και στον ιδιαίτερο ρόλο
που η λογική και η υψηλά ανεπτυγμένη σκέψη διαδραματίζει στη γνώση, αποτελεί μεγάλη
και διαχρονική συμβολή στην υλιστική διαλεκτική, μία μέθοδος που οι ρίζες της βρίσκονται
βαθιά μέσα στην ιστορία και ξεπερνούν κατά πολύ το ιστορικό πλαίσιο των δύο τελευταίων
αιώνων, αναδεικνύοντας τον θεμελιώδη ρόλο της ως μορφή κοινωνικής συνείδησης
προσανατολισμένης στη σύλληψη της κίνησης και των προϋποθέσεων αλλαγής και
επαναστατικού μετασχηματισμού του κόσμου. Ο Ιλιένκοφ αξιώνει μια διαλεκτική ως διαδικασία
δημιουργίας συγκεκριμένων αφαιρέσεων που είναι ικανές να «αποσυνθέσουν, να διασπάσουν
σε τεμάχια και να τεμαχίσουν τη διαλεκτική της πραγματικότητας» με σκοπό να δημιουργούν
«ιδεατά» και «ιδεώδη» επαρκή και κατάλληλα για την αλλαγή της. Η μαρξιστική έννοια της
αξίας αποτελεί το κατεξοχήν παράδειγμα μιας τέτοιας αφαίρεσης που μαζί με άλλες, στο ίδιο
και σε άλλα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας μπορούν να σταθούν πολύτιμοι σύμμαχοι
στο θεωρητικό ξεκλείδωμα των φαινομένων, την αποκάλυψη των εσωτερικών και ιστορικών
σχέσεων μέσα στη μάζα του εμπειρικού υλικού. Οι συγκεκριμένες αφαιρέσεις και η μετάβαση
από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο αποτελούν κατά κάποιο τρόπο την μορφή με την οποία
το συγκεκριμένο παρουσιάζει τον εαυτό του (χρησιμοποιώντας μια χεγκελιανή εικόνα), με τον
οποίο η νόηση ιδιοποιείται το συγκεκριμένο, που τώρα γίνεται η αφετηρία μια νέας κίνησης
μετάβασης της σκέψης πίσω στην αποτελεσματική, μεταμορφωτική και εξανθρωπισμένη,
πρακτική δραστηριότητα στον κόσμο.65
Και ένα τελευταίο σημείο που θα πρέπει να επισημανθεί: η οικοδόμηση μιας διαλεκτικής
ως λογικής της θεωρίας της γνώσης ποτέ δεν αποτελούσε για τον Ιλιένκοφ αυτοσκοπό, ένα
αμιγώς ακαδημαϊκό καθήκον αποσπασμένο και αποκομμένο από τους πραγματικούς σκοπούς
της οικοδόμησης μιας άλλης κομμουνιστικής κοινωνίας. Μπορεί σε κάποιους να
δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι στο έργο του και στις εργασίες του γίνεται λόγος για
γνωσιολογικά προβλήματα (αναφέρθηκε άλλωστε ότι οι αντίπαλοί του άλλοτε ακούσια και
καλοπροαίρετα αλλά κυρίως και πρωτίστως συνειδητά με σκοπό να την μειώσουν, ονόμασαν
την κατεύθυνση του στην φιλοσοφία «γνωσιολογισμό» και τον ίδιο «αμετανόητο χεγκελιανό»)
της διαλεκτικής θεωρίας της γνώσης. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάγνωση του συνολικού του
έργου του αποκαλύπτει μια άλλη γραμμή που το διαπερνά και θα μπορούσε να αποδοθεί
επιγραμματικά ως «η θετικιστική και ιδεαλιστική λογική και το πνεύμα του καπιταλισμού». Εδώ
ακριβώς διέκρινε μια μεγάλη ασυμβατότητα ανάμεσα στην ανθρώπινη κουλτούρα και τον
ανθρώπινο πολιτισμό και αυτό το θέμα στα έργα του θα πάρει τη μορφή δριμείας κριτικής του
θετικισμού και της τυπικής λογικής, και των μεγάλων κλειστών οντολογικών και ουσιαστικά
ιδεαλιστικών θεωρητικών σχημάτων, των σημαντικότερων δηλαδή «καρπών» του εργαλειακού

65
Τώρα είναι περισσότερο σαφές γιατί παρά τον αρχικό τίτλο του έργου ως Η διαλεκτική του αφηρημένου και
του συγκεκριμένου στην επιστημονική και θεωρητική σκέψη που παραπέμπει σαφώς στο γεγονός ότι ο
Ιλιένκοφ θεωρούσε και επεξεργάστηκε τη μέθοδο της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο σε
γενικότερο πλαίσιο που δεν περιοριζόταν μόνο στα οικονομικά φαινόμενα και στη ανάλυση του Κεφαλαίου, ο
Π.Κ. Φεντοσέεφ [Пётр Никола́евич Федосе́ев, 1908-1990, σοβιετικός φιλόσοφος, κοινωνιολόγος, μέλος της
κεντρικής επιτροπής από το 1941 ως το 1955, διευθυντής του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας (1955-62) και
αντιπρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών (1962-67) έκρινε ότι η μέθοδος έπρεπε να καταδειχθεί ότι
αναφερόταν μόνο στο Κεφάλαιο και έτσι άλλαξε, τον τίτλο του βιβλίου. Έτσι ο «χεγκελιανός» Ιλιένκοφ ούτως
ή άλλως αναφέρεται σε μία μέθοδο που αποτελεί ήσσονος σημασίας απομεινάρι και προϊόν της «χεγκελιανής
επιρροής στον Μαρξ» και επομένως προ πολλού ξεπερασμένη θεωρητικά από την «πολύ προχωρημένη»
θεωρητικά, κομματική διανόηση.

24
«νεωτερικού λόγου», που για τον Ιλιένκοφ, ο καθένας τους, αποτελεί το «κρυφό μυστικό» του
άλλου. Αντιθέτως την υλιστική διαλεκτική την έβλεπε με τα καθαρά μάτια του Μαρξ, δηλαδή
ως λογική του κομμουνισμού. Συνειδητοποιούσε ότι η επίλυση των σύνθετων προβλημάτων
του μετασχηματισμού του ανθρώπου και της κοινωνίας απαιτεί την εκμάθηση της τέχνης της
ανεξάρτητης, σύνθετης και πολύπλευρης σκέψης, της καλλιεργημένης αισθητικότητας και
κυρίως της φαντασίας, δηλαδή «της ικανότητας να βλέπεις με τα μάτια του άλλου», όπως
συνήθιζε να λέει, και ακριβώς αυτή η εργασία δεν είναι καθόλου εύκολη. Για να γίνει αυτό
κατορθωτό, θα πρέπει όλη η διδακτική, στηριγμένη στις παλιές αντιλήψεις για τη σκέψη του
αφηρημένου και του συγκεκριμένου, του γενικού προς το επιμέρους, τις ποσότητας προς την
ποιότητα, της σκέψης μας προς τον αισθητηριακά αντιληπτό κόσμο. Όμως η ανάπτυξη αυτής
της προβληματικής του έργου του, που αποτελεί μια πολύ πλούσια, διαχρονική και επίκαιρη
παρακαταθήκη και που συνδέεται και με την προσωπική του εμπλοκή στο επονομαζόμενο
πείραμα του Ζαγκόρσκ66, απαιτεί ξεχωριστή πραγμάτευση και δεν μπορεί να γίνει εδώ.
Θα τελειώσουμε με δύο τελευταίες παραπομπές και μία παρατήρηση. Ο πολύ
σημαντικός φιλόσοφος, μαθητής και συνεργάτης του Ιλιένκοφ, έγραφε σε ένα άρθρο του αυτόν
το 2005: « Ο Ιλιένκοφ εργαζόταν με ένα διαφορετικό “διανοητικό υλικό” απ’ ότι η επίσημη
φιλοσοφία. Αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό όχι μόνο για την κατανόηση του τι ήταν Ο Ιλιένκοφ
αλλά επίσης του τι δεν ήταν. Για να τελειώνουμε με αυτό το ζήτημα μια για πάντα ας πούμε το
εξής: στην ιστορία της σοβιετικής φιλοσοφίας, το φαινόμενο Ιλιένκοφ συνίσταται κυρίως στο
γεγονός ότι μας οδήγησε ( όχι μόνο αυτούς που τον ακολουθούσαν αλλά και τους σοβαρούς
του αντιπάλους) πέρα από το αυτό το πλαίσιο ( τον αγώνα ανάμεσα στους “μηχανικιστές”, τους
“μενσεβικίζοντες ιδεαλιστές”, και τελικώς τους σταλινικούς “ακαδημαϊκούς”, ενάντια και στις δύο
αυτές ομάδες».67 Και στην εισαγωγή του στο βιβλίο του δασκάλου του Η διαλεκτική του Λένιν
και η μεταφυσική του θετικισμού λέει για τον άνθρωπο και δάσκαλο Ιλιένκοφ: «Ήταν ένας
ολόπλευρα ταλαντούχος άνθρωπος. Με ότι και αν ασχολούνταν, με οτιδήποτε και αν
καταπιανόταν, οτιδήποτε και αν έγραφε, είτε για τη λογική, την ψυχολογία, την παιδαγωγική ή
την αισθητική, το κεφάλαιο του Μαρξ ή τη Λογική του Χέγκελ, σε οποιονδήποτε και αν
απευθυνόταν, σε φιλόσοφο, δάσκαλο ή φοιτητή, αυτό το οποίο έλεγε ήταν πάντοτε φρέσκο,
εμβριθές και ανυπόκριτο, που ακτινοβολούσε το πάθος του. Το πάθος του, η αγάπη του, ήταν
η υλιστική διαλεκτική ως λογική της επαναστατικής σκέψης και επαναστατικής πράξης. Παντού
και πάντοτε μιλούσε όχι ως επιστήμονας αλλά και ως ευφυής και πειστικός προπαγανδιστής,
φιλόσοφος και δημοσιολόγος».68 Ένα λεπτός και ευγενικός στοχαστής, θα προσθέταμε, με
μεγάλη καρδιά, διαίσθηση, λογική ικανότητα και φαντασία θα προσθέταμε με ταπεινότητα, που
«τίποτε το ανθρώπινο δεν του ήταν ξένο», και που ήξερε να ευχαριστιέται και να λυπάται με
τις ανθρώπινες υποθέσεις τους και να συλλογίζεται βαθιά και με πάθος τα υψώματα και τις
χαράδρες που η ανθρωπότητα άφηνε ως ίχνη στο παρελθόν της και ατένιζε στο μέλλον της.
Σήμερα η εποχή και η χώρα στην οποία έζησε και στοχάστηκε ο Ιλιένκοφ δεν υπάρχουν
πια. Ο ίδιος ο 20ος αιώνας τελείωσε και όπως έλεγε και ο σπουδαίος μαρξιστής ιστορικός
Έρικ Χομπσμπάουμ « Ο παλιός αιώνας δεν τελείωσε καλά». Όμως και ο καινούργιος δεν
ξεκίνησε καλά, θα προσθέταμε εμείς. Ως συνέπεια, η ανάγκη για ζωντανά και διαφορετικά
μοντέλα σκέψης που θα μετουσιώνονται σε όρους αναζήτησης και δράσης για την επίτευξη

66
Загорский эксперимент (Το πείραμα του Ζαγκόρσκ): Πρόκειται για μια πρωτότυπη επιστημονική έρευνα σε
σχέση με την ανάπτυξη του ανθρώπινου ψυχισμού στο πρότυπο εκπαιδευτικό ίδρυμα για κωφάλαλα και τυφλά
παιδιά στο Ζαγκόρσκ (σήμερα Σεργκιέφ Ποσάντ), υπό την διεύθυνση του διακεκριμένου σοβιετικού ψυχολόγου
Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς Μεστσεριακόφ (А.И.Мещеряков, 1923-1974).
67
Lev Naumenko, Evald Il’enkov and Wοrld Philosophy, Studies in East European Thought (2005) 57: σελ. 233-
234.
68
Ильенков Э. В , Ленинская диалектика и метафизика позитивизма, Москва Издательство политической
литературы, 1980 (ελλ. έκδοση: Η διαλεκτική του Λένιν και η μεταφυσική του θετικισμού, μτφ. Μιχάλης
Μένικος, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1988), σελ. 7, Εισαγωγή του Λ.Κ. Ναουμένκο.

25
των ανεκπλήρωτων κοινωνικών ουτοπιών, που τουλάχιστον δύο αιώνες τώρα συνταράζουν
με σφοδρότητα τις κοινωνίες θέτοντας το ζήτημα της ριζικής αλλαγής τους, με προεξάρχουσα
ανάμεσά τους την ουτοπία και το όραμα του κομμουνισμού που καραδοκεί στην καρδιά της
πραγματικότητας, παραμένει επίκαιρη και αδήριτη. Παραμένει η ανάγκη για ζωντανή και
αυθεντική κριτική διαλεκτική σκέψη , ως κρίσιμου παράγοντα στην πορεία της ζωής των
ανθρώπων αλλά και αιχμηρού και αναντικατάστατου διανοητικού μέσου στην κατανόηση και
τον αγώνα της ανθρωπότητας για την επίλυση των άλυτων προβλημάτων της εποχής, με
κεντρικό την καταστροφική για τον άνθρωπο και τη φύση, ολοκληρωτική πορεία του
σύγχρονου καπιταλισμού. Παραμένουν αλώβητες οι συνθήκες και εκμεταλλευτικές και
καταπιεστικές, συστεμικές δομές , αλλά και η άσβεστη λαχτάρα των ανθρώπων για τον ριζικό
μετασχηματισμό τους.,Θεωρούμε, πως σε αυτό το πλαίσιο αναγκών και αναζητήσεων, ο
Έβαλντ Βασίλιεβιτς Ιλιένκοφ ήταν ο σοβιετικός φιλόσοφος που με τον τρόπο του σκέπτεσθαι
και φιλοσοφείν που υπέδειξε , ίσως έκανε τα περισσότερα από κάθε άλλον στη μεταπολεμική
περίοδο στην χώρα του, και όχι μόνο σε αυτήν, για την ανάπτυξη της υλιστικής διαλεκτικής και
τη μετατροπή της, από θεραπαινίδα των επιστημών και περιθωριακή επαγγελματική
απασχόληση, σε πραγματική γέφυρα ανάμεσα στις διαφορετικές «κουλτούρες» , τις επιστήμες
της φύσης και της κοινωνίας, την φιλοσοφία και την τέχνη. Επιπλέον συνέβαλλε σημαντικά
στην κατάδειξη της δυνατότητας θεμελίωσης, μέσα από επίπονη εργασία και συλλογικούς
αγώνες, ενός νέου τύπου απελευθερωτικής λογικότητας, μακριά και πέρα από την κλασσικό,
ποσοτικό, πραγματιστικό, και αποξενωτικό, γερασμένο λόγο της «νεωτερικότητας», μακριά
και πέρα από το θετικισμό, την κρυμμένη αποθέωση του καπιταλιστικού ή μικροαστικού λόγου,
και τον μυστικισμό , τον δίδυμο αδερφό του (ερμηνείες που επικαθήμενες πάνω στο σώμα του
μαρξισμού του αφαιρούν οποιαδήποτε καθολικότητα και επαναστατική δραστικότητα), στην
ανάδειξη της ανάγκης μιας μη κλασσικής , μη γραμμικής, μαρξικής λογικότητας, που στην
καρδιά της θα βρίσκονται οι κατηγορίες της ποιότητας, της αντίθεσης και της επαναστατικής
ανθρώπινης πράξης. Θεωρούμε ότι ως προς όλα τα παραπάνω , οι νέοι και ανεξερεύνητοι
δρόμοι και μονοπάτια που άνοιξε, εξακολουθούν να έχουν διερευνηθεί μόνο ως προς την
αρχή τους. Το έργο του θα εξακολουθεί να μας απασχολεί τόσο ως μια πολύ σημαντική και
πολύτιμη ιστορική μαρτυρία για τις ποικίλες και όχι πάντοτε ορατές μορφές που μπορεί να
παίρνει η ταξική αναμέτρηση της ανθρωπότητας με τον κόσμο του κεφαλαίου, για τις
ατραπούς, αντιθέσεις και αντιφάσεις του μεγαλύτερου χειραφετητικού εγχειρήματος, της
ανθρωπότητας στο προηγούμενο αιώνα, αλλά και ως «πηγή ιδεών» και πολύτιμος
συνοδοιπόρος, που με τον δικό του έντονο, σθεναρό και ιδιαίτερο τρόπο θα βρίσκεται εκεί να
μας υπενθυμίζει, πως η βαθιά ρωγμή που άνοιξαν στο σώμα του πολιτισμού ο Μαρξ και
διαλεκτική μαρξική σκέψη δεν έχει ακόμη κλείσει και θα συνεχίσουν να διαδραματίζουν τον
απελευθερωτικό τους ρόλο και στο μέλλον, μέσα από όποιες δαιδαλώδεις ή ακόμη και
εφιαλτικές παρακαμπτήριους μας επιφυλάσσουν οι κλυδωνισμοί του παρόντος και η
«πανουργία της ιστορίας». Και σε αυτήν την κατεύθυνση κάθε προσπάθεια για την ανάκτηση
κάθε εργασίας και εξέτασης αυτής της κληρονομιάς αποτελεί διαχρονική, επίκαιρη, επίπονη
και ουσιαστική εργασία η οποία έχει μεγάλες απαιτήσεις αλλά νομίζουμε ότι αξίζει τον κόπο.

Μάριος Δαρβίρας,

18/2/2018

Πρώτη δημοσίευση στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 47, Ιανουάριος


Φεβρουάριος, Μάρτιος 2018.

26